← Κύπρος

HELLENIC BANK PUPLIC COMPANY LIMITED ν. CYPERCLEAN IMPORT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1698/2009, 21 Ιανουαρίου 2011

HELLENIC BANK PUPLIC COMPANY LIMITED ν. CYPERCLEAN IMPORT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1698/2009, 21 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1698/2009 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUPLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων Και

  1. CYPERCLEAN IMPORT LIMITED από την Πάφο
  2. ΣΤΕΛΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2011 Αίτηση ημερομηνίας 9.8.2010 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2 - αιτητή: κ. Σοφοκλέους για κα Λ. Θεοφάνους Για Ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κ. Ζόππος ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ H Με αίτηση, η οποία στηρίζεται μεταξύ άλλων και στα άρθρα 1,2,3 και 10 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 N.197

(1)/2003, ο εναγόμενος 2 - αιτητής, ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 10.11.2009 μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται με την ένορκη του δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση του, πως είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, καθότι το εξ αποφάσεως χρέος εξασφαλίζεται με την υποθήκη Υ2687/2006, της οποίας την εκποίηση μέχρι σήμερα δεν έχουν ζητήσει οι ενάγοντες ενώ έχουν την ευχέρεια να το πράξουν και επίσης επειδή η εναγόμενη 1, έχει την οικονομική δυνατότητα και περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή της. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία περιλαμβάνει 8 λόγους μεταξύ αυτών και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Δεν κρίνω ότι υπάρχει ανάγκη επανάληψης των όσων έχουν λεχθεί στο Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Η απόφαση της οποίας ο εναγόμενος 2 επιδιώκει την αναστολή, εκδόθηκε στις 10.11.2009, μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων καθότι αυτός παρέλειψε να εμφανιστεί την διαδικασία. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εναγόμενος 2, δυνάμει εγγράφων εγγύησης ημερομηνίας 2/6/2006, εγγυήθηκε την εναγόμενη 1 αναφορικά με πιστωτικές διευκολύνσεις που της παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες. Σε σχέση με τις ίδιες πιστωτικές διευκολύνσεις, τρίτο πρόσωπο, εναντίον του οποίου δεν κινήθηκε αγωγή, ο Ανδρέας Μιλτιάδους, υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων, συμφέρον του επί ακίνητης περιουσίας. Το άρθρο 9 του Ν.197
(1)/2003, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που αφορούν εγγυητή ενώ το άρθρο 10 ρητά αναφέρει τις περιπτώσεις που το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την διακριτική του εξουσία προς μια τέτοια κατεύθυνση. Το άρθρο 3 του Νόμου, αναφέρει ότι ο Νόμος δεν θα εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη. Ο εναγόμενος 2, στην παρ. 3 της ένορκης του δήλωσης, αναφέρει τα ακόλουθα: «.........Δυνάμει εγγράφων εγγυητικής συμφωνίας 2/6/2006 εγγυήθηκα όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης εταιρείας 1 για το ποσό των €35880.63. Την περίοδο εκείνη ήμουν διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Από το 2008 έπαυσα να είμαι διευθυντής και διορίστηκε νέος διευθυντής ο κ. Χριστάκης Ευσταθίου ο οποίος είναι διευθυντής μέχρι σήμερα....» Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, είναι εμφανές ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη αφού η εναγόμενη 1, πρόκειται για νομικό πρόσωπο και ο εναγόμενος 2 κατά τον χρόνο που την εγγυήθηκε ήταν ο Διευθυντής της. Το άρθρο 3 του Νόμου, αποκλείσει την δυνατότητα επίκλησης, χρήσης και εφαρμογής των προνοιών του Νόμου σε μια τέτοια περίπτωση. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος 2 έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις και του άρθρου 10 του Νόμου. Η πρώτη και δεύτερη περίπτωση που περιγράφει το άρθρο 10, δεν καλύπτει την περίπτωση του εναγόμενου 2, καθότι η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του εκδόθηκε στην απουσία του λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Κρίνω στη συνέχεια σκόπιμο, να παραθέσω το μέρος εκείνο από το άρθρο 10 του Ν.197
(1)/2003, το οποίο θεωρώ ότι είναι σχετικό με την περίπτωση του αιτητή, έχοντας υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο της δικογραφίας αλλά και με βάση αυτά που ο ίδιος επικαλείται στην ένορκη του δήλωση. 10. -
(1)Το Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ΄όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) ................................. (β).................................. (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη περιουσία ή να οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ΄αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της. ............... (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακίνητου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί. Στην τρίτη περίπτωση του άρθρου 10, η περιουσία που επικαλείται ένας εγγυητής, θα πρέπει να ανήκει στον πρωτοφειλέτη, να εξειδικεύεται με λεπτομέρεια και να προσδιορίζεται η αξίας της, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να θέσει σε εφαρμογή τα όσα προβλέπει το άρθρο 10 (δ) του Νόμου. Στην υπό κρίση περίπτωση καμία περιουσία δεν περιγράφεται και δεν προσδιορίζεται ενώ το ακίνητο το οποίο έχει υποθηκευτεί (βλέπε παρ.5 της ένορκης δήλωσης του αιτητή) δεν αποτελεί περιουσία του πρωτοφειλέτη. Στην τέταρτη περίπτωση, γίνεται αναφορά σε υποθήκη επί ακίνητου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί. Στην κρινόμενη περίπτωση αν και υπάρχει όπως φαίνεται υποθήκη που εξασφαλίζει το χρέος της εναγόμενης 1, η υποθήκη όμως αυτή δεν αφορά ακίνητη περιουσία του πρωτοφειλέτη, δηλαδή της εταιρείας, αλλά ανήκει σε τρίτο πρόσωπο τον Ανδρέα Μιλτιάδους. Αν το έγγραφο υποθήκης, με βάση αυτά που υποστήριξε η συνήγορος του αιτητή, είναι σύμβαση εγγύησης ή όχι, δεν επηρεάζει και ούτε επενεργεί με οποιοδήποτε τρόπο υπέρ του αιτήματος, αφού το πιο πάνω άρθρο ρητά αναφέρεται σε «υποθήκη επί ακίνητου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη». Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει γιατί δεν πληρεί καμία προϋπόθεση του Νόμου και συνεπακόλουθα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 2 - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.