← Κύπρος

CHR-CONSTANT CONSTRACTORS AND DEVELOPERS LTD ν. ΕΛΛΗΣ ΚΑΙΖΕΡ, Αρ. Αγωγής: 3099/09, 27 Ιανουαρίου 2011

CHR-CONSTANT CONSTRACTORS AND DEVELOPERS LTD ν. ΕΛΛΗΣ ΚΑΙΖΕΡ, Αρ. Αγωγής: 3099/09, 27 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3099/09 Μεταξύ: CHR-CONSTANT CONSTRACTORS AND DEVELOPERS LTD, από την Πάφο Εναγόντων - και - ΕΛΛΗΣ ΚΑΙΖΕΡ, από την Πάφο Εναγόμενης -------------------------------- Αίτηση εναγόντων ημερoμηνίας 6.7.2010 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη αίτησης παρακοής ημερομηνίας 16.10.2009 -------------------------------- Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Παπαχαραλάμπους Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ε. Κορακίδης -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση που στηρίζεται στη διαταγή 48 Θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ενάγοντες ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου με την οποία να τους επιτρέπει να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Χρυσόστομου Κωνσταντινίδη και ένορκη δήλωση του Γιάννη Γιάγκου στην αίτηση παρακοής ημερομηνίας 16.10.
  1. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Χρυσόστομου Κωνσταντινίδη, στην οποία αναφέρει, πως για να αντικρουστεί ο ψευδής ισχυρισμός της εναγόμενης καθ' ης η αίτηση που αναφέρεται στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 10/12/2009 που συνοδεύει την ένσταση της στην αίτηση παρακοής, ότι «μετά την επίδοση σε αυτής του διατάγματος ημερομηνίας 13/10/2009 έδωσε οδηγίες στον εργολάβο στον οποίο είχε αναθέσει την ανακαίνιση του κομμωτηρίου της να σταματήσει οποιεσδήποτε εργασίες πράγμα το οποίο έγινε», είναι αναγκαίο να επιτραπεί στους ενάγοντες η καταχώρηση τόσο δικής του συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όσο και ένορκης δήλωσης του Αρχιτέκτονα Γιάννη Γιάγκου, ο οποίος μετά την επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 13.10.2009 στην εναγόμενη, επισκέφθηκε την κοινόκτητη οικοδομή με αρ. εγγραφής 0/4218, Φ/σχ 45/59, τεμάχιο
  2. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, είναι επίσης αναγκαίο να επιτραπεί στους ενάγοντες να καταχωρήσουν τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, επειδή η εναγόμενη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι «στην αίτηση των εναγόντων δεν αναφέρεται σε ποια πράξη κατ΄ ισχυρισμό έχει προβεί για να μπορεί να γνωρίζει για ποιο πράγμα κατηγορείται» και παρά το ότι στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι «η εναγόμενη παρόλο που στις 14.10.2009 της επιδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/10/2009 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διεξάγει οικοδομικές εργασίες στην κοινόκτητη οικοδομή και στο κατάστημα αρ. 6 και εξακολουθεί να επεμβαίνει στην οροφή αρ. 6 της κοινόκτητης οικοδομής», θα πρέπει να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες και να προσδιοριστούν με περισσότερη σαφήνεια οι εν λόγω οικοδομικές εργασίες στην κοινόκτητη οικοδομή και στο κατάστημα αρ. 6 και οι επεμβάσεις στην οροφή αρ. 6 της κοινόκτητης οικοδομής. Ισχυρίζεται έτσι, ότι υπάρχουν καλοί λόγοι για να επιτραπεί στους ενάγοντες να καταχωρήσουν τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις και ότι τα γεγονότα τα οποία θα εκτεθούν στην δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στην ένορκη δήλωση του Γιάννη Γιάγκου θα έχουν αποφασιστική σημασία στην έκβαση της αίτησης ημερομηνίας 16.10.2009, ενώ η εναγόμενη, σε περίπτωση που θα επιτραπεί η καταχώρηση τους, δεν θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση, υποστηρίζει επίσης, πως το αίτημα δεν υποβλήθηκε ενωρίτερα από παραδρομή. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 5 λόγοι ένστασης ως ακολούθως:
  3. Το αίτημα των εναγόντων είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμο.
  4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας.
  5. Το αίτημα των εναγόντων συγκρούεται με το άρθρο 12 του Συντάγματος.
  6. Οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε καλό λόγο για να στηρίξουν το αίτημα τους.
  7. Η αίτηση γίνεται για αλλότριους σκοπούς. Η καθ΄ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της αναφέρει τα ακόλουθα:
  8. Μετά την καταχώρηση από εμένα ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης ημερομηνίας 10/12/09 στην αίτηση των εναγόντων εναντίον μου ημερομηνίας 16/10/09 για παρακοή διατάγματος, και αφού η πιο πάνω αίτηση τους ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση και μετά την απόσυρση εκ μέρους των εναγόντων της αίτησης τους ημερομηνίας 12/10/09 για προσωρινό διάταγμα και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 13/10/09, οι ενάγοντες με την αίτηση τους ημερομηνίας 6/7/10 αιτούνται την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Χρυσόστομου Κωνσταντινίδη και επιπρόσθετη ένορκη δήλωση του Γιάννη Γιάγκου για να «αντικρούσουν» όπως ισχυρίζονται τα όσα αναφέρω στην ένορκη δήλωση μου που συνοδεύει την ένσταση μου ημερομηνίας 10/12/
  9. Από τα όσα μου αναφέρουν οι δικηγόροι μου, η διαδικασία σε αίτηση για παρακοή διατάγματος προσομοιάζει με συνοπτική ποινική διαδικασία. Αναφορικά με το ζήτημα της προσαγωγής αντικρουστικής μαρτυρίας υπάρχουν προϋποθέσεις που δεν φαίνεται να πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Από τα όσα μου αναφέρουν οι δικηγόροι μου, αν γίνει δεκτή η αίτηση των εναγόντων θα έχει ουσιαστικά ανατραπεί το τεκμήριο αθωότητας διότι ουσιαστικά θα έχει μετατεθεί το βάρος απόδειξης της αθωότητας μου στους ώμους μου ενώ το βάρος απόδειξης της ενοχής μου θα πρέπει να παραμείνει στους ώμους των εναγόντων. Περαιτέρω, εάν γίνει δεκτή η αίτηση των εναγόντων θα υπάρξει παραβίαση της πρόνοιας του Άρθρου 12
(5)(α) του Συντάγματος που προβλέπει για προηγούμενη ενημέρωση του κατηγορούμενου για τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας. 4. Κανένας καλός λόγος δεν προβάλλεται που να στηρίζει το αίτημα των εναγόντων των οποίων η επιδίωξη είναι η ταλαιπωρία μου εφόσον δεν πρόκειται να αποκομίσουν οποιοδήποτε όφελος από την προώθηση των αιτήσεων τους. Η ακρόαση της αίτησης, διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτώς της αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους. Με αναφορά στα όσα επιθυμούν να προσθέσουν με τις συμπληρωματικές ένορκες οι αιτητές, στον τρόπο διεξαγωγής ακρόασης αιτήσεων, στην φύση της αίτησης παρακοής και στο βάρος που φέρουν οι ενάγοντες - αιτητές σε σχέση με την αίτηση τους, ο συνήγορος των αιτητών υποστηρίζει στην γραπτή του αγόρευση πως το αίτημα θα πρέπει να γίνει αποδεκτό καθότι υπό τις περιστάσεις υπάρχει καλός λόγος που το δικαιολογεί. Ο συνήγορος της καθ΄ης η αίτηση τονίζοντας την φύση της διαδικασίας για παρακοή διατάγματος, υποστηρίζει, επίσης στην γραπτή του αγόρευση, πως η μαρτυρία που επιθυμούν να προσθέσουν οι αιτητές είναι αντικρουστική μαρτυρία, η οποία, παραπέμποντας στο Δίκαιο της απόδειξης του Τ. Ηλιάδη σελ. 239, επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που δοθεί από πλευράς υπεράσπισης τέτοια μαρτυρία που δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί από την κατηγορούσα αρχή. Αν γίνει δεκτή η αίτηση, σύμφωνα με τον κ. Κορακίδη, θα ανατραπεί ουσιαστικά το τεκμήριο αθωότητας και θα έχει μετατεθεί το βάρος απόδειξης για την απόδειξη πλέον της αθωότητας και όχι της ενοχής στους ώμους της καθ΄ης η αίτηση ενώ το βάρος απόδειξης της ενοχής θα πρέπει να παραμείνει στους ώμους των εναγόντων. Περαιτέρω είναι η θέση της καθ΄ ης η αίτηση, ότι εάν γίνει δεκτή η αίτηση των εναγόντων, θα υπάρξει παραβίαση της πρόνοιας του Άρθρου 12
(5)(α) του Συντάγματος που προβλέπει για προηγούμενη ενημέρωση του κατηγορούμενου για τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας. Χαρακτήρισε το αίτημα αντινομικό, αφού μετά την υποβολή της ένστασης και της ένορκης δήλωσης της καθ΄ης η αίτηση ο αιτητής επιδιώκει να διορθώσει ελλείψεις ή παραλείψεις του, όπως θα ήταν αντινομικό σε μια ποινική υπόθεση να ζητείται να καταθέσει μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής μετά την μαρτυρία κατηγορούμενου για να διορθώσει ελλείψεις της κατηγορούσας αρχής. Όπως αναφέρει, μετά την προβολή της υπεράσπισης ενός κατηγορούμενου, δεν θα μπορούσε να ζητείται η αναδιάρθρωση της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή έστω και αν δινόταν η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να προβάλει νέα υπεράσπιση. Τέλος ανάφερε, πως η έγκριση του αιτήματος των εναγόντων θα επιφέρει φαυλότητα στην διαδικασία και θα καταστρατηγήσει βασικά δικαιώματα της καθ΄ης η αίτηση. Η Διαταγή 48 Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόασης αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Ο πιο πάνω νέος κανονισμός 4 της Διαταγής 48, τέθηκε σε εφαρμογή την 23.12.1999, με σκοπό να διευκολύνει τη διαδικασία και να ανατρέψει τη νομική θέση που ίσχυε προηγουμένως, όπως έχει νομολογηθεί στις υποθέσεις Stylianou v. Stylianou
(1998)1 AAΔ.520, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 A.A.Δ. 750. Μετά την τροποποίηση της Δ.48 Θ.4
(2), το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια για «καλό λόγο» να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Όπως ανέφερε και η Πρόεδρος του Ε.Δ Λεμεσού (όπως ήταν τότε) κ. Έφη Παπαδοπούλου, στην ενδιάμεση απόφαση της στην Αγωγή 2596/2002, μεταξύ Σωτήρη Πίττα, ενάγοντα και Ανδρέα Νεοκλέους κ.α, εναγομένων, ημερομηνίας 5.11.2002, εκείνο που θα πρέπει να εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται η τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση των ισχυρισμών τους οποίους ο αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει. Δεν βλέπω ιδιαίτερη δυσκολία στην ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου, ο οποίος απαντάται στον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο από το να θα υποβοηθήσει την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και κατ΄ επέκταση την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Παρέχουν οι σχετικοί κανονισμοί την διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και είναι προφανές από το λεκτικό του κανονισμού 4
(2)της Δ.48 ως τροποποιήθηκε ότι ο διάδικος που υποβάλλει γραπτή αίτηση ή προφορικό αίτημα και ζητά να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, έχει το βάρος της απόδειξης ότι το αίτημα του υποβάλλεται για καλό λόγο. Κατά την εκτίμηση μου δηλαδή, ο διάδικος που υποβάλλει τέτοιο αίτημα θα πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να πείσουν ότι το αίτημα υποβάλλεται για καλό λόγο. Τι συνιστά καλό λόγο επαφίεται στο δικαστήριο να καταλήξει. Δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο για κάθε ενδιάμεση αίτηση. Εξαρτάται από το είδος της και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της. Στοιχεία που δεν ρυθμίζονται από τον Κανονισμό 4 της Διαταγής
  1. Περαιτέρω, η έννοια της φράσης «καλός λόγος», πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο, το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό, ή επιθυμητό υπόβαθρο πριν την ακρόαση της αίτησης. Θα ήταν άδικο να τεθεί υψηλό εμπόδιο σε ένα αιτητή που επιθυμεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Επομένως το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για να μπορεί το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της χορήγησης της άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι τι είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αποτελεί καλό λόγο. Η αποκάλυψη του καλού λόγου θα πρέπει να πηγάζει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης εκείνου που αιτείται την άδεια. Θεωρώ ορθότερο και για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος καθώς και των λόγων της ένστασης να αναφερθώ σε συντομία στα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τον φάκελο της. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία. Την επόμενη της καταχώρησης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε από το Δικαστήριο. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 13/10/2009, το οποίο να σημειωθεί στις 2/2/2010 ακυρώθηκε μετά από δήλωση του συνηγόρου των αιτητών, επιδόθηκε στην καθ΄ης η αίτηση στις 14/10/2010 και στην συνέχεια στις 16/10/2009 καταχωρήθηκε αίτηση παρακοής εναντίον της. Τα όσα επιδιώκονται να προστεθούν με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις αφορούν την πιο πάνω αίτηση παρακοής. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, από τη μια ο λόγος για τον οποίο οι αιτητές ζητούν άδεια να καταχωρίσουν συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις είναι για να αντικρούσουν ισχυρισμούς της καθ΄ης η αίτηση που προβάλει με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της και από την άλλη, παρά το ότι ουσιαστικά υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση (βλ. παρ. 4) ότι δίνονται λεπτομέρειες και προσδιορίζονται οι οικοδομικές εργασίες θα πρέπει να δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ώστε για να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες αυτών και να προσδιοριστούν με σαφήνεια. Κρίνω πως το αίτημα πως θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με την φύση της αίτησης ημερομηνίας 16.10.
  2. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκαν τα εξής: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Τα πιο πάνω διαγράφουν τον χαρακτήρα της διαδικασίας, τη φύση της και προσδιορίζουν το βάρος απόδειξης. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, φαίνεται πως οι αιτητές επιθυμούν την προσαγωγή μαρτυρίας με σκοπό την αντίκρουση ισχυρισμού της καθ΄ης η αίτηση, ο οποίος από μέρους της έγινε για να αντικρούσει την θέση και τον ισχυρισμό των καθ΄ων η αίτηση που εκθέτουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρακοής, κατ΄ επέκταση αυτό που επιζητείται είναι να υποστηριχθεί και ενισχύει με περαιτέρω μαρτυρία ένας ήδη προβαλλόμενος εκ μέρους τους ισχυρισμός και επιπρόσθετα να καταρρίψει ισχυρισμό της καθ΄ης η αίτηση. Η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας (evidence in reply) διέπεται από την Δ.33 θ.7 (ii) (β) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην Tsiartas and Another v. Taliotis
(1989)1CLR 216, μετά από επισκόπηση και ανάλυση της σχετικής νομολογίας, έχει υιοθετηθεί η πιo κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από τον Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παραγ. 33-92: «33-93 Evidence in reply, whether oral or by affidavid, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant΄s case, and must not merely confirm that of the plaintiff. .............................. With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defense became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise." Σε μετάφραση: «33-93 Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούσει την υπόθεση του εναγόμενου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα ................ .................................. Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμα να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για τη δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου.» Πέραν των όσων πιο πάνω έχουν λεχθεί που αφορούν την κατεύθυνση και τον σκοπό της μαρτυρίας που επιδιώκει η πλευρά των εναγόντων να παρουσιάσει υπό μορφή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, προκύπτει ότι δεν πρόκειται για γεγονότα που δεν ήταν εις γνώση των εναγόντων κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης για παρακοή ή ότι αυτοί καταλήφθηκαν εξ απροόπτου. Επιπρόσθετα για σκοπούς αντίκρουσης μαρτυρίας η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωση δεν αποτελεί τον μόνο τρόπο αντίκρουσης μαρτυρίας έτσι ώστε μπορεί να υποστηριχθεί ότι στερούνται του δικαιώματος αμφισβήτησης της μαρτυρίας της καθ΄ης η αίτηση. Πρόκειται κατά την άποψη μου, για ζητήματα τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν κατάλληλα με την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας. Λαμβάνοντας υπόψη την φύση της αίτησης, και την κατεύθυνση της μαρτυρίας που οι ενάγοντες επιθυμούν να προσθέσουν, κρίνω πως δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων συμφωνώντας με τον συνήγορο της καθ΄ ης η αίτηση πως σε περίπτωση που επιτραπεί θα υπάρχει ανατροπή του βάρους υπόδειξης αφού πρόκειται για οιονεί ποινική διαδικασία. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό πως θα πρέπει να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες και να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι οικοδομικές εργασίες, αρχικά θα πρέπει να επισημανθεί ότι από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση αναιρείται η αναγκαιότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφού ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της καθ΄ης η αίτησης είναι ψευδής παραπέμποντας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση παρακοής για να δείξει ότι δίδονται λεπτομέρειες σε σχέση με την πράξη που κατηγορείται. Τα όσα φαίνεται να επιθυμούν να προσθέσουν αποτελούν και πάλι γεγονότα τα οποία ήταν όπως φαίνεται εις γνώση τους σε χρόνο πριν ακόμα και από την καταχώρηση της αίτησης. Συνεπακόλουθα, η αίτηση των εναγόντων - αιτητών κρίνω πως δεν δικαιολογείται και ως εκ τούτο απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ης η αίτηση - εναγόμενης και εναντίον των εναγόντων - αιτητών. Αυτά να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο για έγκριση, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.