← Κύπρος

ΛΑΜΠΡΟΥ Τ. ΚΕΦΑΛΑ ν. ΓΙΑΝΝΗ Ε. ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Αρ. Αγωγής 1470/11, 20 Δεκεμβρίου, 2011

ΛΑΜΠΡΟΥ Τ. ΚΕΦΑΛΑ ν. ΓΙΑΝΝΗ Ε. ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Αρ. Αγωγής 1470/11, 20 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1470/11 Μεταξύ: ΛΑΜΠΡΟΥ Τ. ΚΕΦΑΛΑ, Ενάγοντα -και-

  1. ΓΙΑΝΝΗ Ε. ΠΑΝΑΓΗ
  2. ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΣΧΑΛΗ
  3. DIOMEDES HOTELS LTD. Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 22.08.2011 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα-αιτητή: Ο κ. Α. Κεφάλας. Για τον εναγόμενο 1 - καθ΄ ου η αίτηση: Η κα Φ. Σωτηρίου. Για τον εναγόμενο 2 - καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Α. Λάντος. Για την εναγόμενη 3 - καθ΄ ης η αίτηση: Η κα Ν. Οικονόμου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αξίωσή του ο ενάγων-αιτητής διεκδικεί εναντίον των εναγόμενων 1-3 -καθ΄ ων η αίτηση το ποσό των €47.880,- ως γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικής και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή υπόσχεσης πληρωμής και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας με τόκο προς 8% από 30.06.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Με την υπό κρίση αίτησή του ημερ. 22.08.2011 ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον και των τριών καθ΄ ων η αίτηση. Η αίτησή του βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.18 θ.1-9, Δ.48 θ.1-12 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα-αιτητή. Περιληπτικά ο αιτητής στην ένορκη δήλωσή του αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά πολύ καλά τα γεγονότα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης και ότι η αξίωσή του εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση προέρχεται και βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου που συντάχθηκε και εκτελέστηκε νομότυπα και είναι ημερ. 4.04.1999 για το ποσό των €47.880,- που από τη λήξη του στις 30.06.2010 φέρει τόκο προς 8% μέχρι εξόφλησης. Αναφέρει τέλος ο αιτητής ότι, ως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, οι καθ΄ ων η αίτηση ουδεμία υπεράσπιση έχουν και υιοθετά τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης και εξαιτείται την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Οι καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3 καταχώρισαν ο καθένας ξεχωριστά την δική του ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας διάφορους λόγους ενστάσεων που κάποιοι είναι πανομοιότυποι. Πέραν της καταχώρισης των ενστάσεών τους οι καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 καταχώρισαν και υπεράσπιση ως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης. Φυσικά το γεγονός αυτό δεν αποκλείει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18 ούτε και είναι ορθό να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο των υπερασπίσεων των εναγόμενων 2 και
  5. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου

(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408: «Ορθά, επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη.» Τα πιο πάνω έχουν σημασία και σε σχέση με τον ενάγοντα-αιτητή ο οποίος στην έκθεση απαίτησής του προβάλλει διαζευκτικές βάσεις αγωγής ενώ στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την αίτηση βασίζει την αξίωσή του σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και ως τέτοια θα εξεταστεί. Επανερχόμενος τώρα στις ενστάσεις που οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν και πριν προχωρήσω στην παράθεση των λόγων που ο κάθε ένας ξεχωριστά επικαλείται θα εξετάσω το ορθό και νομότυπο της ένστασης του εναγόμενου 2-καθ΄ ου η αίτηση. Είναι ζήτημα εν πάση περιπτώσει που εγέρθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων και από τον αιτητή. Η Δ.48 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προβλέπει ότι η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως πέραν της αναφοράς της στην ορθή νομική βάση θα πρέπει να εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης και οποιαδήποτε γεγονότα δεν είναι εμφανή από τον φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε ένορκες δηλώσεις. Παρατηρώντας την καταχωρισθείσα ένσταση του εναγόμενου 2-καθ΄ ου η αίτηση θεωρώ ότι δεν συμβαδίζει με τα όσα η Δ.48 θ.4 προβλέπει σε σχέση με την εξειδίκευση των συγκεκριμένων λόγων ένστασης. Εκείνο που αναφέρεται στην ένσταση είναι ότι τα γεγονότα της ένστασης φαίνονται στη δικογραφία και στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2-καθ΄ ου η αίτηση και τα οποία παραθέτει συνοπτικά. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό ενόψει του επιτακτικού χαρακτήρα της πρόνοιας της Δ.48 θ.4 όπου στο σώμα της ένστασης θα έπρεπε να εξειδικεύονται και να παρατίθενται οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης. Η παράλειψη αυτή του εναγόμενου 2-καθ΄ ου η αίτηση καθιστά την ένστασή του παράτυπη και συνακόλουθα δεν είναι δυνατό να εξεταστεί. Το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να προχωρήσει αυτεπάγγελτα για διόρθωσή της αλλά θα έπρεπε ο καθ΄ ου η αίτηση να προχωρήσει σε όλα τα διαδικαστικά διαβήματα για διόρθωση της παρατυπίας (βλ. Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157, Οlympia Designs (Properties) Ltd. v. Unique U.K. Inc. Πολ. Εφ. 72/08 ημερ. 4/8/10). Αναφορικά τώρα με την ένσταση του εναγόμενου 1-καθ΄ ου η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ΄ ου αίτηση, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Α. Το αποκαλούμενο ως γραμμάτιο συνήθους τύπου έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του ενάγοντος-αιτητή, στη βάση του οποίου στηρίζεται η αξίωσή του, δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου όπως αυτό καθορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 78-81 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.
  1. Β. Η εξόφληση της αξίωσης του ενάγοντος-αιτητή έχει διευθετηθεί πριν την καταχώριση της αγωγής με συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος-αιτητή και του εναγόμενου-καθ΄ ου η αίτηση 1 βάσει της οποίας ο εναγόμενος-καθ΄ ου η αίτηση 1 παρέδωσε στον ενάγοντα-αιτητή και ο τελευταίος αποδέχτηκε αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών εκ €5.000 έκαστη, της πρώτης πληρωτέας την 01/06/2011 για το συνολικό ποσό των €60.000, οι οποίες καλύπτουν ολόκληρη την αξίωση του ενάγοντος-αιτητή στην αγωγή με αριθμό 1469/11 του Ε.Δ. Λάρνακας και μέρος της αξίωσής του στην παρούσα αγωγή εν όψει της οποίας ο ενάγων-αιτητής εμποδίζεται στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του εναγομένου-καθ΄ ου η αίτηση
  2. Ο εναγόμενος 3-καθ΄ ου η αίτηση προβάλλει με τη σειρά του στην ένστασή του η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της εκ των διευθυντών του, Αναστασίας Τσόκκου, τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Οι εναγόμενοι 3-καθ΄ ων η αίτηση 3 έχουν καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση με βάση τα γεγονότα την οποία δικαιούνται να προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής. (β) Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα των εναγόντων-αιτητών σε απόφαση στην αγωγή. (γ) Υπάρχουν εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία και τα οποία αν αποδειχθούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη νομικά και/ή καταχρηστική την επίδικη αξίωση του ενάγοντα-αιτητή. (δ) Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά και με μόνο σκοπό να αποστερήσει από τους εναγόμενους 3-καθ΄ ων η αίτηση 3 το δικαίωμα τους να υπερασπίσουν την υπόθεσή τους σε κανονική δίκη και να ακουστούν από το Δικαστήριο ώστε το τελευταίο να έχει υπόψη του όλα τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. (ε) Δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία επί του θέματος. (στ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 όπως αυτές έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία και/ή είναι αντίθετη με τον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.
  3. (ζ) Ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει επαρκώς τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και/ή αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και/ή δεν αποκαλύπτει το σύνολο των γεγονότων. (η) Οι εναγόμενοι 3 δεν οφείλουν οποιαδήποτε ποσά στον ενάγοντα και αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι 3 οφείλουν κάποιο ποσό στον ενάγοντα το οποίο αρνούνται εν πάση περιπτώσει ότι οφείλουν δεν είναι τα ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες και/ή είναι πολύ μικρότερο ποσό. (θ) Στην παρούσα αγωγή υπάρχουν και/ή εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση με πολύπλοκα θέματα και/ή αμφισβητήσεις γεγονότων περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων:
(1)του κατά πόσον το έγγραφο που επισυνάπτει ο ενόρκως δηλών στην αίτηση του ενάγοντα είναι γραμμάτιο.
(2)Κατά πόσο το έγγραφο υπεγράφη από τους εναγόμενους 3
(3)Κατά πόσο οι μάρτυρες που υπέγραψαν το εν λόγω γραμμάτιο είναι υπαρκτά πρόσωπα και/ή κατά πόσο αυτά είχαν δικαιοπρακτική ικανότητα
(4)Τη νομική ισχύ, εγκυρότητα, νομιμότητα και δεσμευτικότητα του επίδικου εγγράφου
(5)Τις επιπτώσεις της υπογραφής κάθε μεταγενέστερου εγγράφου του επίδικου και/ή την αποδοχή επιταγών έναντι του εγγράφου μεταγενέστερα της υπογραφής του εγγράφου
(6)Η πρόνοια του τόκου που περιέχει το έγγραφο και/ή κατά πόσο η εν λόγω πρόνοια επί του επίδικου εγγράφου διαφοροποιεί το επίδικο έγγραφο από το τύπο του γραμματίου συνήθους τύπου. (ι) Δεν υπάρχει μαρτυρία ποιοι είναι οι φερόμενοι ως μάρτυρες της υπογραφής του εγγράφου και/ή αν οι φερόμενοι ως μάρτυρες ήταν πρόσωπα ικανά να συμβάλλονται όπως ρητά προνοεί το αρ. 78 του Κεφ. 149 κατά το χρόνο υπογραφής του επίδικου εγγράφου. (ια) Οι εναγόμενοι 3 έχουν καλή υπεράσπιση. (ιβ) Ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει με την ένορκο του δήλωση ότι το επίδικο έγγραφο καταρτίστηκε σύμφωνα με το ΄Αρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. (ιγ) Το εν λόγω έγγραφο το έχει εξοφλήσει ο εναγόμενος 2 με την έκδοση σχετικών επιταγών τις οποίες ο ενάγοντας έχει εισπράξει. Οι συνήγοροι τόσο του αιτητή όσο και των καθ΄ ων η αίτηση προχώρησαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους χωρίς οιαδήποτε πλευρά να ασκήσει το δικαίωμα αντεξέτασης οιουδήποτε ενόρκως δηλούντα, δικαίωμα που παρέχει η Δ.
  2. Η Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προβλέπει ότι: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Από την πιο πάνω διαταγή προκύπτει ότι ο ενάγοντας προκειμένου να εκδοθεί συνοπτική απόφαση προς όφελός του θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει: (α) Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. (β) Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο (γ) υποστήριξη της αίτησης από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά επί των γεγονότων. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782). Από τη στιγμή που ο ενάγοντας-αιτητής ικανοποιεί τις πιο πάνω προϋποθέσεις το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817). Είναι νομολογημένο ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου-καθ΄ ου η αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Συνεπώς είναι εξουσία που πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ. v. Adamco Constructions, Πολ ΄Εφεση 11963, ημερ. 3.3.05). Εκεί όπου ο εναγόμενος-καθ΄ ου η αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα-αιτητή και η απλή δήλωση του εναγομένου-καθ΄ου η αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπεράσπιση πρέπει να αποκαλύπτεται όχι υπό μορφή γενικών και αόριστων ισχυρισμών αλλά με παράθεση λεπτομερειών της υπεράσπισης ώστε να υποστηρίζεται το βάσιμο της προβολής της. Διαζευκτικά οι εναγόμενοι πρέπει να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν, ή τουλάχιστον να δείξουν ότι η υπεράσπισή τους μπορεί τουλάχιστον να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης (βλ. Σ.Π.Ε. Πέγειας v. C.A.A. Travel Media Ltd., Πολ. ΄Εφεση 59/07, 15.7.2008). Eξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση καταλήγω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις έχουν ικανοποιηθεί. Καταχωρίστηκε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 9.05.2011 και οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρισαν εμφάνιση στις 23.06.2011, 30.05.2011 και 31.05.2011 αντίστοιχα. Οφείλω φυσικά να παρατηρήσω ότι σε σχέση με τον εναγόμενο 3 υπάρχουν δύο σημειώματα εμφάνισης. Ο συνήγορος για τον εναγόμενο 1 καταχώρισε εμφάνιση και για τον εναγόμενο 3 σε χρόνο μεταγενέστερο όμως και όταν ήδη υπήρχε καταχωρημένο σημείωμα εμφάνισης για τον εν λόγω εναγόμενο. Σε σχέση τώρα με την τρίτη προϋπόθεση δέχομαι ότι ο ενόρκως δηλών είναι το πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και ότι μπορεί να επιβεβαιώσει το απαιτούμενο ποσό ως επίσης και την αιτία αγωγής. Εκείνο όμως για το οποίο θεωρώ ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να ικανοποιήσει το δικαστήριο είναι η δήλωσή του για το ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Πρόκειται για αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και είναι νομολογημένο ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά και μόνο σε καθαρές υποθέσεις αφού αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του (βλ. Trans Middle East Trading Ltd. v. Abdul Aziz Τlais
(1991)1 A.A.Δ. 239). Θεωρώ ότι όπως είναι διατυπωμένη η Δ.18 θ.1 θα πρέπει ο αιτητής να επιβεβαιώσει ότι ο ίδιος πιστεύει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση. Στην ως άνω διαταγή αναφέρεται ότι «..stating that in his belief there is no defence to the action, ..». Κρίνω ότι με βάση τη Δ.18 θ.1 θα πρέπει να επιβεβαιώσει ο ίδιος ο αιτητής, δηλαδή το ότι ο ίδιος πιστεύει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και όχι ως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, όπως η προκείμενη περίπτωση. Δηλαδή ουσιαστικά ο αιτητής στην παρούσα υπόθεση, ως προκύπτει από την ένορκη δήλωσή του, παραθέτει την άποψη του δικηγόρου του και όχι το τι ο ίδιος πιστεύει ως εις τη Δ.18 προνοείται. Στο Annual Practice 1979 σ. 136 κάτω από τον τίτλο "Plaintiff΄s Affidavit" αναφέρεται ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να πληρεί τις δύο πιο κάτω προϋποθέσεις:
  1. It must verify the facts on which the claim or part of a claim to which the application relates is based and
  2. It must state the deponent΄s belief that there is no defence to that claim or part or no defence.. Περαιτέρω, στη σελίδα 137 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι: «Deposing to Belief that there is no Defence.-This statement is an essential part of the affidavit. The usual words used in the affidavit are, "I verily believe that there is no defence to this action".» Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω ότι πέραν του γεγονότος ότι δήλωση περί πίστης για ανυπαρξία υπεράσπισης στην αγωγή είναι ουσιώδες στοιχείο της ένορκης δήλωσης, θα πρέπει να είναι δήλωση που προέρχεται από τον ενόρκως δηλούντα κάτι το οποίο δεν πληρείται εδώ αφού ο ενόρκως δηλών αφενός μεν δεν δηλώνει ότι πιστεύει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, αφετέρου δε αναφέρει απλώς τη συμβουλή που έλαβε από τον δικηγόρο του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση. Αυτό όμως στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και στην αυστηρότητα που την περιβάλλει δεν είναι αρκετό. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τα λεχθέντα περί συμβουλής του δικηγόρου για τη μη ύπαρξη υπεράσπισης και να θεωρηθεί ότι πληρεί τις προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η νομολογία. Στην υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και παραπέμποντας στην Lagos v. Grunwaldt
(1910)1 K.B. 41, όπου η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «..A solicitor may be a perfectly good witness from his own knowledge of the facts, but the mere fact that he is the solicitor cannot make his information and belief any better than that of any other person. » Αυτό καταδεικνύει την αυστηρότητα και το απόλυτο των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται έτσι ώστε το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τη Δ.18 να προχωρά στην έκδοση απόφασης χωρίς να υπάρχει δίκη. Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχία. Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι, ενόψει της ως άνω κατάληξης του Δικαστηρίου αν θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο οι εναγόμενοι πρόβαλαν τέτοια γεγονότα έτσι ώστε να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν. Στο Annual Practice 1979 σ.136 και πάλι κάτω από τον τίτλο "Plaintif΄s Affidavit" αναφέρεται: «It is a necessary condition for proceeding under O.14 that the application must be supported by an affidavit which complies with this rule otherwise the summons may be dismissed.» Στην υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska (ανωτέρω), είχαν εγερθεί από τον εφεσείοντα με μορφή προδικαστικών ενστάσεων δύο επιχειρήματα που αφορούσαν τη μη συμμόρφωση του εφεσίβλητου-αιτητή με τους τύπους της Δ.18, κ.
  1. Σύμφωνα με ένα από τα επιχειρήματα αυτά, το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό των εναγόντων-αιτητών δεν ήταν πρόσωπο ικανό να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης προς επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής και του αξιούμενου ποσού (..unable to swear positively to the facts verifying the cause of action and the amount claimed"). Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής στη σελίδα 135 της απόφασής του, η οποία δόθηκε από το τότε μέλος του Δικαστηρίου κ. Α. Λοϊζου: «Both objections go to the jurisdiction of the Court as the conditions imposed by order 18, r.1 have to be fulfilled, in order that the Court can have jurisdiction to make an order for summary judgment thereunder..» Περαιτέρω, στη σελίδα 140 της εν λόγω απόφασης αναφέρεται: «A defendant by making a defence to the merits in addition to taking a preliminary objection as to the sufficiency of the affidavits filed by the applicant/plaintiff should not be taken as submitting to the jurisdiction of the Court.» Στη σελίδα 143 της ίδιας απόφασης και αφού το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη εκείνη υπόθεση δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους τύπους της Δ.18 Κ.1, αναφέρονται και τα εξής: «On the true construction, therefore, of the relevant provisions of our Rules we hold that the trial court had no jurisdiction to give judgment on the strength of the affidavits filed in support of the application.» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η αυστηρή συμμόρφωση με τις διαδικαστικές απαιτήσεις (procedural requirements) της Δ.18, Κ.1, είναι αναγκαιότητα που πρέπει να ικανοποιηθεί για να αποκτήσει το Δικαστήριο δικαιοδοσία να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης και κατά συνέπεια το ουσιαστικό ερώτημα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση, δεν μπορεί να εγερθεί εκτός εάν ο ενάγοντας έχει πρώτα ικανοποιήσει τις διαδικαστικές απαιτήσεις της Δ.18 θ.
  2. Τα πιο πάνω τεθέντα οδηγούν στο σαφές συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να προχωρήσει να εξετάσει την παρούσα αίτηση και τους ισχυρισμούς που οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση θέτουν και να αποφανθεί περί ύπαρξης ή όχι υπεράσπισης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Θα υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με τα έξοδα μόνο όσον αφορά τον εναγόμενο 2-καθ΄ ου η αίτηση ενόψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν είχε έγκυρη ένσταση από τον εν λόγω διάδικο για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω και άρα δεν θα επιδικαστούν οιαδήποτε έξοδα προς όφελός του. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 3-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Καμιά διαταγή για έξοδα αναφορικά με τον εναγόμενο 2-καθ΄ ου η αίτηση. (Υπ.) ................ Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.