Colin Horace Bainbridge κ.α. ν. Στέλιου Ιωάννου, Αρ. Αγωγής :- 4326/01, 27η Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 4326/01 Μεταξύ :- Colin Horace Bainbridge Παύλου Ευθυμίου, ως Εκτελεστή της Διαθήκης της Angela Bette Bainbridge Ενάγοντες Και Στέλιου Ιωάννου Εναγόμενος Ημερομηνία :- Πέμπτη 27η Ιανουαρίου 2011 Αίτηση Παρακοής ημερομηνίας 19/3 /2010 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές :- κος. Κ. Καλαβάς (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για τον Εναγόμενο -Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Σ. Πολεμίτης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Εναγόμενος παρών Απόφαση
- Αιτούνται οι ενάγοντες με την αίτηση τους όπως το Δικαστήριο διατάξει τα ακόλουθα,:- 1.
- «.τη φυλάκιση του Εναγομένου μέχρι να συμμορφωθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20/2/2004, η οποία εμπεριέχει Διάταγμα, που διατάσσει τον εναγόμενο όπως προβεί στην επ΄ονόματι των εναγόντων μεταβίβαση και εγγραφή της ισογείου κατοικίας με αυλή και δέντρα υπ΄ αριθ. Εγγραφής 6473, Φ/Σχ. LI/31, αριθμός τεμαχίου 71, η οποία βρίσκεται στην Πάφο, χωρίο Αναρίτα, τοποθεσία εντός του χωριού» και 1.
- «.την τιμωρία του εναγομένου με την φυλάκιση του και/ή την επιβολή προστίμου σ΄ αυτόν και/ή την κατάσχεση της περιουσίας του και/ή μεσεγγύηση πραγμάτων λόγω παράλειψης του να συμμορφωθεί με το περιγραφόμενο Διάταγμα του Δικαστηρίου».
- Βασίζεται κυρίως η αίτηση στη Δ.42Α των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60, όπως αυτός τροποποιήθηκε) και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, ο οποίος παρά και τον τίτλο της αγωγής, ορκίζεται ως ο εκτελεστής της διαθήκης και των δύο εναγόντων. Επισυνάπτονται δε επί αυτής της ένορκης δήλωσης αντίγραφα τόσο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/2/2004 όσο και διατάγματος ημερομηνίας 7/3/2005 παράτασης του χρόνου συμμόρφωσης του εναγομένου με το διάταγμα ημερομηνίας 20/2/2004, ως επίσης και διατάγματος ημερομηνίας 5/3/2010 με το οποίο δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 20/2/
- Ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση η νομική βάση της οποίας αποτελείται κυρίως επίσης από τη Δ.42Α των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας αλλά του άρθρου 32 αντί του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60, όπως αυτός τροποποιήθηκε). Υποστηρίζεται δε η ένσταση του εναγομένου από δική του ένορκη δήλωση. Παρά και την επακόλουθη καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης και την εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του εναγομένου στη συνέχεια η αίτηση αυτή αποσύρθηκε.
- Ορίστηκε η αίτηση γι΄ ακρόαση κατά τη διάρκεια της οποίας αντεξετάστηκαν τόσο ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης όσο και ο ίδιος ο εναγόμενος ως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης.
- Αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας θεωρώ ότι αυτή δεν χρήζει αξιολόγησης καθότι τα θέματα τα οποία προκύπτουν κατά την εξέταση της αίτησης είναι κυρίως νομικά θέματα και πραγματικά δεν διαπιστώνω να έχει καθοριστική σημασία η αξιολόγηση είτε της αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων είτε ακόμη και της μαρτυρίας προς υποστήριξη είτε της αίτησης είτε της ένστασης.
- Παραδείγματος χάριν, υποβλήθηκε στον ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της αίτησης ότι τα όσα ορκίστηκε σχετικά στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Βεβαίως έλεγχος κατά πόσο οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος όντως ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα δεν απαιτεί οτιδήποτε περισσότερο από έλεγχο του ίδιου του περιεχομένου του φακέλου. Απλά ο ίδιος με τους ισχυρισμούς του προωθεί ουσιαστικά μία βασική νομική θέση των εναγόντων. Ως προς το ότι δηλαδή στην επίδικη απόφαση εμπεριέχεται διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος διατάσσεται όπως προβεί στη μεταβίβαση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας.
- Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ο ίδιος ο εναγόμενος δεν απορρίπτει καν ως αναληθείς τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης. Ανεξαρτήτως όμως και αυτού του δεδομένου το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ελέγξει εάν όντως τα όσα αναφέρονται περί της ύπαρξης του συγκεκριμένου διατάγματος όντως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
- Σημειώνοντας δε επί του συγκεκριμένου σημείου ότι τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης δεν αποτελούν αυτολεξεί επανάληψη του περιεχομένου οποιουδήποτε διατάγματος ή της απόφασης αλλά ουσιαστικά δική του ερμηνεία ως προς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης απόφασης. Μάλιστα η αμέσως επόμενη απάντηση του ενόρκως δηλούντος ανέδειξε με σαφήνεια την έλλειψη αναγκαιότητας αξιολόγησης της μαρτυρίας καθώς ο μάρτυρας αυτός ανέπτυξε τη δική του ερμηνεία του περιεχομένου της επίδικης απόφασης. Καθώς δηλαδή του υποβλήθηκε ότι ο ενάγων δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο για να προχωρήσει σε ειδική εκτέλεση και ο ίδιος εξέφρασε τη διαφωνία του παραθέτοντας με το δικό του σκεπτικό πως ακριβώς προκύπτει η υποχρέωση του ενάγοντα για τη μεταβίβαση και εγγραφή στα ονόματα των εναγόντων.
- Συνεπώς αυτό το οποίο απαιτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η αξιολόγηση μαρτυρίας επί της οποίας θα στηριχτεί το Δικαστήριο έτσι ώστε να καταλήξει σε ευρήματα επί της πραγματικής πτυχής της αίτησης αλλά η εξέταση νομικών θέσεων των διαδίκων και ο έλεγχος κατά πόσο αυτές είναι ορθές ή λανθασμένες έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί στο συμπέρασμα του ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Ως προς την αντεξέταση την οποία υπέστη ο ίδιος ο εναγόμενος αναδεικνύεται από αυτή η άσχετη με την αίτηση αναδρομική θέση του ίδιου ως προς την έκδοση της επίδικης απόφασης. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με το τι θα έκανε διαφορετικά εάν γνώριζε ότι υπήρξε πώληση του επίδικου ακινήτου. Ενώ ακόμη και η παραδοχή του ιδίου ότι η μεταβίβαση δεν γίνεται διότι υπάρχει ανεξόφλητη υποθήκη επί του επίδικου ακινήτου ασφαλώς δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την έκβαση του ερωτήματος κατά πόσο η αίτηση ικανοποιεί τις απαραίτητες νομικές προϋποθέσεις προς έγκριση της.
- Όμως προτού προχωρήσω σε εξέταση της νομικής πτυχής της αίτησης οφείλω να διευκρινίσω ένα σημαντικό στοιχείο ως προς τη βάση επί της οποίας το σκεπτικό του Δικαστηρίου θα στηριχθεί έτσι ώστε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα του σε σχέση με αυτή την αίτηση.
- Υπενθυμίζω σχετικά ότι το διάταγμα σε σχέση με την παρακοή του οποίου οι ενάγοντες ζητούν τη φυλάκιση του εναγομένου αλλά και γενικότερα τη τιμωρία του εμπεριέχεται στην επίδικη απόφαση ημερομηνίας 20/2/
- Μάλιστα η αίτηση των εναγόντων, δηλαδή ως προς το αιτητικό μέρος αυτής περιορίζεται, σε αναφορά αυτής της απόφασης μόνο.
- Εντούτοις τόσο με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης όσο και με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτής προωθήθηκε και μία θέση με βάση την οποία οι ενάγοντες σαφώς επιδιώκουν επίσης όπως βασιστούν σε μεγάλο βαθμό και σε ένα μεταγενέστερο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7/3/
- Σύμφωνα με το διάταγμα αυτό παρατάθηκε ο χρόνος εντός του οποίου «.ο εναγόμενος θα πρέπει να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 20/2/2004, από 6 μήνες από την ημερομηνία της απόφασης σε 1 μήνα από την ημερομηνία της νέας επίδοσης του διατάγματος, που διατάσσει τον εναγόμενο όπως προβεί στην επ' ονόματι των εναγόντων μεταβίβαση και εγγραφή.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).
- Διευκρινίζω τα εξής. Πραγματικά θεωρώ ότι δεν αλλοιώνεται με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 20/2/2004 με την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 7/3/
- Μάλιστα το θεωρώ αυτονόητο ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καν εφικτό. Η αλλοίωση δηλαδή μίας απόφασης (η οποία μάλιστα εκδόθηκε εκ συμφώνου) απλά και μόνο μετά από υποβολή μίας μονομερής αίτησης ενός εκ των διαδίκων.
- Τονίζω δε ότι είναι σε σχέση με την απόφαση ημερομηνίας 20/2/2004 που εξετάζεται το αίτημα των εναγόντων για τη τιμωρία του εναγομένου και όχι με βάση τη διατύπωση του διατάγματος ημερομηνίας 7/3/
- Μάλιστα θεωρώ ότι και αυτή η επισήμανση είναι τόσο αυτονόητη έτσι ώστε να μην είναι καν απαραίτητη. Όμως επειδή έχει όντως προωθηθεί αυτή η θέση διευκρινίζω, έχοντας ως βάση τα προαναφερόμενα δεδομένα, ότι ασφαλώς αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
- Διαπιστώνεται δηλαδή ότι δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε νέο διάταγμα στις 7/3/2005 με το οποίο ο εναγόμενος οφείλει να συμμορφωθεί. Απλά αυτό το οποίο προνοείται από το συγκεκριμένο διάταγμα δεν είναι οτιδήποτε περισσότερο πέραν από παράταση του χρόνου συμμόρφωσης αφού εμφανώς λήφθηκε πρώτα υπόψη κατά την έκδοση του και η αρχική πρόνοια αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 20/2/2004 για περίοδο 6 μηνών.
- Συνεπώς το αίτημα των εναγόντων αναπόφευκτα εξετάζεται έχοντας ως βάση το διάταγμα το οποίο εμπεριέχεται στην απόφαση ημερομηνίας 20/2/
- Το διάταγμα αυτό «.διατάσσει την ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 28.9.99 μεταξύ εναγόντων και εναγομένου με την επ΄ ονομάτι των εναγόντων μεταβίβαση και εγγραφή της ισογείου οικίας με αυλή και δέντρα.».
- Διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο αυτού του διατάγματος δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αυτό το οποίο διατάσσεται είναι η ειδική εκτέλεση ενός πωλητηρίου εγγράφου. Η δε θέση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης (παράγραφος 2 στην ένορκη δήλωση του) ως προς το ότι στην επίδικη απόφαση «.εμπεριέχεται Διάταγμα, με το οποίο ο εναγόμενος διατάσσεται όπως προβεί στην επ΄ ονόματι των εναγόντων μεταβίβαση και εγγραφή της ισογείου κατοικίας με αυλή και δέντρα.» κρίνεται ανακριβής. Καθότι το διάταγμα το οποίο όντως εμπεριέχεται εντός της επίδικης απόφασης είναι διάταγμα ειδικής εκτέλεσης, δηλαδή διάταγμα εξειδικευμένης φύσης το οποίο εκδίδεται βάσει συγκεκριμένης νομοθεσίας, και ασφαλώς όπως η απόφαση αυτή είναι διατυπωμένη δεν απευθύνεται καν προς τον εναγόμενο.
- Η απλή αυτή διαπίστωση του Δικαστηρίου σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση αποτελούν τη βάση επί της οποίας εν τέλει καθορίζεται και η έκβαση της αίτησης των εναγόντων.
- Αξίζει σε αυτό το σημείο της απόφασης να αναφερθεί συνοπτικά η νομική πτυχή του συγκεκριμένου θέματος. 21.
- Σύμφωνα με το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) «.έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, διαττάτον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως.». 21.
- Διατηρώντας υπόψη ότι το επίδικο διάταγμα είναι διάταγμα ειδικής εκτέλεσης ασφαλώς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η έκδοση ενός τέτοιου εξειδικευμένου διατάγματος διέπεται από τις πρόνοιες του περί Πώλησης Γής (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, όπως αυτός τροποποιήθηκε (ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). Δεν θεωρώ αναγκαίο, προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, όπως παραθέσω πιο κάτω όλες τις σχετικές πρόνοιες αυτού του νόμου. 21.
- Περιορίζομαι στις εξής αναφορές. 21.3.1.Σύμφωνα με το άρθρο 4 του σχετικού Νόμου οποιοδήποτε πρόσωπο, προς όφελος του οποίου εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα που διατάσσει ειδική εκτέλεση σύμβασης για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, αποταθεί εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για τη μεταβίβαση αυτής στο όνομα του και προβεί σε όλες τις αναγκαίες πράξεις και ενέργειες για να καταστεί δυνατή η διενέργεια της μεταβίβασης, ο αρμόδιος λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου με την παρουσίαση προς αυτόν του διατάγματος δύναται να μεριμνήσει ώστε να διενεργηθούν στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου όλες οι εγγραφές αυτές που είναι αναγκαίες για εφαρμογή του διατάγματος. 21.3.2.Σύμφωνα με το άρθρο 6 του σχετικού Νόμου μετά από τη μεταβίβαση στο όνομα του αγοραστή η ιδιοκτησία περιέρχεται σε αυτόν και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διατάγματα τα οποία να διατάσσουν τον πωλητή να παραδώσει κατοχή της ιδιοκτησίας ή διαφορετικά για εξασφάλιση του αγοραστή στη κατοχή αυτής ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σωστό. Αναδεικνύεται από αυτό το άρθρο η δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων τα οποία πλέον θα απευθύνονται απευθείας προς τον πωλητή ο οποίος αρνείται να αναγνωρίσει τη νομική πραγματικότητα ως προς τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας έτσι ώστε να παραδώσει τη κατοχή της. 21.3.3.Το γεγονός ότι το επίδικο διάταγμα αποτελεί μία εξειδικευμένη θεραπεία σύμφωνα και με τον σχετικό Νόμο αναδεικνύεται και από σχετική νομολογία. 21.3.4.Αναφέρω σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 287/2006, ημερομηνίας 20/6/2008, Flower κ. ά. ν. Χατζηιωάννου κ. ά.. Επικυρώθηκε ως ορθή από το Ανώτατο Δικαστήριο η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστή πως αν γίνει δεκτό ότι ένα διάταγμα για ειδική εκτέλεση σύμβασης πώλησης γης μπορεί να εκτελεστεί με εξαναγκασμό αυτής της μορφής, δηλαδή της τιμωρίας του υπόχρεου αντισυμβαλλόμενου, το αποτέλεσμα θα ήταν η ποινικοποίηση κατ΄ ουσίαν μιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς παρά την προβλεπόμενη νομοθετική ρύθμιση. Ουσιαστικά η διαδικασία εκτέλεσης ενός διατάγματος ειδικής εκτέλεσης με εξαναγκασμό βρίσκεται εκτός των ορίων της αποκλειστικά ειδικής ρύθμισης σύμφωνα και με τον σχετικό Νόμο.
- Αναφορικά με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με τη νομική πτυχή του επίδικου θέματος διαπιστώνω τα ακόλουθα. 22.
- Το επίδικο διάταγμα, όπως αυτό εμπεριέχεται στην απόφαση ημερομηνίας 20/2/2004, δεν διατάσσει συγκεκριμένα τον εναγόμενο όπως εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη. Ούτε και του απαγορεύει την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης. 22.
- Ουσιαστικά με το επίδικο διάταγμα ουδείς διατάσσεται οτιδήποτε αλλά ούτε και απαγορεύεται σε οποιονδήποτε η εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης καθότι αυτό είναι διάταγμα ειδικής εκτέλεσης πωλητηρίου εγγράφου. 22.
- Η ίδια η φύση του επίδικου διατάγματος ως διάταγμα ειδικής εκτέλεσης σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής των αρχών περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατ΄ επέκταση την καταχώρηση αίτησης με την οποία να επιδιώκεται η εκτέλεση του συγκεκριμένου διατάγματος με εξαναγκασμό του υπόχρεου αντισυμβαλλόμενου πωλητή.
- Συνεπώς, εφόσον η αίτηση των εναγόντων, με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, δεν είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένη απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση εναγομένου εις βάρος των αιτητών εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο