← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεώργιος Προκοπίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2106/2011, 16  Δεκεμβρίου 2011

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεώργιος Προκοπίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2106/2011, 16 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2106/2011 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Λάρνακα. Εναγόντων -και-

  1. Γεώργιος Προκοπίου, Ορμήδεια.
  2. Προκοπού Προκοπίου, Ορμήδεια. Εναγομένων Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους: Καμιά εμφάνιση. Εναγόμενοι 1,2: απόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 απόφαση για: Α. €16.503,27 πλέον τόκο προς 17% και ή το κυμαινόμενο βασικό επιτόκιο της Τράπεζας πλέον 5,25% περιθώριο και 6% τόκο υπερημερίας από 22.6.11 επί ποσού €15.407,77 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει δανείου με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30/6 και 31/12 κάθε έτους. Β. Διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου κτήματος του Εναγομένου
  4. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρίσουν εμφάνιση και η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση εναντίον τους στα πλαίσια της οποίας η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη. Σύμφωνα με την υπ. Μαυρομιχάλη κ. α. ν. Γενικού Εισαγγελέα

(1996)1Α Α.Α.Δ. 530 ο ορισμός για απόδειξη εξυπακούει ότι κατά την ορισθείσα ημερομηνία το δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για την απόδειξη της (που είναι και ο σκοπός για τον οποίο υπόθεση ορίζεται για απόδειξη). Στην παρούσα η Ενάγουσα προσκόμισε ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της Μιχάλη Στυλιανού, ο οποίος αναφέρει ότι επαναλαμβάνει τα αναφερόμενα στην έκθεση απαίτησης, ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό μετά την καταχώριση της αγωγής και επισυνάπτει τη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο Α), το Έγγραφο Εγγυήσεως (Τεκμήριο Β), Αντίγραφα Εγγράφων Υποθήκης (Τεκμήριο Γ), Επιστολή Τερματισμού ημερ. 15.4.11 (Τεκμήριο Δ) και Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήριο Ε). Από το σύνολο της μαρτυρίας και τα πιο πάνω έγγραφα προκύπτει αναντίλεκτα: ι) Ότι το Τεκμήριο Α συνιστά σύμβαση δανείου εκ €15.000 προς τον Εναγόμενο 1 με την εγγύηση του Εναγομένου 2 και υποθήκη Υ.9046/07 επί του περιγραφόμενου ακινήτου, που ανήκει στον εναγόμενο
  1. ιι) Ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 96 μηνιαίες δόσεις εκ €231,54 αρχομένων από 1.11.09 μέχρι τελικής εξόφλησης που καθορίζετο για την 1.10.
  2. ιιι) Ότι με βάση τον όρο 4(α) της σύμβασης το δάνειο θα χρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο που τότε ήταν 5,25%, συν 5,25% προσαύξηση. ιν) Ότι λόγω μη τήρησης των όρων της σύμβασης από τον Εναγόμενο 1, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 15.4.11 τερμάτισε τη σύμβαση δανείου και κατέστησε απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, ενημερώνοντας ταυτόχρονα τους εναγομένους ότι: «τόκος θα εξακολουθήσει να χρεώνεται ..... σύμφωνα με τα ποσοστά που ισχύουν για το λογαριασμό σας ..... και επιπρόσθετα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο ....... θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας 6% ως σας έχει κοινοποιηθεί.» ν) Ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο στις 15.4.11 ήταν €15.972,
  3. Στην πραγματικότητα το μόνο θέμα που έχρηζε εξέτασης ήταν η αξίωση που αφορά τόκο προς 17% και ως εκ τούτου κλήθηκε η Ενάγουσα να δικαιολογήσει και στοιχειοθετήσει την αξίωση αυτή. Η κα Ζαχαρίου προέβη σε αγορεύσεις και παρέπεμψε στην υπ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν.
  4. Βασίλης Χαραλάμπους κ.α., Πολ. Έφ. 382/09, 383/09, 384/09 ημερ. 16.6.10, στην υπ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ. 194 και σε όρους της σύμβασης εισηγούμενη ότι: α) Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει μόνο εάν το τι πρέπει να αποδειχθεί σε υπόθεση τραπεζικού χρέους έχει αποδειχθεί, δηλαδή η σύναψη δανείου, η παράβαση όρων, ο τερματισμός και το οφειλόμενο υπόλοιπο και να μην εμπλακεί στην εξέταση περίπλοκων θεμάτων. β) Ότι σύμφωνα με την υπ. Κόμπου (ανωτέρω) δεν υπάρχει αυθεντία που να υποστηρίζει ότι ο καθορισμός του επιτοκίου σε ψηλότερο ποσοστό είναι παράνομος αν γίνει με την επιστολή τερματισμού. γ) Ότι βάσει της σύμβασης στην παρούσα ο χρεώστης οφείλει τόκο υπερημερίας σε οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό, όπως έγινε εδώ με ολόκληρο το υπόλοιπο μετά τον τερματισμό. Είναι γεγονός πως ο Δικαστής Κληρίδης στην υπ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμους (ανωτέρω) αναφέρθηκε στα βασικά γεγονότα μιας υπόθεσης που αφορά τραπεζικό χρέος, αλλά όμως τόνισε παράλληλα πως και αυτά χρήζουν απόδειξης. Μεταξύ αυτών που πρέπει να αποδειχθούν είναι και το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο κατά τη γνώμη μου αφορά και τον τόκο που θα καταβληθεί επ΄ αυτού. Δεν νομίζω πως τέθηκε κανόνας με την εν λόγω υπόθεση πως όταν μια υπόθεση τραπεζικού χρέους οδηγείται σε απόδειξη το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο χωρίς οποιαδήποτε εξέταση να επιδικάσει ο,τιδήποτε διεκδικεί ο Ενάγων. Άλλωστε το κατέστησε ξεκάθαρο λέγοντας: «Συμφωνούμε βέβαια με τη γενική αρχή ότι επειδή στη διαδικασία απόδειξης δεν έλαβε μέρος ο αντίδικος, ενώ είχε τη δυνατότητα, αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση να εξετάσει και αξιολογήσει την επάρκεια και αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσφερόταν από την πλευρά της εφεσείουσας. Όπως όμως ειδικά αναφέρθηκε στην ίδια την υπόθεση Barry Wynne, όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι το εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Αυτό λοιπόν που εξετάζεται στην παρούσα είναι η επάρκεια της προσφερθείσας μαρτυρίας να αποδείξει την υποχρέωση καταβολής τόκου προς 17% στο οποίο συμπεριλαμβάνεται τόκος υπερημερίας 6% από τον τερματισμό της σύμβασης και ο οποίος αφορά και τις 77 δόσεις που θα πληρώνοντο (υπό άλλες συνθήκες) από τον τερματισμό μέχρι το 2017. Σχετικά με τον τόκο αναφέρθηκαν στην υπ. Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627 τα ακόλουθα: «..... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. (Δες, την καταληκτική παράγραφο στη Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881).» Στην παρούσα περίπτωση όσον αφορά τον ειδικά προβλεπόμενο συμβατικό τόκο παρατηρείται ότι σύμφωνα με τον όρο 4(α) του Τεκμηρίου Α αυτός θα ήταν το άθροισμα του βασικού επιτοκίου (5,25%) με την προσαύξηση (5,25%), δηλαδή συνολικά 10,50%. Με βάση άλλο απόσπασμα του ιδίου όρου η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει κατά την κρίση της τόσο το βασικό επιτόκιο όσο και την προσαύξηση και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Στην παρούσα δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία για οποιαδήποτε μεταβολή των ποσοστών αυτών είτε με δημοσίευση είτε με ειδοποίηση. Σημειώνεται πως παρόμοιες προϋποθέσεις θέτει και ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160
(1)/99. Υπάρχει έμμεση αναφορά του ενόρκως δηλούντος μέσω της υιοθέτησης της παρ. 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως (για μεταβολή σε 10,75% από 31.10.08, αλλά χωρίς παράλληλο ισχυρισμό ή μαρτυρία περί ενημέρωσης των εναγομένων. Ο δε ισχυρισμός της παρ. 7 της Εκθέσεως Απαιτήσεως ότι υπήρξε και άλλη αλλαγή σε 11,25% με την επιστολή τερματισμού ημερ. 15.4.11 δεν επιβεβαιώνεται από την επιστολή και το περιεχόμενο της (Τεκμήριο Δ), ενώ κάποια αναφερόμενη επιστολή ημερ. 9.6..10 αφενός δεν έχει παρουσιαστεί και αφετέρου ακόμα και αν είχε σταλεί, προκύπτει πως ήταν μετά τον τερματισμό της συμβατικής σχέσης και σίγουρα δεν θα ήταν δυνατό να αντληθούν δικαιώματα από αυτή. Ούτως ή άλλως όμως ο ισχυρισμός αυτός όπως τίθεται στην παρ. 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως αφορά αύξηση σε 17% που προφανώς συμπεριλαμβάνει και τον διεκδικούμενο τόκο υπερημερίας προς 6%, άρα και αν εγίνετο δεκτό ότι στάληκε δικαιωματικά επιστολή στις 16.6.11 αυτή απλώς θα μετέβαλλε το συμβατικό επιτόκιο μόνον κατά 0,50%. Άλλωστε και από την παρουσιασθείσα κατάσταση λογαριασμού εξάγεται ότι ο τόκος παρέμεινε στο 10,50% μέχρι και τις 15.4.11 (τερματισμός). Συνεπώς καταλήγω ότι ο προβλεπόμενος τόκος δεν είχε μεταβληθεί. Τόκος Υπερημερίας Το βασικό ζήτημα όμως το οποίο εξετάζεται είναι η επάρκεια της μαρτυρίας για επιδίκαση τόκου υπερημερίας μετά τον τερματισμό της σύμβασης. Ο αποδεκτός ισχυρισμός της Ενάγουσας για παράβαση της σύμβασης από τον Εναγόμενο και το συνακόλουθο εύρημα του δικαστηρίου για τερματισμό φέρνει στο προσκήνιο το άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί πως ο εκ των συμβαλλομένων ζημιούμενος δικαιούται αποζημιώσεως παρά του υπαιτίου για κάθε απώλεια ή ζημιά η οποία προέκυψε φυσικώς κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποίαν οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης. Αποτελεί γενική αρχή πως οι αποζημιώσεις στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο εάν η συμφωνία ολοκληρώνετο (βλ. Saab v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Μαγδαληνή Καλογήρου ν. 1. A. Zakheos Estates Ltd κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1260). Σχετικά με το θέμα στην υπ. Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αθώο μέρος αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης αποτελεί τη συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Κατά κανόνα αυτό επιτυγχάνεται με την επιδίκαση εκείνων των αποζημιώσεων που κατά λογική πρόβλεψη κατά το χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας.» Η βασική αρχή λοιπόν είναι πως το ανυπαίτιο μέρος της σύμβασης θα πρέπει να τεθεί σε όποιο βαθμό αυτό είναι δυνατό να επιτευχθεί με το χρήμα, στην θέση που θα ευρίσκετο εάν η σύμβαση είχε εκτελεστεί. (βλ. και υπ. George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199). Όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας στην παρούσα το δάνειο χρεώνετο με συνολικό τόκο 10,50%, ο οποίος και κεφαλαιοποιείτο ανά εξάμηνο ως προβλέπεται στη σύμβαση (π.χ. 31.12.10 με €789,64). Επίσης ο τοκισμός αυτός προφανώς εξηγεί και την απόδοση που θα είχε για την Ενάγουσα το συγκεκριμένο δάνειο, που ως προκύπτει τηρουμένης της σύμβασης θα λάμβανε πίσω στο τέλος €22.227,84 (ήτοι 96 Χ €231,54). Ο τοκισμός αυτός συνέχισε δικαιωματικά και μετά τον τερματισμό, εξ ου και ότι παρά την πληρωμή ποσού €500,- στις 10.8.10, με την αγωγή διεκδικείται ποσόν €16.503,27, το οποίο προφανώς περιλαμβάνει κεφαλαιοποιηθέντες τόκους. Ειδικότερα όμως πρέπει να σημειωθεί πως δεν υπάρχει ρητή αναφορά στη σύμβαση για δικαίωμα τόκου υπερημερίας προς 6% από τον τερματισμό, παρότι είναι γεγονός πως αναφέρονται τα εξής στον όρο 4: «Νοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου αυτού, οπότε το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό.» Σε άλλο σημείο του όρου 4 αναφέρονται τα εξής: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας ετησίως από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του στην Τράπεζα. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά ισχύει.» Η συμπερίληψη του πιο πάνω όρου και η σύνδεση του από την Ενάγουσα με τον τερματισμό και τις συνέπειες του εγείρει ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «74.-
(1)Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα. Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία, δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα.» Στην πρόσφατη υπ. 1. Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 272/08, ημερ. 17.10.11 ο Δικαστής Πασχαλίδης συνόψισε τις αρχές και τον τρόπο εφαρμογής του εν λόγω εδαφίου ως εξής: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 19, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. The Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd.
(1985)1 C.L.R. 623, Σταύρος Χαραλάμπους ν. Α.Ν. Stasis Estates Ltd. κ.α.
(1991)1 Α.α.Δ. 418, Μ. Πογιάση κ.α. ν. Σταυρινίδη Κεμ Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Σωματείο «Ανόρθωσις» ν. Σωματείου «Απόλλων» (πιο πάνω)).» Και πιο κάτω: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneymatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79).» Όπως επίσης εξηγήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση το ζήτημα που εγείρεται είναι νομικό εφόσον υπάρχει όντως θέμα ερμηνείας της σύμβασης δυνάμει της οποίας συνεργάστηκαν οι διάδικοι. Κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος σύναψης της συμφωνίας και όχι ο χρόνος παράβασης της. Οδηγός για την ερμηνεία είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολο της. Το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, ούτως ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Πρέπει να σημειωθεί πάντως πως δεν είναι καθόλου τυχαία η αναφορά στο άρθρο 74
(1)πως η ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από της υπερημερίας δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα, αφού καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης έχοντας υπόψιν αυτή την πρακτική προέβη στη συγκεκριμένη εξειδικευμένη αναφορά. Στην επίδικη περίπτωση δεν προκύπτει από τον σχετικό όρο της σύμβασης πως έγινε κάποια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποίαν θα υφίστατο το αθώο μέρος από την παράβαση της σύμβασης. Εν πρώτοις γίνεται αναφορά μόνο στην Τράπεζα και κατά δεύτερο δεν υπάρχει αναφορά σε αριθμούς, ποσά ή υπολογισμούς. Είναι ένα απεριόριστο δικαίωμα επιβολής τόκου ο οποίος (ως αναφέρεται κατωτέρω στη σύμβαση) είναι δυνατό να αυξάνεται και οποτεδήποτε. Κατά τη γνώμη μου σαφώς πρόκειται για ποινική ρήτρα που είχε ως στόχο τον εκφοβισμό του πελάτη (μόνο) ούτως ώστε αυτός να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ως τέτοια κανονικά αγνοείται (βλ. υπ. Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 500 και Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Αλλά και αν ακόμα δεν θεωρείτο ως ποινική ρήτρα θα ήταν απλώς ένα στοιχείο που θα μετρούσε στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης που θα μπορούσε να επιδικασθεί εάν προσφέρετο μαρτυρία για ζημιές. Στην παρούσα όμως δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια κατάδειξης οποιασδήποτε ζημιάς. Αντιθέτως έχει διαφανεί ότι η Τράπεζα εκ των πραγμάτων δικαιούται στην επιστροφή των χρημάτων που δάνεισε, με τον τόκο που συμφώνησε, για τα οποία θα λάβει απόφαση πριν την ημερομηνία καταβολής αρκετών δόσεων και τα οποία θα μπορεί να εκμεταλλευθεί προς ίδιον όφελος. Ο επιπλέον τόκος 6% δεν είναι κάτι που θα εισέπραττε απαραιτήτως η Ενάγουσα εάν ολοκληρώνετο κανονικά η σύμβαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως η Ενάγουσα δεν απέδειξε οποιεσδήποτε ζημιές ή ζημιές 6% ετησίως λόγω της παράβασης από τον Εναγόμενο 1 (βλ. υπ. Argo Travel Ltd v. R.M.D. Tourist Ltd
(2008)1A A.A.Δ. 97). Έχοντας ως βάση την κατάσταση του δανείου στις 15.4.11 εκδίδεται απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσόν των €15.972,40, συν τόκον προς 10,50% από 15.4.11, συν έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή συν Φ.Π.Α. με νόμιμο τόκο από σήμερα επί των εξόδων, συν έξοδα επίδοσης €20. Εκδίδεται επίσης διάταγμα ως η παράγραφος 7Β της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση όσον αφορά την επιδίκαση τόκου υπερημερίας προς 6% απορρίπτεται. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.