← Κύπρος

Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 942/04, 13.1.2011

Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 942/04, 13.1.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 942/04 Μεταξύ:

  1. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
  2. Αλέκας Π. Παπακόκκινου Εναγουσών Και Κυπριακής Δημοκρατίας
  3. Μέσω του Υπουργικού Συμβουλίου
  4. Μέσω του Γενικού Εισαγγελέως Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 13.1.2011 Αίτηση ημερ. 10.3.2010 Για Ενάγουσες-Αιτήτριες κα Α. Παπακόκκινου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Ν. Κωνσταντίνου) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση κ. Στ. Χαραλάμπους (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Παπούτσα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτήτριες-Ενάγουσες εξαιτούνται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Α) Διάταγμα Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιούνται και/ή αντικαθίστανται και/ή προστεθούν ως ακολούθως: α)
  5. Η Κλίμακα της Αγωγής να τροποποιηθή και να αντικατασταθή άνω των €2,000,
  6. β) Η Έκθεση Απαιτήσεώς να τροποποιηθή ως ακολούθως.
  7. Στην παραγ. 6 στη δεύτερη γραμμή ο αριθμός 2560 να αντικατασταθή με τον αριθμό 620/
  8. Να προστεθή στην παραγ. 7 της Ε/Απαιτήσεως στη γραμμή 14 μετά την λέξην Συμβουλίου και πριν την λέξην, και, τα ακόλουθα: Και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν της προνομοιούχου θέσεως, της τουριστικής ζώνης που έκειντο και κείνται, της καίτοι τουριστικής, που ενώ παρέμειναν και παραμένουν αλλά του περιορισμού των δικαιωμάτων των Εναγουσών, του αποκλεισμού των δικαιωμάτων που είχαν οι Ενάγουσες μέχρι τότε, την αλλαγήν της ζώνης, της απαγόρευσην και τον αποκλεισμόν της ανέγερσης και της κατασκευής ξενοδοχείου στα συγκεκριμένα κτήματα την μείωση του συντελεστού δόμησης του περιορισμού των χρήσεων, ως και όλων των απαγορεύσεων που προκάλεσε η εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, και συνεπεία αυτής και σε συνδυασμό της εν λόγω απόφασης με τους Κανονισμούς ΚΟΤ, και τις δυσμενείς επιπτώσεις που προεκλήθησαν και προκαλούνται στα εν λόγω ακίνητα των Εναγουσών και/ή άλλως πως, αλλά πάντοτε αποκλειστικά συνεπεία της εν λόγω απόφασης, ως και/ή σε σχέση και σε συνδυασμό με τους ως άνω σχετικούς Κανονισμούς του ΚΟΤ σε σχέσει με την εν λόγω Απόφαση του Υπ. Συμβουλίου. Και περαιτέρω λαμβάνοντας, υπ΄ όψιν ότι μπορούσε από το έτος 1977 να ανεγερθή και κατασκευαστή ξενοδοχείο πράγμα που ήθελαν διακαώς να κάμουν αι Ενάγουσαι, και ενώ ήσαν έτοιμοι και πρόθυμοι το 1989 να αναγείρουν το εν λόγω ξενοδοχείο, τις πρόλαβε, η εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 1989 και τους στέρησε το εν λόγω δικαίωμά τους. Και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι από το 1989 και εντεύθεν υπήρχαν συνεχώς και αδιαλείπτως όλοι οι εν λόγω περιορισμοί μειώσεις απαγορεύσεις και/ή άλλως πώς. Και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι η εν λόγω απαγόρευση στην ανέγερση ξενοδοχείου εσυνεχίσθη και μετά την καταχώριση της Εκθέσεως Απαιτήσεως ήτοι συνεχίσθη μέχρι και/ή περί τα μέσα Ιουλίου 2007 ήτοι για 18 χρόνια, αλλά και πάλιν με μειωμένο συντελεστή δόμησης και πολλούς άλλους περιορισμούς, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν και εζημιώθησαν αι Ενάγουσαι και τα άνω κτήματα των τεράστια ποσά όπως λεπτομερώς περιγράφονται πιο κάτω.
  9. Στην παράγ. 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως στην 7η γραμμή μετά την λέξη προεκάλεσαν και πριν την λέξη μείωση, να προστεθεί το ακόλουθο: συνεπεία των περιορισμών των δικαιωμάτων των Εναγουσών υπέστησαν αυτές ζημίες και
  10. Στην παράγ. 8Α της Εκθέσεως Απαιτήσεως υπό τίτλον Α. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ ΖΗΜΙΩΝ μετά τη λέξιν ακολούθως της πρώτης γραμμής αι επόμεναι 10 γραμμές μέχρι, την λέξη αποζημίωση να διαγραφούν και αντικατασταθούν με τα ακόλουθα: Εν όψει όλων των ανωτέρω παράγ. 1-8 Ζημίαι προκληθείσαι συνεπεία αλλαγής της ζώνης, συνεπεία απαγόρευσης ανέγερσης και/ή κατασκευής ξενοδοχείου, διαφορά κόστους ανέγερσης ξενοδοχείου, μείωση του συντελεστή δόμησης, περαιτέρω περιορισμοί στα εμβαδά, μείωση τιμής ζήτησης και/ή άλλως πως, ως κατωτέρω εκτίθενται λεπτομερώς. Ι(α) €1,025,600 ευρώ ζημίαι κατά τον ουσιώδη χρόνον, συνεπεία του περιορισμού των δικαιωμάτων των Εναγουσών και των απαγορεύσεων, μειώσεως ουσιωδώς της αξίας των εν λόγω ακινήτων, και/ή της οικονομικής αξίας των ακινήτων, συνεπεία της ανωτέρω αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, συνεπεία της αλλαγής της ζώνης, συνεπεία της απαγόρευσης ανέγερσης και/ή κατασκευή ξενοδοχείου, μείωση των συντελεστών δόμησης, περαιτέρω περιορισμός σε σχέσει με το εμβαδόν και αλλαγή της χρήσεως και/ή χρήσεων και/ή περιορισμοί στην χρήση και/ή άλλοι περιορισμοί, διαφοροποιήσεις συντελεστών συνεπώς και μείωση στις τιμές ζήτησης. Λαμβανομένων όλων των ως άνω προεκλήθη η ως άνω ζημία και/ή η οικονομική ζημία και/ή η μείωση ουσιωδώς της αξίας και/ή της οικονομικής αξίας των ακινήτων ως μία πτυχή των ζημιών συνεπεία των ως άνω. β) €1.025,600 ευρώ Ζημίαι του αυτού ποσού, λαμβανομένων υπ΄ όψιν της συνολικής αξίας των εν λόγω κτημάτων προ της ως άνω δημοσιεύσεως της Διοικητικής πράξεως και/ή λήψεως της αποφάσεως του Υπ. Συμβουλίου ήτο €2,050,321 ευρώ, μετά δε την εν λόγω Δ. Πράξην και/ή απόφαση της 1/6/89, δημοσιευθείσης την 2/6/89, ως άνω αναφέρεται, ήτοι κατά τον ουσιώδη χρόνον εμειώθη ουσιωδώς ή αξία των ως άνω ακινήτων και/ή η οικονομική αξία τούτων στο ήμισυ και σε αριθμούς €1,025,600 ευρώ συνεπεία των ως άνω, ως μία των πτυχών της προκληθείσης ως άνω ζημίας. ΙΙ Επιπλέον ζημία €3,860,000 ευρώ και/ή ουσιώδεις ζημίαι και/ή Οικονομικαί ζημίαι, συνεπεία της διαφοράς κόστων ανέγερσης ξενοδοχείου, λόγω αυξήσεως των κόστων κατασκευής ξενοδοχείου από 1989 μέχρι 2007 συνεπεία των ως άνω περιορισμών των δικαιωμάτων των Εναγουσών, που απεκλείοντο στην ανέγερση ξενοδοχείου από 1989-
  11. ΙΙΙ Συνεπώς ή συνολική ζημία ως και/ή μείωσης της αξίας και/ή της οικονομικής αξίας των εν λόγω κτημάτων και η ζημία και/ή η οικονομική ζημία και/ή άλλως πως συνεπεία των περιορισμών των δικαιωμάτων των Εναγουσών, και το σύνολο των ζημιών που υπέστησαν συνεπεία όλων των ανωτέρω τα κτήματα των Εναγουσών και ως εκ τούτου αι Ενάγουσαι συνολικώς υπέστησαν ζημίας €4,885,600 ευρώ, τώρα δε κατά πολύ πολλαπλάσια και το ποσόν τούτο απαιτείται ως Δικαία Αποζημίωση από τις Ενάγουσες εναντίον των Εναγομένων.
  12. Στην παράγ. 9 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. α) Στην 3η γραμμή μετά το Α, πριν την λέξην Δικαία να προστεθούν τα ακόλουθα: Αποζημιώσεις ως ανωτέρω παράγ. 1 μέχρι 9 ήτοι: 1) €1,025,600 ευρώ ως ανωτέρω παράγ. 8 Α Ι (α) 2) €1,025,600 ευρώ ως ανωτέρω παράγ. 8 Β Ι (β) 3) €3,860,000 ευρώ ως ανωτέρω παράγ. 8 Α ΙΙ 4) Ήτοι συνολικώς €4,885,600 ευρώ ως ανωτέρω παράγ. 8 Α ΙΙΙ. Συνολικά, ως β) Στην 3η γραμμή να τροποποιηθεί και αντικατασταθή αντί το ΛΚ600.000 να γίνη €4,885,600 ευρώ. γ) Στην 5η γραμμή Μετά το 8Α να προστεθή Ι α) β), ΙΙ, ΙΙΙ δ) Στην 7 γραμμή Μετά τη λέξη Εναγουσών και πριν την λέξην συμφώνως να προστεθή το ακόλουθο: Και/ή ζημιών συνεπεία του περιορισμού των δικαιωμάτων των Εναγουσών.» Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικούς Θεσμούς, Δ.25 θ.1-5, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 8, 9 και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου Η αίτηση υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση η οποία γίνεται από την Βερεγγάρια Παπακόκκινου, Ενάγουσα 1, και στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  13. Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 1/6/1989 μας προεκλήθησαν τεράστιαι ζημίαι στα επίδικα κτήματά μας. Λαμβάνοντας υπ΄ όψιν της προνομοιούχου θέσεως της τουριστικής ζώνης που έκειντο και κείνται τα κτήματά μας που αναφέρονται στην αγωγή μας, της καίτοι τουριστικής περιοχής που παρέμειναν και παραμένουν αλλά του περιορισμού των δικαιωμάτων μας και/ή αποκλεισμού των δικαιωμάτων μας που είχαμεν μέχρι τότε, την αλλαγή της ζώνης, την απαγόρευση και τον αποκλεισμόν της ανέγερσης και/ή κατασκευής ξενοδοχείου στα συγκεκριμένα κτήματά μας, την μείωση του Συντελεστού δόμησης τον περιορισμόν εις την χρήσην, ως και τις απαγορεύσεις που προκάλεσε η εν λόγω Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου και συνεπεία αυτής, και σε συνδυασμό, της εν λόγω Απόφασης με τους Κανονισμούς του ΚΟΤ και τις δυσμενείς επιπτώσεις που προκλήθησαν στα εν λόγω ακίνητα μας και/ή άλλως πως αλλά πάντοτε αποκλειστικά συνεπεία της εν λόγω απόφασης ως και - σε σχέσει και σε συνδυασμό με τους σχετικούς Κανονισμούς του ΚΟΤ. Και περαιτέρω λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι μπορούσε από το έτος 1977 και/ή προηγουμένως να ανεγερθή και κατασκευασθή ξενοδοχείο, στα εν λόγω ακίνητά μας, πράγμα που ηθέλαμεν διακαώς να ανεγείρωμεν, και ενώ είμεθα έτοιμοι και πρόθυμοι το 1989 να ανεγείρωμεν το εν λόγω ξενοδοχείον, μας πρόλαβε η εν λόγω Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και μας στέρησε το εν λόγω Δικαίωμα μας. Και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι από το 1989 και εντεύθεν, υπήρχαν συνεχώς και αδιαλείπτως όλοι οι περιορισμοί, μειώσεις, απαγορεύσεις και/ή άλλως πως. Και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι η εν λόγω απαγόρευση στην ανέγερση ξενοδοχείου εσυνεχίσθη και μετά την καταχώρηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως ήτοι εσυνεχίσθη μέχρι και/ή περί τα μέσα Ιουλίου 2007 ήτοι για 18 χρόνια, αλλά και πάλιν με μειωμένο συντελεστή δόμησης και πολλούς άλλους περιορισμούς με αποτέλεσμα να ζημιωθούμεν και εζημιωθήκαμεν ως Ενάγουσαι και ως άνω κτήματά μας τεράστια ποσά πολύ μεγαλύτερα των όσων περιγράφονται στην αγωγήν μας γι΄ αυτό και ζητούμεν τις Αιτούμενες Τροποποιήσεις της Αγωγής μας ως η Αίτησή μας.
  14. Εμείς πληροφορηθήκαμε αυτό το ως άνω που συνέβη τον Ιούλιο 2007, εντελώς πρόσφατα και για αυτό θεωρήσαμεν ορθό, δίκαιο και πρέπον να απευθυνθούμεν σε γνωστό Ειδικόν «Εκτιμητήν για να μελετήση σε βάθος και εκτεταμένα την όλη υπόθεση με όλες τις δυσμενείς για μας επιπτώσεις ζημίες κλπ. Συνεπεία όλων των ανωτέρω και λαμβανομένων όλων των πραγματικών και Νομικών δεδομένων και μετά από τις απόψεις, θέσεις και εκτιμήσεις του εν λόγω ειδικού ότι συνεπεία, των ανωτέρω και συνεπεία του περιεχομένου της αγωγής μας δεν περιλαμβάνονται όλες οι ζημίες που υπέστημεν και υφιστάμεθα και ότι είναι απολύτως αναγκαίο να ζητήσωμεν την τροποποίηση της αγωγής. Η μαρτυρία του εν λόγω εκτιμητού θα παρουσιαστή στο δικαστήριο κατά την Ακροαματική διαδικασία της Αγωγής και συνεπεία της εκτιμήσεως και των θέσεων του εν λόγω εκτιμητού ο οποίος έλαβε υπ΄ όψιν του όλα τα δεδομένα και τα γεγονότα της αγωγής εκρίναμεν ότι είναι αναγκαίες οι εν λόγω ουσιώδεις τροποποιήσεις που περιέχονται στην αίτησή μας για να διαφανή το ύψος όλων των ζημιών μας που και είναι απολύτως αναγκαίον να παρουσιασθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, για να προσδιοριστούν, όλα τα ζητήματα της αντιδικίας Νομικά σημεία και πραγματικά γεγονότα και όλες οι ζημίες μας που μας προεκλήθησαν από τους Εναγομένους, συνεπεία των ανωτέρω, και να μην περιέλθωμεν σε περαιτέρω δυσμενή θέσην από ότι είμεθα και συνεπεία της τόσο μεγάλης ζημίας που υπέστημεν και μας προκάλεσαν και μας προκαλούν οι Εναγόμενοι, συνεπεία των ανωτέρω. Και δέον να περιληφθούν όλα που ζητούνται στην αίτηση, στην Αγωγή μας για να βοηθηθή το Δικαστήριο να εξάξη ορθά και ασφαλή συμπεράσματα προς τον σκοπόν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της δικαίας εκδίκασης της Υποθέσεως μας.
  15. Αι αιτούμεναι τροποποιήσεις ζητούνται διότι αφ΄ ενός μέρος των, εν παραδρομής και/ή εκ καλής πίστεως λάθους δεν περιλήφθησαν στην αγωγή και αφ΄ ετέρου μέρος των δεν περιελήφθη, συνεπεία όλων των ανωτέρω.
  16. Αι Αιτούμεναι τροποποιήσεις ζητούνται καλόπιστα, είναι δίκαιες, λογικές και ορθές και δεν θα επιφέρει καμμία βλάβη η αίτησή μας στους Εναγομένους.» Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση κατεχώρησαν ένσταση στην αίτηση και αναφέρουν τους εξής λόγους: «(α) Η αίτηση είναι νόμο και ουσία αβάσιμη. (β) Η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται ικανοποιητική εξήγηση για τους λόγους της καθυστέρησης. (γ) Επηρεάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των Εναγομένων για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. (δ) Η αίτηση έγινε κακόπιστα και αποσκοπεί στο να εισαγάγει στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς που αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. (ε) Τα νέα στοιχεία που ισχυρίζονται οι Αιτήτριες-Ενάγουσες δεν εξειδικεύονται αλλά είναι ασαφή γενικά και αόριστα. (στ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν και γεγονότα που ήταν γνωστά στις αιτήτριες πριν από το
  17. (ζ) Με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες αιτίες αγωγής και νέας βάση αγωγής από τις αναφερόμενες στην γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος και την Έκθεση Απαίτησης. (ζ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις που επιδιώκονται είναι ουσιαστικές και αν επιτραπούν θα έχουν ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.» Η εν λόγω ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.25 (1-5), Δ.48 (1, 2, 3, 4 και 9), στην Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μικαέλας Καραπατάκη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εμφανίζεται για τους Εναγόμενους και αναφέρει τα ακόλουθα: «
  18. Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση της κας. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου και αρνούμαι το περιεχόμενο της στα σημεία που έρχετε σε αντίθεση και/ή δεν συμφωνά με το περιεχόμενο της παρούσας ένορκης δήλωσης μου. Έχω επίσης διαβάσει και μελετήσει τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση Εναγομένων και τους υιοθετώ πλήρως.
  19. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από τις αιτήτριες την 19/4/2004 με γενική οπισθογράφηση σύμφωνα με την Διάταξη 2

(1)των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Με βάση το κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στην 5/7/2007 οι Ενάγουσες απαιτούσαν την καταβολή αποζημιώσεων ύψους Λ.Κ.600.000,00 (€1025.160) λόγω της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 31861/1.6.89 σύμφωνα με την οποία τέθηκε μορατόριουμ στην ξενοδοχειακή ανάπτυξη στην Πάφο στην περιοχή που ευρίσκονται τα κτήματα των Εναγουσών.
  2. Με βάση την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγουσες συγκεκριμενοποίησαν την απαίτηση των για την ζημιά που υπέστησαν με βάση τους ισχυρισμούς των λόγω και μόνο της εκδοθείσας Υπουργικής απόφασης.
  3. Με βάση την αιτούμενη τροποποίηση οι Ενάγουσες εισαγάγουν νέες αιτίες αγωγής, ήτοι επιπλέον αποζημιώσεις λόγω της μείωσης του συντελεστή δόμησης, την αλλαγή της ζώνης, του περιορισμού των χρήσεων, μείωση των εμβαδών των ακινήτων, ως επίσης και επιπλέον ζημιών που οφείλονται στην διαφορά του κόστους ανέγερσης του ξενοδοχείου λόγω αύξησης του κόστους κατασκευής.
  4. Με βάση την αιτούμενη τροποποίηση η αποζημίωση που απαιτούν οι Ενάγουσες από €1.025,160 αυξάνεται στις €4.885,600 χωρίς να εξειδικεύεται και να αναλύεται πως προέκυψε το ποσό της νέας αιτούμενης τροποποίησης.
  5. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι γενική και αόριστη, δεν περιέχει και δεν αναφέρει τους λόγους πάνω στους οποίους στηρίζεται και αποσκοπεί μόνο στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης και τοιουτοτρόπως επηρεάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των Εναγομένων για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης.
  6. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση αν ληφθεί υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε την 19/4/2004, η έκθεση υπεράσπισης την 5/7/07 και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 2/2/2010, οι Ενάγουσες θυμήθηκαν ύστερα από 6 ολόκληρα χρόνια να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης γεγονός που συνιστά αδικαιολόγητη καθυστέρηση χωρίς να γίνεται οιαδήποτε αιτιολογία για την καθυστέρηση.
  7. Με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες αιτίες αγωγής οι οποίες ήταν γνωστές και/ή έπρεπε να ήταν σε γνώση των Εναγουσών κατά την ημερομηνία της καταχώρησης της αγωγής.
  8. Με την αιτούμενη τροποποίηση η οποία είναι ουσιαστική αν επιτραπεί αλλάζει ριζικά την βάση της αγωγής και θα έχει ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων λόγω των νέων αιτιών αγωγής που εισάγονται.
  9. Οι νέες εισαγόμενες αιτίες αγωγής είναι γενικές αόριστες δεν στηρίζονται σε κανένα αντικειμενικό κριτήριο, αλλά σε σκέψεις και σε υποκειμενικά κριτήρια για σκοπούς μόνο εντυπώσεων.» Οι συνήγοροι των διαδίκων κατεχώρησαν γραπτές αγορεύσεις και τους δόθηκε το δικαίωμα να σχολιάσουν και προφορικά τα επιχειρήματα που πρόβαλε η αντίδικη πλευρά. Όλα τα πιο πάνω τα έχω μελετήσει προσεκτικά όπως και όλα τα δικόγραφα που αφορούν την αίτηση. Η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.» Θα προσπαθήσω, κατ΄ αρχάς να εκθέσω τις βασικές αρχές. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Νewspapers Ltd [1970] 2 All E. R. 754, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων η Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 A.A.Δ. 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει πως: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money." Στην υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393 αναφέρει ο Bramwell L. J. στη σελ. 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he has done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise. However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the costs occasioned unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amendment pleading was delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Transway Co. 16 Q.B.D. 556)." (Bλ. επίσης Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philippa Estates Ltd
(1988)1 Α.Α.Δ. 607, Mahatton v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 Α.Α.Δ. 542, όπου το πιο πάνω απόσπασμα έχει υιοθετηθεί). Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά. (πιο πάνω) αναφέρεται πως: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd. V. To Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716 λέχθηκε πως: "Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές." Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704, προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)A.A.Δ. 24 υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κ. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει τροποποίηση της δικογραφίας, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στο ίδιο πεδίο, σε άλλους τομείς της αστικής δικαιοδοσίας. Αναφέρεται στη σελ. 26 πως: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» (Bλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33, Claraped v. Commercial Union Association 32 W. R., Steward v. North Metropolitan Transways Company (πιο πάνω), Michael v. United Sea Transport Co. Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 401, Mahatton v. Viceroy Shipping Co. Ltd and Another (πιο πάνω), United Sea Transport Co. Ltd. and Another v. Zakou
(1980)1 Α.Α.Δ. 510). Ο παράγοντας καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως ο παράγοντας αυτός δεν είναι αφ΄ εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ. ά. v. A.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφέρεται πως: «O παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας.» Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω), αναφέρεται πως: «Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» (Bλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ. ά. (πιο πάνω) και Evripidou and Another v. Kannaourou (πιο πάνω). Προκύπτει πως ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Η υπόθεση Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, 611 δίδει μια διαφοροποιημένη προσέγγιση. Αναφέρεται πως: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπίσουν από τους εναγομένους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος.» Ακόμα, στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελ. 562 αναφέρεται πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα, Πολ. Εφ. 10341, ημερομηνίας 19.1.1999 παρατίθεται απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700, 710-711 ότι: "... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Και μνημονεύεται η Easton v. Ford Motor Co. Ltd.
(1993)4 All E. R. 257 που την επαναβεβαιώνει. Με αναφορά στη δική μας νομολογία και ειδικά σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή μνημονεύεται απόσπασμα από την Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.Α.Δ. 426, 432 ότι: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Σημειώνεται ακόμη πως: «Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση.» Από την πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση προβλήθηκε έντονα ο ισχυρισμός της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης, του δυσμενούς επηρεασμού της υπόθεσης του και ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες βάσεις αγωγής που δεν επιτρέπεται σε τέτοιες διαδικασίες. Επίσης προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι Αιτήτριες-Ενάγουσες δεν δικαιολογούν την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης. Θα πρέπει εξ αρχής να τονιστεί ότι αυτή η υπόθεση είναι παλιά, καταχωρήθηκε στις 19.4.2004 και η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 5.7.2007 κατόπιν αίτησης που υποβλήθηκε εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση για απόρριψη της αγωγής στις 21.6.2006. Η πιο πάνω αίτηση καθυστέρησε να επιδοθεί στις Ενάγουσες και στις 28.11.06 η αίτηση απεσύρθη λόγω μη επίδοσης στις Ενάγουσες. Ήδη η υπόθεση έχει καθυστερήσει πάρα πολύ. Ο χρόνος όμως που παρήλθε από την ημέρα της καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης μέχρι σήμερα δεν είναι τέτοιος που να κατευθύνει τη σκέψη μου στο να απορρίψω την αίτηση για αυτό το λόγο. Από την άλλη προκύπτει από τους ισχυρισμούς των Αιτητριών-Εναγουσών ότι αρκετά θέματα που ζητούν να τροποποιηθούν προέκυψαν και περιήλθαν σε γνώση τους μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Οι τροποποιήσεις που επιζητούνται με την παρούσα αίτηση αφορούν το ύψος των αποζημιώσεων που ζητούν οι Ενάγουσες και που μέρος αυτών των αποζημιώσεων στηρίζονται σε ισχυρισμούς που φαίνεται ότι δεν περιλήφθηκαν στην αρχική Έκθεση Απαίτησης λόγω του ότι δεν ήταν γνωστοί αυτοί οι ισχυρισμοί και γεγονότα κατά την καταχώρηση της αρχικής Έκθεσης Απαίτησης. Κρίνω ότι με βάση όλα τα πιο πάνω και στηριζόμενος σε ότι έχει λεχθεί ενώπιον μου δεν υπάρχει οποιαδήποτε κακοπιστία στο διάβημα των Αιτητριών. Είναι η απόφαση μου ότι για καλύτερους σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις, γεγονός που σε καμιά περίπτωση δεν θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση του Καθ΄ ου η Αίτηση διότι θα δυνηθεί και αυτός να απαντήσει στις αιτούμενες τροποποιήσεις και θα αποζημιωθεί και με τα έξοδα αυτής της διαδικασίας. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Αιτητριών ότι δεν υπάρχει καταχωρημένο εκ μέρους του Εναγόμενου σημείωμα αλλαγής δικηγόρου κρίνω ότι δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης όπως η αίτηση. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί μέσα σε 2 0 ημέρες από της συντάξεως του διατάγματος τροποποίησης. Στη συνέχεια ο Καθ΄ ου η Αίτηση να καταχωρήσει τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης μέσα σε 20 μέρες από της επιδόσεως σ΄ αυτόν της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Όλα τα απολεσθέντα ένεκα της τροποποίησης έξοδα πλέον τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου και εναντίον των Αιτητριών-Εναγουσών. (Υπ.) .................. Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.