← Κύπρος

LUKOIL CYPRUS LTD ν. Θεόδωρου Σταύρου, Αρ. Αγωγής: 785/2006, 29 Δεκεμβρίου, 2011

LUKOIL CYPRUS LTD ν. Θεόδωρου Σταύρου, Αρ. Αγωγής: 785/2006, 29 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 785/2006 Μεταξύ: LUKOIL CYPRUS LTD Εναγόντων και Θεόδωρου Σταύρου Εναγομένου Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: Ο κ. Γ. Χ"Παρασκευάς για Κούσιος & Κορφιώτης. Για Εναγόμενο: Ο κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία επιζητεί: ® Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Άδειας Χρήσης (Licence Agreement) του Πρατηρίου Βενζίνης στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή 4, Λάρνακα («Ο Σταθμός») ημερομηνίας 6.5.1994 είναι άκυρη. ® Περαιτέρω, επιζητούνται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας από τον Εναγόμενο. ® Ακόμη, επιζητούνται αποζημιώσεις για τη χρήση του Σταθμού χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και για την απώλεια ενδιάμεσων εσόδων αυτής από 9.3.2006 μέχρι σήμερα και μέχρι παράδοσης της κατοχής του Σταθμού στην Ενάγουσα. ® Επιζητείται η έκδοση διατάγματος για άμεση παράδοση κατοχής του ακινήτου από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα. ® Επίσης, επιζητούνται αποζημιώσεις για δυσφήμιση που προκαλείται στην Ενάγουσα. ® Άλλες θεραπείες περιλαμβάνουν την αξίωση για ποσό ΛΚ1.288 για την άδεια χρήσης του Σταθμού από το Μάρτιο του 2006 μέχρι και το Μάιο του 2007 και το ποσό των ΛΚ92,00 μηνιαίως μέχρι παράδοσης της κατοχής του Σταθμού στην Ενάγουσα και για ποσό ΛΚ3.666,38 ως αξία παραδοθέντων εμπορευμάτων και/ή πετρελαιοειδών και/ή άλλων συναφών ειδών. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Έκθεση Απαίτησης Στην Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα ισχυρίζεται τα εξής: Η Ενάγουσα, η οποία είναι εταιρεία που ασχολείται με την προμήθεια και/ή πώληση και/ή εμπορία πετρελαιοειδών και συναφών ειδών, δυνάμει Συμφωνίας ημερομηνίας 20.6.2002 μεταξύ της και της Mobil Oil Cyprus Ltd, Esso Cyprus Inc & BP Cyprus Ltd, απέκτησε αριθμό πρατηρίων διάθεσης πετρελαιοειδών και/ή της εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα σε αριθμό πρατηρίων διάθεσης πετρελαιοειδών μεταξύ των οποίων και το επίδικο πρατήριο (Ο Σταθμός). Η Ενάγουσα δυνάμει Συμφωνίας Μίσθωσης ημερομηνίας 6.3.2003 μεταξύ της ιδίας και του Δήμου Λάρνακας είναι μισθωτής του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται και/ή έχει ανεγερθεί ο Σταθμός έναντι του ποσού των ΛΚ12.476,16 ετησίως. Η Ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο είναι ο νόμιμος μισθωτής του αναφερόμενου ακινήτου όπου έχει ανεγερθεί ο Σταθμός και είναι ο ιδιοκτήτης των εγκαταστάσεων και/ή μηχανημάτων και/ή συσκευών και/ή εξαρτημάτων και/ή του Σταθμού. Πρατηριούχος του Σταθμού δυνάμει Συμφωνίας Άδειας Χρήσης (Licence Agreement) ημερομηνίας 6.5.1994 είναι ο Εναγόμενος. Η Ενάγουσα υποκαταστήθηκε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τις BP Cyprus Ltd, που ήταν η συμβαλλόμενη στη συμφωνία με τον Εναγόμενο. Από τις 20.6.2002 που η Ενάγουσα απέκτησε τον Σταθμό και/ή της εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα της BP Cyprus Ltd στον Σταθμό αναρτήθηκαν στον Σταθμό τα σήματα και οι πινακίδες της Ενάγουσας και άρχισε ο Σταθμός να λειτουργεί κανονικά ως πρατήριο της Ενάγουσας. Η δε Ενάγουσα και ο Εναγόμενος συνεργάζονταν στα πλαίσια των προνοιών της Συμφωνίας, οι βασικοί εκ των οποίων καταγράφονται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Ο Εναγόμενος κατά παράβαση της Συμφωνίας του με την Ενάγουσα: i. Δεν διατηρούσε τα συμφωνηθέντα επίπεδα καθαριότητας στο Σταθμό. ii. Δεν προωθούσε σε ικανοποιητικό βαθμό την πώληση καυσίμων και των άλλων προϊόντων της Ενάγουσας. iii. Το προσωπικό του δεν χρησιμοποιούσε της εγκεκριμένες από την Ενάγουσα στολές. iv. Δεν είχε αναρτημένα τα σύμβολα και της σημαίες της Ενάγουσας. v. Αγόραζε/προμηθευόταν και πωλούσε/προμήθευε το κοινό με καύσιμα και/ή άλλα προϊόντα τα οποία δεν προέρχονταν από την Ενάγουσα, αλλά από τρίτους. Η Ενάγουσα κατ΄ επανάληψη με επιστολές και υποδείξεις της καλούσε τον Εναγόμενο να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα σε σχέση με την ασφάλεια, καθαριότητα και συμπεριφορά των υπαλλήλων και του Σταθμού, όμως ο Εναγόμενος παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Η Ενάγουσα, παρά τις παραβιάσεις του Εναγομένου, συνέχιζε και προμήθευε τον Εναγόμενο με πετρελαιοειδή ούτως ώστε να μην προκληθεί σε αυτήν οποιαδήποτε ζημιά σε σχέση με τη φήμη και την αξιοπιστία της. Ο Εναγόμενος διατηρούσε λογαριασμό με την Ενάγουσα ο οποίος παρουσιάζει μέχρι και σήμερα χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ3.666,38 το οποίο και αντιπροσωπεύει μέρος τιμολογίου που εξέδωσε η Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο όταν του παρέδωσε πετρελαιοειδή. Λόγω της συνεχιζόμενης μη συμμόρφωσης του Εναγόμενου με τις οδηγίες και υποδείξεις της Ενάγουσας, αλλά και τη μη αποπληρωμή του λογαριασμού που διατηρούσε με την Ενάγουσα, η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 2.2.2006 έδωσε ειδοποίηση τριάντα ημερών στον Εναγόμενο για τερματισμό της μεταξύ τους Συμφωνίας. Η Συμφωνία έληξε οριστικά στις 9.3.
  2. Ο Εναγόμενος με επιστολή του μέσω των δικηγόρων του ημερομηνίας 7.2.2006 αρνείται το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα μέχρι και τις 8.3.2006 συνέχιζε να προμηθεύει τον Εναγόμενο με πετρελαιοειδή και στις 9.3.2006 προσπάθησε να ανακτήσει την κατοχή του Σταθμού πλην όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε να παραδώσει την κατοχή αυτού. Ο Εναγόμενος ακόμα και σήμερα λειτουργεί τον Σταθμό χωρίς την συγκατάθεση της Ενάγουσας, η οποία λόγω τερματισμού της Συμφωνίας δεν τον προμηθεύει με καύσιμα και/ή άλλα προϊόντα. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος δεν πρέπει να λειτουργεί τον Σταθμό αφού δεν έχει στη διάθεση του όλη τη σειρά καυσίμων και προϊόντων της Ενάγουσας και δεν δύναται να τον λειτουργεί όπως απαιτούν οι εσωτερικοί κανονισμοί της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ζημιά στην Ενάγουσα και να μην τηρούνται οι κανονισμοί ασφαλείας και καθαριότητας. Η Ενάγουσα παρέδωσε στον Εναγόμενο καύσιμα και/ή προϊόντα για τελευταία φορά στις 8.3.
  3. Ο δε Εναγόμενος κατά παράβαση της Συμφωνίας μέχρι και σήμερα προμηθεύεται και/η πωλεί και/ή διαθέτει και/ή αποθηκεύει και/ή μεταχειρίζεται μεγάλη ποσότητα καυσίμων και/ή προϊόντων άλλων από αυτά που αγοράστηκαν από την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος δεν αγοράζει από την Ενάγουσα τα προϊόντα και/ή καύσιμα τα οποία πωλεί στον Σταθμό με άμεσο αποτέλεσμα η Ενάγουσα να πλήττεται σοβαρά οικονομικά, ενώ επωφελούνται τρίτοι που προμηθεύουν τον Σταθμό με καύσιμα. Ο Εναγόμενος εξαπατεί τους καταναλωτές και πλήττει τη φήμη, αξιοπιστία και εμπιστοσύνη της Ενάγουσας, την οποία έχει δημιουργήσει μέσω των πρατηρίων της και γενικά μέσω της παγκόσμιας δραστηριοποίησης της στον τομέα των πετρελαιοειδών αφού τους πωλεί καύσιμα που έχει προμηθευτεί από τρίτους και όχι από την Ενάγουσα. Ο Σταθμός και/ή οι εγκαταστάσεις και/ή τα μηχανήματα και/ή τα εξαρτήματα τα οποία βρίσκονται στον Σταθμό και τα οποία παραχωρούνται στον Εναγόμενο ανήκουν στην Ενάγουσα και παραμένουν ιδιοκτησία της. Μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας και την άρνηση του Εναγομένου να παραδώσει την κατοχή του Σταθμού στην Ενάγουσα, ο Εναγόμενος είναι παρανόμως επεμβαίνων στον Σταθμό και/ή κατέχει και/ή λειτουργεί στον Σταθμό χωρίς την άδεια της Ενάγουσας, όπως επίσης κατέχει παράνομα και λειτουργεί τα μηχανήματα και/ή εξαρτήματα της χωρίς την έγκριση της. Η Ενάγουσα συνεχίζει να επιβαρύνεται με την καταβολή μισθώματος για τη μίσθωση του ακινήτου στο οποίο ανεγέρθη ο Σταθμός από τον Μάρτιο του 2006 μέχρι και σήμερα, χωρίς να έχει όφελος παρά μόνο ζημιές. Το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ΛΚ11.071,
  4. Ο Εναγόμενος παραβίασε κατ΄ επανάληψη τη Συμφωνία του με την Ενάγουσα με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ζημιές. Συγκεκριμένα, παραβίασε ρητούς όρους της Συμφωνίας λόγω: i. Μη διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων ασφάλειας και καθαριότητας του Σταθμού και μη ικανοποιητική ικανότητα και συμπεριφορά του προσωπικού του Σταθμού. ii. Της μη προμήθευσης καυσίμων και/ή προϊόντων από την Ενάγουσα, αλλά από τρίτους. iii. Δυσφήμησης της Ενάγουσας λόγω μη σωστής και ικανοποιητικής λειτουργίας του Σταθμού. Υπεράσπιση Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να εγερθεί στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως και όχι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας καθότι αφορά σύμβαση ενοικίασης, ο δε Εναγόμενος είναι θέσμιος ενοικιαστής. Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: Ο Εναγόμενος είναι ο μισθωτής και/ή ο κάτοχος και/ή ο δικαιούχος του Σταθμού. Παραδέχεται ότι συνεργαζόταν με την Ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι πάντοτε ακολουθούσε τις οδηγίες και/ή τις συστάσεις της Ενάγουσας. Τα καύσιμα τα οποία διαθέτει και/ή διαχειρίζεται και/ή αποθηκεύει και/ή πωλεί είναι προϊόντα αποδεκτά προς πώληση και/ή κατάλληλα προς πώληση. Ο Σταθμός ήταν πάντοτε καθαρός όσον και τα άτομα που εργάζονται στον Σταθμό. Υπήρχε ικανοποιητική πώληση προϊόντων. Το προσωπικό υπακούει στις εντολές του Εναγόμενου. Ο Σταθμός εργάζεται κανονικά χωρίς κανένα πρόβλημα. Η Ενάγουσα ουδόλως πλήττεται οικονομικά ή άλλως πως από τον Εναγόμενο. Σε καμία εξαπάτηση δεν προβαίνει ο Εναγόμενος, ούτε πλήττει τη φήμη και αξιοπιστία της Ενάγουσας, ούτε δραστηριοποιείται παράνομα. Καμιά παράνομη επέμβαση γίνεται στον Σταθμό, ούτε ο Εναγόμενος είναι παράνομος, ούτε επεμβαίνει παράνομα. Ο Σταθμός βρίσκεται σε ικανοποιητικά επίπεδα ασφάλειας και καθαριότητας και ο Εναγόμενος δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε δυσφήμηση της Ενάγουσας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά της Ενάγουσας για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Πρόκειται για τους ακόλουθους: ® Ευάγγελος Γρηγορίου (ΜΕ1) ® Γιώργος Ιωαννίδης (ΜΕ2) ® Παναγιώτα Λιβέρα (ΜΕ3) και ® Yuliya Zialionka (ΜΕ4) Η πλευρά του Εναγόμενου δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Παραδεκτά γεγονότα Πριν την προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία έχουν ως ακολούθως:
  5. H Eνάγουσα («LUKOIL») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται κυρίως με την προμήθεια και/ή πώληση και/ή εμπορία πετρελαιοειδών και συναφών ειδών.
  6. Ο Εναγόμενος είναι κάτοικος Λάρνακας.
  7. Το επίδικο πρατήριο βρίσκεται στη λεωφόρο Γρίβα Διγενή 4, στη Λάρνακα (ο «Σταθμός»).
  8. Η γη επί της οποίας ανεγέρθηκε και βρίσκεται ο Σταθμός Τεμ.350, Τμήμα Η, Σκάλα, Σχέδιο 40.64.02.02 στη Λεωφόρο Γρ. Διγενή 4 στη Λάρνακα ανήκει στον Δήμο Λάρνακας.
  9. Με τη συμφωνία μεταξύ της LUKOIL και των Mobil Oil Cyprus Ltd και Esso Cyprus Inc (EXXONMOBIL CYPRUS INC) και BP CYPRUS LTD., η LUKOIL απέκτησε αριθμό πρατηρίων διάθεσης πετρελαιοειδών.
  10. Με συμφωνία μεταξύ της BP CYPRUS LTD, που είναι εταιρεία πετρελαιοειδών, και του εναγομένου, ο οποίος είναι πρατηριούχος, ο εναγόμενος κατέστη πρατηριούχος του επίδικου Σταθμού.
  11. Η LUKOIL, που είναι εταιρεία πετρελαιοειδών, και ο Εναγόμενος, που είναι πρατηριούχος, συνεργάζονταν στα πλαίσια προμήθειας και παράδοσης καυσίμων.
  12. Σε κάποιο στάδιο στο επίδικο πρατήριο αναρτήθηκαν στο Σταθμό τα σήματα και οι πινακίδες της LUKOIL οι οποίες μεταγενέστερα αφαιρέθηκαν από τον εναγόμενο.
  13. Ο εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και μέχρι και σήμερα είναι κάτοχος του Σταθμού και λειτουργεί τον Σταθμό ως πρατηριούχος.
  14. Από τις 8.3.2006 και έπειτα η LUKOIL δεν έχει προμηθεύσει το Σταθμό με πετρελαιοειδή, προϊόντα και συναφή είδη.
  15. Ο εναγόμενος από τις 9.3.2006 πωλεί, διαθέτει και αποθηκεύει καύσιμα στο Σταθμό τα οποία δεν προμηθεύεται από τη LUKOIL και τα οποία πωλεί σε καταναλωτές.
  16. Μεταξύ των διαδίκων και τους δικηγόρους τους ανταλλάγηκε η ακόλουθη αλληλογραφία: ¾ Επιστολές της LUKOIL ημερ. 11.10.05, 18.10.05, 2.2.06 και 11.12.07 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ (Α), (Β), (Γ) ΚΑΙ (Δ)). ¾ Επιστολές του Εναγόμενου ημερ. 7.2.2006 και 22.1.2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ (Ε) και (Στ)). Μαρτυρία ΜΕ1 Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως ΕΓΓΡΑΦΟ
  17. Προχωρώ να τη συνοψίσω. Ο ΜΕ1 είναι στην Υπηρεσία της Ενάγουσας και κατέχει τη θέση του υπεύθυνου επιχειρήσεων (Head of Operations). Στα πλαίσια των καθηκόντων του περιλαμβάνεται η ευθύνη και ο έλεγχος της λειτουργίας των πρατηρίων της Ενάγουσας σε ολόκληρη την Κύπρο και ειδικότερα η παροχή προϊόντων της Ενάγουσας στα πρατήρια της, ο καθορισμός των τιμών πωλήσεων των προϊόντων της στους πρατηριούχους και ο υπολογισμός και έλεγχος των κερδών και εσόδων της Ενάγουσας από τις πωλήσεις των διαφόρων προϊόντων της σε κάθε πρατήριο ξεχωριστά. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 τη Συμφωνία ημερομηνίας 20.6.2002 μεταξύ της Ενάγουσας και των εταιρειών Mobil Oil Cyprus Ltd, Esso Cyprus Inc και BP Cyprus Ltd δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα απέκτησε αριθμό πρατηρίων διάθεσης πετρελαιοειδών και της εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα των πιο πάνω εταιρειών στα εν λόγω πρατήρια. Μεταξύ αυτών των πρατηρίων ήταν και ο επίδικος Σταθμός. Με την Συμφωνία Άδειας Χρήσης (Licence Agreement) ημερομηνίας 6.5.1994 μεταξύ της BP Cyprus Ltd και του Εναγόμενου, ο Εναγόμενος κατέστη πρατηριούχος του Σταθμού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Ο Εναγόμενος υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της BP Cyprus Ltd. Με τη Συμφωνία Μίσθωσης ημερομηνίας 6.3.2003 μεταξύ της Ενάγουσας και του Δήμου Λάρνακας, η Ενάγουσα κατέστη και εξακολουθεί να είναι μισθωτής του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί και βρίσκεται ο Σταθμός (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Με βάση τις πρόνοιες αυτής της Συμφωνίας η Ενάγουσα καταβάλλει σήμερα ως ενοίκιο το ποσό των €2.308,
  18. Από τις 20.6.2002 που η Ενάγουσα απέκτησε τον Σταθμό αναρτήθηκαν σ΄ αυτόν τα σήματα και οι πινακίδες της και άρχισε να λειτουργεί κανονικά ως πρατήριο της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος από τότε συνεργάζονταν στα πλαίσια της Συμφωνίας Άδειας Χρήσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Στη Συμφωνία Άδειας Χρήσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) προβλέπετο, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος δικαιούται να χρησιμοποιεί τον Σταθμό αποκλειστικά για αποθήκευση, διαχείριση, μεταχείριση και πώληση των καυσίμων και προϊόντων της Ενάγουσας, οφείλει να αγοράζει από την Ενάγουσα όλα τα προϊόντα τα αναγκαία για τη λειτουργία του Σταθμού και, σε περίπτωση, που ο Εναγόμενος πωλεί, χρησιμοποιεί, χειρίζεται ή αποθηκεύει καύσιμα και προϊόντα άλλα απ΄αυτά που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα, τότε η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να τερματίσει ή να ακυρώσει την Άδεια Χρήσης και να επανακτήσει την κατοχή του Σταθμού και των εγκαταστάσεων του. Περαιτέρω, με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να ελέγχει το περιεχόμενο των ντεπόζιτων και των εγκαταστάσεων του Σταθμού και να λαμβάνει δείγματα από αυτά καθώς και να ελέγχει τα αποθέματα, βιβλία και έγγραφα του Σταθμού. Ήταν υποχρέωση του Εναγόμενου, σύμφωνα με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, να μην μετακινήσει οποιεσδήποτε εγκαταστάσεις ή συσκευές ή εξοπλισμό της Ενάγουσας και να μην επιτρέψει οποιαδήποτε πράξη που θα προκαλέσει ζημιά σ΄ αυτά και στον Σταθμό. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος έπρεπε να έχει και να διατηρεί τον Σταθμό και όλες τις εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και συσκευές του Σταθμού καθαρά, συγυρισμένα και ελκυστικά ως προς την εμφάνιση και στα επίπεδα που καθορίζει η Ενάγουσα. Θα έπρεπε να εργοδοτεί ικανοποιητικό και ικανό προσωπικό για την ικανοποιητική λειτουργία του Σταθμού και να διατηρεί τα επίπεδα λειτουργίας του που έθεσε η Ενάγουσα. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα σε περίπτωση παραβίασης της εν λόγω Συμφωνίας από τον Εναγόμενο να την τερματίσει με γραπτή ειδοποίηση τριάντα ημερών. Η Ενάγουσα θα μπορούσε, επίσης, να τερματίσει τη Συμφωνία χωρίς ειδοποίηση στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος: Σταματούσε ή παρέλειπε να αγοράζει από την Ενάγουσα όλα τα αναγκαία καύσιμα και προϊόντα για τη λειτουργία του Σταθμού. Αποτύγχανε να πληρώσει εγκαίρως το τίμημα της αγοράς καυσίμων. Χρησιμοποιούσε τον Σταθμό για την πώληση, αποθήκευση ή μεταχείριση καυσίμων και προϊόντων άλλων από αυτά που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα. Αναμείγνυε, αραίωνε με οποιοδήποτε τρόπο τα καύσιμα και προϊόντα που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα. Δεν προσπαθούσε να κάνει την απαραίτητη προώθηση των καυσίμων και προϊόντων της Ενάγουσας. Όπως ο ΜΕ1 διαπίστωσε επανειλημμένα μετά από σχετικούς του ελέγχους και επισκέψεις στον Σταθμό, ο Εναγόμενος κατά παράβαση της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2: ¾ Δεν διατηρούσε τα συμφωνηθέντα επίπεδα καθαριότητας του Σταθμού και των ατόμων που απασχολούσε. ¾ Δεν προωθούσε σε ικανοποιητικό βαθμό την πώληση των καυσίμων και άλλων προϊόντων της Ενάγουσας. ¾ Το προσωπικό του δεν χρησιμοποιούσε τις εγκεκριμένες στολές της Ενάγουσας. ¾ Δεν είχε αναρτημένα τα σύμβολα, διακριτικά και τις σημαίες της Ενάγουσας. ¾ Αγόραζε, προμηθευόταν, πωλούσε και προμήθευε το κοινό με καύσιμα και άλλα προϊόντα τα οποία δεν προέρχονταν από την Ενάγουσα, αλλά από τρίτους. Η Ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό με τον Εναγόμενο ο οποίος μέχρι και σήμερα παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο €6.264,38 πλέον τόκοι, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει μέρος του εκδοθέντος από την Ενάγουσα τιμολογίου με αρ. 24208 ημερομηνίας 2.3.2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Με επιστολές της Ενάγουσας ημερομηνίας 11.10.2005 και 18.10.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ (Α) και (Β)) καλούσε τον Εναγόμενο όπως συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της για την καθαριότητα του Σταθμού και των ατόμων που απασχολούνταν στον Σταθμό. Εξουσιοδοτημένοι επιθεωρητές της Ενάγουσας μετά τη διενέργεια ελέγχου στον Σταθμό στις 13.10.2005 συμπλήρωσαν το σχετικό έντυπο αξιολόγησης καθαριότητας και εμφάνισης του Σταθμού το οποίο η Ενάγουσα απέστειλε στον Εναγόμενο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). Αν και η Ενάγουσα μέσω του ΜΕ1 και άλλων εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της έκανε επανειλημμένα υποδείξεις και παρατηρήσεις στον Εναγόμενο, αυτός δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες και συστάσεις της για τη χρήση και διαχείριση του Σταθμού και ειδικότερα σε σχέση με τα θέματα ασφάλειας στο χώρο του Σταθμού και της διατήρησης της καθαριότητας και της συμπεριφοράς των εργαζομένων στον Σταθμό. Η πραγματικά άσχημη και ακάθαρτη κατάσταση του Σταθμού, την οποία ο ΜΕ1 διαπίστωσε προσωπικά και η οποία δημιουργούσε δυσμενή εικόνα της Ενάγουσας στο καταναλωτικό κοινό, η συνεχιζόμενη μη συμμόρφωση του Εναγόμενου με τις υποδείξεις και τους κανονισμούς της Ενάγουσας που αφορούν όλους τους Σταθμούς της, καθώς και η μη αποπληρωμή από τον Εναγόμενο του λογαριασμού που διατηρούσε με την Ενάγουσα, οδήγησαν την Ενάγουσα στον τερματισμό της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  19. Στις 6.2.2006 με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 2.2.2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) η Ενάγουσα έδωσε στον Εναγόμενο ειδοποίηση τριάντα ημερών για τον τερματισμό της Συμφωνίας, η οποία ειδοποίηση έληξε στις 9.3.
  20. Ο Εναγόμενος με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 7.2.2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε) αρνείτο το περιεχόμενο της επιστολής ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Η Ενάγουσα συνέχισε τις παραδόσεις καυσίμων στον Εναγόμενο μέχρι και την προηγουμένη της ημερομηνίας τερματισμού, δηλαδή 8.3.
  21. Στις 9.3.2006 ο ΜΕ1 και ο Κώστας Κοντόπουλος, ένας εκ των διευθυντών επιχειρήσεων (Operation Manager) της Ενάγουσας, μετέβηκαν στον Σταθμό για να λάβουν κατοχή του, όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε να τους παραδώσει την κατοχή του Σταθμού. Ο Εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να λειτουργεί τον Σταθμό χωρίς την συγκατάθεση της Ενάγουσας προκαλώντας της τεράστιες ζημιές. Λόγω της παράνομης κατοχής και λειτουργίας του Σταθμού από τον Εναγόμενο, η Ενάγουσα δεν μπορεί να τον λειτουργήσει όπως απαιτούν οι εσωτερικοί της κανονισμοί και δεν μπορεί να τον προμηθεύσει με πετρελαιοειδή και άλλα προϊόντα έχοντας ως άμεσο αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων και τη δημιουργία ανεπανόρθωτων ζημιών. Η συνέχιση της υπολειτουργίας του Σταθμού από τον Εναγόμενο, αφότου η Ενάγουσα έπαυσε να τον προμηθεύει με καύσιμα και άλλα προϊόντα, έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη δυσφήμηση της Ενάγουσας. Από τις 8.3.2006 και έπειτα η Ενάγουσα δεν έχει προμηθεύσει τον Σταθμό με πετρελαιοειδή προϊόντα και συναφή είδη, ενώ ο Εναγόμενος μέχρι και σήμερα προμηθεύεται και διαθέτει μεγάλες ποσότητες καυσίμων και συναφών ειδών, άλλων από αυτά που αγοράστηκαν από την Ενάγουσα, εξαπατώντας τους καταναλωτές αφού τους πωλεί καύσιμα άγνωστης και αμφίβολης προέλευσης και ποιότητας. Ο Εναγόμενος μέχρι και σήμερα παρουσιάζει στο ευρύ καταναλωτικό κοινό ότι ο Σταθμός δεν ανήκει σε συγκεκριμένη εταιρεία πετρελαιοειδών και ο ίδιος παρουσιάζεται ως ιδιοκτήτης του Σταθμού και ανεξάρτητος πρατηριούχος. Έχει δε αφαιρέσει τις πινακίδες και τα διακριτικά σήματα της Ενάγουσας με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει αντιληπτό από το κοινό ότι ο εν λόγω Σταθμός αποτελεί περιουσία της Ενάγουσας. Μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 και την άρνηση του Εναγόμενου να παραδώσει κατοχή του Σταθμού στην Ενάγουσα, ο Εναγόμενος παρεμβαίνει παράνομα στον Σταθμό και κατέχει και λειτουργεί τον Σταθμό χωρίς την συγκατάθεση και χωρίς την άδεια της Ενάγουσας, όπως επίσης και τα μηχανήματα και εξαρτήματα της. Ο Εναγόμενος δεν αγοράζει από την Ενάγουσα τα καύσιμα και τα είδη που πωλεί στον Σταθμό και αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα η Ενάγουσα να πλήττεται σοβαρά οικονομικά, ενώ επωφελούνται τρίτοι οι οποίοι προμηθεύουν τον Σταθμό με καύσιμα. Ο ΜΕ1 για τους σκοπούς υπολογισμού της ζημιάς που υφίσταται η Ενάγουσα στα έσοδά της από τις πωλήσεις των προϊόντων της που θα πραγματοποιούσε και που απώλεσε από τον Σταθμό εξαιτίας της συμπεριφοράς του Εναγόμενου, ετοίμασε αναλυτικές καταστάσεις τις οποίες και κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 12 και
  22. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 παρουσιάζει το συνολικό μεικτό κέρδος που απώλεσε η Ενάγουσα, ενώ το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 το απολεσθέν καθαρό της κέρδος. Με βάση τους υπολογισμούς που ο ΜΕ1 εξήγησε και υπολογίζοντας το μέσο όρο των πωλήσεων των προϊόντων καυσίμων και πετρελαιοειδών της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο με βάσει τις μηνιαίες πωλήσεις των παραδοθέντων προϊόντων από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο από τον Ιανουάριο 2004 μέχρι και τον Μάρτιο 2006 που τερματίστηκε η Συμφωνία, κατέληξε στο ποσό των €272.234,
  23. Τα ενοίκια που κατέβαλε η Ενάγουσα για τη γη πάνω στην οποία βρίσκεται ο Σταθμός στο Δήμο Λάρνακας ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €106.132,99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14), ενώ οι άδειες λειτουργίας του Σταθμού στο ποσό των €734,70 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Το αντάλλαγμα από την άδεια χρήσης του Σταθμού που οφείλει ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα και δεν καταβάλλει από τον Φεβρουάριο του 2006 μέχρι και σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €15.874,67 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2 και 4). Περαιτέρω, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που η Ενάγουσα διατηρεί με τον Εναγόμενο ανέρχεται στο ποσό των €6.264,38 πλέον τόκος προς 7% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από τις 3.3.2006 μέχρι εξοφλήσεως (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Περαιτέρω, η Ενάγουσα απαιτεί από τον Εναγόμενο τα ποσά των €285,03 μηνιαίως για τη χρήση του Σταθμού (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2 και 4), πλέον €2.308,50 μηνιαίως με αύξηση 14% ανά διετία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) για το ενοίκιο που θα συνεχίσει να καταβάλλει στο Δήμο Λάρνακας από τον Νοέμβριο του 2010 μέχρι την παράδοση της κατοχής του Σταθμού στην Ενάγουσα. Μαρτυρία ΜΕ2 Ο ΜΕ2 είναι τεχνικός διευθυντής στην εταιρεία Hellenic Technical Enterprises Ltd από το
  24. Ασχολείται με την κατασκευή και συντήρηση πρατηρίων βενζίνης στον τομέα του Ηλεκτρομηχανολογικού Εξοπλισμού. Η εταιρεία αυτή έχει τρεις τομείς, ο ένας είναι, όπως τον περιέγραψε, το «Industrial Division», ο άλλος είναι το «Computer Division» και ο άλλος τομέας είναι το «Telecommunication Division». Ο ΜΕ2 εργάζεται στο «Industrial Division». Οι υπηρεσίες που προσφέρουν αφορούν την κατασκευή πρατηρίων πετρελαιοειδών, συντήρηση και παροχή ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού. Έχουν συμβόλαια συντήρησης με τρεις εταιρείες, μεταξύ των οποίων και με την Ενάγουσα. Το συμβόλαιο που έχουν αφορά παροχή υπηρεσιών και χρόνου ανταπόκρισης για έκτακτα περιστατικά. Ανάμεσα στα πρατήρια πετρελαιοειδών που ενέπιπταν στο συμβόλαιο της εταιρείας του με την Ενάγουσα ήταν και το πρατήριο του Εναγόμενου από το 2003 που το συντηρούσαν μέχρι τον Αύγουστο του 2006, οπόταν η Ενάγουσα τους ειδοποίησε να σταματήσουν τις υπηρεσίες τους σ΄αυτό το πρατήριο και από τότε τερμάτισαν όλες τις επισκέψεις τους για συντήρηση. Εξηγώντας περαιτέρω το ζήτημα της συντήρησης, και ειδικότερα σε σχέση με το πρατήριο του Εναγόμενου, εξήγησε ότι ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός του πρατηρίου που συνίσταται στις δεξαμενές, σωληνώσεις, αντλίες, βαλβίδες και ηλεκτρολογικοί πίνακες/καλώδια θα πρέπει να συντηρείται και να ελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα για να λειτουργεί σωστά και ασφαλισμένα. Με τη συντήρηση διασφαλίζετο ότι το πρατήριο θα λειτουργούσε με ασφάλεια. Όταν δε ο πρατηριούχος εντόπιζε κάποια βλάβη η εταιρεία του ΜΕ2 είχαν ένα τηλεφωνικό κέντρο όπου ανταποκρίνετο άμεσα για σκοπούς επιδιόρθωσης και το συμβόλαιο με την Ενάγουσα καθόριζε τους χρόνους ανταπόκρισης ανάλογα με το πόσο επικίνδυνη ήταν η βλάβη. Όταν του υποδείχθηκε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 διευκρίνισε ότι ο ίδιος ήταν ο συντάκτης της εν λόγω επιστολής και κλήθηκε να διευκρινίσει κάποια πράγματα που αναφέρονταν στην εν λόγω επιστολή. Κλήθηκε συγκεκριμένα να εξηγήσει την αναφορά στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 ότι λόγω έλλειψης συντήρησης ο Σταθμός του Εναγόμενου θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένος σε συγκεκριμένους κινδύνους. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι όταν σταματήσεις να ελέγχεις ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό μπορεί να δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα και να προκληθούν κίνδυνοι στο πρατήριο, όπως έκρηξη λόγω διαρροών ή αναθυμιάσεων, πυρκαγιά λόγω διαρροής πετρελαιοειδών αν τρυπήσουν οι δεξαμενές ή οι σωλήνες, ηλεκτροπληξία λόγω φθοράς καλωδίου. Οι κίνδυνοι, τόνισε, δεν αποτείνονται μόνο προς στους χρήστες του εξοπλισμού, αλλά επεκτείνονται και σε άλλους. Εξηγώντας την αναφορά του στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 στο «vapour-recovery-system» ανέφερε ότι πρόκειται για εξοπλισμό με τον οποίο ανακτούν τις αναθυμιάσεις των καυσίμων κατά τη διάρκεια της εκφόρτωσης των καυσίμων στο πρατήριο. Αυτές οι αναθυμιάσεις περισυλλέγονται και επιστρέφονται πίσω στο τερματικό. Αν αυτό το σύστημα δεν λειτουργεί σωστά είναι επικίνδυνο και από ένα μικρό σπινθήρα μπορεί να δημιουργηθεί έκρηξη. Κληθείς να εξηγήσει την αναφορά του στο "fuel dispensing equipment» που καταγράφεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18, απάντησε ότι πρόκειται για σύστημα άντλησης καυσίμων και αποτελεί βασικό εξοπλισμό. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε εάν είχαν προκύψει κίνδυνοι από τότε που διεκόπη η συντήρηση του πρατηρίου του Ενάγοντα, απάντησε ότι κατά καιρούς ο Εναγόμενος ερχόταν στο γραφείο της εταιρείας του στη Λάρνακα και τους ζητούσε ως πελάτης να του δώσουν τεχνική υποστήριξη. Διευκρίνισε ότι το συμβόλαιο που είχε η εταιρεία του ήταν με την Ενάγουσα και όχι με τον πρατηριούχο και εφόσον η Ενάγουσα τους είχε δώσει εντολή να σταματήσουν, η εταιρεία του αρνήθηκε. Πρόσθεσε ότι το 2008 ο Εναγόμενος τους ζήτησε επίσημα να τον προμηθεύσουν με χρηματοδέκτη και ενόψει του ότι υπήρχε δικαστική διαμάχη του είχαν πει ότι δεν μπορούσαν και προτίμησαν να μην του πωλήσουν. Η εξέλιξη ήταν ο Εναγόμενος να καταγγείλει την εταιρεία του ΜΕ2 στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, αλλά η καταγγελία του απερρίφθη. Ερωτηθείς πώς θα μπορούσε ως ειδικός να χαρακτηρίσει τη λειτουργία του συγκεκριμένου πρατηρίου, απάντησε ότι αν από το 2006 δεν έχει συντηρηθεί ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός του εν λόγω πρατηρίου το θεωρεί επικίνδυνο. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε πάει στο πρατήριο του Εναγόμενου λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18, της επιστολής του. Η απάντηση του ήταν ότι δεν θυμόταν αλλά πρέπει να ήταν πριν από την εν λόγω επιστολή. Ερωτηθείς κατά πόσο τα όσα αναφέρει στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 θα ίσχυαν νοουμένου ότι δεν συντηρείται το πρατήριο του Εναγόμενου, απάντησε ότι δεν θα υπήρχε κίνδυνος αν έχει αλλαχθεί όλος ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός συμπεριλαμβανομένων δεξαμενών και σωληνώσεων, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή που δεν έγινε κάτι τέτοιο, το πρατήριο είναι άκρως επικίνδυνο με βάση τη δική του εμπειρία. Ερωτηθείς κατά πόσο θα έπρεπε οπωσδήποτε να αλλαχθεί όλος ο εξοπλισμός, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι θα πρέπει να ελέγχεται και να συντηρείται το πρατήριο και, αν απαιτείται η αντικατάσταση, τότε να γίνεται. Επίσης δέχθηκε ότι αν το πρατήριο ελέγχεται και συντηρείται από άλλη εταιρεία, τότε δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο τελευταίος έλεγχος έγινε στις 26.7.2006, οπόταν η Ενάγουσα τους είχε πει να διακόψουν τη συντήρηση εφόσον ο εξοπλισμός ήταν της Ενάγουσας. Στην υποβολή ότι το πρατήριο του Εναγόμενου από το 2006 λόγω του ότι δεν μπορούσε η εταιρεία του ΜΕ2 να το συντηρεί αναγκάστηκε να αποταθεί σε άλλη εταιρεία που το κάνει, αρκέστηκε στο να απαντήσει «μάλιστα», προφανώς μη μπορώντας να γνωρίζει ο ίδιος αν είχε γίνει κάτι τέτοιο. Μαρτυρία ΜΕ3 Η ΜΕ3 εργάζεται στην Ενάγουσα από το 2007 και κατέχει τη θέση της εσωτερικού πολιτικού μηχανικού και συμβούλου περί τεχνικών και οικοδομικών θεμάτων, είναι δε υπεύθυνη κατασκευών της Ενάγουσας (Constructions Manager). Στα πλαίσια των καθηκόντων της περιλαμβάνονται η κατασκευή νέων πρατηρίων, η εξέταση και η τελική έγκριση των αρχιτεκτονικών σχεδίων των πρατηρίων, η εξέταση και έγκριση συμβολαίων που αφορούν την κατασκευή και/ή τη συντήρηση των πρατηρίων και/ή ανακαίνιση, συντήρηση και επιδιόρθωση των υπαρχόντων πρατηρίων της Ενάγουσας. Περαιτέρω, εντός των καθηκόντων της περιλαμβάνεται η ευθύνη και ο έλεγχος ούτως ώστε τα πρατήρια να πληρούν τις προδιαγραφές της Ενάγουσας και της Κυπριακής Νομοθεσίας σε θέματα ασφάλειας, υγείας, προστασίας του περιβάλλοντος και πολεοδομίας και εξασφάλιση αδειών για τα πρατήρια, όπως η πολεοδομική, οικοδομική και τελική άδεια, καθώς και οι άδειες λειτουργίας και τα πιστοποιητικά καταλληλότητας των πρατηρίων. Η άδεια λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου εκδίδεται από το Δήμο Λάρνακας μετά από σχετική αίτηση και ανανεώνεται ετησίως εφόσον πρώτα ληφθεί το σχετικό πιστοποιητικό καταλληλότητας του Σταθμού, το οποίο εκδίδεται από το Τμήμα Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και το οποίο κοινοποιείται στο Δήμο Λάρνακας. Το πιστοποιητικό καταλληλότητας έχει διάρκεια ισχύος ενός έτους. Τα πιστοποιητικά καταλληλότητας του επίδικου Σταθμού εκδίδονται επ΄ονόματι της Ενάγουσας ως ιδιοκτήτριας εταιρείας του Σταθμού. Κατέθεσε αντίγραφα των πιστοποιητικών καταλληλότητας του Σταθμού για τα έτη 2007, 2008, 2009 και 2010 ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 21(α), 21(β), 21(γ) και 21(δ) αντίστοιχα, ενώ αντίγραφο της άδειας λειτουργίας του Σταθμού για το 2006 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  25. Μετά τον τερματισμό του Licence Agreement (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) και την άρνηση του Εναγόμενου να παραδώσει στην Ενάγουσα τον Σταθμό ήταν η αρχική θέση της Ενάγουσας ότι δεν θα ανανέωνε την άδεια λειτουργίας του Σταθμού για το έτος 2007 εφόσον ο Εναγόμενος λειτουργούσε τον Σταθμό χωρίς την έγκριση και συγκατάθεση της Ενάγουσας και προμηθευόταν καύσιμα άγνωστης προέλευσης από τρίτους με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην μπορεί να ελέγχει αν τηρούνται οι κανόνες ασφάλειας των εγκαταστάσεων και των μηχανημάτων του Σταθμού όπως προνοεί η σχετική νομοθεσία και οι εσωτερικοί της κανονισμοί. Η Ενάγουσα κάλεσε, μάλιστα, τον Δήμο Λάρνακας όπως προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και όπως λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να τερματιστεί η λειτουργία του Σταθμού από τον Εναγόμενο αφού διεξάγεται χωρίς τη συγκατάθεση και έγκριση της Ενάγουσας. Κατόπιν, όμως, νομικής συμβουλής που έτυχε η Ενάγουσα η ΜΕ3 υπέβαλλε με επιστολές προς το Δήμο Λάρνακας τις αναγκαίες αιτήσεις για την ανανέωση της λειτουργίας του Σταθμού με τα απαραίτητα πιστοποιητικά καταλληλότητας και για καταβολή των σχετικών τελών, πλην, όμως, καμιά απάντηση λάμβανε. Μέχρι το 2009 εξαιτίας του ότι η Ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση από το Δήμο Λάρνακας είχαν την εντύπωση ότι ο Εναγόμενος λειτουργούσε το Σταθμό χωρίς την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας. Κατά το 2009 η ΜΕ3 πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι η άδεια λειτουργίας του Σταθμού τουλάχιστον για το έτος 2008 ανανεώθηκε από τον Εναγόμενο, ο οποίος και κατέβαλλε τα σχετικά τέλη στο Δήμο Λάρνακας. Κατά το έτος 2005 χορηγήθηκε στην Ενάγουσα από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον επίδικο Σταθμό άδεια εκπομπής αέριων αποβλήτων, η οποία ισχύει μέχρι 15.6.2012 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 23). Η συγκεκριμένη άδεια αφορά στην πρώτη φάση της ανάκτησης αερίων από τις υπόγειες δεξαμενές του Σταθμού πίσω στο βυτιοφόρο κατά το στάδιο που τοποθετούνται καύσιμα στις δεξαμενές του Σταθμού, χωρίς να αφήνονται οι ρύποι ελεύθεροι στο περιβάλλον. Η Ενάγουσα, ως η υποχρέωσή της, δυνάμει της εν λόγω άδειας κατά το 2005 κατασκεύασε στον Σταθμό εγκεκριμένες εγκαταστάσεις προς τον σκοπό αυτό. Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα έχει υποχρέωση να υποβάλλει προς το αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ετήσια αναλυτική έκθεση που να περιλαμβάνει την ποσότητα βενζίνης που έχει διαφύγει στο περιβάλλον και αποτελέσματα στεγανότητας των δεξαμενών και των σωληνώσεων μεταφοράς βενζίνης του Σταθμού. Ο Εναγόμενος υποχρεούται όπως τηρεί τις οδηγίες τόσο της Ενάγουσας όσο και του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας για τη συλλογή ατμών βενζίνης, να ελέγχει τα αποθέματα των δεξαμενών του Σταθμού και, σε περίπτωση διαρροής, να ενημερώνει άμεσα την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα από το 2006 και μέχρι και σήμερα ενόψει του ότι δεν έχει τον έλεγχο του Σταθμού της δεν είναι σε θέση ούτε να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις της δυνάμει της εν λόγω άδειας, δηλαδή ούτε να υποβάλει την ετήσια αναλυτική έκθεση που περιγράφεται ανωτέρω αφού δεν μπορεί να λάβει τις απαιτούμενες μετρήσεις, ούτε να ελέγξει αν ο Εναγόμενος τηρεί τις οδηγίες της και τις οδηγίες του αρμόδιου τμήματος αφού ο Εναγόμενος της απαγορεύει την είσοδο στον Σταθμό με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην μπορεί να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Με βάση τα στοιχεία που κατέχει για τον Σταθμό και τα οποία φαίνονται και στην άδεια λειτουργίας του, η ΜΕ3 ανέφερε στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας και Περιβάλλοντος, ότι η οικοδομική άδεια για τις εγκαταστάσεις και ανέγερση του Σταθμού λήφθηκε το 1987 και 1989, ενώ οι δεξαμενές του Σταθμού τοποθετήθηκαν πριν από το 1992 όπου εκδόθηκε η τελική έγκριση για τον Σταθμό και είναι δεξαμενές μονού τοιχώματος. Από την πείρα της στην κατασκευή πρατηρίων πετρελαιοειδών και τη μελέτη και επίβλεψη πρατηρίων, οι δεξαμενές όλων των πρατηρίων πετρελαιοειδών που κατασκευάζονταν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν μονού τοιχώματος με αποτέλεσμα να είναι δυνατό το ενδεχόμενο να υπάρξει διαρροή καυσίμων, εν αντιθέσει με τις δεξαμενές διπλού τοιχώματος οι οποίες κατασκευάζονται από το 2000 και μετά. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ3 και ερωτηθείσα αν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος κάμνει τους ελέγχους που απαιτούνται με άλλη εταιρεία, απάντησε ότι στην Κύπρο υπάρχουν δύο, εκ των οποίων η μια με την οποία συνεργαζόταν δεν προσφέρει αυτές τις υπηρεσίες. Στην υποβολή ότι υπάρχουν και εταιρείες από την Ελλάδα, απάντησε ότι γνωρίζει για εταιρείες από την Κύπρο. Σε άλλες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν διευκρίνισε ότι στην Ενάγουσα πήγε το 2007, ένα χρόνο μετά που προέκυψε το πρόβλημα. Ανέφερε, επίσης, ότι στον επίδικο Σταθμό δεν της επιτρέπεται η πρόσβαση, κατόπιν απόφασης της Ενάγουσας, γιατί τερματίστηκε η συμφωνία και έτσι δεν έχει πάει στον επίδικο Σταθμό επί τόπου. Ασχολήθηκε με τις άδειες λειτουργίας του επίδικου Σταθμού και τις νομοθεσίες που ακολουθούνται για τα πρατήρια. Μέσα στα καθήκοντα της υποβάλλει εκθέσεις σε αρμόδια τμήματα της κυβέρνησης και, όσον αφορά την περίπτωση του Εναγόμενου, δεν μπορεί να ακολουθήσει τις οδηγίες από το Υπουργείο Εργασίας και άλλων τμημάτων. Μαρτυρία ΜΕ4 Η ΜΕ4 εργάζεται στην Ενάγουσα και κατέχει τη θέση της υπεύθυνης του λογιστηρίου. Στα πλαίσια των καθηκόντων της περιλαμβάνονται ο έλεγχος των οικονομικών συναλλαγών της Ενάγουσας με τους πρατηριούχους και τους συνεργάτες της, ετοιμασία των τιμολογίων της Ενάγουσας περιλαμβανομένων των τιμολογίων για πληρωμή των καυσίμων που αγοράζονται από τους πρατηριούχους και τους συνεργάτες της καθώς και ο έλεγχος των πληρωμών, εξόδων και φόρων της Ενάγουσας. Έχει την ευθύνη για την τήρηση λογιστικών αρχείων της Ενάγουσας και άλλων περιουσιακών στοιχείων της, καθώς και των αρχείων των πληρωμών που γίνονται από τους πρατηριούχους και τους συνεργάτες της εταιρείας. Είναι, επίσης, υπεύθυνη για τον συντονισμό των αναφορών των ελεγκτών της Ενάγουσας, καθώς και λογιστικό έλεγχο των περιουσιακών της στοιχείων. Με την υπογραφή της Συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) για τη μεταβίβαση του κτιρίου, των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων και την εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων και συμφερόντων της BP Cyprus Ltd, με βάση τη Συμφωνία «Licence Agreement» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2), αναφορικά με το επίδικο πρατήριο η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό στο όνομα του Εναγόμενου. Η ΜΕ4 εξήγησε ότι η Ενάγουσα διατηρεί λογιστικό βιβλίο, το οποίο τηρείται σε λογιστικό λογισμικό και ελέγχεται από ένα κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή (server) για να ελέγχει την κίνηση των λογαριασμών των πρατηριούχων, των Σταθμών της και των συνεργατών της για τις πωλήσεις των προϊόντων και για την πληρωμή των δικαιωμάτων για τη χρήση των πρατηρίων. Αφού εξήγησε τη διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε για το άνοιγμα και τη λειτουργία λογαριασμού στο όνομα του Εναγόμενου για τον επίδικο Σταθμό, ανέφερε ότι ο λογαριασμός αυτός χρεωνόταν: ¾ Με το συνολικό κόστος της αγοράς των διαφόρων προϊόντων της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο. ¾ Με το αντάλλαγμα από την άδεια χρήσης του Σταθμού. ¾ Με τις στολές της Ενάγουσας που έπρεπε να χρησιμοποιεί ο Εναγόμενος και οι υπαλλήλοι του και ¾ Με το κόστος αγοράς των λαδιών της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο. Ο εν λόγω λογαριασμός πιστωνόταν: ¾ Με οποιαδήποτε ποσά κατέβαλλε ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα για την αγορά των προϊόντων και για το αντάλλαγμα από την άδεια χρήσης του Σταθμού. ¾ Με τα ποσά από τη χρήση των εταιρικών καρτών της Ενάγουσας από τους πελάτες της. ¾ Με το 50% των χρεώσεων για τις υπηρεσίες της JCC στον Σταθμό. Οι πελάτες της Ενάγουσας έχουν τη δυνατότητα πληρωμής των προϊόντων που προμηθεύονται στον Σταθμό με την χρήση των πιστωτικών καρτών. Η διαδικασία χρέωσης των προϊόντων που παρέδιδε η Ενάγουσα στο λογαριασμό του Εναγόμενου (όπως και των υπόλοιπων πρατηριούχων της) είχε ως ακολούθως: ® Ο Εναγόμενος συμπλήρωνε και απόστελλε δελτίο παραγγελίας διαφόρων προϊόντων τα οποία είχε ανάγκη ο Σταθμός. ® Αφού η Ενάγουσα παραλάμβανε το δελτίο παραγγελίας, έδιδε εντολή στην εταιρεία μεταφοράς πετρελαιοειδών να παραδώσει στον Εναγόμενο το παραγγελθέν φορτίο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα εξέδιδε σχετικό τιμολόγιο ανάλογα με την κάθε παραγγελία και χρέωνε σχετικά το λογαριασμό του Εναγόμενου. ® Η εταιρεία μεταφορών πετρελαιοειδών, κατ΄εντολή της Ενάγουσας, παραλάμβανε από τους αποθηκευτικούς χώρους καυσίμων τις παραγγελθείσες ποσότητες προϊόντων. ® Η εταιρεία μεταφορών πετρελαιοειδών παρέδιδε στον Εναγόμενο τις παραγγελθείσες ποσότητες προϊόντων και ο Εναγόμενος υπέγραφε δελτίο παράδοσης των προϊόντων. Ο Εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει το σχετικό με την παραγγελία τιμολόγιο κατά την παράδοση των προϊόντων. Η παρουσία του Εναγόμενου ήταν υποχρεωτική σε κάθε παράδοση προϊόντων. Η Ενάγουσα πίστωνε το λογαριασμό του Εναγόμενου με κάθε πληρωμή. Ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσιάζει μέχρι και σήμερα χρεωστικό υπόλοιπο για ποσό €6.264,38, το οποίο προκύπτει από τη μη πληρωμή του εκδοθέντος τιμολογίου της Ενάγουσας με αριθμό 24208, ημερομηνίας 2.3.2006, ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  26. Για τη χρέωση του ανταλλάγματος από την άδεια χρήσης του Σταθμού εκδόθηκαν συγκεκριμένα τιμολόγια από την Ενάγουσα επ΄ονόματι του Εναγομένου. Δέσμη σχετικών τιμολογίων με αριθμούς 23053, ημερομηνίας 30.11.2005, 23732 και 23733, ημερομηνίας 25.1.2006 και 23794, ημερομηνίας 30.1.2006, κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  27. Η ΜΕ4, αφού εξήγησε τις διάφορες καταχωρήσεις που υπάρχουν, κατέθεσε τις αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού του Εναγόμενου ως εξής: ® Για την περίοδο από 1.1.2004 μέχρι 31.1.2004 το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  28. ® Για την περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 30.1.2011 το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  29. Με βάση τα πιο πάνω και τα λογιστικά αρχεία όπως και τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 26 και 27: ® Τα συνολικά μεικτά έσοδα της Ενάγουσας από τον επίδικο Σταθμό συμπεριλαμβανομένου του ανταλλάγματος για την άδεια χρήσης του Σταθμού και οποιωνδήποτε άλλων χρεώσεων της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο ανήλθαν στο ποσό των ΛΚ1.280.531,
  30. ® Τα δικαιώματα χρήσης του Σταθμού για τα οποία εκδόθηκαν τα τιμολόγια ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25 επίσης περιλαμβάνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27 και ανήλθαν στο ποσό των ΛΚ8.402,
  31. ® Τα διάφορα άλλα τιμολόγια που εκδόθηκαν στο όνομα του Εναγομένου εκτός των πωλήσεων των καυσίμων, όπως τιμολόγια πωλήσεων λαδιών, συνολικά ανήλθαν στο ποσό των ΛΚ22.959,
  32. ® Τα συνολικά μεικτά έσοδα από την πώληση των καυσίμων της Ενάγουσας στον Σταθμό για την περίοδο από 1.1.2004 μέχρι 31.3.2006 ανήλθαν στο ποσό των ΛΚ1.249.169,
  33. Όσον αφορά τις αγορές καυσίμων που η Ενάγουσα έκανε και στη συνέχεια πωλούσε στους Σταθμούς της: ® Την περίοδο από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2004 ανήλθαν στο ποσό των ΛΚ3.860.415,11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28(α)). ® Την περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 31.3.2006 η Ενάγουσα κατέβαλε το συνολικό ποσό των ΛΚ23.501.345,62 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28(στ) που αποτελεί συνοπτική κατάσταση των αγορών ανά εταιρεία και ανά αγορασθέν προϊόν). Στα λειτουργικά έξοδα των Σταθμών της Ενάγουσας περιλαμβάνονται: ® Τα έξοδα συντήρησης και επιδιορθώσεων των πρατηρίων. ® Τα έξοδα αποθήκευσης των αγορασθέντων προϊόντων της στους αποθηκευτικούς χώρους. ® Τα έξοδα φόρτωσης και εκφόρτωσης των καυσίμων. ® Τα έξοδα μεταφοράς τους στους Σταθμούς. Τα έξοδα αποθήκευσης των προϊόντων της Ενάγουσας σε διάφορους αποθηκευτικούς χώρους για τις περιόδους από Ιανουάριο μέχρι Δεκέμβριο 2004 και από 1.1.2005 μέχρι 31.3.2006 φαίνονται στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 29(α) και 29(β) που αποτελούν αναλυτικές καταστάσεις, ενώ δέσμη με αντίγραφα διαφόρων σχετικών τιμολογίων αποτελεί το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 29(γ). Σύμφωνα με τις πιο πάνω καταστάσεις το ποσό που η Ενάγουσα χρεώθηκε και κατέβαλε για την τοποθέτηση των προϊόντων της: ® Για το έτος 2004 ανήλθε στο ποσό των ΛΚ71.577,
  34. ® Από 1.1.2005 μέχρι 31.3.2006 ανήλθε στο ποσό των ΛΚ595.987,
  35. Η ΜΕ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 30(α) και 30(β) τις αναλυτικές καταστάσεις των εξόδων μεταφοράς των καυσίμων της Ενάγουσας στους Σταθμούς της περιλαμβανομένου του Σταθμού του Εναγόμενου, ανάλογα με την ποσότητα και την απόσταση των παραδοθέντων προϊόντων για την περίοδο από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2004 και από 1.1.2005 μέχρι 31.3.2006, αντίστοιχα. Το συνολικό ποσό που χρεώθηκε και κατέβαλε η Ενάγουσα για τις υπό αναφορά περιόδους ανήλθε σε ΛΚ454.987,
  36. Δέσμη με αντίγραφα διαφόρων σχετικών τιμολογίων και αποδείξεων κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30(γ). Η ΜΕ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 31(α) και 31(β) τις αναλυτικές καταστάσεις των εξόδων φόρτωσης και εκφόρτωσης των καυσίμων της Ενάγουσας για τις περιόδους από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2004 και από 1.1.2005 μέχρι 31.3.2006, αντίστοιχα. Το συνολικό ποσό που κατέβαλε η Ενάγουσα για τις υπό αναφορά περιόδους ανήλθε σε ΛΚ150.574,
  37. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 29(γ) αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων για τα εν λόγω έξοδα για την υπό αναφορά περίοδο. Η ΜΕ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 32(α) και 32(β) τις αναλυτικές καταστάσεις των εξόδων συντήρησης και επιδιόρθωσης των Σταθμών για τις περιόδους από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2004 και από 1.1.2005 μέχρι 31.3.2006, αντίστοιχα. Το συνολικό ποσό που κατέβαλε η Ενάγουσα για τις υπό αναφορά περιόδους ανήλθε σε ΛΚ247.135,
  38. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 32(γ) τα αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων και αποδείξεων για τα εν λόγω έξοδα. Η ΜΕ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33(α) αναλυτική κατάσταση των ποσών που η Ενάγουσα κατέβαλε ως φόρους. Οι πληρωμές και οι χρεώσεις έγιναν δυνάμει σχετικής νομοθεσίας της Κύπρου στον Κυπριακό Οργανισμό Διαχείρισης Αποθεμάτων Πετρελαιοειδών (ΚΟΔΑΠ). Οι εν λόγω χρεώσεις επιβάλλονταν στην Ενάγουσα επί των ποσοτήτων των προϊόντων που παρέδιδε στους Σταθμούς της περιλαμβανομένου και του Σταθμού του Εναγόμενου. Το συνολικό ποσό των χρεώσεων ανήλθε σε ΛΚ323.313,
  39. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33(β) δέσμη με αντίγραφα σχετικών μηνιαίων συνδρομών της Ενάγουσας στον ΚΟΔΑΠ, καθώς επίσης και αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων του ΚΟΔΑΠ επ΄ονόματι της Ενάγουσας. Στα διοικητικά έξοδα της Ενάγουσας περιλαμβάνονται οι μισθοί του προσωπικού της που απασχολούνται στο Τμήμα Επιχειρήσεων της εταιρείας. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων και καθηκόντων του Τμήματος Επιχειρήσεων της Ενάγουσας περιλαμβάνεται ο έλεγχος για τη λειτουργία των πρατηρίων της σε ολόκληρη την Κύπρο και η παροχή των προϊόντων της στα πρατήρια της δηλαδή και ο έλεγχος της παροχής προϊόντων προς τον Εναγόμενο στον επίδικο Σταθμό. Η ΜΕ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 34(α) αντίγραφο της σχετικής κατάστασης, η οποία υποβάλλεται από την Ενάγουσα προς το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων του Υπουργείου Οικονομικών με τα μισθολογικά στοιχεία των ατόμων που απασχολούνται στο εν λόγω τμήμα της Ενάγουσας το έτος
  40. Σύμφωνα με τα εν λόγω στοιχεία οι συνολικές ακάθαρτες αποδοχές των υπαλλήλων του Τμήματος Επιχειρήσεων της εταιρείας ανήλθαν το 2004 σε ΛΚ255.150,
  41. Η ΜΕ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 34(β) και 34(γ) σχετικές μισθολογικές καταστάσεις για τους υπαλλήλους του Τμήματος Επιχειρήσεων της Ενάγουσας για τις περιόδους από 1.1.2005 μέχρι 31.12.2005 και από 1.1.2006 μέχρι 31.3.2006, αντίστοιχα. Κατά το 2005 οι συνολικές αποδοχές των υπαλλήλων του εν λόγω τμήματος ανήλθαν σε ΛΚ93.484,58, ενώ για τους τρεις πρώτους μήνες του 2006 το ποσό αυτή ανήλθε σε ΛΚ20.720,
  42. Η ΜΕ4 έχει ετοιμάσει και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14, το οποίο αποτελεί σχετική κατάσταση με τα μηνιαία ενοίκια που κατέβαλε η Ενάγουσα στο Δήμο Λάρνακας από 3.9.2006 μέχρι 18.10.
  43. Η ΜΕ4 έχει ετοιμάσει και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15, το οποίο είναι κατάσταση για την άδεια λειτουργίας του Σταθμού για το 2006 τα τέλη της οποίας επίσης κατέβαλε η Ενάγουσα. Η ΜΕ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 35 την απόδειξη πληρωμής της άδειας λειτουργίας του Σταθμού για το
  44. Περαιτέρω, η ΜΕ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 36 την επιστολή του Δήμου Λάρνακας προς την Ενάγουσα για επιβεβαίωση των πληρωμών που κατέβαλε η Ενάγουσα για τα ενοίκια γης. Επίσης, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 εξήγησε ότι είναι αντίγραφα καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών της Ενάγουσας στις οποίες σημείωσε τις πληρωμές προς το Δήμο Λάρνακας. Το ποσό που η Ενάγουσα κατέβαλε στο Δήμο Λάρνακας για τα ενοίκια γης πάνω στην οποία βρίσκεται ο επίδικος Σταθμός δυνάμει του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 3, ανήλθε: ® Από 1.1.2004 μέχρι 30.6.2006 €4.674,
  45. ® Από 1.7.2006 μέχρι 30.6.2008 €42.633,
  46. ® Από 1.7.2008 μέχρι 30.6.2010 €48.600,
  47. ® Από 1.7.2010 μέχρι 31.12.2010 €13.851,
  48. Συνολικά από 1.4.2006 μέχρι 31.12.2010 η Ενάγουσα κατέβαλε στο Δήμο Λάρνακας για τα ενοίκια γης πάνω στην οποία βρίσκεται ο Σταθμός το ποσό των €109.758,
  49. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ - ΚΑΘ' ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στην Υπεράσπιση του Εναγομένου εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να εγερθεί στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και όχι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος καθότι αφορά σύμβαση ενοικίασης, ο δε εναγόμενος αποτελεί και ή είναι θέσμιος ενοικιαστής. Το Άρθρο 2 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου 1983, Ν.23/83 ορίζει ότι «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίαση ή κατοχή ακινήτου δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή αλλά δεν περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ενοικίαση σταθμών για την πώληση πετρελαιοειδών. Στην επιφύλαξη που υπάρχει και ακολουθεί τον ορισμό της λέξης «ενοικίασις» προνοείται ότι το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών διέπονται από και ρυθμίζονται με τις διατάξεις του Ν. 23/
  50. Ολόκληρη η πρόνοια του Άρθρου 2 του Ν.23/83 έχει ως εξής: ««ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων Νοείται ότι το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών διέπονται από και ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και, σε περίπτωση μετακίνησης του σταθμού σε άλλο ακίνητο, δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα αυτά του πρατηριούχου, εφαρμοζομένων, σε τέτοια περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 14

(1)(β) του παρόντος Νόμου, τηρουμένων των αναλογιών». Το Άρθρο 4 του Ν.23/83 με το οποίο καθιδρύονται τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων προβλέπει ότι τα Δικαστήρια αυτά θα επιλαμβάνονται διαφορών «αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος». Ένα από τα θέματα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων αφορά στην ανάκτηση κατοχής μισθίου από τον κάτοχό του. Ο τρόπος εφαρμογής της πρόνοιας του Άρθρου 4 (ανωτέρω), επεξηγήθηκε στην υπόθεση Πιριπίτσης ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385 όπου αναφέρεται πως από τη σχετική επί του θέματος νομολογία «προκύπτει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων εκτείνεται σε κάθε διαφορά η οποία αναφύεται σε σχέση με ακίνητο η κατοχή του οποίου υπάγεται στις διατάξεις του Περί Ελέγχου Ενοικιάσεων Νόμου (Ν. 23/83)». Στην Αίτηση Χαράλαμπου Φελλά υπ' αριθμό 4/2007 ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μ. Νικολάτος, επεσήμανε ότι είναι προφανές από τον ορισμό της λέξης «ενοικίασις» στο Άρθρο 2 του Ν.23/83, ότι η ενοικίαση σταθμών για την πώληση πετρελαιοειδών, μεταξύ δηλαδή του ιδιοκτήτη της γης και της εταιρείας πετρελαιοειδών, δεν διέπεται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο, ενώ το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή του ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ της εταιρείας πετρελαιοειδών και του πρατηριούχου διέπεται και ρυθμίζεται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να αναφερθώ στις θεραπείες που η Ενάγουσα εταιρεία επιζητεί με την παρούσα αγωγή. Στην Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα εταιρεία επιζητεί Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία άδειας χρήσης (Licence agreement) του επίδικου πρατηρίου βενζίνης ημερ. 6.5.1994 είναι άκυρη. Περαιτέρω επιζητούνται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας από τον εναγόμενο ως και αποζημιώσεις για τη χρήση του σταθμού χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας και για απώλεια ενδιάμεσων εσόδων. Επισημαίνεται ότι επιζητείται επιπλέον και η έκδοση διατάγματος για άμεση παράδοση κατοχής του επίδικου ακινήτου από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα. Όπως προκύπτει από τις αιτούμενες θεραπείες η Ενάγουσα εταιρεία, βασικά, στηρίζεται στον τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και βασιζόμενη σε αυτόν επιδιώκει να λάβει την κατοχή του, όμως ο εναγόμενος αρνείται να παραδώσει την κατοχή του επίδικου σταθμού. Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται και διάφορες παραβάσεις όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας από τον εναγόμενο, προκύπτει ότι βασικός λόγος της αγωγής και κύριο επίδικο θέμα είναι και εκείνο του δικαιώματος κατοχής του σταθμού. Για να το θέσω διαφορετικά, η παρούσα περίπτωση αφορά διαφορά η οποία έχει προκύψει σε σχέση με κατοχή ακινήτου, το συγκεκριμένο πρατήριο - επίδικος σταθμός πετρελαιοειδών - η οποία διαφορά διέπεται από τις διατάξεις του Περί Ελέγχου Ενοικιάσεων Νόμου (Ν. 23/83). Στην Αίτηση Χαράλαμπου Φελλά (ανωτέρω), η οποία αφορούσε παρόμοια περίπτωση με την υπό εξέταση υπόθεση, λόγω του ότι είχε κριθεί ότι στην αγωγή των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση βασικός λόγος της αγωγής και κύριο επίδικο θέμα ήταν αυτό του δικαιώματος κατοχής του σταθμού πετρελαιοειδών, αποφασίστηκε ότι το θέμα κατοχής του σταθμού ως ουσιαστικό επίδικο θέμα ενέπιπτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αρμόδιου Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και, συνεπώς, για το θέμα αυτό δεν θα μπορούσε να έχει ταυτόχρονη καθ' ύλην αρμοδιότητα και το Επαρχιακό Δικαστήριο. Έγινε δε, επίκληση στην επιφύλαξη του όρου «ενοικίασις» στο Άρθρο 2 του Ν.23/83 όπου διαλαμβάνεται ότι το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσης, μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών, διέπεται και ρυθμίζεται από το Ν.23/83. Κρίθηκε, επίσης, ότι τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονταν στην αγωγή και τα οποία σχετίζονταν με διάφορες κατ' ισχυρισμό παραβάσεις της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, οι οποίες αν πράγματι αποδεικνύονταν, πιθανό να θεμελίωναν δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας και, κατ' επέκταση, δικαίωμα ανάκτησης της κατοχής του σταθμού από τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, ήταν θέματα παρεμπίπτοντα ή συμπληρωματικά των οποίων έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Ν. 23/83. Υπενθυμίζεται εδώ ότι το Άρθρο 4 του Ν. 23/83 προνοεί την καθίδρυση Δικαστηρίων Ελέγχου Ενοικιάσεων «επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλη της λογικής ταχύτητος των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως και ότι, συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καθ' ύλη αρμοδιότητα να της επιληφθεί. Τούτο οδηγεί ως αποτέλεσμα στην έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Εκείνο το οποίο με έχει προβληματίσει σοβαρά είναι κατά πόσο ενόψει του γεγονότος ότι έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία επί όλων των επιδίκων θεμάτων, αναλώθηκε πολύς χρόνος και η διαφορά των διαδίκων, όπως εξελίχθηκε η όλη διαδικασία, προχώρησε μέχρι τέλους, κατά πόσο το Δικαστήριο θα έπρεπε να αποφασίσει και την ουσία της αγωγής παρά την πιο πάνω κρίση του επί της δικαιοδοσίας ούτως ώστε, σε περίπτωση που η κρίση αυτή κριθεί λανθασμένη κατ' έφεση, να υπάρχει και η απόφαση του Δικαστηρίου επί της ουσίας. Επί του ζητήματος αυτού έχω αντλήσει καθοδήγηση από την απόφαση Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φωτάκη Κυπριανού κ.α.
(2001)1ΑΑΔ 261 όπου ο Δικαστής Καλλής σε παρόμοια υπόθεση έκρινε ότι εφόσον οι διάδικοι δεν είχαν κάνει χρήση της διαδικασίας που προσφέρεται από τη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το Δικαστήριο είχε προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, ορθά είχε προβεί και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όπως τονίστηκε στην εν λόγω απόφαση (στη σελίδα 275): "Μια τέτοια πορεία είναι επιθυμητή και εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Παρέχει την ευχέρεια στο Εφετείο να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης κατάληξης που σχετίζεται με την δικαιοδοσία. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η αναδίκαση της υπόθεσης. Αυτή η πρακτική έχει υιοθετηθεί στις περιπτώσεις απόρριψης αξιώσεων για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας όπου το δικαστήριο - παρά την απόρριψη - προβαίνει στον καθορισμό των αποζημιώσεων. Έχει επανειλημμένα τύχει της επιδοκιμασίας του Εφετείου (Βλ. Pourikos v. Fevzi
(1963)2 C.L.R. 24, Pilavakis v. CY.T.A.
(1963)2 C.L.R. 429, Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78, Artemis Co. Ltd v. The Ship "Zenica" and Others
(1965)1 C.L.R. 350 και Petri v. HadjiGeorghiou and Another
(1969)1 C.L.R. 326). Εννοείται, βέβαια, ότι αφού επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς την έλλειψη δικαιοδοσίας τα λεχθέντα επί της ουσίας της υπόθεσης δεν συνιστούν δικαστική διάγνωση των ουσιαστικών δικαιωμάτων των διαδίκων (Βλ. Θεοχάρους κ.ά. ν. Πολυκάρπου
(2001)1 Α.Α.Δ. 132)." Πρόσφατα στην υπόθεση Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. C&S American Heart Institute Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση 104/2008 ημερ. 28.2.11 όπου ανατράπηκε κατ' έφεση η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία είχε κρίνει ότι δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει την υπόθεση και δεν είχε αποφασίσει πρωτοδίκως και την ουσία της υπόθεσης, λέχθηκαν τα εξής σχετικά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ: "Λανθασμένα, όπως λέχθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε να αποφασίσει και την ουσία της αγωγής παρά το ότι η μαρτυρία ήταν ενώπιον του, αναλώθηκε δε πολύς χρόνος γι΄ αυτή, έτσι ώστε το Εφετείο να ήταν δυνατό να εξετάσει την ουσιαστική πτυχή, η δε διαφορά των διαδίκων να αχθεί σε ένα τέλος. Μοιραίως, ελλείψει πρωτογενούς αξιολόγησης και καταγραφής ευρημάτων, η υπόθεση θα πρέπει να αποσταλεί πίσω στο πρωτόδικο Δικαστήριο για τα περαιτέρω". Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω την υπόθεση και επί της ουσίας της σε περίπτωση, επαναλαμβάνω, που η κρίση μου για το θέμα της δικαιοδοσίας κατ' έφεση ανατραπεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1]. Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[2] Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Προχωρώ να αξιολογήσω της μαρτυρία του ΜΕ
  1. Η αξιολόγηση που ακολουθεί διαχωρίζεται σε διαφορετικές ενότητες ανάλογα με τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. Επίδικες Συμφωνίες Αντεξετάσθηκε αναφορικά με τη σχέση του Εναγόμενου με την Ενάγουσα και ο ΜΕ1 ήταν ξεκάθαρος ότι ένα από τα πρατήρια που η Ενάγουσα αγόρασε από την BΡ ήταν και αυτό του Εναγόμενου. Επεσήμανε ότι η Ενάγουσα είχε αναλάβει τα δικαιώματα της ΒΡ. Παρέπεμψε στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 επισημαίνοντας ότι σ' αυτό αναφέρονται οι Σταθμοί που η Ενάγουσα αγόρασε από την ΒΡ και ότι ένας από αυτούς ήταν του Εναγόμενου. Σ' άλλο σημείο ερωτηθείς κατά πόσο υπάρχει συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ανέφερε ότι με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 υπήρξε μεταφορά δικαιωμάτων από την ΒΡ στην Ενάγουσα και συγκατάθεση από τον Εναγόμενο για εκχώρηση[3] και μεταφορά της Συμφωνίας στην Ενάγουσα. Η μαρτυρία του ΜΕ1 για το πιο πάνω θέμα ήταν σαφής και θετική, υπήρξε δε απόλυτη συνέπεια και στο στάδιο της αντεξέτασης με αποτέλεσμα τα όσα σχετικά κατέθεσε να γίνουν πλήρως αποδεχτά. Ύψος αναφορικά με το ποσό για την άδεια χρήσης Αντεξετάσθηκε και σε σχέση με το ύψος του licence fee που, με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, όφειλε ο Ενάγοντας να καταβάλλει μηνιαίως και ξεκαθάρισε ότι αρχικά ανέρχετο στο ποσό των ΛΚ92,00 μηνιαίως και, μετέπειτα, αυξήθηκε αυτό το ποσό σε ΛΚ166,82 μηνιαίως παραπέμποντας στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  2. Η μαρτυρία του για τα πιο πάνω υπήρξε απόλυτα σαφής και γίνεται, επομένως, αποδεχτή. Ενοίκιο με βάση τη Συμφωνία μίσθωσης Αντεξετάσθηκε και σε σχέση με τα ενοίκια που καταβάλλει η Ενάγουσα στο Δήμο Λάρνακας και διευκρίνισε ότι το ποσό των €2.308,50 είναι το σημερινό ποσό που πληρώνει η Ενάγουσα. Εξήγησε, δε, ότι όταν έγινε το Συμβόλαιο το ενοίκιο ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ800 μηνιαίως και υπήρχε μια αύξηση της τάξεως του 14% ανά διετία με αποτέλεσμα σήμερα το ενοίκιο να ανέρχεται στο ποσό των €2.308,
  3. Ήταν, κατά την άποψή μου, απόλυτα ξεκάθαρος επί του θέματος αυτού με αποτέλεσμα να αποδέχομαι τα όσα σχετικά κατέθεσε. Απαίτηση για διαφυγόν κέρδος Κλήθηκε να εξηγήσει τον τρόπο που υπολόγισε το διαφυγόν κέρδος τονίζοντας ότι υπολόγισε το μέσο όρο των πωλήσεων πετρελαιοειδών κτλ της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο με βάση τις μηνιαίες πωλήσεις των παραδοθέντων καυσίμων από τον Ιανουάριο 2004 μέχρι και το Μάρτιο 2006 καταλήγοντας έτσι σ' ένα μέσο όρο πωλήσεων μηνιαίως επί την τιμή αγοράς ανά λίτρο που ήταν η ίδια για όλα τα προϊόντα (11,96) (161,39 x 11,96=19.272,55). Στη συνέχεια αφαίρεσε την προμήθεια των πρατηριούχων, τις τιμές αγοράς των προϊόντων, τα έξοδα αποθήκευσης και μεταφοράς τους, διάφορα λειτουργικά έξοδα, διοικητικά έξοδα και έξοδα απόσβεσης της Ενάγουσας για να καθορίσει το μέσο όρο του καθαρού κέρδους της Ενάγουσας. Δεν μας παρουσίασε, ωστόσο, ο ΜΕ1 όλα αυτά τα στοιχεία πάνω στα οποία στηρίχθηκε για να μπορέσει να κάνει τους υπολογισμούς του τόσο για το προσδιορισμό του μικτού κέρδους όσο και για τον προσδιορισμό τους καθαρού κέρδους. Συγκεκριμένα, ενώ, στηρίχθηκε στα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί αναφορικά με τις πωλήσεις καυσίμων στον Εναγόμενο, που έλαβαν χώρα μεταξύ Ιανουαρίου 2004 μέχρι Μαρτίου 2006, δεν τα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης ενώ ανέφερε ότι για σκοπούς υπολογισμού του μέσου όρου του καθαρού κέρδους της Ενάγουσας έλαβε υπόψη του και αφαίρεσε την προμήθεια των πρατηριούχων, τις τιμές αγοράς των προϊόντων, τα έξοδα αποθήκευσης και μεταφοράς τους, διάφορα λειτουργικά έξοδα, διοικητικά έξοδα και έξοδα απόσβεσης τα οποία στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 καθόρισε στο συνολικό ποσό των €778.119,85, δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά αποδειχτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν πως καταλήγει σ' αυτό το ποσό και τη σχετική ανάλυση που έκανε. Λόγοι που η Ενάγουσα επικαλέστηκε ότι συνιστούν παράβαση Συμφωνίας O ME1 στην κύρια εξέταση του αναφέρθηκε σε διάφορους λόγους που συνιστούσαν, κατά τη γνώμη του, παράβαση της Συμφωνίας από μέρους του Εναγόμενου[4] και που αποτελούσαν αποτέλεσμα δικών του διαπιστώσεων μετά από σχετικούς ελέγχους και επισκέψεις του ΜΕ1 στο Σταθμό. Αναφέρθηκε, ακόμη, σε επιστολές της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο που καλούσαν τον τελευταίο όπως συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της για την καθαριότητα του Σταθμού και των ατόμων που απασχολούνταν στο Σταθμό. Ακόμη κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 έντυπο αξιολόγησης καθαριότητας και εμφάνισης του Σταθμού το οποίο συμπλήρωσε εξουσιοδοτημένος επιθεωρητής της Ενάγουσας μετά τη διενέργεια ελέγχου στο Σταθμό του Εναγόμενου στις 13.10.05 και σε επανειλημμένες υποδείξεις και παρατηρήσεις που η Ενάγουσα έκανε μέσω αντιπροσώπων της στον Εναγόμενο χωρίς, όμως, ο Εναγόμενος να συμμορφώνεται στις σχετικές οδηγίες και συστάσεις της για τη χρήση και διαχείριση του Σταθμού.[5] Όλα αυτά, με βάση την εκδοχή του ΜΕ1 οδήγησαν εν τέλει την Ενάγουσα να προχωρήσει στον τερματισμό της Συμφωνίας Τεκμήριο 2.[6] Κατά την αντεξέταση τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί από το συνήγορο του Εναγομένου. Για να το θέσω πιο ξεκάθαρα κανένα από τους πιο πάνω λόγους που επικαλέστηκε ο ΜΕ1 για σκοπούς τερματισμού της Συμφωνίας δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Οι ερωτήσεις που υπεβλήθηκαν από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση αφορούσαν μόνο το θέμα των Συμφωνιών και κατά πόσο υπήρχε Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου και συγκατάθεση του Εναγομένου για εκχώρηση και μεταφορά των δικαιωμάτων της ΒΡ στην Ενάγουσα. Εν πάση δε περιπτώσει ο ΜΕ1 ήταν απόλυτα κατατοπιστικός και επεξηγηματικός για το θέμα αυτό με αποτέλεσμα τα όσα σχετικά κατέθεσε να γίνονται αποδεκτά. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ4 Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της ΜΕ4 η οποία είναι υπεύθυνη του λογιστηρίου στην Ενάγουσα και μέσα στα καθήκοντα της οποία περιλαμβάνονται ο έλεγχος των οικονομικών συναλλαγών της Ενάγουσας με τους πρατηριούχους και τους συνεργάτες της, ετοιμασία τιμολογίων της Ενάγουσας και γενικά η ευθύνη για την τήρηση λογιστικών αρχείων λέω ότι η μάρτυρας αυτή μου έχει κάνει εξαιρετική εντύπωση τόσο για τη σαφήνεια των όσων κατέθεσε όσο και για τη θετικότητα που χαρακτήριζε τη μαρτυρία της. Η μάρτυρας αυτή κάλυψε με κάθε λεπτομέρεια και με αναλυτικό τρόπο μεταξύ άλλων ζητήματα που αφορούσαν το χρεωστικό υπόλοιπο του Εναγομένου και τον τρόπο που αυτό προέκυπτε παρουσιάζοντας όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία. Προηγουμένως δε η μάρτυρας αυτή εξήγησε με χαρακτηριστική σαφήνεια και ανάλυση τη διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε για το άνοιγμα και τη λειτουργία λογαριασμού στο όνομα του Εναγόμενου για τον επίδικο σταθμό και τον τρόπο που ο λογαριασμός αυτός χρεωνόταν και πιστωνόταν. Πλήρως αναλυτική και διαφωτιστική ήταν, επίσης, και για τη διαδικασία που ακολουθείτο για σκοπούς χρέωσης του λογαριασμού του Εναγόμενου (όπως και των υπόλοιπων πρατηριούχων της) για τα προϊόντα που παρέδιδε η Ενάγουσα. Πλήρως κατατοπιστική ήταν, επίσης, και σε σχέση με τη σχετική κατάσταση των μηνιαίων ενοικίων που η Ενάγουσα κατέβαλε στο Δήμο Λάρνακας από 3.9.06-18.10.10 και παρουσίασε τα σχετικά τεκμήρια, όπως, επίσης, και σε σχέση με την κατάσταση για την άδεια λειτουργίας του επίδικου σταθμού και τα τέλη που η Ενάγουσα κατέβαλε. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας κλήθηκε να απαντήσει σε σωρεία ερωτήσεων που αφορούσαν ένα ευρύ φάσμα της μαρτυρίας της και της ζητήθηκαν αρκετές λεπτομέρειες επί συγκεκριμένων ζητημάτων και κλήθηκε να δώσει όλες τις σχετικές εξηγήσεις. Ήταν πλήρως επεξηγηματική και έδωσε στις απαντήσεις της όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις. Καταλήγοντας λέω ότι υπήρξε απόλυτη συνέπεια στη μαρτυρία της ΜΕ4 τόσο στο στάδιο της κύριας εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης. Σε κανένα σημείο δεν έχει κλονιστεί η μαρτυρία της ούτε διαφοροποιηθεί, αλλά αντίθετα η μάρτυρας κάλυψε με εμπεριστατωμένο και λεπτομερή τρόπο κάθε πτυχή που της τέθηκε. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία της γίνεται στο σύνολο της αποδεχτή. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ2 η οποία βασικά αφορούσε τη συνεργασία που η εταιρεία του είχα με την Ενάγουσα αναφορικά με παροχή υπηρεσιών συντήρησης που κάλυπταν και το πρατήριο του Εναγόμενου από το 2003 μέχρι το Αύγουστο του 2006 λέω ότι ήταν σαφής και θετική. Ήταν ξεκάθαρος ότι ο τελευταίος έλεγχος που έγινε στο επίδικο πρατήριο ήταν στις 26.7.06 και ήταν προφανές ότι δεν θα μπορούσε ο ίδιος να γνωρίζει κατά πόσο ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός του πρατηρίου είναι σήμερα επικίνδυνος επισημαίνοντας ότι αν το πρατήριο ελέγχεται και συντηρείται σήμερα από άλλη εταιρεία τότε δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Επισημαίνω ότι η μαρτυρία του δεν έχει βασικά αμφισβητηθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης αλλά η Υπεράσπιση επεδίωξε στο στάδιο εκείνο να εξασφαλίσει κάποιες περαιτέρω διευκρινήσεις επί των όσων είχε καταθέσει και, ειδικότερα, να εξηγήσει περαιτέρω τα όσα καταγράφονταν στην επιστολή του ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  4. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ3 Όσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΕ3 διαπιστώνω ότι αναφέρθηκε με σαφήνεια και θετικότητα σε ζητήματα που ενέπιπταν εντός των καθηκόντων της που περιλαμβάνουν τον έλεγχο ώστε τα πρατήρια πετρελαιοειδών να πληρούν σχετικές προδιαγραφές ως, επίσης, και οι άδειες λειτουργίας και τα πιστοποιητικά καταλληλότητας των πρατηρίων. Στα πλαίσια αυτών των καθηκόντων αναφέρθηκε στο το τι γνώριζε και κατέθεσε αντίγραφα των πιστοποιητικών καταλληλότητας του επίδικου σταθμού για τα έτη 2007, 2008, 2009 και
  5. Ήταν πλήρως κατατοπιστική για τις διαδικασίες που προβλέπονται σχετικά και που πρέπει να ακολουθούνται. Δεν έχω διαπιστώσει να έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία της και προέκυψε περαιτέρω ότι στον επίδικο σταθμό λόγω του ότι δεν της επιτρέπεται η πρόσβαση, κατόπιν απόφασης της Ενάγουσας μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας με τον πρατηριούχο, δεν έχει επισκεφτεί τον επίδικο σταθμό επί τόπου. Με εκείνο βασικά που ασχολήθηκε ήταν οι άδειες λειτουργίας του επίδικου σταθμού και τις νομοθεσίες που ακολουθούνται για τα πρατήρια. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου: ΕΥΡΗΜΑΤΑ H Ενάγουσα («LUKOIL») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται κυρίως με την προμήθεια και/ή πώληση και/ή εμπορία πετρελαιοειδών και συναφώς ειδών. Το επίδικο πρατήριο βρίσκεται στη λεωφόρο Γρίβα Διγενή 4, στη Λάρνακα (ο «Σταθμός»). Η γη επί της οποίας ανεγέρθηκε και βρίσκεται ο Σταθμός Τεμ.350, Τμήμα Η, Σκάλα, Σχέδιο 40.64.02.02 στη Λεωφόρο Γρ. Διγενή 4 στη Λάρνακα ανήκει στον Δήμο Λάρνακας. Με τη Συμφωνία ημερ. 20.6.02 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) μεταξύ της Ενάγουσας και των Mobil Oil Cyprus Ltd και Esso Cyprus Inc (EXXONMOBIL CYPRUS INC) και BP CYPRUS LTD., η Ενάγουσα απέκτησε αριθμό πρατηρίων διάθεσης πετρελαιοειδών. Μεταξύ αυτών των πρατηρίων ήταν και ο επίδικος σταθμός. Με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 η Ενάγουσα απέκτησε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της BP CYPRUS LTD που ήταν συμβαλλόμενη στη Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 με τον Εναγόμενο. Υπήρξε δε και συγκατάθεση από τον Εναγόμενο για την εκχώρηση αυτή. Με τη Συμφωνία Άδειας Χρήσης (Licence Agreement) ημερ. 6.5.1994 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) μεταξύ της BP CYPRUS LTD, που είναι εταιρεία πετρελαιοειδών, και του εναγομένου, ο οποίος είναι πρατηριούχος, ο εναγόμενος κατέστη πρατηριούχος του επίδικου Σταθμού. Με τη Συμφωνία Μίσθωσης ημερομηνίας 6.3.2003 μεταξύ της Ενάγουσας και του Δήμου Λάρνακας, η Ενάγουσα κατέστη και εξακολουθεί να είναι μισθωτής του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί και βρίσκεται ο Σταθμός (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Με βάση τις πρόνοιες αυτής της Συμφωνίας η Ενάγουσα καταβάλλει σήμερα ως ενοίκιο το ποσό των €2.308,
  6. Από τις 20.6.2002 που η Ενάγουσα απέκτησε τον Σταθμό αναρτήθηκαν σ΄ αυτόν τα σήματα και οι πινακίδες της και άρχισε να λειτουργεί κανονικά ως πρατήριο της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος από τότε συνεργάζονταν στα πλαίσια της Συμφωνίας Άδειας Χρήσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Στη Συμφωνία Άδειας Χρήσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) προβλέπετο, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος δικαιούται να χρησιμοποιεί τον Σταθμό αποκλειστικά για αποθήκευση, διαχείριση, μεταχείριση και πώληση των καυσίμων και προϊόντων της Ενάγουσας, οφείλει να αγοράζει από την Ενάγουσα όλα τα προϊόντα τα αναγκαία για τη λειτουργία του Σταθμού και σε περίπτωση που ο Εναγόμενος πωλεί, χρησιμοποιεί, χειρίζεται ή αποθηκεύει καύσιμα και προϊόντα άλλα απ΄αυτά που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα, τότε η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να τερματίσει ή να ακυρώσει την Άδεια Χρήσης και να επανακτήσει την κατοχή του Σταθμού και των εγκαταστάσεων του. Περαιτέρω, με βάσει το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να ελέγχει το περιεχόμενο των ντεπόζιτων και των εγκαταστάσεων του Σταθμού και να λαμβάνει δείγματα από αυτά καθώς και να ελέγχει τα αποθέματα, βιβλία και έγγραφα του Σταθμού. Ήταν υποχρέωση του Εναγόμενου, σύμφωνα με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, να μην μετακινήσει οποιεσδήποτε εγκαταστάσεις ή συσκευές ή εξοπλισμό της Ενάγουσας και να μην επιτρέψει οποιαδήποτε πράξη που θα προκαλέσει ζημιά σ΄ αυτά και στον Σταθμό. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος έπρεπε να έχει και να διατηρεί τον Σταθμό και όλες τις εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και συσκευές του Σταθμού καθαρά, συγυρισμένα και ελκυστικά ως προς την εμφάνιση και στα επίπεδα που καθορίζει η Ενάγουσα. Θα έπρεπε να εργοδοτεί ικανοποιητικό και ικανό προσωπικό για την ικανοποιητική λειτουργία του Σταθμού και να διατηρεί τα επίπεδα λειτουργίας του που έθεσε η Ενάγουσα. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα σε περίπτωση παραβίασης της εν λόγω Συμφωνίας από τον Εναγόμενο να την τερματίσει με γραπτή ειδοποίηση τριάντα ημερών. Η Ενάγουσα θα μπορούσε επίσης να τερματίσει τη Συμφωνία χωρίς ειδοποίηση στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος: i. Σταματούσε ή παρέλειπε να αγοράζει από την Ενάγουσα όλα τα αναγκαία καύσιμα και προϊόντα για τη λειτουργία του Σταθμού. ii. Αποτύγχανε να πληρώσει εγκαίρως το τίμημα της αγοράς καυσίμων. iii. Χρησιμοποιούσε τον Σταθμό για την πώληση, αποθήκευση ή μεταχείριση καυσίμων και προϊόντων άλλων από αυτά που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα. iv. Αναμείγνυε, αραίωνε με οποιοδήποτε τρόπο τα καύσιμα και προϊόντα που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα. v. Δεν προσπαθούσε να κάνει την απαραίτητη προώθηση των καυσίμων και προϊόντων της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος κατά παράβαση της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2: ¾ Δεν διατηρούσε τα συμφωνηθέντα επίπεδα καθαριότητας του Σταθμού και των ατόμων που απασχολούσε. ¾ Δεν προωθούσε σε ικανοποιητικό βαθμό την πώληση των καυσίμων και άλλων προϊόντων της Ενάγουσας. ¾ Το προσωπικό του δεν χρησιμοποιούσε τις εγκεκριμένες στολές της Ενάγουσας. ¾ Δεν είχε αναρτημένα τα σύμβολα, διακριτικά και τις σημαίες της Ενάγουσας. ¾ Αγόραζε, προμηθευόταν, πωλούσε και προμήθευε το κοινό με καύσιμα και άλλα προϊόντα τα οποία δεν προέρχονταν από την Ενάγουσα, αλλά από τρίτους. Με επιστολές της Ενάγουσας ημερομηνίας 11.10.2005 και 18.10.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ (Α) και (Β)) καλούσε τον Εναγόμενο όπως συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της για την καθαριότητα του Σταθμού και των ατόμων που απασχολούνταν στον Σταθμό. Εξουσιοδοτημένοι επιθεωρητές της Ενάγουσας μετά τη διενέργεια ελέγχου στον Σταθμό στις 13.10.2005 συμπλήρωσαν το σχετικό έντυπο αξιολόγησης καθαριότητας και εμφάνισης του Σταθμού το οποίο η Ενάγουσα απέστειλε στον Εναγόμενο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). Αν και η Ενάγουσα μέσω του ΜΕ1 και άλλων εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της έκανε επανειλημμένα υποδείξεις και παρατηρήσεις στον Εναγόμενο, αυτός δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες και συστάσεις της για τη χρήση και διαχείριση του Σταθμού και ειδικότερα σε σχέση με τα θέματα ασφάλειας στο χώρο του Σταθμού και της διατήρησης της καθαριότητας και της συμπεριφοράς των εργαζομένων στον Σταθμό. Η άσχημη και ακάθαρτη κατάσταση του Σταθμού, η συνεχιζόμενη μη συμμόρφωση του Εναγόμενου με τις υποδείξεις και τους κανονισμούς της Ενάγουσας που αφορούν όλους τους Σταθμούς της, καθώς και η μη αποπληρωμή από τον Εναγόμενο του λογαριασμού που διατηρούσε με την Ενάγουσα, οδήγησαν την Ενάγουσα στον τερματισμό της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  7. Στις 6.2.2006 με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 2.2.2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) η Ενάγουσα έδωσε στον Εναγόμενο ειδοποίηση τριάντα ημερών για τον τερματισμό της Συμφωνίας, η οποία ειδοποίηση έληξε στις 9.3.
  8. Ο Εναγόμενος με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 7.2.2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε) αρνείτο το περιεχόμενο της επιστολής ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Η Ενάγουσα συνέχισε τις παραδόσεις καυσίμων στον Εναγόμενο μέχρι και την προηγουμένη της ημερομηνίας τερματισμού, δηλαδή 8.3.
  9. Στις 9.3.2006 ο ΜΕ1 και ο Κώστας Κοντόπουλος, ένας εκ των διευθυντών επιχειρήσεων (Operation Manager) της Ενάγουσας, μετέβηκαν στον Σταθμό για να λάβουν κατοχή του, όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε να τους παραδώσει την κατοχή του Σταθμού. Από τις 8.3.2006 και έπειτα η LUKOIL δεν έχει προμηθεύσει το Σταθμό με πετρελαιοειδή, προϊόντα και συναφή είδη. Ο εναγόμενος από τις 9.3.2006 πωλεί, διαθέτει και αποθηκεύει καύσιμα στο Σταθμό τα οποία δεν προμηθεύεται από τη LUKOIL και τα οποία πωλεί σε καταναλωτές. Η Ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό με τον Εναγόμενο ο οποίος μέχρι και σήμερα παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο €6.264,38 πλέον τόκοι, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει μέρος του εκδοθέντος από την Ενάγουσα τιμολογίου με αρ. 24208 ημερομηνίας 2.3.2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Τα ενοίκια που κατέβαλε η Ενάγουσα για τη γη πάνω στην οποία βρίσκεται ο Σταθμός στο Δήμο Λάρνακας για την περίοδο από 1.4.06 μέχρι 31.12.10 ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €109.758,13 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14), ενώ οι άδειες λειτουργίας του Σταθμού στο ποσό των €734,70 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Το αντάλλαγμα από την άδεια χρήσης του Σταθμού που οφείλει ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα και δεν καταβάλλει από τον Φεβρουάριο του 2006 μέχρι και σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €15.874,67 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2, 4 και 17). Περαιτέρω, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που η Ενάγουσα διατηρεί με τον Εναγόμενο ανέρχεται στο ποσό των €6.264,38 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Νομική υπόσταση και σημασία της Συμφωνίας Άδειας Χρήσης (Licence Agreement) ημερ. 6.5.94 Όπως προέκυψε με βάση το σύνολο των ευρημάτων του Δικαστηρίου και καθίσταται ξεκάθαρο από τη Συμφωνία ημερ. 20.6.02 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) ανάμεσα στα Πρατήρια που αγόρασε η Ενάγουσα από τις τρεις εταιρείες πετρελαιοειδών (MOBIL OIL CYPRUS LTD, ESSO CYPRUS INC και BP CYPRUS LTD) περιλαμβάνεται και ο επίδικος Σταθμός μαζί με όλα τα μηχανήματα, εξαρτήματα, συσκευές και εγκαταστάσεις του Σταθμού (δέστε Παραρτήματα 3 και 5 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 1). Αποτέλεσε παραδεχτό γεγονός ότι με τη Συμφωνία ημερ. 6.5.94 (Licence Agreement) ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 μεταξύ της BP CYPRUS LTD και του Εναγόμενου, ο Εναγόμενος κατέστη πρατηριούχος του Σταθμού και τόσο κατά τον επίδικο χρόνο όσο και μέχρι σήμερα είναι κάτοχος του Σταθμού και λειτουργεί το Σταθμό ως πρατηριούχος. Περαιτέρω προέκυψε ότι με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 η Ενάγουσα απέκτησε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της BP CYPRUS LTD που ήταν συμβαλλόμενη στη Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 με τον Εναγόμενο. Υπήρξε δε και συγκατάθεση από τον Εναγόμενο για την εκχώρηση αυτή. Επισημαίνεται ειδικότερα ο όρος 4.3 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 1 που αναφέρεται στην υποχρέωση του πωλητή (Seller) να παραδώσει στον αγοραστή (Purchaser) όλες τις άδειες χρήσεως και να παραχωρήσει σε αυτό τέτοιες εκχωρήσεις των εν λόγω αδειών υπό την αίρεση της εξασφάλισης από τον αγοραστή των διαφόρων συγκαταθέσεων για την εκχώρηση των εν λόγω αδειών αναφορικά με τα πρατήρια βενζίνης. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω τον όρο 4.3 του Τεκμηρίου 1 που έχει ως εξής: «4.3 Obligations of the Seller At Financial Closing At the Financial closing in exchange for proper and full payment of the Purchase Price as provided in Section 3.1 of this Agreement, but subject to what is stated in Section 7.4 below the Seller covenants and agrees that it will: (α) give over to the Purchaser any additional documents regarding the Service Stations that have come into existence since the Signing Date, including documents concerning the Lease Agreements, the Licence Agreements and any other documentation relevant thereto in the Seller's possession. (b) Provide the Purchaser with such assignments of the Leases and Licences, as may have been signed by the Landlords and Licensees, as the case may be, and which may be in the Seller's possession, subject to the obligation of the Purchaser to obtain the various consents for the assignment and transfer of the Lease Agreements and Licence Agreements regarding the Service Stations.» (δική μου υπογράμμιση) Προχωρούμε στη συνέχεια να αναφερθούμε στη νομική υπόσταση της Συμφωνίας που περιγράφεται ως Συμφωνία Άδειας Χρήσης (Licence Agreement) ημερ. 6.5.94(ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Μεταξύ των όρων του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2 ήταν και οι ακόλουθοι: Ο Εναγόμενος θα δικαιούται να χρησιμοποιεί το σταθμό αποκλειστικά για αποθήκευση, διαχείριση, μεταχείριση και πώληση των καυσίμων και προϊόντων της Ενάγουσας[7]. Ο Εναγόμενος οφείλει να αγοράζει από την Ενάγουσα όλα τα προϊόντα που είναι αναγκαία για τη λειτουργία του σταθμού[8]. Η Ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα να ελέγχει το περιεχόμενο των ντεπόζιτων (tanks) και των εγκαταστάσεων όπου φυλάσσονται τα καύσιμα και τα προϊόντα και να λαμβάνει δείγματα από αυτά καθώς και να ελέγχει τα αποθέματα, βιβλία και έγγραφα (record) του Σταθμού και να κρατά αποσπάσματα των αναφερόμενων βιβλίων και εγγράφων[9]. Εάν ο Εναγόμενος ή οι υπηρέτες του ή οι εργαζόμενοι του ή οποιοδήποτε άλλο άτομο με ρητή ή εξυπακουόμενη συγκατάθεση ή γνώση του Εναγόμενου πωλεί, χρησιμοποιεί, χειρίζεται ή αποθηκεύει καύσιμα και προϊόντα άλλα από αυτά που αγοράστηκαν ή προμηθεύτηκαν από την Ενάγουσα τότε η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα κατά την απόλυτη της κρίση να τερματίσει ή να ακυρώσει την άδεια χρήσης. Περαιτέρω η Ενάγουσα μπορεί να επανακτήσει την κατοχή του Σταθμού καθώς και των εγκαταστάσεων (installations), συσκευών (apparatus) και εξαρτημάτων (accessories) αυτού[10]. Ο Εναγόμενος συμφωνήθηκε να πληρώνει στην Ενάγουσα ΛΚ92,00 μηνιαίως ως αντάλλαγμα για την άδεια χρήσης (licence fee) του Σταθμού[11]. Ο Εναγόμενος δεν θα μετακινήσει ή επιτρέψει την μετακίνηση οποιωνδήποτε εγκαταστάσεων ή συσκευών η οποιουδήποτε εξοπλισμού της Ενάγουσας και δεν θα επιτρέψει οποιαδήποτε πράξη η οποία θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στα προαναφερόμενα αντικείμενα και στον Σταθμό[12]. Ο Εναγόμενος θα έχει και θα διατηρεί τον Σταθμό και όλες τις εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και συσκευές καθαρά, συγυρισμένα και ελκυστικά ως προς την εμφάνιση τους και στα επίπεδα στα οποία καθορίζει η Ενάγουσα[13]. Ο Εναγόμενος θα εργοδοτεί ικανοποιητικό και ικανό προσωπικό για την ικανοποιητική λειτουργία του Σταθμού και θα διατηρεί τα επίπεδα λειτουργίας του Σταθμού που θα θέσει η Ενάγουσα[14]. Η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας από τον Εναγόμενο να τερματίσει τη συμφωνία με γραπτή ειδοποίηση 30 ημερών[15]. Η Ενάγουσα περαιτέρω θα μπορούσε να τερματίσει τη συμφωνία χωρίς ειδοποίηση σε περίπτωση που ο Εναγόμενος: &n bsp; i. σταματήσει ή παραλείψει να αγοράζει από την Ενάγουσα όλα τα αναγκαία καύσιμα και προϊόντα για τη λειτουργία του Σταθμού ή αν αποτύχει να πληρώσει εγκαίρως το τίμημα της αγοράς καυσίμων[16]. &n bsp; ii. χρησιμοποιεί το Σταθμό για την πώληση, αποθήκευση ή μεταχείριση καυσίμων και προϊόντων άλλων εκτός από εκείνα που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα ή εάν τα καύσιμα και προϊόντα που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα αναμίξει, συσφίξει, αραιώσει με οποιονδήποτε τρόπο[17]. &n bsp; iii. δεν προσπαθεί, κατά την απόλυτη κρίση της Ενάγουσας, να κάνει την απαραίτητη προώθηση των καυσίμων και προϊόντων της Ενάγουσας[18]. Απ' όλα τα πιο πάνω και σε συμφωνία με τα όσα πολύ εμπεριστατωμένα έχει εισηγηθεί ο συνήγορος της Ενάγουσας προκύπτει ότι ο αποκλειστικός σκοπός της σύναψης της εν λόγω Συμφωνίας δεν ήταν η ενοικίαση του σταθμού με σκοπό την εξασφάλιση ενός μηνιαίου ενοικίου ως αντάλλαγμα αλλά η χρησιμοποίηση του από την εταιρεία πετρελαιοειδών, δηλαδή την Ενάγουσα, για διάθεση των προϊόντων της στο ευρύ καταναλωτικό κοινό και την εξασφάλιση εσόδων από την πώληση των προϊόντων της στο σταθμό. Περαιτέρω προκύπτει ότι η χρήση του σταθμού που παραχωρήθηκε περιορίζετο στον αποκλειστικό σκοπό φύλαξης, διαχείρισης, προμήθειας και πώλησης των προϊόντων της Ενάγουσας και όχι οποιωνδήποτε άλλων καυσίμων όπως, επίσης, και επιβάλλετο η αγορά από τον Εναγόμενο όλων των προϊόντων που απαιτούνταν για τη λειτουργία του σταθμού από τον ιδιοκτήτη του σταθμού, δηλαδή την Ενάγουσα, στις τιμές που αυτά πωλούνταν στην αγορά ή σε τέτοιες τιμές που θα αποφάσιζε η Ενάγουσα. Ακόμη προκύπτει ο Εναγόμενος ουδέποτε είχε αποκλειστική κατοχή του σταθμού, ο οποίος ήταν προσβάσιμος από τον ιδιοκτήτη, δηλαδή την Ενάγουσα, ανά πάσα στιγμή για σκοπούς ελέγχου του περιεχομένου των δεξαμενών του σταθμού και για σκοπούς τεχνικής υποστήριξης και συντήρησης του σταθμού. Ένα άλλο ακόμη στοιχείο που προκύπτει είναι ότι ο Εναγόμενος μέσα στα πλαίσια λειτουργίας του σταθμού ήταν υποχρεωμένος να πωλεί τα προϊόντα της Ενάγουσας και μόνο υπό τα σήματα και διακριτικά της Ενάγουσας, να συμμορφώνεται με τις οδηγίες της Ενάγουσας, να εργοδοτεί ικανοποιητικό και ικανό προσωπικό και να διατηρεί τα επίπεδα λειτουργίας, καθαριότητας και εμφάνισης του σταθμού που θέτει η Ενάγουσα. Όλα τα πιο πάνω αλλά και ίσως και άλλοι παράγοντες που προκύπτουν από τη Συμφωνία του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2 οδηγούν στη διαπίστωση ότι δεν ευρισκόμεθα ενώπιον μιας σχέσης ενοικίασης αλλά ενώπιον μιας σχέσης παραχώρησης από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο άδειας χρήσεως (Licence Agreement). Η διάκριση και ο διαχωρισμός των εννοιών μεταξύ Συμφωνίας Ενοικίασης και Συμφωνίας Άδειας Χρήσης εξετάσθηκε και αναλύθηκε στην πρόσφατη Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. C&S American Heart Institue Ltd κα Πολιτική Έφεση 104/08, ημερ. 28.2.
  10. Στην εν λόγω υπόθεση οι εφεσείοντες και οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν συμφωνία για να δημιουργήσουν και να λειτουργήσουν κλινική καρδιοχειρουργικών, θωρακοχειρουργικών και καρδιολογικών περιστατικών των εφεσίβλητων εντός του χώρου του νοσοκομείου της εφεσείουσας. Μεταξύ τους προέκυψε διαφορά με αποτέλεσμα να εγερθεί από την εφεσείουσα αγωγή αξιώνοντας από τους εφεσίβλητους κάποια ποσά, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και διάταγμα για απόδοση λογαριασμών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία κατέληξε ότι ήταν αναρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση και αντ' αυτού αρμοδιότητα είχε μόνο το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων ενόψει του ότι στη βάση της μαρτυρίας που δόθηκε υπήρχαν αδιαμφισβήτητα στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι η συμφωνία ήταν ουσιαστικά συμφωνία ενοικίασης και όχι άδεια χρήσης. Η Εφεσείουσα εφεσίβαλε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με κύριο άξονα των λόγων έφεσης το λανθασμένο σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αποτελούσε στην ουσία ενοικίαση αντί άδειας χρήσης. Το Εφετείο επιτρέποντας την έφεση και παραπέμποντας την υπόθεση στον εκδικάσαντα την αγωγή πρωτόδικο δικαστή για αξιολόγηση, εξαγωγή ευρημάτων και έκδοση απόφασης, έκρινε ότι η εν λόγω συμφωνία δεν αποτελούσε συμφωνία ενοικίασης και, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. Όπως λέχθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ ο οποίος εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου: "Ο διαχωρισμός των εννοιών μεταξύ ενοικίασης και άδειας χρήσης («tenancy» ή «licence»), δεν είναι εύκολος, έχει δε δώσει το έναυσμα στην Αγγλία για την έκδοση μιας σειράς αποφάσεων ώστε εξελικτικά το κοινοδίκαιο που δεν παρείχε επαρκή προστασία στους αδειούχους να μετασχηματιστεί σταδιακά και προς όφελος τους με τη βοήθεια του δικαίου της επιείκειας («equity»). Ακόμη και μέχρι το 1966, η νομολογία επί του θέματος χαρακτηριζόταν στο σύγγραμμα των Megarry & Wade: «The Law of Real Property» 3η έκδ. σελ. 775-776, ως υπό διαμόρφωση με κυρίαρχα τα ερωτήματα ως προς τα ποια είδη άδειας χρήσης δημιουργούν δικαιώματα δεσμευτικά για τρίτους και κατά πόσο οι συμβατικές άδειες χρήσης είναι ή όχι ακυρώσιμες. Η διχοτόμηση μεταξύ της έννοιας της ενοικίασης και της έννοιας της άδειας χρήσης έχει στην Αγγλία μεγαλύτερη σημασία από ό,τι στο Κυπριακό Δίκαιο ενόψει του ότι εκεί οι ενοικιάσεις («leases»), δημιουργούν δικαιώματα επί της γης («estates in land»), ενώ η άδεια χρήσης παρέχει απλώς δικαιώματα προσωρινής φύσεως, κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη, ώστε ο αδειούχος να δύναται να εισέλθει στη γη ή το υποστατικό κατά νόμιμο τρόπο για ορισμένο σκοπό που άλλως θα ήταν παράνομος. Στην Κύπρο, η ενοικίαση δημιουργεί απλώς συμβατική υποχρέωση μεταξύ των μερών εκτός εάν πρόκειται για εκμίσθωση γης πέραν των 15 ετών, η οποία δημιουργεί εμπράγματο δικαίωμα εφόσον όμως εγγράφεται στο Κτηματολόγιο με βάση τα άρθρα 65Α-65ΙΕ (Μέρος IV) του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν. Spyros Colocassides Estates Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 327, σελ. 332-333. Η ενοικίαση στην Κύπρο με βάση τη σχετική νομοθεσία μπορεί βέβαια να επιφέρει πέραν των συμβατικών υποχρεώσεων και την εκ του νόμου καθοριζόμενη προστασία λόγω της μετατροπής της σε θεσμία ενοικίαση. Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theatre (London) Ltd ν. Millennium Productions Ltd
(1946)1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hanbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ.
(2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel», που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα. (Cedric D. Bell: Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ. 213 και Pascoe v. Turner
(1979)2 All E.R. 945). Η πρώτη κατηγορία της απλής άδειας αφορά περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης με ταυτόχρονη παροχή κάποιου περιορισμένου δικαιώματος επί της γης, όπως, για παράδειγμα, άδεια εισόδου σε γη με σκοπό την αγορά ξυλείας. Η άδεια εισόδου στη γη υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να ανακληθεί. Αναμφίβολα η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει σε καμία από τις δύο πιο πάνω κατηγορίες. Η τρίτη κατηγορία, αυτή της συμβατικής άδειας, έχει δημιουργήσει και τα περισσότερα προβλήματα, σε σχέση, ιδιαιτέρως, με τα δικαιώματα του αδειούχου. Κατά το κοινοδίκαιο, η άδεια που δίδει ο ιδιοκτήτης στον αδειούχο να εισέλθει στη γη του για ορισμένο σκοπό ή για ορισμένη περίοδο χρόνου μπορούσε, έστω κατά παράβαση της συμφωνίας, να ανακληθεί από τον ιδιοκτήτη με αποτέλεσμα ο αδειούχος να θεωρείται επεμβασίας με συνακόλουθη την εκδίωξη του. Το δίκαιο της επιείκειας όμως εφηύρε τρόπους προς προστασία του αδειούχου. Σ΄ αυτή την προσπάθεια κατέστη δυνατή η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε ο ιδιοκτήτης να μην μπορεί να παραβιάσει τη συμβατική άδεια χρήσης. Αναγνωρίστηκε ακόμη και η δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης («specific performance»), μιας συμβατικής άδειας (Verrall v. Great Yarmouth Borough Council
(1981)Q.B. 202). Στην υπόθεση Hounslow London Borough Council v. Twickenham Garden Developments Ltd
(1971)Ch 233, λέχθηκε ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ως επεμβασίας ο κάτοχος γης με συμβατική άδεια χρήσης, διότι δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί η σύμβαση από την άδεια ώστε να αποκηρύσσονται χωριστά. Όσον αφορά την ενοικίαση, η παραδοσιακή αντίληψη, διαχρονικά καταξιωμένη, συναρτά την έννοια της με (
  1. i)την αποκλειστικότητα της κατοχής του χώρου (
  2. ii)με συγκεκριμένη διάρκεια και (iii) με την καταβολή αντιτίμου ή ανταλλάγματος καλουμένου συνήθως «ενοικίου». (δέστε Θέλμα Μιχαηλίδου ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 18, Street ν. Mountford
(1985)2 All E.R. 289 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Για την ανεύρεση όμως της ουσίας της συμφωνίας και της ορθής ταξινόμησης της, η περιγραφή που δίνεται από τους ιδίους τους διαδίκους ή ακόμη και οι λέξεις που χρησιμοποιούτναι δεν παρέχουν αφ΄ εαυτών και κατ΄ ανάγκην στερεά βάση. Σημασία αποκτά όχι μόνο η κοινή πρόθεση των μερών για την απόδοση αποκλειστικής χρήσης (Antoniades v. Villiers
(1988)2 All E.R. 309), και Πιριπίτση ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385, αλλά και η εν γένει φύση, σκοπός και στόχος της συμφωνίας, οι όλες συνθήκες που την περιβάλλουν και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο αυτή συνομολογήθηκε. Η νομολογία έχει καθορίσει επίσης ότι ακόμη και εν μέσω μιας αποκλειστικότητας στην κατοχή, ή και ρητής χρήσης της λέξης ενοικίασης, είναι το σύνολο της συμφωνίας που πρέπει να εξεταστεί ώστε να αναδυθεί η αληθινή φύση της. (Abbeyfield (Harpenden) Society Ltd v. Woods
(1968)1 All E.R. 352). Αν η συμφωνία παραχώρησης του χώρου διαπνέεται από έντονο προσωπικό στοιχείο, αν εμποτίζεται δηλαδή από μια διακριτή προσωποπαγή σχέση, ιδιαίτερης σημασίας στη σύναψη της συμφωνίας, τότε αυτή η διαφορετικότητα είναι ένδειξη ότι τα μέρη δεν είχαν κατά νουν ή τουλάχιστον δεν ήσαν consensus ad idem στον καταρτισμό μιας απλής κατ΄ ουσίαν ενοικίασης. Αν από την άλλη είναι κατ΄ ουσίαν αδιάφορο για τον ιδιοκτήτη σε ποιον θα παραχωρηθεί ο χώρος, ώστε η έμφαση να είναι περισσότερο στο εμπορικό, παρά στο προσωπικό στοιχείο, τότε αυτό είναι ένδειξη για άδεια χρήσης ή κάποιας άλλης μορφής συμφωνίας. Απόλυτοι παράμετροι δεν είναι δυνατό να τεθούν ως σταθερές, η δε άσκηση της ταξινόμησης στη μια ή την άλλη των κατηγοριών παραμένει ένα λεπτό έργο." Στην εν λόγω υπόθεση επισημάνθηκε με αναφορά σε σχετικές πρόνοιες ιδιαιτέρως ένα έντονο, όπως χαρακτηρίσθηκε, προσωπικό στοιχείο στην επίδικη Συμφωνία που δεν παρέπεμπε σε μια απλή ενοικίαση. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι και η αγγλική υπόθεση Shell-Mex v. Manchester Garages Ltd
(1971)1 All ER 841 η οποία αναφέρθηκε στην υπόθεση Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ (ανωτέρω). Στην υπόθεση εκείνη οι Ενάγοντες ιδιοκτήτες πρατηρίου πετρελαιοειδών, υπέγραψαν συμφωνία για χρήση του εν λόγω πρατηρίου με τους εναγόμενους. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι το πρατήριο θα χρησιμοποιείτο για τον αποκλειστικό σκοπό πώλησης των προϊόντων και καυσίμων των εναγόντων και οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια γα να πωλούν και να προωθούν τις πωλήσεις των προϊόντων των εναγόντων. Περαιτέρω οι εναγόμενοι συμφώνησαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να μην εμποδίζουν τους υπαλλήλους των εναγόντων κατά την ενάσκηση του δικαιώματος τους για κατοχή και έλεγχο των εγκαταστάσεων του πρατηρίου και να δίνουν σε αυτούς εύλογη βοήθεια και ευκολίες για τις καθ' οιονδήποτε χρόνο μετατροπές ή αλλαγές στις εγκαταστάσεις του πρατηρίου. Μετά που προέκυψαν διαφορές μεταξύ των δύο μερών, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους εναγόμενους να φύγουν από το πρατήριο όταν η συμφωνία έληξε. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να το πράξουν και ισχυρίστηκαν ότι η μεταξύ τους συμφωνία ήταν ενοικίαση και ότι αυτοί σαν ενοικιαστές εμπορικού υποστατικού δικαιούντο την προστασία του Landlord and Tenant Act 1954. Οι ενάγοντες κίνησαν την αγωγή με την οποία αξίωσαν ανάκτηση της κατοχής τους πρατηρίου. Όπως τονίσθηκε από τον Λόρδο Denning MR στη σελίδα 843: "I turn, therefore, to the point: was this transaction a licence or tenancy? This does not depend on the label which is put on it. It depends on the nature of the transaction itself: see Addiscombe Garden Estates Ltd v. Crabbe. Broadly speaking, we have to see whether it is a personal privilege given to a person, in which case it is a licence, or whether it grants an interest in land, in which case it is a tenancy. At one time it used to be thought that exclusive possession was a decisive factor, but that is not so. It depends on broader considerations altogether. Primarily on whether it is personal in its nature or not: see Errington v. Errington and Woods. Applying this principle, I turn first to the document itself. It is called a licence................................ .............................................. The provision seem to me to be personal in their nature. There is a personal tie between the parties whereby the defendants are to deal in shell petrol only and are to take all their supplies for the plaintiffs, who are to supply them. It is noticed also that there is no proviso for a right to re-enter. There is a special stipulation which seems to me to connote that the plaintiffs remain in possession themselves. ............................................................................................ That shows that the plaintiffs' men can go and visit the premises whenever they like. The defendants are not to impede them in any way, but are to give them assistance. Those provisions point to a licence and not a tenancy........" Κατά πόσο η επίδικη Συμφωνία Άδειας Χρήσης έχει τερματισθεί νόμιμα ή όχι Κατ' ακολουθία της αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι ο Εναγόμενος παρέβη ουσιώδεις όρους της επίδικης Συμφωνίας. Με βάση αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η Ενάγουσα νόμιμα τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία λόγω υπαιτιότητας του Εναγομένου. Αποτελεί κοινό τόπο του Δικαίου των Συμβάσεων ότι στην περίπτωση διάρρηξης μιας συμφωνίας το αναίτιο μέρος έχει διάφορες επιλογές μεταξύ των οποίων και τον τερματισμό της συμφωνίας και της αξίωσης αποζημιώσεων. Η Ενάγουσα υλοποίησε την πρώτη επιλογή που είχε τερματίζοντας την επίδικη Συμφωνία που είχε με την Εναγόμενο. Πέραν του τερματισμού της Συμφωνίας η Ενάγουσα επιδιώκει την εξασφάλιση αποζημιώσεων. Επισημαίνεται ότι μετά την ακύρωση της Συμφωνίας διασφαλίζεται το δικαίωμα του αναίτιου μέρους να αξιώσει αποζημιώσεις για τη ζημιά την οποία υπέστη λόγω της παράβασης της Συμφωνίας η οποία οδήγησε στην ακύρωση της.[19] Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για τη διάρρηξη μια συμφωνίας περιέχονται στο Άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ.149 το οποίο ρυθμίζει τόσο το δικαίωμα για αποζημιώσεις όσο και το ύψος των αποζημιώσεων. Οι πρόνοιες του ενσωματώνουν τις αρχές του αγγλικού δικαίου για την τεκμηρίωση της ζημιάς και το ύψος των αποζημιώσεων. Το παραθέτουμε: "73.
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης" Οι διατάξεις του Άρθρου 73
(1)του ΚΕΦ.149 αποτέλεσαν το αντικείμενο ερμηνείας σε σειρά Κυπριακών αποφάσεων.[20] Η αρχή που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων του αθώου μέρους είναι εκείνη της αποκατάστασης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τοποθετηθεί σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν εάν η σύμβαση είχε εκτελεσθεί.[21] Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Saab and Another v. The Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499 στις σελίδες 519-520: "Section 73 aims to reproduce the common law rules on damages for breach of contract, as they crystallized and were fashioned in the case of Hadley v. Baxendale [1843-60] All E.R. Rep. 461. (See Marcou v. Michael, 19 C.L.R. 282). A similar view was taken of the corresponding provisions of the Indian Contract Law, that is that they reproduced the rules of the common law on damages. (See Pollock And Mulla, 9th ed., p. 529 et seq.). The question of damages, its juridical and practical implications, were the subject of discussion in numerous English cases during the last decade. Reinstatement lies at the core of the rules regulating the assessment of compensation for breach of contract. Damages aim to restore the party to the position he would be but for the breach. This is normally accomplished by awarding damages reasonably foreseeable at the time of execution of the agreement, as likely to arise upon breach. (See Heron II [1967] 3 ALL E.R. 686 (H.L.); Soleada S.A. v. Hamoor Tanker Corporation Inc. [1981] 1 ALL E.R. 836 (C.A.)). Foreseeability in turn, depends on actual knowledge and reasonable forecast of what is likely to happen in a given eventuality. So, the plaintiff is normally entitled to recover damage that is objectively foreseeable, and in the face of special knowledge he may, in addition, recover what is thereby subjectively foreseeable." (δικές μου υπογραμμίσεις) Απαίτηση για διαφυγόντα κέρδη-Μη εξειδίκευση ζημιάς στην Έκθεση Απαίτησης Ένα από τα είδη των αποζημιώσεων που επιζητεί είναι διαφυγόντα κέρδη και συγκεκριμένα τα έσοδα που θα εξασφάλιζε από τις πωλήσεις των προϊόντων που θα πραγματοποιούσε και που απώλεσε από τον επίδικο σταθμό εξαιτίας της συμπεριφοράς του Εναγόμενου. Για την πιο πάνω αξίωση πέραν του ότι, με βάση την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας επί του ζητήματος αυτού μαρτυρίας, δεν έχει αποδειχθεί το καθαρό κέρδος που η Ενάγουσα απώλεσε με επαρκή και ικανή μαρτυρία, ο τρόπος που έχει δικογραφηθεί η σχετική αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης δεν αφήνει περιθώρια στην Ενάγουσα να διεκδικεί το οποιοδήποτε ποσό θα μπορούσε να είχε αποδείξει κατά την ακρόαση. Ο λόγος είναι απλός και προφανής. Η Ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση απλώς αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις χωρίς να εξειδικεύει στο δικόγραφο της τη ζημιά ή απώλεια που πιθανό να έχει υποστεί ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της επίδικης Συμφωνίας. Υπενθυμίζεται η πάγια νομολογιακή αρχή ότι ο διάδικος που επιδιώκει να ανακτήσει ζημιά ή απώλεια πρέπει τόσο να εξειδικεύει στο δικόγραφο του τη ζημιά αυτή όσο και να την αποδεικνύει με σαφήνεια και με την αναγκαία μαρτυρία.[22] Στο σημείο αυτό ανοίγω μια παρένθεση για να αναφερθώ στις αρχές που διέπουν την ταξινόμηση των αποζημιώσεων και την ανάγκη εξειδίκευσης λεπτομερειών στο δικόγραφο. Με απλά λόγια η ανάγκη εξειδίκευσης και παροχής λεπτομερειών στο δικόγραφο, προκύπτει όταν εκείνο που διεκδικείται είναι ειδική ζημιά ή ειδική αποζημίωση. Η διάκριση έχει τεθεί με σαφήνεια σε αρκετή νομολογία, τόσο αγγλική όσο και κυπριακή. Η βασική αρχή που προκύπτει είναι ότι εκεί όπου ο ενάγων έχει υποστεί ζημιά κάποιου είδους που δεν είναι η αναγκαία και άμεση συνέπεια της αδικοπραξίας, θα πρέπει να προειδοποιήσει τον εναγόμενο με τις γραπτές του προτάσεις ότι η αποζημίωση που διεκδικεί θα επεκταθεί και σε αυτή τη ζημιά, δείχνοντας έτσι στον εναγόμενο την υπόθεση που θα πρέπει να αντιμετωπίσει και βοηθώντας τον να υπολογίσει πληρωμή στο Δικαστήριο. Τα όρια αυτής της απαίτησης δεν υπαγορεύονται από οποιεσδήποτε εκ των προτέρων διαμορφωμένες αντιλήψεις αναφορικά με το τι είναι γενική ή ειδική αποζημίωση αλλά από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το θέμα που εγείρεται προς απόφαση δεν στηρίζεται πάνω σε λέξεις αλλά είναι θέμα ουσίας. Τα πιο πάνω έχουν λεχθεί στην αγγλική υπόθεση Perestrello v. United Pain Co Ltd
(1969)1 W.L.R 570 και τα οποία παραθέτω: "Accordingly, if a plaintiff has suffered damage of a kind which is not the necessary and immediate consequence of the wrongful act, he must warn the defendant in the pleadings that the compensation claimed will extend to this damage, thus showing the defendant the case he has to meet and assisting him in computing a payment into court. The limits of this requirement are not dictated by any preconceived notions of what is general or special damage but by the circumstances of the particular case. "The question to be decided does not depend on words, but is one of substance" (per Bowen L.J. in Ratciff v. Evans
(1892)2 Q.B. 524, 529)." Όπου ο ενάγων έχει υποστεί ειδική ζημιά αυτή θα πρέπει να δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης με όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και δεν θα επιτραπεί στον ενάγοντα κατά τη δίκη να προσκομίσει μαρτυρία οποιασδήποτε ειδικής ζημιάς η οποία δεν θα απαιτείται επακριβώς στην Έκθεση Απαίτησης ή στις λεπτομέρειες. Ειδική ζημιά υπό την έννοια της χρηματικής απώλειας που ο ενάγων έχει υποστεί μέχρι τη μέρα της δίκης θα πρέπει να δικογραφείται και να δίδονται γι΄αυτή λεπτομέρειες διαφορετικά δεν μπορεί να ανακτηθεί.[23] Επιπλέον ο ισχυρισμός από μόνος του ότι ο ενάγων υπέστη «ζημιά» ή η αξίωση ότι ο ενάγων έχει υποστεί «ζημιά» δεν είναι αρκετά για να τον νομιμοποιήσουν να διεκδικήσει οτιδήποτε περισσότερο από γενικές ή ονομαστικές αποζημιώσεις.[24] Εκεί όπου ο ενάγων είναι σε θέση να βασίσει την απαίτηση του για αποζημιώσεις επί τη βάσει συγκεκριμένου υπολογισμού ή ίσως καθ΄ υπολογισμό, θα πρέπει να δικογραφεί λεπτομέρειες των γεγονότων που καθιστούν τέτοιο υπολογισμό εφικτό.[25] Οποιαδήποτε δαπάνη ο ενάγων έχει λογικά επιβαρυνθεί ως αποτέλεσμα της παράβασης συμφωνίας από τον εναγόμενο, θα πρέπει να περιγράφεται ως ειδική ζημιά και, επίσης, θα πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία στη δίκη ότι η δαπάνη αυτή πραγματικά έχει προκληθεί και ότι ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του εναγομένου εφόσον κανένα γεγονός δεν εξυπακούεται προς όφελος του ενάγοντα.[26] Σε κάποιες περιπτώσεις η ειδική ζημιά είναι συστατικό στοιχείο του αγώγιμου δικαιώματος. Ωστόσο, είτε είναι συστατικό στοιχείο, είτε όχι θα πρέπει πάντοτε να δικογραφείται ειδικά. Διαφορετικά ο ενάγων δεν θα μπορεί να προσκομίσει μαρτυρία κατά τη δίκη.[27] Πολύ διαφωτιστική είναι η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS 27η Έκδοση General Principles para 26-002 όπου ερμηνεύεται ο όρος ειδικές αποζημιώσεις και αναγκαιότητα παροχής λεπτομερειών από ένα ενάγοντα στο δικόγραφο του, εκεί όπου βασίζει την απαίτηση του σε συγκεκριμένους υπολογισμούς. Η ουσία του θέματος είναι ότι σε μια τέτοια περίπτωση η ειδική ζημιά θα πρέπει να καταγράφεται στο δικόγραφο με λεπτομέρεια και μαρτυρία σχετική με αυτή δεν μπορεί να προσκομίζεται εάν μόνο γενικές αποζημιώσεις δικογραφούνται εφόσον ο σκοπός της δικογράφησης ειδικής αποζημίωσης είναι η αποφυγή έκπληξης κατά τη δίκη με την παροχή στον εναγόμενο προηγούμενης ειδοποίησης οποιουδήποτε στοιχείου της απαίτησης για το οποίο ένα καθορισμένο ποσό μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:- "The main meaning of special damages is that precise amount of pecuniary loss which the claimant can prove to have followed from the particular facts set out in his pleadings. Special damage must be specifically pleaded and evidence relevant to it cannot be adduced if only general damage have been pleaded, since the purpose of pleading special damage is to prevent surprise at the trial by giving the defendant prior notice of any item in the claim for which a definite amount can be given in evidence. A plaintiff who bases his claim on precise calculations must give the defendant access to the facts on which they are based: thus it was held that where loss of profits was not a necessary consequence of the alleged breach of contract the claim for such loss should be specifically pleaded in order to give the defendant fair warning of the claim." ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Απαίτηση για ποσό ΛΚ3.666,38 (€6.264,38) για αξία παραδοθέντων εμπορευμάτων και πετρελαιοειδών. Σε σχέση με αυτό το ποσό ήδη προέκυψε από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο λογαριασμός που η Ενάγουσα διατηρούσε με τον Εναγόμενο μέχρι και σήμερα παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο €6.264,38 πλέον τόκους, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει μέρος του εκδοθέντος από την Ενάγουσα τιμολογίου με αριθμό 24208 ημερ. 2.3.06 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Το εύρημα αυτό διατυπώθηκε ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1 και της ΜΕ4 η οποία κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή. Σχετικά, επίσης, είναι και τα Τεκμήρια 26 και 27 που αποτελούν καταστάσεις λογαριασμού του Εναγόμενου, που κατατέθηκαν από τη ΜΕ
  1. Το μεν Τεκμήριο 26 αναφορικά με την περίοδο από 1.1.04 μέχρι 31.12.04, το δε Τεκμήριο 27 για την περίοδο από 1.1.05 μέχρι 30.1.
  2. Τέλος σχετικό είναι και το Τεκμήριο 6 που κατατέθηκε από το ΜΕ
  3. ii. Απαίτηση για οφειλόμενα ενοίκια από τη χρήση του επίδικου σταθμού/Licence fee Σε σχέση μ' αυτή την απαίτηση προέκυψε μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1 και των Τεκμήριων 2 και 4 το ύψος του ποσού που ήταν υποχρεωμένος ο Εναγόμενος να καταβάλλει ως ενοίκιο, "Licence fee" για τη χρήση του επίδικου σταθμού. Συγκεκριμένα με βάση τον όρο 11(α)[28] του Τεκμηρίου 2 καθορίζετο ότι ο Εναγόμενος θα έπρεπε να κατέβαλλε το ποσό ΛΚ92 μηνιαίως. Με βάση το Τεκμήριο 4 ημερ. 24.9.02 προέκυψε ότι το ενοίκιο για τη χρήση του επίδικου σταθμού, "Licence fee" αυξήθηκε σε ΛΚ166,82 (€285,03) μηνιαίως. Περαιτέρω με βάση το Τεκμήριο 17 έγινε υπολογισμός των οφειλομένων ενοικίων της άδειας χρήσης από την περίοδο 1.2.06 μέχρι 31.3.09 και στη συνέχεια από 1.4.09 μέχρι 19.10.10 με αποτέλεσμα να προκύπτει το συνολικά οφειλόμενο ποσό των €15.874,
  4. Τέλος έχουν κατατεθεί μέσω της ΜΕ4 ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά τιμολόγια που εκδόθηκαν από την Ενάγουσα επ' ονόματι του Εναγομένου για τη χρέωση του ανταλλάγματος από την άδεια χρήσης του σταθμού. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας στην παράγραφο 25(Ε) αξιώνεται το ποσό των ΛΚ1288 ως οφειλόμενο για την περίοδο από Μάρτιο του 2006 μέχρι και το Μάιο του 2007 και στη συνέχεια αξιώνεται το ποσό των ΛΚ92 μηνιαίως μέχρι παράδοσης της κατοχής του σταθμού στην Ενάγουσα. Σημειώνεται, επομένως, ότι παρά την προσαχθείσα μαρτυρία σύμφωνα με την οποία προέκυψε ότι επήλθε αύξηση του μηνιαίου αυτού ποσού, εν τούτοις η Ενάγουσα διεκδικεί το ποσό που αρχικά προβλέπετο στη Συμφωνία Άδειας Χρήσης με τον Εναγόμενο (Licence Agreement) ημερ. 6.5.94 χωρίς να έχει μεσολαβήσει εν τω μεταξύ τροποποίηση της εν λόγω αξίωσης ούτως ώστε να αντανακλά τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Τούτου δοθέντος δεν μπορεί να επιδικαστεί προς όφελος της Ενάγουσας το ποσό που πραγματικά έχει αποδειχθεί ως οφειλόμενο από μέρους του Εναγόμενου ακριβώς γιατί η Ενάγουσα δεν έχει προβεί στα απαραίτητα δικονομικά μέτρα προς εναρμόνιση του δικογράφου της με τα πραγματικά γεγονότα και προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. iii. Απαίτηση για ενοίκια που κατάβαλλε η Ενάγουσα προς το Δήμο Λάρνακας δυνάμει συμφωνίας μίσθωσης του ακινήτου. Σε σχέση με αυτή την απαίτηση προέκυψε μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1 και της κατάθεσης του Τεκμηρίου 3, Contract of Lease ημερ. 6.3.03 μεταξύ της Ενάγουσας και του Δήμου Λάρνακας με βάση την οποία η Ενάγουσα ήτο υποχρεωμένη να καταβάλλει προς το Δήμο το ποσό των ΛΚ800 το μήνα. Περαιτέρω προέκυψε από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι σήμερα η Ενάγουσα καταβάλλει προς το Δήμο Λάρνακας το ποσό των €2.308,50 μηνιαίως. Ακόμη προέκυψε από τη μαρτυρία της ΜΕ4 και την κατάθεση του Τεκμηρίου 14 που αποτελεί κατάσταση πληρωμών από την Ενάγουσα προς το Δήμο Λάρνακας για την περίοδο από 9.3.06 μέχρι 19.10.10 ότι το ποσό που καταβλήθηκε για την εν λόγω περίοδο ανήλθε €106.132,99 και για την περίοδο από 1.4.06 μέχρι 31.12.10 το ποσό των € 109.758,
  5. Τέλος πάλι μέσω της μαρτυρίας της ΜΕ4 και την κατάθεση του Τεκμηρίου 36 που αποτελεί επιστολή του Δήμου Λάρνακας προς την Ενάγουσα προέκυψε επιβεβαίωση των πληρωμών που η Ενάγουσα έκανε προς το Δήμο για τα ενοίκια γης σε σχέση με τη γη επί της οποίας ευρίσκεται ο επίδικος σταθμός πετρελαιοειδών. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι στην παράγραφο 25(ΣΤ) της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνεται το ποσό των ΛΚ11.071,68 για το ενοίκιο που έχει καταβάλει η Ενάγουσα δυνάμει της Συμφωνίας Μίσθωσης του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί ο σταθμός για την περίοδο από Μάρτιο του 2006 μέχρι Μάιο του 2007 ως επίσης αξιώνεται και το ποσό των ΛΚ1.039,68 μηνιαίως μέχρι την παράδοση κατοχής του σταθμού στην Ενάγουσα. Σημειώνεται, επομένως, ότι παρά την προσαχθείσα μαρτυρία σύμφωνα με την οποία προέκυψε ότι επήλθε αύξηση του μηνιαίου αυτού ποσού, εν τούτοις η Ενάγουσα διεκδικεί το ποσό των ΛΚ1039,68 μηνιαίως που ήταν ενοίκιο που καταβάλλετο προγενέστερα χωρίς να έχει μεσολαβήσει εν τω μεταξύ τροποποίηση της εν λόγω αξίωσης ούτως ώστε να αντανακλά τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Τούτου δοθέντος δεν μπορεί να επιδικαστεί προς όφελος της Ενάγουσας το ποσό που πραγματικά έχει αποδειχθεί ως οφειλόμενο από μέρους του Εναγόμενου ακριβώς γιατί η Ενάγουσα δεν έχει προβεί στα απαραίτητα δικονομικά μέτρα προς εναρμόνιση του δικογράφου της με τα πραγματικά γεγονότα και προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η Ενάγουσα κρίνω ότι θα πετύχαινε σε μερικές από τις αξιώσεις που καταγράφονται στην παράγραφο 25 της Έκθεσης Απαίτησής της ως ακολούθως: Α) Δήλωση ότι η Συμφωνία Άδειας Χρήσης (Licence Agreement) του επίδικου Σταθμού ημερομηνίας 6.5.1994 είναι άκυρη. Β) Διαταγή για άμεση παράδοση κατοχής του ακινήτου από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα. Γ) Απόφαση για το ποσό των € 2.200,68 (ΛΚ 1.288,00) το οποίο οφείλεται για την άδεια χρήσης του επίδικου Σταθμού από Μάρτιο του 2006 μέχρι και τον Μάϊο του 2007 και το ποσό των € 157,19 (ΛΚ 92.-) μηνιαίως μέχρι παράδοσης της κατοχής του Σταθμού στην Ενάγουσα (δέστε παρά. 25(Ε) της Έκθεσης Απαίτησης). Δ) Απόφαση για ποσό € 18.917,08 (ΛΚ 11.071,68) για το ενοίκιο που έχει καταβάλει η Ενάγουσα από Μάρτιο του 2006 μέχρι Μάϊο του 2007 δυνάμει της Συμφωνίας Μίσθωσης του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί ο επίδικος σταθμός και το ποσό των €1.776,40 (ΛΚ1.039,68) μηνιαίως μέχρι την παράδοση κατοχής του Σταθμού στην Ενάγουσα (δέστε παρά. 25(Στ) της Έκθεσης Απαίτησης). Ε) Απόφαση για το ποσό των € 6.264,38 (ΛΚ 3.666,38) που οφείλεται στην Ενάγουσα από τον Εναγόμενο για αξία παραδοθέντων εμπορευμάτων και/ή πετρελαιοειδών και/ή άλλων συναφών ειδών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, έχω κρίνει ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως και, συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα να της επιληφθεί. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας.[29] Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά επιδικάζονται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης και, κατά συνέπεια, θα επιδικαστούν προς όφελος του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου κ.α. ν. Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [2] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [3] Δέστε Τεκμήριο 1 clause 4.3. [4] Δέστε παρά. 12 του ΕΓΓΡΑΦΟΥ 1. [5] Δέστε παρά. 14 του ΕΓΓΡΑΦΟΥ 1. [6] Δέστε παρά. 16 του ΕΓΓΡΑΦΟΥ 1. [7] Δέστε όρο 4 του Τεκμηρίου 2. [8] Δέστε όρο 5 του Τεκμηρίου 2. [9] Δέστε όρο 7 του Τεκμηρίου 2. [10] Δέστε όρο 9 του Τεκμηρίου 2. [11] Δέστε όρο 9 (
  1. a)του Τεκμηρίου 2. [12] Δέστε όρο 11(
  2. d)του Τεκμηρίου 2. [13] Δέστε όρο 11(
  3. h)του Τεκμηρίου 2. [14] Δέστε όρο 4(
  4. g)του Τεκμηρίου 2. [15] Δέστε όρο 14 του Τεκμηρίου 2. [16] Δέστε όρο 14 (
  5. a)του Τεκμηρίου 2. [17] Δέστε όρο 11(
  6. c)του Τεκμηρίου 2. [18] Δέστε όρο 11(
  7. d)του Τεκμηρίου 2. [19] Δέστε Άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149. [20] Δέστε Marcou v. Michael 19 CLR 282, Charalambous v. Vakana
(1982)1 CLR 310, Saab and Another v. The Holy Monastery of Agios Neophytos
(1982)1 CLR 499, Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679. [21] Δέστε Johnson v. Agnew
(1979)1 ALLER 883, 886 (HL) "The general principle for the assessment of damages is compensatory, ie that the innocent party is to be placed, so far as money can do, in the same position as if the contract had been performed" [22] Δέστε Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083,
  1. [23] Δέστε Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ. 60 "But whenever the plaintiff has suffered any "special damage," this must be alleged in the statement of claim with all necessary particulars, and the plaintiff will not be allowed at the trial to give evidence of any special damage which is not claimed explicitly in his statement of claim or particulars. Special damage in the sense of a monetary loss which the plaintiff has sustained up to the date of trial must be pleaded and particularised, otherwise it cannot be recovered." [24] Δέστε Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ. 60 «Μoreover, the mere allegation that the plaintiff has suffered " damage " or the prayer that the plaintiff claims " Damages " is not enough to entitle him to recover more than general or nominal damages, as the case may be» [25] Δέστε Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ. 61 «If the plaintiff is able to base his claim for damages upon a precise or perhaps estimated calculation, he must plead particulars of the facts which make such a calculation possible.» [26] Δέστε Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ. 61 «Any expense which the plaintiff has reasonably incurred in consequence of the defendant's tort or breach of contract should be stated as special damage.......» It must be proved by evidence at the trial that the loss alleged as special damage was in fact incurred, and that it was the direct result of the defendant's conduct, as neither fact will be presumed in the plaintiff's favour.» [27] Δέστε Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ. 61-62 «In some cases special damage is an element of the cause of action; without proof of it the plaintiff cannot recover any damages. But whether it is part of the cause of action or not, it must always be specifically pleaded; otherwise the plaintiff will not be allowed to give any evidence of it at the trial." [28] "
  2. The Licensee further agrees: (a) To pay to the Licensor in advance the sum of C£92 (see attachment "E" ) monthly in consideration of the Licensor allowing him to use the S/Station". [29] Δέστε Δ.33, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας : «Where on the trial of any action it appears to the Court before which such action is being tried that it should have been instituted in another Court, the Court trying the action shall not dismiss it but shall stay the proceedings therein and order the plaintiff to pay the defendant's costs». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.