← Κύπρος

Αρδευτικού Τμήματος Στατού - Αγίου Φώτιου - Κοιλίνιας δια του ταμία του Αρδευτικού Σάββα Κολιού ν. Ιωάννη Μ. Ιωάννου, Aρ. Αγωγής: 1947/09, 25 Ιανουαρί

Αρδευτικού Τμήματος Στατού - Αγίου Φώτιου - Κοιλίνιας δια του ταμία του Αρδευτικού Σάββα Κολιού ν. Ιωάννη Μ. Ιωάννου, Aρ. Αγωγής: 1947/09, 25 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Aρ. Αγωγής: 1947/09 Μεταξύ: Αρδευτικού Τμήματος Στατού - Αγίου Φώτιου - Κοιλίνιας δια του ταμία του Αρδευτικού, Σάββα Κολιού Ενάγοντα - και - Ιωάννη Μ. Ιωάννου Εναγόμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Η. Ηλιάδης για κ. Ν. Χ''Κλεοβούλου Εναγόμενος: Εμφανίζεται προσωπικά: παρών -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19.5.2010 -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της δικογραφίας, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 16.6.2009 και επιδόθηκε σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, στην σύζυγο και συγκάτοικο του εναγόμενου Ανδρούλλα Ιωάννου, την 1.7.

  1. Ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση προσωπικά στις 14.7.2009 και έκθεση υπεράσπισης στις 3.9.
  2. Μετά από αίτημα του συνηγόρου των εναγόντων, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 26.11.2009 και ενημερώθηκε ο εναγόμενος. Στις 26.11.2009 εμφανίστηκε η σύζυγος του εναγόμενου στο Δικαστήριο η οποία δήλωσε ότι ο σύζυγος της ασθενεί και προσκόμισε και σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 22/1/2007 ισχυριζόμενη ότι αυτός εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Η υπόθεση μετά από αίτημα του συνηγόρου των εναγόντων ορίστηκε για ακρόαση στις 23.4.2010 στις 10:30 και η σύζυγος του εναγόμενου ανάλαβε να τον ενημερώσει σχετικά. Στις 23/4/2010 παρουσιάστηκε ξανά στο Δικαστήριο η σύζυγος του εναγόμενου και δήλωσε πως εμφανίζεται εκ μέρους του εναγόμενου, το Δικαστήριο τότε την ενημέρωσε ότι δεν δύναται υπό τις περιστάσεις να εμφανίζεται και να εκπροσωπεί τον σύζυγο της. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, μετά από αίτημα του συνηγόρου των εναγόντων, η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στις 14.5.2010 και ώρα 08:
  3. Στις 14.5.2010 ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε και στις 08:50 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για το ποσό των €4590.70 με νόμιμο τόκο. Την ίδια ημέρα και ώρα 11:00 δηλαδή μετά την έκδοση της απόφασης, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φάκελο του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε εμφάνιση από Δικηγόρο και στη συνέχεια την 19.5.2010 η υπό κρίση αίτηση. Με αίτηση που έχει ως νομική βάση την Δ.33Θ.5 και την Δ.48 Θ.2 32 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομία, ο εναγόμενος ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση ημερομηνίας 14.5.
  4. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Στις παραγράφους 4 μέχρι και 13 αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 14.5.2010 και εξηγεί τους λόγους της μη παρουσία του στο Δικαστήριο ενώ στις παραγράφους 15 μέχρι και 18 προβάλει την υπεράσπιση του. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 8 λόγοι ένστασης ως ακολούθως:
  5. Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.5.2010 είναι καθ' όλα νόμιμη αφού είχε συμπληρωθεί ο δικαστικός φάκελος. Ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση και υπεράσπιση και επέλεξε να εκπροσωπηθεί αυτοπροσώπως και όχι δια δικηγόρου.
  6. Οι ισχυρισμοί του είναι αβάσιμοι και αδικαιολόγητοι και αποσκοπούν μόνο στην καθυστέρηση της διαδικασίας και της εναντίον του απόφασης του Δικαστηρίου.
  7. Ο εναγόμενος έχει καταναλώσει την ποσότητα του νερού, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του ταμία και προσπαθεί να αποφύγει την καταβολή των τελών στο Αρδευτικό Τμήμα.
  8. Ο εναγόμενος οφείλει στο αρδευτικό Τμήμα την φορολογία για το έτος 2008, ήτοι ποσό ευρώ 42.00 σεντ, για την έκταση που κατέχει εντός της αρδευόμενης περιοχής.
  9. Η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και υστερόβουλα και μοναδικός σκοπός του αιτητή είναι να σπαταλήσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου, χωρίς να έχει ουσιαστική υπεράσπιση. Η αίτηση του αιτητή δεν έχει νομικό και πραγματικό έρεισμα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ταμία - Γραμματέα του Αρδευτικού Τμήματος Σάββα Κολιού. Κατά την ημέρα της ακρόασης της αίτησης, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, ο συνήγορος του εναγόμενου - αιτητή αποσύρθηκε και ο εναγόμενος χειρίστηκε ο ίδιος την ακρόαση της αίτησης του, υιοθετώντας το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης του δήλωσης. Ο συνήγορος των εναγόντων καθ΄ων η αίτηση έθεσε και υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου τους λόγους που σύμφωνα με τον ίδιο δεν θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.33 θ. 5 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.17 και της Δ.26 θ.14 Σύμφωνα με την Διαταγή 33 θ.5 οποιαδήποτε απόφαση πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίστηκε κατά την ακρόαση μπορεί να παραμεριστεί από το Δικαστήριο με όρους που θα κρίνει κατάλληλους κατόπιν αίτησης που θα γίνει εντός 15 ημερών. Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam

(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α. Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774). Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης (βλ. Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646). Η παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί: Η χωρίς όμως ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για τη ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης του ( βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω)). Όπως έχει τονιστεί στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου), «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Στην ίδια υπόθεση επίσης λέχθηκε ότι, όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης. Το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ( βλ. Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204) Θα πρέπει να διευκρινιστεί σε αυτό το στάδιο, ότι στις 26.11.2009 η σύζυγος του εναγόμενου, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο σύζυγος της δεν μπορούσε να βρίσκεται στο Δικαστήριο λόγω ασθενείας και προσκόμισε σχετικό πιστοποιητικό. Το πληρεξούσιο που επικαλείται ο εναγόμενος στην παρ. 4 της ένορκης του δήλωσης δεν βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, καμία αναφορά δεν γίνεται στο πρακτικό για την ύπαρξη πληρεξουσίου και ούτε παρουσιάζεται ως Τεκμήριο με την ένορκη του δήλωση ώστε να αποδεικνύει τον ισχυρισμό περί εξουσιοδότησης της συζύγου του. Πέραν τούτου και η ύπαρξη ακόμα τέτοιου πληρεξουσίου εγγράφου, δεν θα είχε καμία σημασία αφού σύμφωνα με τον άρθρο 30 του Περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ. 2, «το δικαστήριο που επιλαμβάνεται πολιτικής διαδικασίας δύναται, όταν κρίνει αυτό πρέπον, με προσωπική αίτηση οιουδήποτε διαδίκου, να επιτρέπει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο είναι στενός συγγενής του διαδίκου αυτού, να εμφανίζεται εκ μέρους του και να διευθύνει την υπόθεση για λογαριασμό του». Στην προκειμένη περίπτωση, καμία αίτηση δεν υπεβλήθηκε από τον εναγόμενο που να ζητά από το Δικαστήριο να του επιτραπεί να εμφανιστεί η σύζυγος του και να διευθύνει την υπόθεση του, αντιθέτως ο εναγόμενος καταχώρησε προσωπικά εμφάνιση δηλώνοντας έτσι την πρόθεση και επιθυμία του να χειριστεί την υπόθεση του ο ίδιος προσωπικά κάτι το οποίο αναφέρει και στην παρ. 3 της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση του. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι ο γιατρός του, όταν του ανάφερε πως θα πρέπει να παρουσιαστεί σε δικαστηριακή υπόθεση στην οποία είναι εναγόμενος, του το απαγόρευσε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Το ιατρικό πιστοποιητικό που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση φέρει ημερομηνία 22.1.2007, εκδόθηκε δηλαδή 2 ½ χρόνια πριν την καταχώρηση της αγωγής και 3 σχεδόν χρόνια πριν την ημερομηνία που ο εναγόμενος θα έπρεπε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο σε σχέση με την υπόθεση του αυτή. Σύμφωνα με το εν λόγω πιστοποιητικό, συστήθηκε στον εναγόμενο, αποφυγή σωματικής και ψυχικής καταπόνησης, σε χρόνο όμως που καμία σχέση δεν έχει με τον χρόνο έγερσης της αγωγής και το χρονικό διάστημα που αυτή εκκρεμούσε. Κανένα πιστοποιητικό που να περιγράφει την κατάσταση της υγείας του εναγόμενου σχετικό με τον πιο πάνω χρόνο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Εάν ο εναγόμενος επισκέφθηκε τον ιατρό του, όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρει στην παρ. 4 της ένορκης του δήλωσης μετά την καταχώρηση της αγωγής και ο γιατρός που τον παρακολουθούσε, έλαβε μια τόσο σοβαρή απόφαση, να του απαγορεύσει δηλαδή να εμφανιστεί στο Δικαστήριο λόγω της κατάστασης της υγείας του, θα ανέμενε κανείς την γνώμη του αυτή, ο γιατρός, να την υποστήριζε και την τεκμηρίωνε γραπτώς, περιγράφοντας τουλάχιστον σε ένα νέο ιατρικό πιστοποιητικό, την κατάσταση της υγείας του εναγόμενου και τους λόγους που είναι απαγορευτικοί στο να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Παρά το ότι θεωρώ πως δεν υπάρχει επαρκής και ικανοποιητική δικαιολογία για την μη εμφάνιση του εναγόμενου στις 26.11.2010 ενώπιον του Δικαστηρίου, ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες, δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι αυτός έστειλε στο Δικαστήριο την σύζυγο του δηλώνοντας έτσι το ενδιαφέρον του για την υπόθεση του. Η μη εμφάνιση του ιδίου του εναγόμενου στις 26.11.2010 αν και θεωρώ πως δεν είναι δικαιολογημένη δεν μπορεί να είναι καταλυτική ως προς το αίτημα του αφού η υπόθεση κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν ορισμένη για οδηγίες μετά από αίτημα ορισμού της και όχι για ακρόαση. Σύμφωνα με τα πρακτικά του δικαστηρίου, η σύζυγος του εναγόμενου, δήλωσε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο «ότι εμφανίζεται εκ μέρους του συζύγου της» στις 23/4/2010, ενώ στις 26.11.2009, όταν η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για τις 23/4/2010 ανάλαβε να τον ενημερώσει σε σχέση με την ημερομηνία ορισμού της. Στις 23/4/2010 ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για απόδειξη στις 14.5.
  1. Οι ημερομηνίες 9/5/2010 και 10/6/2010 που αναφέρονται στο τεκμήριο 3 (στην ένορκη δήλωση του) δεν έχουν σχέση με την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης που ήταν στις 23/4/2010 αλλά με την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για απόδειξη. Ο εναγόμενος, έστω και αν δεν εμφανίστηκε η ίδιος προσωπικά στις 23/4/2010, φαίνεται ότι ενδιαφερόταν για την υπόθεση του. Ο ίδιος ως φαίνεται, αγνοώντας της διαδικασίες και τα απαιτούμενα, ανάθεσε στην σύζυγο του να τον εκπροσωπήσει και για αυτό η σύζυγος του ήταν και παρούσα στο Δικαστήριο και στις δύο περιπτώσεις που η υπόθεση ήταν ορισμένη δηλώνοντας την δεύτερη φορά ότι «εμφανίζεται εκ μέρους του». Το ενδιαφέρον του εναγόμενου συνεχίστηκε και όταν αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να τον εκπροσωπήσει η σύζυγος του στην δικαστική διαδικασία και ανάθεσε στη συνέχεια σε δικηγόρο τον χειρισμό της υπόθεσης του κάτι που έγινε με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης λίγη ώρα μετά την έκδοση της απόφασης έχοντας την εντύπωση ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 11:
  2. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο εναγόμενος όφειλε να εμφανιστεί στη διαδικασία έγκαιρα και να αποτρέψει την λήψη απόφασης εναντίον του, βλέπω όμως ένα συνεχές και αμείωτο ενδιαφέρον για την τύχη της υπόθεσης του καθ΄όλους τους ουσιώδης χρόνους, όπου όμως, ατυχείς χειρισμοί εκ μέρους του και της συζύγου του οδήγησαν στην μη έγκαιρη εμφάνιση του και στην έκδοση απόφασης εναντίον του. Αν και οι δοθείσες εκ μέρους του ενόρκως δηλούντα εξηγήσεις που οδήγησαν στην μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικές σε συνάρτηση με εκείνο που ένας επιμελής άνθρωπος θα έπραττε, θεωρώ όμως ότι η όλη συμπεριφορά του πως δεν συνιστά ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια και καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του (βλ. Milouca (πιο πάνω)). Επίσης το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν υπήρξε εκ μέρους του αιτητή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη διαβήματος για ακύρωση της απόφασης, η καταχώρηση της αίτησης έγινε πέντε ημέρες μετά που πληροφορήθηκε την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπόθεση: Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη (πιο πάνω)). Σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Αρίστου Κανναουρίδου
(1999)1 ΑΑΔ 528, Ελ. Κωνσταντινίδη ν. Hissin (πιο πάνω). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd, Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολιτική Έφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή». Στην υπό κρίση περίπτωση, υποστηρίζει ο εναγόμενος ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι Νόμω και ουσία αβάσιμοι, ανυπόστατοι και αστήριχτοι, καθότι καμία προειδοποιητική επιστολή δεν έχει λάβει για υπερκατανάλωση. Αναφέρει επίσης ότι οι δύο υδρομετρητές αφαιρέθηκαν κατά ή περί την 7/8/2008 στην απουσία του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε έχει προβεί σε υπερκατανάλωση νερού, και αν τυχόν έχει γίνει κάποια υπερκατανάλωση αποκλείεται αυτή να είναι στον εξωφρενικό αριθμό των 3,911 τόνων για περίοδο 8 μηνών εντός του έτους
  2. Είναι πεποίθηση του, ότι όλα όσα αναφέρονται στην αγωγή είναι δημιούργημα σκευωρίας του ενάγοντα με σκοπό να επωμιστεί όφελος εις βάρος του. Έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, διαπιστώνω ότι δεν έχουν δοθεί επαρκή στοιχεία που να στοιχειοθετούν και να αποδεικνύουν, στο μέγεθος που αυτό απαιτείται, την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ώστε να αποσείσει ο αιτητής το βάρος απόδειξη ως όφειλε Πρόκειται ουσιαστικά για γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και κανένα στοιχείο που να ενισχύσει τον ισχυρισμό του εναγόμενου για εξωφρενική υπερκατανάλωση δεν παρουσιάζει, κάτι το οποίο θα μπορούσε ίσως να γίνει με την παρουσίαση προηγούμενων ή άλλων χρεώσεων σχετικά με το ίδιο τεμάχιο που κατέχει, υδρεύει και καλλιεργεί. Επικαλείται ο εναγόμενος σκευωρία εναντίον του με σκοπό να επωμιστούν όφελος οι ενάγοντες, χωρίς όμως να αναφέρει ποια είναι τα γεγονότα και στοιχεία εκείνα που στοιχειοθετούν και συνηγορούν υπέρ της σκευωρίας και γιατί στρέφετε εναντίον του και για ποιους λόγους. Υπό τις περιστάσεις, καταλήγω ότι κρινόμενη περίπτωση, δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης του εναγόμενου κυρίως γιατί απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής (πιο πάνω), «αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που προσδίδει σ΄αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών». Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.