← Κύπρος

Elio Branca ν. Έλενας Ταλιώτου, Αρ. Αγωγής: 2704/10, 14 Ιανουαρίου 2011

Elio Branca ν. Έλενας Ταλιώτου, Αρ. Αγωγής: 2704/10, 14 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2704/10 Μεταξύ: Elio Branca, από την Ελβετία Ενάγοντος -και-

  1. Έλενας Ταλιώτου, από την Πάφο
  2. Νίκου Πογιατζή, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση από την εναγόμενη 1 για ασφάλεια εξόδων ημερ. 20/9/
  3. Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου
  4. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια- Εναγόμενη 1: κα Χριστοδουλίδου για Π. Ευθυμίου Για Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγοντα: κα Α. Σοφιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, όπως φαίνεται και συνάγεται από το κλητήριο ένταλμα και την ειδική οπισθογράφηση αυτού, αλλά και από την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 10/11/2010, που υποστηρίζει την ένσταση του, είναι αλλοδαπό πρόσωπο από την Ελβετία, μόνιμος κάτοικος Ελβετίας. Η εναγόμενη 1 όπως φαίνεται από την ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, αλλά και από την ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 20/9/2010, που υποστηρίζει την Αίτηση της, είναι δικηγόρος στην Πάφο. Ο εναγόμενος 2, όπως φαίνεται από την ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα στην Κύπρο. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ως ο ενάγων ισχυρίζεται, έδωσε οδηγίες στον εναγόμενο 2 να προβεί σε ενέργειες για την πώληση ενός ακινήτου που ο ενάγων ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης στο χωριό Άρμου, στην Πάφο, στην τρέχουσα αγοραία αξία του. Μεταγενέστερα ο ενάγων πληροφορήθηκε από τρίτο πρόσωπο, όπως πάντοτε ισχυρίζεται, ότι το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε και ακολούθως, στις 25/5/2007 μεταβιβάστηκε στον αγοραστή, για το ποσό των £57,500.00(€98.244,58) το οποίο ποσό εισέπραξε η εναγόμενη
  5. Από το εν λόγω ποσό και αφού αφαίρεσε από αυτό διάφορα ποσά που κατέβαλε στις αρμόδιες υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό μορφή τελών, δικαιωμάτων και φόρων αλλά και έξοδα για συγκεκριμένες επαγγελματικές υπηρεσίες που προσέφερε, η εναγόμενη 1 απέστειλε στον ενάγοντα το ποσό των £13,000.00 (€22.211,82), το δε υπόλοιπο εκ €63.363,70 άφησε στην κατοχή της προς όφελος και δια λογαριασμό του ενάγοντα και/η σαν θεματοφύλακας και/ επίτροπος τούτου. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα τόσο προσωπικά όσο και μέσω των δικηγόρων του στην Κύπρο αλλά και στην Ελβετία, για να του αποσταλεί και το υπόλοιπο ποσό, μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής τούτο δεν έγινε, με επακόλουθο πάντοτε ως ισχυρίζεται ο ενάγων, η εναγόμενη 1 να κατακρατεί το εν λόγω ποσό και να καθίσταται τοιουτοτρόπως και αδικαιολόγητα πλουσιότερη εις βάρος του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι, με τις εκθέσεις υπερασπίσεων τους, αρνούνται ότι κατέχουν οποιοδήποτε ποσό προς όφελος και / η δια λογαριασμό του ενάγοντα και/η ότι κατακρατούν τέτοιο ποσό και αποδίδουν ο ένας στον άλλο το γεγονός της είσπραξης από τον αγοραστή του τιμήματος πώλησης του ακινήτου του ενάγοντα. Περαιτέρω η εναγόμενη 1 αξιώνει την καταβολή από τον ενάγοντα προς αυτήν εξόδων για λοιπές επαγγελματικές υπηρεσίες, ο δε εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε εξουσιοδοτηθεί για να πωλήσει το ακίνητο αλλά απλά ότι ενήργησε για την απόσυρση του αγοραπωλητηρίου που ο ενάγων κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο στην Πάφο. H εναγόμενη 1 τώρα ζητά με την Αίτησή της ασφάλεια εξόδων στα πλαίσια της Δ.60 κ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 1 που συνοδεύει την Αίτηση, αναφέρεται ότι ο ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και δεν είναι Κύπριος πολίτης αλλά υπήκοος της Ελβετίας, χώρα στην οποία είναι μόνιμος κάτοικος και η οποία δεν είναι χώρα ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο ενάγοντας δεν έχει ακίνητη ή οποιαδήποτε άλλη περιουσία στο όνομα του στην Κύπρο και συνακόλουθα σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα που θα υποστεί και τυχόν θα δικαιούται η εναγόμενη
  6. Αυτά τα δεδομένα και ισχυρισμοί αποτελούν μαζί με τη νομική πτυχή το υπόβαθρο επί του οποίου η αιτήτρια στηρίζει την αίτησή της. Σε σχέση με το ύψος του ποσού που θα πρέπει να δοθεί υπό μορφή ασφάλειας εξόδων, προβάλλεται η θέση πως τα έξοδα δυνατό να ανέλθουν γύρω στις €5.168 και προς τούτο, όπως είναι η ορθή πρακτική, έχει επισυναφθεί στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας προκαταρτικός κατάλογος εξόδων σαν Τεκμήριο Β, [βλέπε απόφαση στην υπόθεση Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline

(1990)1 Α.Α.Δ. 434 για την ακολουθούμενη πρακτική]. Στον εν λόγω κατάλογο εξόδων επισημαίνω ότι έχουν περιληφθεί έξοδα μέχρι και το πέρας της τελικής ακροαματικής διαδικασίας συμπεριλαμβανομένου και ποσού για την ετοιμασία του εν λόγω καταλόγου. Εν κατακλείδι υποστηρίζει η εναγόμενη 1 ότι εκ της νομικής συμβουλής που έχει λάβει και η ίδια γνωρίζει, η απαίτηση του ενάγοντα είναι αδύνατη και οι πιθανότητες αποτυχίας γι' αυτόν είναι μεγάλες. Ο ενάγοντας στην ένσταση του υποστηρίζει ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της νομοθεσίας, της Δικονομίας και της Δικαστικής πρακτικής, είναι καταχρηστική, δεν έγινε καλόπιστα και επίσης διότι δεν προηγήθηκε της Αίτησης γραπτή έκκληση για καταβολή ασφάλειας εξόδων. Aκόμη είναι η θέση του ενάγοντα οτι η αγωγή και η αξίωση του έχει σοβαρές και πολλές πιθανότητες επιτυχίας και τυχόν έκδοση του διατάγματος θα έχει σαν επακόλουθο την προσβολή του δικαιώματος του να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Προς υποστήριξη της ένστασής του ο ενάγοντας προέβη σε σχετική ένορκη δήλωση στην οποία ισχυρίζεται πως έχει πολύ καλή βάση αγωγής καθότι η εναγόμενη 1 όπως φαίνεται από τα επισυνημμένα στην ένορκο δήλωσή του τεκμήρια εισέπραξε και κατακρατεί το ποσό της αξίωσής του, τούτο δε καταδεικνύεται και από το ότι η εναγόμενη 1, όπως φαίνεται και από τα Τεκμήρια Ζ, Η, Θ, και Ι της ενόρκου δηλώσεως του, παρά το ότι εκλήθη επανειλημμένα να του επιστρέψει το ποσό το οποίο κατακρατεί δεν έδωσε απάντηση σ' αυτές. Περαιτέρω αναφέρει ότι είναι ηλικίας 77 ετών, συνταξιούχος και τα εισοδήματά του όπως φαίνονται από τα Τεκμήρια Ι, ΙΑ, ΙΒ, Κ και ΚΑ δεν του επιτρέπουν να εξασφαλίζει τα αναγκαία προς το ζην με επακόλουθο να λαμβάνει βοηθήματα από τις αρμόδιες υπηρεσίες της χώρας του. Περαιτέρω επί τη βάση της νομικής συμβουλής της δικηγόρου του ισχυρίζεται ότι έχει πολύ καλή υπόθεση και η τυχόν έκδοση διατάγματος ως η Αίτηση θα του προσβάλει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του να προσφύγει στη δικαιοσύνη, κάτι στο οποίο αποσκοπεί η αιτήτρια και έτσι να παρακωλύσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Αμφότεροι οι συνήγοροι υιοθέτησαν το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των πελατών τους και προώθησαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας το Δικαστήριο στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Τις εν λόγω αγορεύσεις ετοίμασαν γραπτώς, διάβασαν και αντίγραφά τους κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Έχω διεξέλθει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει αν κριθεί ότι επιβάλλεται στο κατάλληλο στάδιο. Κρίνω προτού προχωρήσω σε περαιτέρω εξέταση της Αίτησης ότι θα ήταν χρήσιμη η καταγραφή αυτούσιας της Διαταγής 60. κ.1: «Α plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων». Σε ελεύθερη δε ελληνική μετάφραση: « Δ.60 Κ. 1 Ένας ενάγοντας (και, σε σχέση με ανταπαίτηση που από τη φύση της δεν είναι απλός συμψηφισμός, ένας εναγόμενος) που διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου ή σε Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για τα έξοδα έστω κι αν προσωρινά διαμένει στην Κύπρο ή σε Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων» Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω Κανονισμού, για να τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας που παρέχει στο Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο ενάγοντας δεν έχει τη συνήθη κατοικία του στην Κύπρο ή σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ούτε πρόκειται για εργαζόμενο με χαμηλό εισόδημα. Στην υπόθεση Alahmari (πιο πάνω), αναφορικά με το γεγονός της κατοικίας διαδίκου στο εξωτερικό, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 436: «Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος "may" (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsubury's Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp. 384-385)." Στην ίδια πιο πάνω απόφαση, στη σελ. 436, λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του.» Στην δε Union de Cooperatives v. Apak Agro (αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170 αναφέρεται πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρύτατη γιατί οι θεσμοί δεν καθορίζουν τα κριτήρια για την άσκησή της. Σε σχέση δε με την οικονομική δυνατότητα ενός ενάγοντα να παράσχει ασφάλεια εξόδων έχει επίσης αποφασιστεί πως αυτή δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει η οικονομική του αδυναμία και ο εξ αυτής, ανάλογα με τις περιστάσεις, κίνδυνος να μην είναι σε θέση να συμμορφωθεί σε τυχόν διάταγμα, να απολήξει σε στέρηση της πρόσβασης του στο Δικαστήριο. [βλέπε The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O´Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087]. Η ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σε αυτά τα πλαίσια έχει τροποποιηθεί η Δ.60 κ.1 με την επιφύλαξη ότι εξαιρούνται διαταγής για παροχή ασφάλεια εξόδων αλλοδαποί εργαζόμενοι [βλ. Singh v. Alsalam Boccacio 98
(2000)1 A.A.Δ. 1818]. Η επιφύλαξη αυτή δεν έχει εν προκειμένω βέβαια εφαρμογή, ούτε την έχει επικαλεστεί ο ενάγοντας. Σχετική επί του ζητήματος αυτού είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία
(2002)1Γ 1653, στην οποία στις σελίδες 1657 και 1658 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η απόφαση στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087, διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου κάτω από τη Δ.60, θ.1, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στη Δικαιοσύνη. Ως υπέδειξε το Δικαστήριο στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan, η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, τοιουτοτρόπως, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με τη δυνατότητα του ενάγοντος ή του εφεσείοντος, ως η περίπτωση, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την εξαιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δε διαθέτει τα μέσα, το αίτημα απορρίπτεται. Ο λόγος της απόφασης αυτής συμπυκνώνεται στην πρόταση ότι δε χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, όπου η έκδοσή της απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο του ενάγοντος ή του εφεσείοντος. Πρέπει να επισημάνουμε ότι η Δ.60 αποτελούσε μέρος των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι τύγχαναν εφαρμογής κατά το χρόνο ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διατηρήθηκε, όπως και οι θεσμοί, γενικά, σε ισχύ, υπό την αίρεση των διατάξεων του Άρθρου 188.1 του Συντάγματος, που επιβάλλουν την προσαρμογή των προνοιών τους προς το Σύνταγμα, περιλαμβανομένου του Άρθρου 30 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Ως διαπιστώθηκε στην United Bible Societies v. Χ"Κακού
(1990)1 Α.Α.Δ. 395, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι υφίσταντο κατά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, υπόκεινται, κατά την εφαρμογή τους, σε εναρμονισμό προς το Σύνταγμα. Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται και στην Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109. Όπως προκύπτει από την απόφαση της Ολομέλειας στη Γιωργαλλά ν. Χ" Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060, όροι περιοριστικοί του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο, ή, ακριβέστερα ρυθμιστικοί της άσκησής του, μπορεί να τεθούν, νοουμένου ότι δεν πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος, ο οποίος εντοπίζεται στη λελογισμένα ανεμπόδιστη πρόσβαση στο δικαστήριο. Ο πυρήνας του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο πλήττεται και το δικαίωμα παραβιάζεται, εφόσον ο προσφεύγων στο δικαστήριο δε διαθέτει τα μέσα για εξασφάλιση των εξόδων του αντιδίκου. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων κατοικεί εκτός της επικράτειας, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβολή υποχρέωσης για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγόμενου ή του εφεσίβλητου, ως η περίπτωση, εφόσον καταδεικνύεται ότι αυτός διαθέτει τα μέσα για το σκοπό αυτό.» Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση και την ένσταση του ενάγοντα, το οποίο επισημαίνω έχει παραμείνει και αναντίλεκτο αφού δεν υπήρξε αντεξέταση εκ μέρους και των δυο πλευρών, συνάγεται αβίαστα, όπως είναι άλλωστε και παραδεκτό, ότι ο ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, χώρας μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν πρόκειται για εργαζόμενο με χαμηλό εισόδημα και ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Με την διαπίστωση δε αυτή τίθεται και το θεμέλιο για την περαιτέρω εξέταση της Αίτησης. Όμως και έχοντας κατά νού τα πιο πάνω κρίνω ότι πρέπει, προτού προχωρήσω στην περαιτέρω εξέταση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, να εξετάσω τη θέση που προβάλει ο ενάγοντας και η συνήγορός του στην αγόρευσή της, ότι της Αίτησης θα έπρεπε να προηγηθεί επιστολή της εναγόμενης 1 με την οποία να ζητείτο η παροχή ασφάλειας εξόδων, κάτι που όπως αποτελεί κοινό τόπο, δεν έγινε. Τούτο διότι αν δεχτώ την θέση αυτή η περαιτέρω εξέταση της συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεων θα καταστεί άνευ σημασίας. Κατ' αρχάς η Δ.60, η οποία αντιστοιχεί στη Δ.65, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν στην Αγγλία κατά το χρόνο της εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν περιέχει τέτοια πρόνοια. Όμως στην Αγγλία και σαν ζήτημα πρακτικής αλλά και νοουμένου ότι παρέχεται επαρκής χρόνος, τέτοια γραπτή απαίτηση πρέπει να γίνεται προς το συνήγορο του ενάγοντα (βλ. Δικαστηριακή Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας 1958 Τόμος 1 σελ. 1890, παράγραφος με τον τίτλο Application; how made). Βλέπε επίσης το σύγγραμμα Atkin´s Court Forms, 2nd edn, Vol.13 (1975 issue), σελ. 61-64, και το σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4th edn, Vol, 37, para. 305, στα οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα. Το συγκεκριμένο ζήτημα απασχόλησε επίσης και το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση που με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 1, TBF (CYPRUS) LTD, κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2003)1Α Α.Α.Δ.
  1. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση στην σελίδα 464: «Επίσης και ο ισχυρισμός των καθ΄ων η αίτηση πως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν προηγήθηκε επιστολή προς τους καθ΄ων η αίτηση, είναι ανεδαφικός και θα πρέπει να έχει την ίδια κατάληξη. Τούτο προφανώς οι καθ΄ων η αίτηση βασίζουν σε αναφορές που υπάρχουν στο The Annual Practice, οι οποίες σχετίζονται με αίτηση για νομική αρωγή. Διαβάζουμε από το Annual Practice 1950 στη σελ. 1281, κάτω από τον τίτλο Poverty or Insolvency: "The proper course is to apply by letter to the appellant to give security. If the appellant does not intimate that he intends to apply for a Civil Aid Certificate under the Legal Aid and Advice Act, 1949, an order for security may be applied for." Κρίνουμε ότι η πρακτική αυτή δεν έχει εφαρμογή με βάση τα Κυπριακά δεδομένα. Εν πάση περιπτώσει, και σε αντίθετη περίπτωση, το να μην ακολουθηθεί η διαδικασία αυτή, αν είχε εφαρμογή, δε θα καθιστούσε το δικαστικό διάβημα άκυρο.» Συνακόλουθα κρίνω ότι και στην υπό εξέταση Αίτηση κι αν ακόμα η πρακτική αυτή έχει εφαρμογή στην Κύπρο, το να μην ακολουθηθεί η διαδικασία αυτή δεν θα καθιστούσε το Δικαστικό διάβημα άκυρο. Σε τελική ανάλυση ο μόνος δυσμενής επηρεασμός που μπορεί να προκληθεί στον ενάγοντα είναι η δημιουργία εξόδων για την καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης και τίποτα άλλο. Ως εκ τούτου η θέση αυτή του ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να ικανοποιήσει το αίτημα του για απόρριψη της Αίτησης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου και με δεδομένο οτι ο ενάγων δεν διαμένει στην Κύπρο ούτε σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ούτε και πρόκειται για εργαζόμενο με χαμηλό εισόδημα, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο επί τη βάση των άλλων δύο παραγόντων που σύμφωνα με την νομολογία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, δικαιολογείται η έγκριση της Αίτησης. Σε σχέση με τον πρώτο παράγοντα είναι αδιαμφισβήτητο, αφού είναι και παραδεκτό, ότι ο ενάγων δεν διαθέτει στην Κύπρο οποιαδήποτε ακίνητη η άλλη περιουσία. Αυτό βεβαίως είναι πλήρως συνυφασμένο με την απαίτηση του αφού η μοναδική ακίνητη περιουσία του στην Κύπρο, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα ισχυρίζεται πωλήθηκε από τους εναγομένους και είναι αυτή η πώληση πού έδωσε αφορμή για να προκύψει η βάση της παρούσας αγωγής. Ότι παρέμεινε είναι η εξέταση του δεύτερου παράγοντα που αφορά την ισχύ της υπόθεσης του ενάγοντα, το βάρος για τεκμηρίωση της οποίας το φέρει ο ίδιος. Ο υπό κρίση παράγοντας είναι συνυφασμένος με τη γνησιότητα της απαίτησης και επί του προκειμένου είναι αρκετό να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Τίποτε λιγότερο, τίποτα περισσότερο (βλ. Practical Approach to Civil Procedure υπό S. Sime, 8η έκδοση, παρ. 36.4.3 σελ. 406), ζήτημα που απασχόλησε ιδιαίτερα τους διάδικους και οι εκατέρωθεν θέσεις έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω. Τις διεξήλθα με προσοχή και με βάση το υλικό που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα την δια των εκθέσεων υπερασπίσεως άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα, κρίνω ότι δεν θα ήταν ασφαλές στο παρόν στάδιο οποιοδήποτε συμπέρασμα, είτε υπέρ της ισχύος της υπόθεσης του καθ΄ ου η αίτηση είτε εναντίον σε σχέση με την εναγόμενη 1, που εν προκειμένω ενδιαφέρει. Δεδομένων των πιο πάνω και έχοντας υπόψη τις αρχές της νομολογίας όπως αυτές παρατίθενται ανωτέρω, η διακριτική όμως ευχέρεια μου θα πρέπει να ασκηθεί και μέσα από την ακόλουθη εξισορρόπηση. Από την μία αποδοχή της Αίτησης ενέχει τον κίνδυνο, υπό τας περιστάσεις, ο ενάγοντας να απολέσει ένα θεμελιακό, ανθρώπινο δικαίωμα, το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Από την άλλη απόρριψη της Αίτησης ενέχει τον κίνδυνο η εναγόμενη 1 σε περίπτωση βεβαίως αποτυχίας της υπόθεσης του ενάγοντα, να καταβάλει εξ ιδίων της ένα σημαντικό ποσό εξόδων, πλέον Φ.Π.Α. το οποίο να μην δυνηθεί να διεκδικήσει με πιθανότητες επιτυχίας. Ασφαλώς ο πρώτος παράγοντας έχει μεγαλύτερη σημασία. Συνακόλουθα και επειδή υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους του ενάγοντα, όπως διατυπώνεται στην ένορκη δήλωση του, ότι η οικονομική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή ασφάλειας εξόδων θα πρέπει εν κατακλείδι να εξετάσω και τον σοβαρότατο αυτό παράγοντα προτού προβώ στην τελική δικανική μου κρίση. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του ο ενάγοντας επικαλείται τα Τεκμήρια που επισυνάπτει στην ένορκο του δήλωση τα οποία αποδεικνύουν, μιας και παρέμειναν και αδιαμφισβήτητα, πως για να διαβιώσει στη χώρα όπου κατοικεί λαμβάνει πρόσθετα δημόσια βοηθήματα πέραν των εισοδημάτων που έχει ο ίδιος. Πρόσθετα όμως από τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένσταση του ενάγοντα και ειδικότερα από το Τεκμήριο Ι και την μετάφρασή του, Τεκμήριο ΙΒ, διαπιστώνω ότι ο ενάγοντας εκτός από τα εισοδήματα και τα επιδόματα που λαμβάνει από τις αρμόδιες υπηρεσίες της χώρας του διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που συνίστανται σε αποταμίευση ύψους 15,593,30 Ελβετικών Φράγκων. Ακόμη από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και συγκεκριμένα από την παράγραφο 16, προκύπτει αβίαστα ότι ο ενάγοντας είναι σε θέση να καταβάλλει τις αμοιβές των δικηγόρων του στην Ελβετία και στην Κύπρο, καθώς επίσης και να ταξιδεύει και διαμένει στην Κύπρο, καταβάλλοντας όπως ο ίδιος επικαλείται το ποσό των €9.
  2. Συνακόλουθα κρίνω ότι τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι έχει τη δυνατότητα, εφόσον και οι λοιπές προϋποθέσεις και παράγοντες πληρούνται, να καταβάλει ποσό για ασφάλεια των εξόδων της εναγόμενης 1 χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος η το ενδεχόμενο να επηρεαστεί και/ή να του αποστερηθεί το δικαίωμά του για προσφυγή στα Κυπριακά Δικαστήρια. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω και αφού συνεκτίμησα όλα όσα οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου, κρίνω ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης και ως τελευταίο θέμα παρέμεινε ο καθορισμός του ύψους της εξασφάλισης. Σε σχέση τώρα με τον καθορισμό του ύψους της εξασφάλισης οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι καλά γνωστές και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1965, σελ. 385: « The amount of security awarded is in the discretion of the Court, which will fix such sum as it thinks just, having regard to all the circumstances of the case. The more conventional approach is to fix the sum at about two-thirds of the estimated party costs up to the stage of the proceedings for which security is ordered; but there is not hard-and-fast rule". Ακόμα το ύψος του ποσού της ασφάλειας που παρέχεται είναι κατά κανόνα εκείνο το οποίο υπό κανονικές συνθήκες θα υποστεί ο διάδικος που εξαιτείται την ασφάλεια. Βλ. υποθέσεις Senior Service Ltd and Others v. Chrysanthi Shipping Co Ltd
(1975)1 C.L.R. 216, στην οποία παραπέμπει και η υπόθεση Alahmari (ανωτέρω). Επίσης όπως αναφέρει ο Δ. Χατζηχαμπής στην υπόθεση Π.Τ. Ασσούρανσι Τόκιο Μαρίν Ιντονήσια ν. 1. Σήσκοπ Ναβικειισιον Λτδ 2. Κοντσιπ Κοντεινερλαινς Λτδ,
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1741, στην σελίδα 1748: «Θα ήθελα, τέλος, να επισημάνω επί του προκειμένου ότι (α) το ύψος του ποσού ασφάλειας εξόδων είναι στην κρίση του Δικαστηρίου, (β) υπάρχει ευχέρεια έκδοσης από το Δικαστήριο σε μελλοντικό στάδιο νέας διαταγής παροχής ασφάλειας για πρόσθετο ποσό εξόδων οποτεδήποτε οι περιστάσεις το απαιτούν, και (γ) το ύψος του ποσού ασφάλειας εξόδων δεν πρέπει να είναι καταπιεστικό με την έννοια ότι απαγορεύει ουσιαστικά την προσφυγή στη δικαιοσύνη.» Στην υπό κρίση περίπτωση η αιτήτρια επιδιώκει εξασφάλιση ύψους €5.168.- και την δικαιολογεί με προκαταρτικό κατάλογο εξόδων τον οποίο επισύναψε εις την ένορκή της δήλωση που υποστηρίζει την αίτησή της. Έχω διεξέλθει με προσοχή τον εν λόγω κατάλογο και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κατέληξα ότι το ύψος της επιδιωκόμενης εξασφάλισης είναι υπερβολικό. Σ΄ αυτό καταρχάς περιέχονται ποσά που αφορούν μελλοντικά έξοδα που τυχόν θα προκληθούν, έξοδα οκτώ αναγκαίων επιστολών που δεν έχουν δικαιολογηθεί και επίσης εξετάζοντας τον σχετικό κανονισμό διαπιστώνω ότι τα αναγραφόμενα σ' αυτόν ποσά είναι στο μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος. Ακόμη το ύψος του ποσού των εξόδων όπως η Εναγόμενη 1 τα έχει καθορίσει στον προκαταρτικό κατάλογο εξόδων που επισυνάπτει στην ένορκο της δήλωση μέχρι και το στάδιο της έκδοσης απόφασης στην παρούσα αίτηση, ήτοι μέχρι και το στάδιο που ζητεί τη παροχή ασφάλειας εξόδων, ανέρχεται στο ποσό των €1.782. Τέλος επισημαίνω ότι υπάρχει ευχέρεια έκδοσης από το Δικαστήριο σε μελλοντικό στάδιο νέας διαταγής. Έχοντας λοιπόν συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία και αρχές και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι ένα ποσό της τάξεως των €1.200 πλέον τον Φ.Π.Α που ανέρχεται σε €180, είναι εύλογο. Συνακόλουθα εκδίδω ανάλογη διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων εναντίον του ενάγοντα και προς όφελος της εναγομένης 1, για το συνολικό ποσό των €1.380-. Η ασφάλεια να παρασχεθεί είτε με την κατάθεση του ποσού στον Πρωτοκολλητή είτε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης για το ίδιο ποσό στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, μέσα σε 45 μέρες από σήμερα. Μέχρι την καταβολή του εν λόγω ποσού, όπως πιο πάνω, ή την εκπνοή του χρόνου που έχει οριστεί, η διαδικασία της αγωγής αναστέλλεται. Αν ο Καθ' ου η Αίτησης - ενάγοντας, παραλείψει να παράσχει την ορισθείσα ασφάλεια εντός της ταχθείσας προθεσμίας η αγωγή όσον αφορά την εναγόμενη 1 θα υπόκειται σε απόρριψη, εκτός εάν εν τω μεταξύ εκδοθεί οποιοδήποτε άλλο διάταγμα επί του προκειμένου. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας- εναγομένης 1, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .......... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.