← Κύπρος

Loucas Kyprianou Co Enterprises Ltd ν. Ch. Aresti Estates Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2661/10, 20.01.2011

Loucas Kyprianou Co Enterprises Ltd ν. Ch. Aresti Estates Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2661/10, 20.01.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2661/10 Μεταξύ: Loucas Kyprianou & Co Enterprises Ltd από την Πάφο Εναγόντων - και - 1. Ch. Aresti Estates Limited, από την Πάφο 2. Φίλιππου Αρέστη από την Πάφο 3. Γιάννη Αρέστη από την Πάφο Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 20.01.2011 Αίτηση ημερομηνίας 17.09.2010 για συνοπτική απόφαση Για Ενάγοντες-Αιτητές: κος Χρ. Παύλου Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κος Α. Χουβαρτάς ------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Η βάση της παρούσας αγωγής στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας ενοικίασης τουριστικών διαμερισμάτων ιδιοκτησίας των Εναγόντων τα οποία ως ισχυρίζονται ενοικίασαν στους Εναγόμενους 1 με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 10.05.2006, την οποία εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, οι δε Εναγόμενοι 1 κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας δεν κατέβαλαν τα πληρωτέα ενοίκια κατά την 01.04.2010, 01.05.2010, 01.06.2010 και 01.07.2010 ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των €39.856,00 πλέον τόκους. Με την επίδικη αίτηση ημερομηνίας 17.09.2010 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) αιτούνται συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 (στο εξής Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2 και 3) ως η απαίτηση για τα καθυστερημένα ενοίκια. Περαιτέρω η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Λούκα Κυπριανού ο οποίος ως αναφέρει είναι ο κύριος μέτοχος και διευθυντής στην Ενάγουσα Εταιρεία, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην εν λόγω ένορκη του δήλωση ο Λούκας Κυπριανού επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 τη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 10.05.2006, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο επιστολής την οποία απέστειλε στους εναγόμενους 1 ημερομηνίας 29.04.2010 την οποία παρέλαβε ο Εναγόμενος 2 την ίδια μέρα, με την οποία ζητούσε την καταβολή του καθυστερημένου ενοικίου του Απριλίου 2010. Αναφέρεται επίσης, ότι πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος το οποίο είναι ειδικά οπισθογραφημένο, επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 και 2 στις 19/8/2010 και στον Εναγόμενο 3 στις 26/8/2010. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης έχουν ήδη κατατεθεί στο Δικαστήριο και βρίσκονται στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης. Ακόμη αναφέρεται από τον Λούκα Κυπριανού ότι όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 30/8/2010. Ωστόσο μέχρι σήμερα δεν καταχώρησαν οποιαδήποτε υπεράσπιση και απ΄ όσα ο ενόρκως δηλών προσωπικά γνωρίζει και όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και η καταχώρηση εμφάνισης από αυτούς έγινε μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «1. Η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή Νομική Βάση και/ή βάση της είναι ελλιπής. 2. Η αίτηση των αιτητών και η ένορκος δήλωση που την υποστηρίζει στηρίζονται σε αναληθής, ανακριβείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς. 3. Η αίτηση στερείται οιουδήποτε ερείσματος ή δεν υποστηρίζονται τα αιτήματα της από ένορκον δήλωση. 4. Υπάρχει εύλογη δικαιολογία για την αποτυχία της αίτησης των αιτητών. 5. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση γίνεται κατόπιν δεύτερων σκέψεων των αιτητών που σκοπό έχει να κλείσει το στόμα των Καθ΄ ων η Αίτηση. 6. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση είναι λανθασμένο και αναληθές οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν υπεράσπιση και ανταπαίτηση έναντι των αιτητών. 7. Δεν αποκαλύπτονται και/ή δεν εκθέτονται στην αίτηση και ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει όλα τα γεγονότα. 8. Λαμβάνοντας υπ΄ όψιν όλα τα γεγονότα της υπόθεσης οι αιτητές σε καμία θεραπεία και/ή απόφαση δικαιούνται.» Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Φίλιππου Αρέστη, Εναγόμενου 2 και διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας, είναι δε εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους Καθ΄ ων η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση. Μέσα από την εν λόγω ένορκη δήλωση αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Λούκα Κυπριανού και τους χαρακτηρίζει ως και την επίδικη αίτηση ως προϊόν δεύτερης σκέψης με σκοπό να στερηθούν οι Εναγόμενοι του δικαιώματος καταχώρησης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που έχουν και να μην ακουστούν σε πλήρη ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω αναφέρεται ότι ενώ τα επίδικα διαμερίσματα ενοικιάστηκαν σαν τουριστικά μέχρι σήμερα τα διαμερίσματα του Μπλοκ Β δεν έχουν τέτοια άδεια με αποτέλεσμα να ενυπάρχει το στοιχείο της παρανομίας στην ενοικίαση των εν λόγω διαμερισμάτων και τούτο εξ υπαιτιότητας των αιτητών και/ή διευθυντών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή του Λούκα Κυπριανού ο οποίος είχε διαβεβαιώσει τους Καθ΄ ων η Αίτηση πως θα φρόντιζε άμεσα όπως όλα τα διαμερίσματα να έχουν όλες τις απαραίτητες άδειες για την απρόσκοπτη και νομότυπη λειτουργία τους. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση αρνούνται ότι οι αιτητές έχουν δικαίωμα να αξιούν χρήματα για παράνομα διαμερίσματα οι δε καθ΄ ων η αίτηση αρνούνται ότι έχουν υποχρέωση να πληρώνουν ενώ υπάρχει παρανομία στην αξίωση των εναγόντων. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 προτίθενται να καταχωρήσουν και Ανταπαίτηση μαζί με την Υπεράσπιση αφού τους δοθεί η σχετική άδεια με την οποία θα αξιώσουν την επιστροφή των χρημάτων που έδωσαν στους αιτητές ένεκα της πιο πάνω περιγραφόμενης παρανομίας. Επίσης η παράλειψη και η αδιαφορία των αιτητών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή του Λούκα Κυπριανού να προβεί σε όλες τις ενέργειες ως η συμφωνία των μερών ώστε όλα τα διαμερίσματα να είναι τουριστικά είχε και έχει σαν συνέπεια να ζημιώνουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση τεράστια χρηματικά ποσά αφού τα εν λόγω τουριστικά διαμερίσματα είναι μειωμένης δυναμικότητας με αποτέλεσμα ενώ τα έξοδα των Καθ΄ ων η Αίτηση να είναι τα ίδια τα έσοδα τους είναι δραστικά μειωμένα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ισχυρίζονται πως η ζημιά και/ή απώλειες που υφίστανται επειδή οι αιτητές παρέλειψαν να προβούν στα δέοντα ώστε όλα τα διαμερίσματα να είναι τουριστικά ανέρχεται σε ποσό πέραν των €30.000,00 ετησίως, ποσό το οποίο οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα αξιώσουν από τους αιτητές διά ανταπαιτήσεως. Επιπρόσθετα ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 αναφέρει ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 προχώρησαν σε διάφορες εργασίες ανακαίνισης και εξοπλισμού σε μέρος των ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων αξίας €128.640,00 ποσό το οποίο οι αιτητές ανέλαβαν να τους καταβάλουν ωστόσο δεν το έπραξαν γι΄ αυτό οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 θα το αξιώσουν ανταπαιτητικώς. Ακόμη υπάρχει ισχυρισμός ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας των Αιτητών, μέσω του Λούκα Κυπριανού και των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 οι τελευταίοι προχώρησαν σε περαιτέρω έξοδα ύψους €14.000,00 που αφορούσε αλλαγές ντεποζίτου πιεστικού, μίξερ και ξύλινη περίφραξη στην καφετέρια, ποσό το οποίο επίσης θα αξιωθεί ανταπαιτητικά. Συμφωνήθηκε επίσης ως φαίνεται μέσα από τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2, πως, οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα επιδιορθώναν και άλλα πράγματα στα επίδικα διαμερίσματα, τα έξοδα των οποίων θα κατέβαλλαν οι Αιτητές, και όμως δεν το έπραξαν. Τέλος γίνεται λόγος για παράλειψη των Αιτητών να βοηθήσουν τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ως προς τη λειτουργία των επίδικων διαμερισμάτων, αντίθετα πάντοτε τους συμπεριφέρονταν εκβιαστικά στη βάση μίας ετεροβαρούς συμφωνίας. Η ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε στη βάση αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων και ουδείς από αυτούς ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε ότι μέσα στην ένορκη δήλωση των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν γίνεται αναφορά σε στοιχεία υπεράσπισης αλλά ανταπαίτησης κάτι όμως που δεν εμποδίζει την έκδοση απόφασης. Επεσήμανε ότι η Δ.18 είναι η κατ΄ εξοχήν διάταξη που προσδίδει νομικό έρεισμα στην αίτηση, ως εκ τούτου δεν ευσταθεί ο λόγος ένστασης για έλλειψη νομικής βάσης. Ακόμη σύμφωνα με την πλευρά των Αιτητών προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν από την αρχή ότι τα διαμερίσματα δεν ήταν αδειούχα. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό για την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 02.04.2009 δεν την επισυνάπτουν συνεπώς ο ισχυρισμός τους παραμένει μετέωρος, το αναφέρουν αυτό το στοιχείο άλλωστε οι Αιτητές στην Έκθεση Απαίτησης τους, ήταν όμως κάτι που έχει τελειώσει. Εν΄ όψει όλων των πιο πάνω ζητήθηκε η έκδοση απόφασης πλέον τα έξοδα. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση αναφέρθηκε στον ισχυρισμό περί παρανομίας επειδή οι Ενάγοντες ενοικίασαν στους Εναγόμενους δήθεν αδειούχα διαμερίσματα τα οποία ως διαφάνηκε δεν είχαν σχετική άδεια ως τουριστικά, ενώ οι Εναγόμενοι πήραν κάποια μέτρα, οι Ενάγοντες ως ιδιοκτήτες δεν έπραξαν οτιδήποτε για να αρθεί η παρανομία. Συνακόλουθα υπάρχει υπεράσπιση και θα πρέπει οι Εναγόμενοι να ακουστούν μέσα από πλήρη ακροαματική διαδικασία. Έγινε δε επίσης αναφορά για ζημιές των Εναγομένων με πρόθεση καταχώρησης ανταπαίτησης ως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2. Συνακόλουθα ζητήθηκε η απόρριψη της αίτησης με έξοδα και να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Νομική πτυχή Η ειδική πρόνοια στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.18 Κ.1(α), την οποία κρίνω ορθό να την παραθέσω αυτούσια: «Ο.18, r.1(
  2. a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και αναφέροντας ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης καθώς και την πλούσια νομολογία που την έχει εφαρμόσει μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου και κατά πόσο υπάρχει υπεράσπιση, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο κάτω βασικές προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, Κ.6. (β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις τότε αμέσως μετατοπίζεται στον Εναγόμενο το βάρος της απόδειξης ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα τα οποία θα του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί σε διαδικασία πλήρους ακρόασης. Ουσιαστικά η πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται άμεσα με την ενεργοποίηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για να κάνει χρήση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση 9670, ημερομηνίας 10.07.1997, γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν, τονίζοντας ότι η Δ.39 Κ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος ενόρκως δηλών να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Επίσης επιβεβαιώνεται από την πιο πάνω απόφαση η λογική αναγκαιότητα ότι εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο την ένορκη δήλωση θα κάνει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. ΄Οσον αφορά την έννοια της λέξης «θετικά» προκειμένου για την αναφορά των γεγονότων, στην ίδια πιο πάνω νομολογία αναφέρθηκε ότι το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και εντός της έννοιας της Δ.18 Κ. 1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais

(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου ο νυν Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτέμης ανάφερε τα πιο κάτω: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. ΄Οπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). ΄Ετσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Περαιτέρω στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243 αναφέρονται τα πιο κάτω στα πλαίσια της Δ.14 των Αγγλικών Θεσμών η οποία είναι ίδια με τη Δ.18 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597).» Ακόμη στη σελίδα 248 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι αν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αποκαλύπτεται υπεράσπιση είναι γενικά αχρείαστο για τον Ενάγοντα να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση, εκτός αν είναι σε θέση να παρουσιάσει έγγραφα που να δείχνουν καθαρά την αναλήθεια της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου. Σημαντική επίσης είναι η αναφορά στην υπόθεση Χριστάκης Αυγουστή και άλλοι ν. Γεώργιου Πίριλλου, Πολιτική ΄Εφεση 8882, ημερομηνίας 10.01.97, όπου αναφέρεται ότι, όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα λόγω της φύσεως τους είναι απλά και καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση στο στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του Ενάγοντα. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα Δικαστηρίου: Είναι σαφές και συνάγεται από την πιο πάνω νομολογία που έχει αναφερθεί ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται μεταξύ άλλων επιμέρους ερωτημάτων για το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση έχοντας περαιτέρω κατά νου τη φύση της διαφοράς. Διερχόμενο το Δικαστήριο όλης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, κρίνεται κατ΄ αρχήν ότι πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις που προβλέπει η Δ.18
(1)δηλαδή η καταχώρηση κλητηρίου με ειδική οπισθογράφηση και η καταχώρηση εμφάνισης από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω πληρείται και η προϋπόθεση ως προς τη θετική επιβεβαίωση της απαίτησης των Αιτητών όπου μέσα από την ένορκη δήλωση του Λούκα Κυπριανού επιβεβαιώνεται η οφειλή των ενοικίων η οποία όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά επιβεβαιώνεται και μέσα από την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2, ο οποίος εκπροσωπεί όλους τους Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι τα ενοίκια που αφορούν την απαίτηση των Αιτητών δεν έχουν καταβληθεί, προβάλλοντας βέβαια την ύπαρξη παρανομίας στη συμφωνία των μερών, για το θέμα όμως αυτό θα επανέλθει το Δικαστήριο στη συνέχεια. Συνακόλουθα των πιο πάνω το βάρος απόδειξης υπεράσπισης ή άλλων στοιχείων που να δικαιολογούν το δικαίωμα για καταχώρηση υπεράσπισης έχει μετατεθεί στους ώμους των Εναγόμενων-Καθ΄ ων η Αίτηση. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη τη φύση της απαίτησης των Εναγόντων-Αιτητών και τη βάση στην οποία στηρίζεται, εξετάζεται στη συνέχεια εάν οι εναγόμενοι προέβαλλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι υπάρχει θέμα προς εκδίκαση. Με αναφορά στα στοιχεία και λεπτομέρειες που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2-Εναγόμενου 2 κρίνεται ότι οι εναγόμενοι έχουν αποτύχει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Αυτό συνίσταται στην απουσία σε οποιαδήποτε στοιχεία εξόφλησης ή μη οφειλής των απαιτούμενων ενοικίων, ο δε ισχυρισμός για ύπαρξη παρανομίας στη σύμβαση, με το στοιχείο που έχει συνδεθεί, δηλαδή ότι η σύμβαση είναι παράνομη επειδή τα επίδικα τουριστικά διαμερίσματα δεν είναι αδειούχα απορρίπτεται ως μη ικανοποιητικό στοιχείο το οποίο θα πετύχεναι σαν υπεράσπιση για τους ακόλουθους λόγους: (α) Προφανώς θα εννοείται ότι δεν είναι αδειούχα από τον ΚΟΤ, ωστόσο. κατ΄ αρχήν στη συμφωνία ημερομηνίας10.05.2006 δεν αναφέρεται ότι αυτά ήταν αδειούχα και εν πάση περιπτώσει τα διαμερίσματα ενοικιάζονται από το 2006 ο δε υπεύθυνος στην εξασφάλιση άδειας δεν συμφωνήθηκε να είναι ο ιδιοκτήτης τους. Κατά δεύτερο όμως λόγο δεν τίθεται ζήτημα παράνομης ή κατ΄ επέκταση άκυρης συμφωνίας έστω και αν δεν είναι αδειούχα τα διαμερίσματα σε βαθμό που να αίρεται ή να καταργείται το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων να διεκδικήσουν τα οφειλόμενα προς αυτούς ενοίκια. Επισημαίνεται πως έστω και να συντρέχει η περίπτωση όπου τα διαμερίσματα δεν είναι αδειούχα το στοιχείο αυτό δεν περιλαμβάνεται στα στοιχεία των άρθρων 23 και 24 του Κεφ. 149 ούτως ώστε να επρόκειτο για άκυρη συμφωνία. (β) Εάν γινόταν αποδεκτή η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση τότε θα σήμαινε πως όλοι οι ιδιοκτήτες υποστατικών που δεν κατέχουν άδεια για τη χρήση τους θα έμεναν απλήρωτοι σε περίπτωση ενοικίασης οι δε ενοικιαστές θα χρησιμοποιούσαν τα ακίνητα των ιδιοκτητών χωρίς υποχρέωση καταβολής ενοικίου. Εάν βέβαια τίθεται θέμα ζημιάς, στην παρούσα υπόθεση στους Καθ΄ ων η Αίτηση, εξαιτίας του ότι τα επίδικα διαμερίσματα δεν είναι αδειούχα είναι θέμα ανταπαίτησης και απόδειξης της σε κάποια συγκεκριμένη βάση αξίωσης ή αγωγής, όχι όμως λόγος για επιτυχία υπεράσπισης σε απαίτηση για απλήρωτα ενοίκια. (γ) Οι ενοικιαστές-Καθ΄ ων η Αίτηση ενώ παραμένουν στα ακίνητα και τα διαχειρίζονται χωρίς οποιονδήποτε λόγο δεν επιθυμούν να πληρώνουν το συμφωνημένο ενοίκιο κάτι που δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο υπεράσπισης. (δ) Οι Καθών η Αίτηση παραμένουν στα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα και ουδέποτε τερμάτισαν τη συμφωνία ημερομηνίας 10.05.2006 ενώ μέχρι το Μάρτιο του 2006 κατέβαλλαν ενοίκιο. Περαιτέρω κρίνεται πως τα όσα άλλα στοιχεία ισχυρίζονται οι Καθ΄ ων η Αίτηση για ζημιές ή απαιτήσεις μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους, κρίνονται ως τέτοια που δικαιολογούν την καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής, όχι όμως άδεια για υπεράσπιση, άλλωστε γίνεται λόγος και από τους ίδιους για διεκδίκηση χρηματικών ποσών ανταπαιτητικά. Τα όσα έχουν αποφασιστεί πιο πάνω κρίνεται ότι απαντούν στους λόγους ένστασης που αφορούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επιτυχία της επίδικης αίτησης. Γίνεται όμως και λόγος για λανθασμένη βάση της αίτησης, ωστόσο αυτός απορρίπτεται, ως έχει εξηγηθεί η Δ.18 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, είναι η κατ΄ εξοχήν διάταξη που δίνει έρεισμα στο Δικαστήριο για εξέταση της επίδικης αίτησης. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών στηρίζεται σε μια καθαρή περίπτωση και κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης τόσο για τα απλήρωτα ενοίκια όσο και για τους τόκους ως προνοείται στον όρο 4.7 του Τεκμηρίου 1 (συμφωνία ημερομηνίας 10.05.2006). Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων ως η Έκθεση Απαίτησης, παράγραφος (α), (β) πλέον τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Συνοπτική Απόφαση - Δ.18 - απλήρωτα ενοίκια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.