← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ ν. SAVVAS VASILI TELEMACHOU κ.α., Αρ. Αγωγής 2826/11, 21 Δεκεμβρίου, 2011

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ ν. SAVVAS VASILI TELEMACHOU κ.α., Αρ. Αγωγής 2826/11, 21 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2826/11 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ, από τη Λάρνακα, Εναγόντων -και-

  1. SAVVAS VASILI TELEMACHOU, από την Αγγλία,
  2. Α.Σ.Ε. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΤΔ., από τη Λευκωσία, Εναγόμενων Αίτηση για απόφαση ημερ. 27/10/11 εναντίον εναγομένης
  3. 21 Δεκεμβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: Η κα Δημητριάδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν την έκδοση διατάγματος εναντίον της εναγόμενης 2 που να διατάττει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/10017 Φ/Σχ. 41/33 τεμάχιο 893 στο χωριό Λειβάδια της Επαρχίας Λάρνακας έναντι ή/και προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Επίσης αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα απόφαση για το ποσό των €88.818,90, πλέον τόκο προς 9% από 1.07.2011 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε μόνο στην εναγόμενη 2 και η οποία παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προχωρήσουν στην καταχώριση μονομερούς αίτησης ημερ. 22.11.2011 δια της οποίας εξαιτούνται απόφασης εναντίον της εναγόμενης 2 ως ανωτέρω αναφέρεται. Προς τούτο καταχώρισαν γραπτή ένορκη δήλωση ημερ. 22.11.2011 του Παύλου Παπακώστα, υπαλλήλου των εναγόντων στην οποία ένορκη δήλωση επισυνάπτονται πέντε συνολικά τεκμήρια. Πρόκειται για τη συμφωνία μεσοπρόθεσμου γραμματίου ημερ. 8.01.2007 τεκ.Α, τα έγγραφα υποθήκη τεκ.Β, δύο επιστολές ημερ. 27.04.2011 και 21.07.2011 τεκ.Γ και Δ αντίστοιχα και την κατάσταση λογαριασμού τεκ.Ε όπου κατά την 25.08.2011 φαίνεται ως χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €88.818,
  5. Το ζήτημα το οποίο εγέρθηκε από το Δικαστήριο και αποτέλεσε το αντικείμενο γραπτής αγόρευσης των εναγόντων είναι το κατά πόσο οι ενάγοντες πέραν της έκδοσης εναντίον της εναγόμενης 2 διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ως αναφέρεται με λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησης δικαιούνται και απόφασης για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που ως έχει προαναφερθεί ανέρχεται σε €88.818,90, πλέον τόκους, ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία δεν εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 με γραπτή σύμβαση εγγύησης. Φυσικά οι ενάγοντες δεν επικαλούνται σύμβαση εγγύησης αλλά στην παρ. 10 της έκθεσης απαίτησης αναφέρουν ότι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 2 ότι από τη στιγμή που κάθε ποσό εξασφαλίζεται με την υποθήκη καθίστατο πληρωτέο η εναγόμενη 2 θα όφειλε να πληρώσει ολόκληρο το ποσό αυτό και σε περίπτωση που παρέλειπε να το πράξει οι ενάγοντες θα δικαιούντο να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο. Την αξίωσή τους αυτή τη βασίζουν στους όρους του εγγράφου υποθήκης. Η συνήγορος για τους ενάγοντες στη γραπτή αγόρευσή της αναφέρει ότι οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης και για το χρεωστικό υπόλοιπο βασίζοντας τη θέση της στο άρθρο 21

(1)(γ) του Νόμου 9/65 που προνοεί τι στοιχεία θα διαλαμβάνει μια έγγραφη δήλωση υποθήκης ως επίσης και σε συγγράμματα, νομολογία αλλά και στην ίδια την ερμηνεία των όρων της σύμβασης υποθήκης. Η πιο πάνω εισήγηση της πλευράς των εναγόντων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Καταρχάς θα πρέπει να τονισθεί ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία προσέφερε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 με σχετικό έγγραφο υποθήκης το ακίνητο ως αυτό περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα τώρα με το άρθρο 2 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 «υποθήκη» σημαίνει επιβάρυνση συσταθείσα επί ακινήτου με τη βούληση του κυρίου προς εξασφάλιση οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεση χρηματικού χρέους ή υποχρέωσης. Είναι γεγονός ότι ο όρος 4 του εγγράφου υποθήκης που επισυνάπτεται ως τεκ.Α στην ένορκη δήλωση ημερ. 22.11.2011 αναφέρει τα ακόλουθα: 4. Σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό αυτό πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα και δαπάνες που θα προκύψουν ως τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλομένων από τον Χρεώστη ποσών όπως καθορίζονται στη/στις συμφωνία/ες διευκολύνσεως μεταξύ σας και του Χρεώστη. Σε περίπτωση που θα παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Συνεργατική θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης με προσφορές και/ή με ιδιωτική πώληση ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιανδήποτε ειδοποίηση σε μένα. Η Συνεργατική μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης αυτής για να εξοφληθούν μερικά ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή ή όλες ή οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές είτε αυτές αποτελούν άμεση υποχρέωση είτε προέρχονται από εγγύηση. Θεωρώ επίσης σκόπιμο να παραθέσω και το άρθρο 21
(1)(γ) του Ν.9/65, άρθρο το οποίο επικαλείται και η πλευρά των εναγόντων για υποστήριξη του αιτήματός της: «21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) ............ (β) ............ (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύι νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν καθορισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι΄ αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου:» Θεωρώ ότι ο όρος 4 του εγγράφου υποθήκης δεν τέθηκε για κανένα άλλο λόγο παρά για να υπάρχει σύμπλευση και να έρχεται σε αρμονία με την πρόνοια του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/65. Εδώ δηλαδή ο νόμος καθορίζει τι ακριβώς πρέπει να περιλαμβάνουν οι έγγραφες δηλώσεις υποθήκης έτσι ώστε με την προσαγωγή τους από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και ενυπόθηκο δανειστή στον εκάστοτε Επαρχιακό Κτηματολογικό λειτουργό να είναι δυνατή η εγγραφή υποθήκης. Δεν είναι δυνατόν να προσδοθεί οιαδήποτε άλλη ερμηνεία και πόσο μάλλον τέτοια που να καθίσταται ο ενυπόθηκος οφειλέτης προσωπικά υπόλογος για την καταβολή του οιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου και για το οποίο πρόσφερε ως εξασφάλιση κάποιο ακίνητο. Αυτό που ακριβώς προνοείται είναι ότι αν ποσό το οποίο καλύπτεται από υποθήκη, καταστεί πληρωτέο τότε ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει την ευκαιρία εφόσον του ζητηθεί να καταβάλει το εν λόγω ποσό και να εξαλειφθεί η υποθήκη από το ενυπόθηκο ακίνητο ως προνοεί και το άρθρο 35 του Νόμου. Σε διαφορετική περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το εκ της συμφωνίας αλλά και εκ του νόμου δικαίωμα να προχωρήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου. Δίδεται δηλαδή η ευχέρεια στον ενυπόθηκο οφειλέτη να ανακόψει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου και να το περισώσει νοουμένου όμως ότι θα καταβάλει το ποσό το οποίο εξασφαλίζει η υποθήκη και είναι απαιτητό από τον ενυπόθηκο δανειστή. Τα ως άνω που αναφέρονται προκύπτουν σαφέστατα και από τα άρθρα 37 και 44 του Νόμου 9/65 και στα οποία προβλέπεται η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του διευθυντή του Κτηματολογίου είτε μέσω του Δικαστηρίου. Επίσης στην υπόθεση Re National Provincial Bank Ltd.
(1941)1 All E.R. 97, που η πλευρά των εναγόντων επικαλέστηκε για υποστήριξη της θέσης της λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ιn the present case, so far as I can see, he is under no obligation whatsoever to the bank. He is in this position. The bank has demanded payment of the money owing by Mrs Milburn. That does not create an obligation upon the mortgagor to pay anything. It puts him in this position. Either he must find the money which is demanded or the mortgages will be entitled to realize their security. The fact that he is put in that dilemma does not create an obligation of any sort or kind upon him. If he chooses not to pay, or is unable to pay, he may find himself in the unhappy position of having his property taken away from him. That may be his misfortune, but that does not create an obligation upon him which he has to satisfy and which arises from the mortgage into which he has entered. The mortgage creates no such obligation whatsoever.» Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι το αίτημα των εναγόντων για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 2 και για το χρεωστικό υπόλοιπο, ως αυτό αναφέρεται στην παρ. 14Β της έκθεσης απαίτησης, δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση εναντίον της εναγόμενης 2 ως η παρ. 14Α(α) της έκθεσης απαίτησης, πλέον €1.326 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και €11,- έξοδα επίδοσης. (Υπ.) ............ Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.