Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Λευκωσία. ν. Λούση Μ. Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1945/2011, 22 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1945/2011 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Λευκωσία. Εναγόντων -και-
- Λούση Μ. Μιχαήλ, Αραδίππου.
- Αντώνης Γεωργίου, Ξυλοφάγου.
- Σάββας Α. Αντωνίου, Αραδίππου. Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ Γ. Κουκούνης. Για Εναγομένους: Καμιά εμφάνιση. Εναγόμενοι 1,2,3: απόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 απόφαση για: Α. €10.407,49 ως υπόλοιπο δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας. Β. Τόκο με κυμαινόμενο επιτόκιο 15,50% επί ποσού €9.996,52 από 20.5.11 και μέχρι εξοφλήσεως και ή υπό μορφή αποζημιώσεως του τόκου κεφαλαιοποιούμενου ανά εξάμηνο. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλειψαν να καταχωρίσουν εμφάνιση και οι Ενάγοντες προχώρησαν με αίτηση για απόφαση βάσει της Δ.17 θ.1-14, οπότε το δικαστήριο όρισε την υπόθεση για απόδειξη. Σύμφωνα με την υπ. Μαυρομιχάλη κ. α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 530 ο ορισμός για απόδειξη εξυπακούει ότι κατά την ορισθείσα ημερομηνία το δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για την απόδειξη της (που είναι και ο σκοπός για τον οποίο υπόθεση ορίζεται για απόδειξη). Στα πλαίσια της απόδειξης οι Ενάγοντες παρουσίασαν ένορκη δήλωση του υπαλλήλου τους κ. Μιχάλη Στυλιανού ο οποίος υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και επισυνάπτει τη συμφωνία δανείου ημερ. 14.8.2009 με τη συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 1), το παράρτημα συμφωνίας ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 2), κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων των Εναγόντων (Τεκμήριο 3), επιστολή ενημέρωσης των πελατών ημερ. 15.9.2010 (Τεκμήριο 4), ανακοίνωση σε εφημερίδα ημερ. 12.4.2011 για την αύξηση του βασικού επιτοκίου (Τεκμήριο 5), την επιστολή προειδοποίησης ημερ. 27.7.2010 (Τεκμήριο 6), την επιστολή τερματισμού ημερ. 14.4.2011 (Τεκμήριο 7), την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 8) και μεταγενέστερη κατάσταση για το σημερινό υπόλοιπο (Τεκμήριο 9). Ζητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων να δικαιολογήσουν και στοιχειοθετήσουν την αξίωση για τόκο 15,5% και ειδικότερα τον τόκον υπερημερίας 6%, ο οποίος διεκδικείται από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας. Ο κ. Γ. Κουκούνης προχώρησε σε αγόρευση και παρέπεμψε στην υπ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ. 194 εισηγούμενος ότι το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκίμασε τον καθορισμό επιτοκίου, καθώς και σε σχετικούς όρους της επίδικης συμφωνίας εισηγούμενος ότι οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα επιβολής του τόκου με τον τερματισμό, πράγμα για το οποίο ενημέρωσαν τους Εναγόμενους με την επιστολή τερματισμού αλλά και με την ανακοίνωση σε εφημερίδα. Έχοντας υπόψιν μου την ένορκη δήλωση και όλη την έγγραφη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί πρέπει να πω ότι προκύπτουν ως αναντίλεκτα γεγονότα τα εξής: ι) Με τη συμφωνά δανείου ημερ. 14.8.2009 (Τεκμήριο 1) οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 δάνειο ύψους €10.
- ιι) Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο διά 72 μηνιαίων δόσεων εξ €180,07 αρχομένων από 14.8.2009, δηλαδή θα εξοφλείτο στις 14.8.
- ιιι) Το δάνειο θα χρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το καθοριζόμενο βασικό επιτόκιο, το οποίο τότε ήταν 5,25%, προσαυξημένο κατά 3,75% και θα κεφαλαιοποιείτο ανά εξάμηνο. ιν) Με επιστολή τους ημερ. 27.7.2010 οι Ενάγοντες κάλεσαν την Εναγομένη 1 να καταβάλει τις καθυστερημένες δόσεις ύψους €579,77 εντός 21 ημερών, προειδοποιώντας παράλληλα και για τερματισμό της συμφωνίας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. ν) Με νεώτερη επιστολή τους ημερ. 14.4.2011 τερμάτισαν τη λειτουργία του δανείου και κατέστησαν απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων. Σ΄ αυτήν την επιστολή οι Ενάγοντες ενημέρωναν την Εναγόμενη 1 (και τους εγγυητές με παρόμοιες επιστολές) ότι θα εξακολουθούσε να χρεώνεται τόκος με τα ποσοστά που ίσχυαν για το λογαριασμό και επίσης ότι: «... επιπρόσθετα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού σας θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας ως σας έχει κοινοποιηθεί.» νι) Να σημειωθεί ότι στις 12.4.2011, δηλαδή πριν τον τερματισμό, είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» ανακοίνωση των Εναγόντων σχετικά με αύξηση του βασικού επιτοκίου από 5,25% σε 5,75%. Για όποια σημασία δυνατόν να έχει σημειώνεται πως δεν υπάρχει μαρτυρία περί κοινοποίησης σχετικής με τόκον υπερημερίας ως αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού. νιι) Από τις καταστάσεις λογαριασμού συνάγεται ότι το δάνειο χρεώνετο με τόκο 9% μέχρι τις 14.4.2011, ακολούθως με 15% μέχρι 12.5.2011 οπότε άρχισε να χρεώνεται με 15.5%. νιιι) Στις 14.4.2011 το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €9.996,52 συν μη κεφαλαιοποιηθέντες τόκους €259,90 συν τόκο 9,50% ετησίως. Το ερώτημα που παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσον οι Ενάγοντες δικαιούνται και σε επιπλέον τόκο 6% ως τόκο υπερημερίας, επί του οφειλόμενου ποσού, δηλαδή 6% πέραν του 9,50% στο οποίο είχε ανέλθει ο συμβατικός τόκος στα πλαίσια της σύμβασης και του νόμου. Το ζήτημα αυτό δεν επιλύεται με τα αναφερθέντα στην υπόθ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd (ανωτέρω) στην οποία παρέπεμψε ο κ. Κουκούνης, καθότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε απλώς αύξηση του συμβατικού τόκου που είχε γίνει με την ίδια την επιστολή τερματισμού, ενώ στην παρούσα χρήζει εξέτασης ο τόκος υπερημερίας που έχει καθοριστεί μονομερώς από τους Ενάγοντες σε 6%. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι δικαιούνται στον τόκο που καθόρισαν σύμφωνα με το νόμο, δηλαδή το 9,50%. Είναι γεγονός πως ο Δικαστής Κληρίδης στην υπ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμους (ανωτέρω) αναφέρθηκε στα βασικά γεγονότα μιας υπόθεσης που αφορά τραπεζικό χρέος, αλλά όμως τόνισε παράλληλα πως και αυτά χρήζουν απόδειξης. Μεταξύ αυτών που πρέπει να αποδειχθούν είναι και το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο κατά τη γνώμη μου αφορά και τον τόκο που θα καταβληθεί επ΄ αυτού. Δεν νομίζω πως τέθηκε κανόνας με την εν λόγω υπόθεση πως όταν μια υπόθεση τραπεζικού χρέους οδηγείται σε απόδειξη το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο χωρίς οποιαδήποτε εξέταση να επιδικάσει ο,τιδήποτε διεκδικεί ο Ενάγων. Άλλωστε το κατέστησε ξεκάθαρο λέγοντας: «Συμφωνούμε βέβαια με τη γενική αρχή ότι επειδή στη διαδικασία απόδειξης δεν έλαβε μέρος ο αντίδικος, ενώ είχε τη δυνατότητα, αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση να εξετάσει και αξιολογήσει την επάρκεια και αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσφερόταν από την πλευρά της εφεσείουσας. Όπως όμως ειδικά αναφέρθηκε στην ίδια την υπόθεση Barry Wynne, όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι το εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Αυτό λοιπόν που εξετάζεται στην παρούσα είναι η επάρκεια της προσφερθείσας μαρτυρίας να αποδείξει την υποχρέωση καταβολής τόκου προς 15,5% στο οποίο συμπεριλαμβάνεται τόκος υπερημερίας 6% από τον τερματισμό της σύμβασης και ο οποίος (τόκος υπερημερίας) αφορά και τις 52 δόσεις που θα πληρώνοντο (υπό άλλες συνθήκες) από τον τερματισμό μέχρι το
- Σχετικά με τον τόκο αναφέρθηκαν στην υπ. Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627 τα ακόλουθα: «..... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. (Δες, την καταληκτική παράγραφο στη Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881).» Ο αποδεκτός ισχυρισμός της Ενάγουσας για παράβαση της σύμβασης από τον Εναγόμενο 1 και το συνακόλουθο εύρημα του δικαστηρίου για τερματισμό φέρνει στο προσκήνιο το άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί πως ο εκ των συμβαλλομένων ζημιούμενος δικαιούται αποζημιώσεως παρά του υπαιτίου για κάθε απώλεια ή ζημιά η οποία προέκυψε φυσικώς κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποίαν οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης. Αποτελεί γενική αρχή πως οι αποζημιώσεις στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο εάν η συμφωνία ολοκληρώνετο (βλ. Saab v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Μαγδαληνή Καλογήρου ν. 1. A. Zakheos Estates Ltd κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1260). Σχετικά με το θέμα αυτό στην υπ. Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αθώο μέρος αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης αποτελεί τη συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Κατά κανόνα αυτό επιτυγχάνεται με την επιδίκαση εκείνων των αποζημιώσεων που κατά λογική πρόβλεψη κατά το χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας.» Η βασική αρχή λοιπόν είναι πως το ανυπαίτιο μέρος της σύμβασης θα πρέπει να τεθεί σε όποιο βαθμό αυτό είναι δυνατό να επιτευχθεί με το χρήμα, στην θέση που θα ευρίσκετο εάν η σύμβαση είχε εκτελεστεί. (βλ. και υπ. George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199). Όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας στην παρούσα το δάνειο χρεώνετο με συνολικό τόκο 9%, ο οποίος αυξήθηκε σε 9,5% με ανακοίνωση στον τύπο, ο οποίος και κεφαλαιοποιείτο ανά εξάμηνο ως προβλέπεται στη σύμβαση (π.χ. 31.12.10 με €434,38). Ο τοκισμός αυτός προφανώς εξηγεί και την απόδοση που θα είχε για τους Ενάγοντες το συγκεκριμένο δάνειο, αφού ως προκύπτει τηρουμένης της σύμβασης θα λάμβαναν πίσω στο τέλος, δηλαδή το 2015, το ποσόν των €12.965,04 (72 Χ 180,07) συν κάποια έξοδα. Επίσης ο τοκισμός αυτός συνέχισε δικαιωματικά και μετά τον τερματισμό, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο
- Όσον αφορά όμως τον τόκο υπερημερίας ειδικότερα πρέπει να σημειωθεί πως δεν υπάρχει ρητή αναφορά στη σύμβαση για δικαίωμα τέτοιου τόκου προς 6% από τον τερματισμό παρότι είναι γεγονός πως αναφέρονται στους όρους 11, 8 και 9 τα ακόλουθα: «
- Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να καταστήσει το δάνειο απαιτητό και να ζητήσει από τον Πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο Πελάτης οφείλει στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» «
- ......... Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, (συμπερι-λαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο Πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον Πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται. Όλες οι πιο πάνω χρεώσεις (συμπεριλαμβανομένου και του τόκου υπερημερίας) θα κεφαλαιοποιούνται, αν δεν πληρωθούν, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της τράπεζας από καιρού εις καιρό που τώρα είναι κάθε έξι μήνες, και θα ισχύουν πριν και μετά οποιαδήποτε απαίτηση και/ή δικαστική απόφαση.» «
- Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, το Βασικό Επιτόκιο Στεγαστικού Δανείου Τράπεζας Κύπρο (όπου ισχύει), τις προσαυξήσεις, τον τόκο υπερημερίας .....» Η συμπερίληψη των πιο πάνω όρων και η σύνδεση τους από την Ενάγουσα με τον τερματισμό και τις συνέπειες του εγείρει ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «74.-
(1)Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα. Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία, δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα.» Στην πρόσφατη υπ. 1. Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 272/08, ημερ. 17.10.11 ο Δικαστής Πασχαλίδης συνόψισε τις αρχές και τον τρόπο εφαρμογής του εν λόγω εδαφίου ως εξής: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 19, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. The Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd.
(1985)1 C.L.R. 623, Σταύρος Χαραλάμπους ν. Α.Ν. Stasis Estates Ltd. κ.α.
(1991)1 Α.α.Δ. 418, Μ. Πογιάση κ.α. ν. Σταυρινίδη Κεμ Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Σωματείο «Ανόρθωσις» ν. Σωματείου «Απόλλων» (πιο πάνω)).» Και πιο κάτω: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneymatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79).» Όπως επίσης εξηγήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση το ζήτημα που εγείρεται είναι νομικό εφόσον υπάρχει όντως θέμα ερμηνείας της σύμβασης δυνάμει της οποίας συνεργάστηκαν οι διάδικοι. Κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος σύναψης της συμφωνίας και όχι ο χρόνος παράβασης της. Οδηγός για την ερμηνεία είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολο της. Το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, ούτως ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Πρέπει να σημειωθεί πάντως πως δεν είναι καθόλου τυχαία η αναφορά στο άρθρο 74
(1)πως η ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από της υπερημερίας δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα, αφού καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης έχοντας υπόψιν αυτή την πρακτική προέβη στη συγκεκριμένη εξειδικευμένη αναφορά. Στην επίδικη περίπτωση δεν προκύπτει από τους σχετικούς όρους της σύμβασης πως έγινε κάποια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποίαν θα υφίστατο το αθώο μέρος από την παράβαση της σύμβασης. Εν πρώτοις γίνεται αναφορά μόνο στην Τράπεζα και κατά δεύτερο δεν υπάρχει αναφορά σε αριθμούς, ποσά ή υπολογισμούς. Είναι ένα απεριόριστο δικαίωμα επιβολής τόκου ο οποίος (ως αναφέρεται κατωτέρω στη σύμβαση) είναι δυνατό να αυξάνεται και οποτεδήποτε. Κατά τη γνώμη μου σαφώς πρόκειται για ποινική ρήτρα που είχε ως στόχο τον εκφοβισμό του πελάτη (μόνο) ούτως ώστε αυτός να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ως τέτοια κανονικά αγνοείται (βλ. υπ. Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 500 και Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Αλλά και αν ακόμα δεν θεωρείτο ως ποινική ρήτρα θα ήταν απλώς ένα στοιχείο που θα μετρούσε στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης που θα μπορούσε να επιδικασθεί εάν προσφέρετο μαρτυρία για ζημιές. Στην παρούσα όμως δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια κατάδειξης οποιασδήποτε ζημιάς. Αντιθέτως έχει διαφανεί ότι η Τράπεζα εκ των πραγμάτων δικαιούται στην επιστροφή των χρημάτων που δάνεισε, με τον τόκο που συμφώνησε ή αύξησε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, για τα οποία θα λάβει απόφαση πριν την ημερομηνία καταβολής αρκετών δόσεων και τα οποία θα μπορεί να εκμεταλλευθεί προς ίδιον όφελος. Ο επιπλέον τόκος 6% δεν είναι κάτι που θα εισέπρατταν απαραιτήτως οι Ενάγοντες εάν ολοκληρώνετο κανονικά η σύμβαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν οποιεσδήποτε ζημιές ή ζημιές 6% ετησίως λόγω της παράβασης από τον Εναγόμενο 1 (βλ. υπ. Argo Travel Ltd v. R.M.D. Tourist Ltd
(2008)1A A.A.Δ. 97). Έχοντας ως βάση την κατάσταση του δανείου στις 14.4.2011 εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσόν των €10.256,52, συν τόκον προς 9,50% από 14.4.2011 επί ποσού €9.996,52 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων ανά εξάμηνο, ήτοι 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, συν έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή συν Φ.Π.Α. με νόμιμο τόκο από σήμερα επί των εξόδων, συν έξοδα επίδοσης €38. Η αίτηση όσον αφορά την επιδίκαση τόκου υπερημερίας προς 6% απορρίπτεται. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο