NOORMAX LLC ν. Lashkul Vladymyr Grygorovitch κ.α., Αγωγή αρ.: 2720/11, 22 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A175 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2720/11 Μεταξύ: NOORMAX LLC Εναγόντων -και-
- Lashkul Vladymyr Grygorovitch
- Lashkul Natalia
- SFORZESCO HOLDINGS LIMITED
- CEKPELI MANAGEMENT LIMITED Εναγομένων __________________ Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερ. 19.9.2011 Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: Ο κ. Παπαδόπουλος (για να ακούσει την απόφαση η κα Αλεξάνδρα Κοκκίνου). Για τον Εναγόμενο 1: Καμία εμφάνιση. Για τον Εναγόμενο 2: Ο κ. Μάριος Ηλιάδης (για να ακούσει την απόφαση η κα Μαρία Παπαευσταθίου). Για την Εναγόμενη 3: Η κα Μύρια Αγαθοκλέους (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Γιώργος Τσαρδελλής). Για την Εναγόμενο 4: Ο κ. Αμερικάνος (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει αίτηση για συντηρητικό διάταγμα, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Erik Lidmets. Επαναλαμβάνονται σχετικά τα όσα καταγράφηκαν για σκοπούς προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης: Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Erik Lidmets, ιδιοκτήτη και μοναδικού διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας από την Εσθονία, μια εταιρεία Bestmax Ltd από τη Νέα Ζηλανδία, υπέγραψε συμφωνία δανείου €2.000.000 με τον εναγόμενο 1 στις 11.8.2008 για να μπορέσει ο τελευταίος να επενδύσει το ποσό αυτό σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Ο εναγόμενος 1 ανέλαβε και συμφώνησε όπως παραχωρήσει, ως εξασφάλιση, την υποθήκευση της εν λόγω ακίνητης περιουσίας προς όφελος της Bestmax. Η αγορά της περιουσίας στην Κύπρο από τον εναγόμενο 1 έγινε δια μέσου της συζύγου του, εναγόμενης 2, η οποία στις 31.12.2008 αγόρασε δύο επαύλεις έναντι €616.000 και €860.000, αντίστοιχα, από τους εναγόμενους
- Είναι η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 1 είχε πληροφορήσει την Bestmax ότι θα αγόραζε τα ακίνητα στο όνομα της συζύγου του για τεχνικούς λόγους, η οποία θα τα κατείχε ως αντιπρόσωπος του και ότι θα διευθετούσε την εγγραφή της συμφωνηθείσας εξασφάλισης μόλις η κυριότητα των ακινήτων θα εγγράφετο επ΄ ονόματι της εναγόμενης
- Παρά την παραχώρηση από την Bestmax συνολικού ποσού €1.705.860,52, από το προβλεπόμενο δάνειο των €2.000.000, σε τραπεζικούς λογαριασμούς του εναγόμενου 1 και της εναγόμενης 2, ως και των αντιπροσώπων του εναγόμενου 1 ΚΑΤΙΑ TOURS, για τον αποκλειστικό σκοπό αγοράς των ακινήτων, ο εναγόμενος 1 δεν διευθέτησε την υποθήκευση, ούτε εξόφλησε το δάνειο κατά το συμφωνηθέντα χρόνο ή οποτεδήποτε. Επιπρόσθετα, ανέφερε στον κ. Lidmets ότι βρίσκεται τώρα σε διάσταση με τη σύζυγό του και έχουν περιουσιακές και άλλες διαφορές, συμπεριλαμβανομένων και των εν λόγω ακινήτων, τα οποία βρίσκονται ακόμα εγγεγραμμένα στο όνομα των εναγομένων
- Στις 3.11.2010 η Bestmax εκχώρησε τα δικαιώματά της που απέρρεαν από τη συμφωνία δανείου στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος 1 αποδέχθηκε την εκχώρηση και συγκατατέθηκε γραπτώς. Μετά τα πιο πάνω, η ενάγουσα κατεχώρησε την αγωγή υπ΄ αριθμό 1476/11, Ε. Δ. Λάρνακας, εναντίον των ιδίων εναγομένων 1, 2 και 3, ζητώντας το οφειλόμενο από τον εναγόμενο 1, δυνάμει της συμφωνίας δανείου, ποσό. Στα πλαίσια αίτησης τους για προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει τη μεταβίβαση κτλ των επίδικων κτημάτων διαφάνηκε ότι η εναγόμενη 2 ακύρωσε τις συμφωνίες για την αγορά τους με την εναγομένη 3 και υπογράφτηκαν άλλες συμφωνίες με άλλη εταιρεία, την νυν εναγόμενη
- Έτσι, οι ενάγοντες διέκοψαν εκείνη την αγωγή και καταχώρησαν την παρούσα, προσθέτοντας την εναγόμενη
- Με την αγωγή απαιτούν από τους εναγόμενους 2, δυνάμει του δανείου και εναντίον όλων των εναγομένων ζητούν διάφορες δηλώσεις και διατάγματα. Μεταξύ αυτών, ζητούν δήλωση και διάταγμα ότι πραγματικός ιδιοκτήτης των ακινήτων είναι ο εναγόμενος 1 και ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατέχουν και/ή έχουν εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι τους τα ακίνητα ως αντιπρόσωποι και/ή εμπιστευματοδόχοι του εναγόμενου 1 ή/και των εναγόντων και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 - 4 να προβούν σε όλα τα δέοντα μέτρα για την εγγραφή υποθήκης επί των εν λόγω ακινήτων προς όφελος των εναγόντων. Παράλληλα, ζητούν διάταγμα ή/και δήλωση του δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσονται ως άκυρες και εικονικές αφενός η ακύρωση των συμφωνιών μεταξύ της εναγομένης 2 και 3 και αφετέρου οι συμφωνίες νέας πώλησης μεταξύ των εναγομένων 3 και
- Παράλληλα, καταχώρισαν ξανά αίτηση για συντηρητικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 να μεταβιβάσουν κτλ τα ακίνητα ή να εκχωρήσουν τα δικαιώματά τους σε αυτά. Επιδιώκουν, όπως αναφέρουν, με αυτό τον τρόπο να επιτύχουν τελικά την εξασφάλιση της εγγραφής της συμφωνηθείσας, με τη συμφωνία δανείου, υποθήκης. Ο δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι τα ακίνητα «αποτελούν εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 σε συμφωνία δανείου που του δόθηκε από την ενάγουσα και είναι επίσης το αντικείμενο της αγωγής». Τόνισε το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι τα χρήματα προήλθαν από την Bestmax και ότι για την αγορά των ακινήτων η εναγόμενη 2 δεν κατέβαλε εξ ιδίων της κανένα ποσό. Ήταν η θέση του ότι τα ακίνητα είναι επίδικα υπό την έννοια του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Αυτό διότι σύμφωνα με το δάνειο (παράγραφος 2.2 Τεκμήριο Β): «2.
- Debtor shall use the loan for investment in real estate in the Republic of Cyprus (villa or dwelling house). The subject of any investment of the sum of the loan shall automatically become the control or security object of the Creditor until the full return or repayment of the loan. In case of not repayment of the loan by Debtor to the Creditor, the subject of investment becomes the property of Creditor.» Συνεπώς, ο δανειοδότης και στη συνέχεια ο εκδοχέας του απέκτησαν δικαίωμα, όπως είπε, σε σχέση με την αγορά των δύο ακινήτων, έστω και αν είναι ο εναγόμενος 1 που ανέλαβε να τα υποθηκεύσει. Ανέλαβε, δηλαδή, να τα καταστήσει αντικείμενο της σύμβασης και άρα αντικείμενο σήμερα της αγωγής. Δεν το έπραξε. Αντ΄ αυτού, αγόρασε τα ακίνητα στο όνομα της συζύγου του η οποία δεν τα υποθήκευσε, αλλά με εικονική πράξη τα πώλησε στην εναγόμενη
- Άρα κατά κάποιο τρόπο η αγωγή αυτή, εισηγήθηκε ο κ. Παπαδόπουλος, «έχει και τη μορφή in equity ως tracing action». Υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση ότι η πώληση από την εναγόμενη 2 στην εναγόμενη 4 είναι εικονική, εφόσον η εναγόμενη 2 δεν έχει δείξει πώς πληρώθηκε, ούτε και η εναγόμενη 4 πώς επλήρωσε την εναγόμενη
- Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για μεταφορά χρημάτων. Περαιτέρω, υπέδειξε ότι η εναγόμενη 2 παραμένει στην κατοχή των ακινήτων, όπου της έγινε επίδοση, παρά το ότι υποτίθεται ότι τα πώλησε. Χαρακτήρισε, σ΄ αυτά τα πλαίσια, την εναγόμενη 4 ως εταιρεία που χρησιμοποιήθηκε ως όχημα καταδολίευσης, η οποία ανήκει δικαιωματικά στην εναγόμενη
- Δεν είναι, είπε, ένας αθώος τρίτος, αλλά η εταιρεία που συμμετείχε στην εξαπάτηση και χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει τα ίχνη της εικονικότητας των συναλλαγών με ψεύτικες συμφωνίες πώλησης των ακινήτων. Αλλά ακόμα και αν τα ακίνητα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επίδικα υπό την έννοια του άρθρου 4, συνέχισε ο κ. Παπαδόπουλος, θα πρέπει το διάταγμα να δοθεί υπό τη μορφή Mareva, εφόσον οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 δεν έχουν άλλη περιουσία στην Κύπρο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ των εναγόντων, εφόσον το μόνο που ζητούν είναι να μην πωληθεί η περιουσία εκκρεμούσης της αγωγής. Ο εναγόμενος 1 δεν έφερε ένσταση. Η εναγόμενη 2 καταχώρησε ένσταση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι η συμφωνία δανείου είναι εικονική, ότι η Bestmax ανήκει στον εναγόμενο 1, ότι τα ακίνητα τα αγόρασε στο όνομά της προσωπικά και όχι ως αντιπρόσωπος για το σύζυγό της γιατί αυτή ήταν η πρόθεση και η συμφωνία της με τον τελευταίο, ότι η Bestmax χρησιμοποιήθηκε εικονικά για να θεμελιωθεί ένα ανύπαρκτο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, ενώ, αντίθετα, πραγματική ήταν η ακύρωση των συμβολαίων στο όνομά της και η πώληση των ακινήτων στην εναγόμενη 4, η οποία έγινε εντελώς καλόπιστα. Η ένορκη δήλωση είναι στην ελληνική και στο τέλος αυτής καταγράφεται δήλωση ότι το περιεχόμενό της αναγνώστηκε στην ενόρκως δηλούσα σε μετάφραση στα ρωσικά από ρωσόφωνο συνεργάτη των δικηγόρων της και συμφωνεί πλήρως με αυτό. Όμως, όπως ορθά υπέδειξε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, με αναφορά στην υπόθεση Saab Abbas Nazar v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 772 και στην Πολ. Έφ. 153/2010 Αναφορικά με την αίτηση του Sangaralingam Krishnakathan, ημερομηνίας 11.1.2011 μια ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα αντιληπτή στο δηλούντα και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά μαζί με ένορκη δήλωση του προσώπου που κάμνει τη μετάφραση με την οποία να επιβεβαιώνει την ακρίβειά της. Σε αντίθετη περίπτωση, η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Το πρόβλημα, όμως, αυτό δεν είναι καταλυτικό υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Εκείνο που έχει σημασία για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης δεν είναι οι διάφοροι ισχυρισμοί στη δήλωση, αλλά η νομική εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου της εναγομένης 2 ότι ακόμα και επί τη βάσει των όσων λέγουν οι ίδιοι οι ενάγοντες, δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα αναφέρονται στην τιτλοφορούμενη ως ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2 είναι ισχυρισμοί επί της ουσίας της διαφοράς, που δεν θα αποφασιστεί τώρα. Ένσταση έφεραν και οι εναγόμενοι
- Αρνούνται όλους σχεδόν τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 3 ισχυρίστηκε και αυτός ότι τα ακίνητα δεν είναι αντικείμενα της αγωγής υπό την έννοια του άρθρου 4 και ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον της εναγόμενης
- Οι εναγόμενοι 4 ενιστάμενοι στην αίτηση προέβαλαν και αυτοί τη θέση ότι δεν υπάρχει μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 4 οποιαδήποτε συμβατική σχέση και ότι δεν υπάρχει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης
- Το αίτημα των εναγόντων δεν αφορά στο αντικείμενο της αγωγής, όπως παραπλανητικά οι ενάγοντες αναφέρουν, αλλά γίνεται προσπάθεια να δεσμευτούν τα ακίνητα ως επιπλέον εξασφάλιση σε σχέση με την υποτιθέμενη οφειλή του εναγόμενου
- Οι εναγόμενοι 4 επεκτάθηκαν και σε άλλα ζητήματα όπως η θέση ότι το δάνειο που κατ΄ ισχυρισμόν έχει εκχωρηθεί δεν κατέστη απαιτητό και γι΄ αυτό η αγωγή είναι πρόωρη, ότι αυτό το δάνειο είναι παράνομο και άκυρο με βάση το ουκρανικό δίκαιο, όπως και η εκχώρηση. Προέβαλαν και άλλους λόγους ένστασης στους οποίους δεν είναι αναγκαίο να επεκταθούμε για τις ανάγκες της παρούσας αίτησης. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 4 αγόρευσε κινούμενος στα παραπάνω πλαίσια. Τόνισε δε, ότι κατ΄ ουσία οι ενάγοντες ζητούν με τη μορφή διατάγματος εξασφάλιση για το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο που έδωσαν. Ενώ, όπως ελέχθη στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, η εν λόγω εξουσία «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης». Σ΄ αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε ευρήματα επί της ουσίας ή σε τελικές διαπιστώσεις. Η υπόθεση εξετάζεται υπό το φως των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60 όπως έχουν επεξηγηθεί στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR
- Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο υπό το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο να δοθεί το διάταγμα. Οπότε, υπεισέρχεται η έννοια του ισοζυγίου της δυσχέρειας ή ευχέρειας (balance of convenience). Εν προκειμένω, επί της εκδοχής των ιδίων των εναγόντων, η εναγόμενη 2 δεν είχε συμβατική υποχρέωση να εγγράψει υποθήκη επί των ακινήτων, τα οποία άλλωστε, όπως αποτέλεσε κοινό τόπο, δεν ενεγράφησαν στο όνομά της. Βέβαια, τα πώλησε περαιτέρω, όπως είναι η εκδοχή της και εν πάση περιπτώσει, εμφανίζονται σήμερα ως κατ΄ ουσία ιδιοκτήτες οι εναγόμενοι
- Η εναγόμενη 2, όμως, δεν είχε συμβατική υποχρέωση να παραμείνει δικαιούχος των ακινήτων. Καμία συμβατική υποχρέωση έναντι των εναγόντων δεν είχαν ούτε οι εναγόμενοι 3 και
- Η παρούσα δε αγωγή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αγωγή εντοπισμού περιουσιακών στοιχείων (tracing action), τα οποία, ενώ κατ΄ ουσία, με βάση τις αρχές της επιείκειας (in equity) ανήκουν στον ενάγοντα, ο εναγόμενος προχώρησε σε δόλια αποξένωσή τους. Οπότε, ο ενάγοντας μπορεί με τέτοιου είδους αγωγή να ανιχνεύσει τη διακίνηση της περιουσίας και να την εντοπίσει. Όπως ελέχθη από τον Lord Denning στην υπόθεση Bankers Trust Co. v. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353: «The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door» see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 335. .» Για την έννοια της αγωγής αυτού του είδους παραπέμπω περαιτέρω στις αποφάσεις El Ajou v. Dollar Land Holdings plc and another [1993] 3 All ER 717 και A. v. C.
(1981)1 Q.B. 629. Σ΄ αυτό το στάδιο δεν απαιτείται απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. Τ. Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802). Όμως, ακόμα και έτσι, ως εκ των άνω, δεν θεωρώ ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 με βάση το νόμο ή το κοινοδίκαιο ή τις αρχές της επιείκειας. Άλλωστε, εν πάση περιπτώσει, έστω και αν λάβουμε ως δεδομένη την εκδοχή των εναγόντων, περί δανειοδότησης του εναγόμενου 1 και περί αγοράς των ακινήτων από την εναγόμενη 2 με δικά τους χρήματα επ΄ ονόματι της, η ουσία του πράγματος είναι στην πραγματικότητα ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στον εναγόμενο 1 χωρίς να μεριμνήσουν για πραγματική ή επαρκή εξασφάλισή τους. Έθεσα το στοιχείο αυτό υπόψη του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγόντων, ο οποίος εισηγήθηκε ότι το διάταγμα είναι αναγκαίο ακριβώς λόγω του λάθους και της παράλειψης των εναγόντων να εξασφαλίσουν το λαβείν τους. Διαφορετική, όμως, είναι η προσέγγιση της νομολογίας, η οποία εξηγείται στην προαναφερθείσα απόφαση Marketrends. Όταν το σκοπούμενο διάταγμα είναι τύπου Mareva και εν πάση περιπτώσει, δεν αφορά το αντικείμενο της αγωγής με την έννοια του άρθρου 4 του Κεφ. 6, η σχετική εξουσία πρέπει να ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης. Ένας συμβαλλόμενος πρέπει να μεριμνά για την εξασφάλισή του εκ των προτέρων, χωρίς να αναμένει από το δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο στο τέλος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση υπέρ του. Με αυτό το σκεπτικό στην υπόθεση Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως δεν εδικαιολογείτο, ούτως ή άλλως, η έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος. Συνεπώς, ως εκ των άνω, οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να καταδείξουν ότι αν δεν δοθεί το διάταγμα μια συζητήσιμη αιτία αγωγής θα παρέμενε στο τέλος χωρίς αντίκρισμα, τη στιγμή που θα ήταν δίκαιο μέσα από εξισορρόπηση των συμφερόντων και δικαιωμάτων των διαδίκων να δεσμευθούν περιουσιακά στοιχεία, έστω και αν αυτά δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η παρούσα αποτελεί εξαιρετική περίπτωση, όπως εξηγείται στην υπόθεση Spidertrade (ανωτέρω). Η παραπάνω διαπίστωση καθορίζει την τύχη της αίτησης, εφόσον το ζητούμενο δεν είναι οι μετέπειτα ενέργειες των εναγομένων 2, 3 και
- Έστω ότι θα μπορούσε να λεχθεί πως δημιουργείται μια εκ πρώτης όψεως εικόνα για εικονική πώληση από την εναγόμενη 2 στους εναγόμενους
- Αυτό, όμως, δεν αναπληρώνει το κενό στην υπόθεση των εναγόντων. Εφόσον οι ενάγοντες δεν στοιχειοθετούν υποχρέωση της εναγόμενης 2 έναντί τους και μάλιστα τέτοια υποχρέωση και υπό τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να εδικαιολογείτο η έκδοση διατάγματος σε βάρος της εναγόμενης 2, το γεγονός ότι η εναγόμενη 2 πώλησε ή εμφανίζει ότι πώλησε τα ακίνητα στους εναγόμενους 4 δεν επηρεάζει τα πράγματα. Κατά συνέπεια, η αίτηση εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 θα απορριφθεί. Το ζήτημα που παραμένει είναι η τύχη της αίτησης σε σχέση με τον εναγόμενο 1, ο οποίος, ως άνω, δεν έφερε ένσταση. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ζήτησε να εκδοθεί το διάταγμα εναντίον του. Ερωτήθηκαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγομένων κατά πόσο θα επηρεάζονταν τα συμφέροντα των πελατών τους σε περίπτωση που θα εδίδετο διάταγμα συναινετικά εναντίον του εναγόμενου 1 και δεν υπέδειξαν τέτοιο κίνδυνο, εισηγούμενοι μόνο στο δικαστήριο ότι η αίτηση αναφορικά με τον εναγόμενο 1 θα έπρεπε να εξεταστεί στα πλαίσια της όλης εξέτασης της υπόθεσης. Η διαπίστωση ότι το πρόβλημα έγκειται στην ελλιπή διασφάλιση από τους ενάγοντες των συμφερόντων τους, ισχύει και για τον εναγόμενο
- Αυτό το στοιχείο, όμως, ενόψει του ότι ο εναγόμενος 1 συναίνεσε δεν θα μπορούσε να αποτελέσει κώλυμα το διάταγμα να αποτελέσει, εκ συμφώνου, ένα είδος εξασφάλισης. Από την άλλη όμως, ο εναγόμενος 1 δεν έχει τρόπο να μεταβιβάσει, πωλήσει κ.τ.λ. τα ακίνητα ή να εκχωρήσει τα δικαιώματά του σε αυτά, εφόσον σήμερα δικαιούχος είναι ή φαίνεται να είναι άλλο πρόσωπο. Έτσι, είναι συζητήσιμη η πρακτική σημασία ενός διατάγματος που να τον παρεμποδίζει να τελέσει πράξεις τις οποίες δεν έχει εξουσία ή δικαίωμα να πράξει. Εφόσον, όμως, ο ίδιος συναινεί και εφόσον δεν διαπιστώνεται δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των άλλων εναγομένων θα δοθεί εκ συμφώνου το διάταγμα για το ενδεχόμενο να βρεθεί ο εναγόμενος 1 σε τέτοια θέση ώστε το διάταγμα να αποκτήσει πρακτική σημασία. Νοείται, όμως, ότι η έκδοση του διατάγματος εναντίον του εναγόμενου 1 δεν μπορεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσει τους εναγόμενους 2, 3 και 4 αναφορικά με τα εν λόγω ακίνητα. Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει χρήση του διατάγματος εναντίον του εναγόμενου 1 στο Κτηματολόγιο ή άλλως πως ώστε να επηρεαστεί η οποιαδήποτε διάθεση των ακινήτων από τους εναγόμενους 4 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ως εκ των άνω: Α. Εναντίον του εναγόμενου 1 δίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α και Β της αίτησης με έξοδα υπέρ των εναγόντων. Β. Η αίτηση εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 2, 3 και 4 και εναντίον των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο