Ελένης Κακούτη ν. Δημητράκη Φακοντή κ.α., Αρ. Αγωγής: 112/10, 3.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A21 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 112/10 Μεταξύ: Ελένης Κακούτη από τη Λεμεσό Ενάγουσας και
- Δημητράκη Φακοντή από την Πάφο
- Κυβέλης Δ. Φακοντή από την Πάφο
- Alpha Bank Cyprus Ltd από τη Λευκωσία Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 3.2.2011 Αίτηση ημερ. 13.1.2010 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Μ. Μιχαηλίδης Για Καθ΄ ών η Αίτηση-Εναγόμενους 1 και 2: κ. Μυτίδης για κ.κ. Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα-Αιτήτρια ζητά το ακόλουθο διάταγμα: «(Α) Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο η Εναγόμενη 2 να εμποδίζεται από το να πωλήσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει ή μα αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Β263, τεμάχιο 263, φύλλο/σχέδιο 45/25ΕΙ στην τοποθεσία Βατούδια, στην Πέγεια μέχρι εκδίκασης και έκδοσης τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής Δικαστηρίου.» Το πιο πάνω διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 13.1.2010 και μετά από την επίδοση της μονομερούς αίτησης και του μονομερούς εκδοθέντος διατάγματος κατεχωρήθη ένσταση και στη συνέχεια εκδικάσθηκε η αίτηση με αποτέλεσμα σήμερα να εκδίδεται η απόφαση. Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρα 29 και 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, ΘΘ1, 2, 3, 4, 8 και 9, στη σχετική νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων και στη διακριτική ευχέρεια και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μάριου Κακούτη από τη Λεμεσό ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: «
- Είμαι υιός της Ενάγουσας, Ελένης Κακούτη και είμαι εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Λόγω του ότι ο πατέρας μου και σύζυγος της Ενάγουσας, Κώστας Κακούτης, ο οποίος μέχρι πρόσφατα ήταν ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και ο οποίος είχε προσωπική ανάμιξη στα γεγονότα της υπόθεσης, έχει σοβαρά προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων, σχεδόν ολική απώλεια όρασης, πλέον χειρίζομαι εγώ όλες τις υποθέσεις εκ μέρους των γονιών μου. Έχω ενημερωθεί πλήρως και έχω αναλάβει το χειρισμό της παρούσας υπόθεσης εκ μέρους της Ενάγουσας. Έχω πληροφορηθεί όλα τα σχετικά γεγονότα από τους γονείς μου και έχω ενημερωθεί πλήρως για όλες τις πτυχές της υπόθεσης από αυτούς και από τη μελέτη όλων των εγγράφων που είχα στην κατοχή μου. Για όλες τις νομικές πτυχές έχω λάβει τη συμβουλή των δικηγόρων της Ενάγουσας κ.κ. Μιχαηλίδης & Μιχαηλίδης.
- Ο πατέρας μου, Κώστας Κακούτης, είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας, Ελένης Κακούτη και ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της από τις 28/11/1996 δυνάμει σχετικού γενικού πληρεξουσίου εγγράφου, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, ο Κώστας Κακούτης είχε δικαίωμα, μεταξύ άλλων, όπως, διά λογαριασμό και εξ΄ ονόματος της Ενάγουσας, αγοράζει, πωλεί, ανταλλάζει και υποθηκεύει πάσης φύσεως κτήματα της.
- Η Ενάγουσα, μέχρι τις 12/4/2001 ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής Β263, τεμάχιο 263, φύλλο/σχέδιο 45/25ΕΙ στην τοποθεσία Βατούδια, στην Πέγεια (εν τοις εφεξοίς καλούμενο το «επίδικο κτήμα»). Αντίγραφο του σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα της Ενάγουσας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Στις 4/7/2000 ο Εναγόμενος 1, Δημητράκης Φακοντή, καταχώρησε εναντίον του Κώστα Κακούτη και εναντίον της Ενάγουσας, την αγωγή υπ΄ αριθμό 2479/2000 Ε.Δ. Πάφου, στην οποία ισχυριζόταν ότι η Ενάγουσα του πούλησε το επίδικο κτήμα δυνάμει δύο πωλητηρίων εγγράφων, ημερομηνίας 12/12/97 και 22/12/97, έναντι του συνολικού ποσού των ΛΚ70.000-. Μεταξύ των αξιώσεων του Εναγομένου 1 (Ενάγοντα στην εν λόγω αγωγή) περιλαμβάνεται η ειδική εκτέλεση των εν λόγω συμφωνιών. Αντίγραφα των δύο πωλητηρίων εγγράφων, ημερομηνίας 12/12/97 και 22/12/97 επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Επίσης επισυνάπτεται αντίγραφο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στην εν λόγω αγωγή, ως Τεκμήριο
- Λόγω παράλειψης του Κώστα Κακούτη και της Ενάγουσας να καταχωρήσουν εμφάνιση στην πιο πάνω αγωγή, στις 20/9/2000 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους με την οποία διατάχθηκε η τιτλοποίηση του επίδικου κτήματος στο όνομα του Εναγομένου
- Πιστό αντίγραφο της εν λόγω απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Μόλις ο Κώστας Κακούτης και η Ενάγουσα πληροφορήθηκαν για την έκδοση της πιο πάνω απόφασης εναντίον τους, έδωσαν οδηγίες στους τότε δικηγόρους τους, κ.κ. Αντρέα Μιλτιάδους και Αντρέα Ονουφρίου, να προβούν στα απαραίτητα διαβήματα για τον παραμερισμό της απόφασης. Τελικά στις 8/3/2001 οι εν λόγω δικηγόροι καταχώρησαν δύο αιτήσεις, η πρώτη διά κλήσεως, διά της οποίας ζητούσαν από το Δικαστήριο τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στις 20/9/2000 και η δεύτερη μονομερώς, διά της οποίας ζητούσαν αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης μέχρι να αποφασιστεί η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης.
- Το δικαστήριο διέταξε όπως η μονομερής αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά, πράγμα που έγινε. Οι δύο πιο πάνω αιτήσεις ήταν ορισμένες ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29/3/
- Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, συμφωνήθηκε όπως οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης ανασταλεί μέχρι την αποπεράτωση της αίτησης για παραμερισμό. Ο τότε δικηγόρος του Εναγόμενου 1, κ. Αντρέας Λάρδος δήλωσε στο Δικαστήριο ότι η οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης έχει σταματήσει εν αναμονή της πορείας της αίτησης διά κλήσεως για παραμερισμό.
- Σε αντάλλαγμα για την πιο πάνω δήλωση που έγινε από το δικηγόρο του Εναγομένου 1, ο δικηγόρος του Κώστα Κακούτη και της Ενάγουσας απέσυρε την μονομερή αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Πιστό αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 29/3/2001, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος 1 κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας προχώρησε στην εκτέλεση της απόφασης με την εγγραφή του κτήματος της Ενάγουσας, στο όνομα του, στις 1274/
- Η πιο πάνω δήλωση του Εναγόμενου 1, ότι έχει σταματήσει οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της αίτησης για παραμερισμό, έγινε ψευδώς και είχε σκοπό να ξεγελάσει την Ενάγουσα και τον Κώστα Κακούτη και να τους πείσει να αποσύρουν την αίτηση τους για αναστολή εκτέλεσης, ούτως ώστε να προχωρήσει ανενόχλητος με την εγγραφή του κτήματος στο όνομα του. Εάν δεν προέβαινε ο Δικηγόρος του Εναγόμενου 1 σε αυτή τη δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Δικηγόρος της Ενάγουσας και του Κώστα Κακούτη θα προωθούσε την αίτηση για αναστολή εκτέλεσης, σύμφωνα με τις σαφείς οδηγίες τους.
- Το γεγονός ότι η μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα του Εναγομένου 1 έγινε στις 12/4/2001, δηλαδή λίγες μέρες μετά από την πιο πάνω δήλωση στο Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι ο Εναγόμενος 1 είπε ψέματα με σκοπό να εξαπατήσει την Ενάγουσα.
- Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 1, μόλις εκδόθηκε τίτλος στο όνομα του, μεταβίβασε το κτήμα δωρεάν στην Εναγόμενη 2, η οποία είναι η σύζυγος του. Η μεταβίβαση αυτή έγινε στις 18/4/
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίστηκαν (στην υπεράσπιση τους στην αγωγή υπ΄ αρ. 1495/01 Ε.Δ. Πάφου) ότι υπήρχε συμφωνία παροχής δανείου μεταξύ τους όμως δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού κατά την ακρόαση της αγωγής υπ΄ αρ. 1495/01 Ε.Δ. Πάφου. Ως εκ τούτου, εξ΄ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 2 δεν είναι καλόπιστος αγοραστής έναντι ανταλλάγματος. Περαιτέρω η Εναγόμενη 2, στις 18/4/01 υποθήκευσε το επίδικο κτήμα προς όφελος της Εναγόμενης
- Ενόψει των πιο πάνω ενεργειών των Εναγομένων 1 και 2 η Ενάγουσα, στις 23/4/2001, καταχώρησε την αγωγή υπ' αρ. 1495/01 Ε.Δ. Πάφου με την οποία ζητούσε διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του επίδικου κτήματος στο όνομα της Εναγομένης 2 και διάταγμα επανεγγραφής του στο όνομα της Ενάγουσας, ελεύθερου από οποιαδήποτε επιβάρυνση. Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην εν λόγω αγωγή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής η Ενάγουσα πέτυχε την έκδοση συντηρητικού Διατάγματος με το οποίο εμποδίζονταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το επίδικο κτήμα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση και κατόπιν ακρόασης το Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 6/6/01 οριστικοποίησε το Διάταγμα. Αντίγραφα του διατάγματος ημερομηνίας 2474/01 και της απόφασης ημερομηνίας 67¬01 επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα.
- Η απόφαση ημερομηνίας 20/9/2000 στην αγωγή 2479/2000 Ε.Δ. Πάφου παραμερίστηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 20/4/20002, πιστό αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ολόκληρο το κείμενο της εν λόγω απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος 1 εφεσίβαλε την απόφαση για παραμερισμό με την έφεση υπ΄ αριθμό 11398, όμως η έφεση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ολωσδιόλου αβάσιμη στις 17/6/
- Αντίγραφο του σχετικού πρακτικού του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 17/6/2003, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ως αποτέλεσμα του παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους στην αγωγή 2479/2000 Ε.Δ. Πάφου, η Ενάγουσα και ο Κώστας Κακούτης είχαν το δικαίωμα να καταχωρίσουν υπεράσπιση στην εν λόγω αγωγή, με την οποία αμφισβητούσαν τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου
- Μεταξύ άλλων αμφισβητούσαν την εγκυρότητα των συμφωνιών ημερομηνίας 1271297 και 22712/97, το ότι ο Εναγόμενο ς1 δικαιούται την εγγραφή του επίδικου κτήματος στο όνομα του, καθώς και το ότι μπορεί να διαταχθεί ειδική εκτέλεση των εν λόγω συμφωνιών και ζητούσαν από το Δικαστήριο την απόρριψη των αξιώσεων του κ. Δημητράκη Φακοντή. Περαιτέρω με ανταπαίτηση τους ζητούσαν δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 12/12/97 και 22/12/97 ήταν άκυρα. Αντίγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην αγωγή 2479/2000 Ε.Δ. Πάφου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Τα γεγονότα που οδήγησαν στην υπογραφή των εν λόγω πωλητηρίων εγγράφων ως εξής: Ο Κώστας Κακούτης είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, κυρίως με την όραση του και εξ΄ όσων με έχει πληροφορήσει, χρειαζόταν χρήματα για να μπορεί να μεταβαίνει στην Αγγλία για την αναγκαία περίθαλψη. Όπως μου έχει αναφέρει ο ίδιος, ο Εναγόμενος 1, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση του αυτή του δάνειζε χρήματα και τον εχρέωνε με πολύ ψηλά επιτόκια και του ζήτησε να υπογράψει τα αγοραπωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 12/12/97 και 22/12/97 ως εγγύηση και εξασφάλιση της αποπληρωμής των χρημάτων που του εδάνειζε. Τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα ήταν εικονικά και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας είναι άκυρα. Αυτό έγινε και σε άλλες περιπτώσεις που δεν έχουν σχέση με το επίδικο κτήμα. Στις 4/5/2000 οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν μια δήλωση με την οποία δεσμεύονταν ότι εάν ο Κώστας Κακούτης ενεργώντας ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας ή προσωπικά πληρώσει και επιστρέψει στον Εναγόμενο 1 το ποσό των ΛΚ73.000.- μέσα σε ένα μήνα τότε θα αποδεχθεί να ακυρωθούν τα αγοραπωλητήρια έγγραφα σε σχέση με το επίδικο κτήμα καθώς και κάποια μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 18/11/97 που αφορά τα κτήματα με αρ. εγγραφής 13477, 13511, 39522 και Β
- Αντίγραφο της εν λόγω δήλωσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η αγωγή 2479/2000 Ε.Δ: Πάφου δεν εκδικάστηκε λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 την απέσυρε άνευ βλάβης στις 26/2/
- την εν λόγω ημερομηνία αποσύρθηκε άνευ βλάβης και η ανταπαίτηση. Λόγω της μεταβίβασης του επίδικου κτήματος στην Εναγόμενη 2 στις 18/4/01 (όπως αναφέρεται στην παράγραφο 14 ανωτέρω) ουδεμία ουσιαστική σημασία θα είχε η εκδίκαση της αγωγής 2479/2000 Ε.Δ. Πάφου πριν από την εκδίκαση της αγωγής 1495/01 Ε:Δ. Πάφου, λόγω του ότι ακόμα και αν πετύχαινε η υπεράσπιση και η ανταπαίτηση στην πρώτη αγωγή ουδεμία ουσιαστική θεραπεία θα μπορούσε να αποδοθεί, ενόψει του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 1 είχε ήδη μεταβιβάσει το επίδικο κτήμα. Εξ΄ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας η απόσυρση της ανταπαίτησης στην εν λόγω αγωγή δεν αποτελεί δεδικασμένο λόγω του ότι αποσύρθηκε άνευ βλάβης, δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων με την παρούσα αγωγή και δεν υπάρχει δικαστική κρίση επί της ουσίας της εγειρόμενης διαφοράς.
- Η αγωγή 1495/01 Ε.Δ. Πάφου εκδικάστηκε και στις 22712/09 εκδόθηκε απόφαση με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Το Δικαστήριο στην απόφαση του έκρινε ότι η Ενάγουσα δεν μπορούσε να πετύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής «καθότι κατά το χρόνο έγερσης της η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 2479/00 εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ..» και κατέληξε: «Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως παρά το ότι οι εισηγήσεις του κ. Μιχαηλίδη ως προς τη δημιουργία εμπιστεύματος προς όφελος της Ενάγουσας καθώς και την εισήγηση του ότι για το επίδικο ακίνητο δεν μπορούσε να διαταχθεί ειδική εκτέλεση με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας ενδεχόμενα να είναι ορθές, αυτές δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι δημιουργείται μια αδικία γιατί το ακίνητο ενεγράφη στο όνομα του Εναγομένου 1 δυνάμει μιας απόφασης η οποία έχει παραμεριστεί, όμως από την άλλη δεν μπορεί να αποδοθεί θεραπεία στη βάση αιτίας αγωγής που δεν υφίστατο κατά την καταχώριση της αγωγής. Περαιτέρω, ακόμα και σε περίπτωση που αυτό θα ήταν επιτρεπτό να γίνει πάλι θα εξακολουθούσε να υφίσταται θέμα το ποιος δικαιούται την ιδιοκτησία του κτήματος δυνάμει των συμφωνιών πώλησης μεταξύ των διαδίκων έχοντας υπόψη ότι η απόφαση που επέλυε το θέμα έχει παραμεριστεί». Αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/12709 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα για την αγωγή 1495/01 Ε.Δ. Πάφου επισυνάπτονται αντίγραφα της έκθεσης απαίτησης, της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση στην εν λόγω αγωγή, ως Τεκμήρια 17, 18 και 19 αντίστοιχα.
- Εξ΄ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας η πιο πάνω απόφαση στην αγωγή 1495/01 Ε.Δ. Πάφου δεν αποτελεί δεδικασμένο στην προώθηση των θεραπειών που η Ενάγουσα επιζητεί με την παρούσα αγωγή λόγω του ότι δεν υπάρχει δικαστική κρίση επί της ουσίας της εγειρόμενης διαφοράς, δηλαδή του ποιος δικαιούται την κυριότητα του επίδικου κτήματος και του κατά πόσον δημιουργήθηκε εμπίστευμα προς όφελος της Ενάγουσας.
- Η Εναγόμενη 3, Alpha Bank Cyprus Ltd είναι Τράπεζα, προς όφελος της οποίας έχει υποθηκευτεί από την Εναγόμενη 2 το επίδικο κτήμα και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, είναι αναγκαίος διάδικος στην υπόθεση λόγω του ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα της από την έκβαση της υπόθεσης.
- Εξ΄ όσων γνωρίζω η αξία του επίδικου κτήματος σήμερα ξεπερνά το €1.000.000.- (ένα εκατομμύριο ευρώ).
- Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αιτείται από το σεβαστό Δικαστήριο την ακύρωση της εγγραφής του κτήματος στο όνομα της Εναγόμενης 2 και την επανεγγραφή του στο όνομα της Ενάγουσας.
- Η Ενάγουσα είναι διατεθειμένη να πληρώσει στους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των ΛΚ62.786.- το οποίο έλαβε ο Κώστας Κακούτης από τον Εναγόμενο 1 τον Δεκέμβρη του
- Το επίδικο κτήμα, για το οποίο ζητείται το Διάταγμα μη αποξένωσης, είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής.» Στις 28.5.2010 οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατεχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης την οποία βασίζουν στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στους Δικαστικούς Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ.1 έως 4 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ειδικότερα αναφέρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η παρούσα υπόθεση καλύπτεται από το δεδικασμένο καθότι δια το ίδιο θέμα εκινήθηκε η αγωγή αρ. 1495/01 η οποία κατέληξε σε απόρριψη.
- Η παρούσα διαφορά καλύπτεται από το δεδικασμένο με την αγωγή αρ. 2479/00 η οποία έχει αποπερατωθεί χωρίς ο τότε και νυν ενάγων να απαιτήσει και να επιτύχει διαγραφή της εγγραφής του επίδικου κτήματος επ΄ ονόματι των Εναγομένων ή οιουδήποτε εξ΄ αυτών.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση 10 ετών από την εγγραφή της περιουσίας επί των Εναγομένων και εν τω μεταξύ τρίτοι έχουν απαιτήσεις δικαιώματα επ΄ αυτής.
- Οι ισχυρισμοί περί δόλου λανθασμένα δεν εδικάσθηκαν με τη μορφή απαίτησης ή ανταπαίτησης στην αγωγή αρ. 2479/00 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ή της μεταγενέστερης αγωγής αρ. 1495/01 η οποία έπρεπε να συμπεριλαμβάνει όλες τις εκκρεμούσες διαφορές.» Η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγομένων 1 και 2 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Δημητράκη Φακοντή - Εναγόμενου 1 ο οποίος αναφέρει τα εξής: «
- Είμαι σύζυγος και εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 Κυβέλης Φακοντή, όπως ορκισθώ εκ μέρους της και εκ μέρους μου δια την παρούσα υπόθεση.
- Ως αναφέρεται στους λόγους ενστάσεως η ύπαρξη δόλου ήταν αντικείμενο της αγωγής 2479/00 η οποία ετελεσιδικάσθει χωρίς οι Ενάγοντες να καταχωρήσουν ανταπαίτηση για ακύρωση της μεταβίβασης του κτήματος. Η μη χρησιμοποιηθείσα διατύπωση της Ανταπαιτήσεως και εξέταση αιτήματος διαγραφής της μεταβιβάσεως καλύπτει την δοσοληψία μεταξύ των διαδίκων με δεδικασμένο. (Η απόφαση εξεδόθει την 20/9/00 και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜ. 1).
- Όχι μόνο έχω καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα αλλά όπως αναφέρω και στην Υπεράσπιση μου στην αγωγή 1495/01 την οποία υιοθετώ πλήρως (και η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜ. 2) πλήρωσα επιπλέον της τιμής πωλήσεως και £55.000 για να εξαλείψω υποθήκη υπέρ της Λαϊκής Τράπεζας που είχε η Ενάγουσα. Περαιτέρω υπέστηκαν απώλειες και ζημιές ως αναφέρονται στο Τεκμ.
- Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου κ. Π. Αγγελίδης και όπως πιστεύω κι εγώ δεν υπάρχει οιονδήποτε θέμα καταπιστεύματος διότι τα μόνα καταπιστεύματα που ορίζει ο Νόμος είναι εγγράψιμα και τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση διότι οι Ενάγοντες στην αγωγή 1495/01 ενώ δυνατόν να είχαν την ευκαιρία να επανέλθουν με νόμιμο ή νομιμοφανή λόγο αγωγής εστήριξαν την υπόθεση τους σε διαδικαστική συνεννόηση μεταξύ των δικηγόρων των Εναγόντων και των Εναγομένων γεγονός που δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα. Σχετικά για το πιο πάνω θέμα είναι και το πρακτικό ημερ. 2/2/09, σελ. 10 όπου ο υπάλληλος του Κτηματολογίου καταθέτει ότι ουδέποτε επήρε οιονδήποτε νόμιμο διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης τους Δικαστηρίου στην αγ. 2471/
- Στη σελ. 1 αναφέρεται ότι αίτηση για εγγραφή με βάση την απόφαση έγινε στις 16/10/
- Περαιτέρω από τον καιρό της μεταβίβασης επί του επίδικου κτήματος υπάρχει υποθήκη της Εναγομένης 3 η οποία δεν είχε τίποτε να κάνει στη δοσοληψία μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένων 1 &
- Ενώ ως φαίνεται από την ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα Μάριου Κακούτη η μεταβίβαση έγινε το 2001 δεν είχε μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εγκριθεί νόμιμη διαδικασία για αμφισβήτηση της νομιμότητας της μεταβίβασης.
- Αντίθετα οι Ενάγοντες ενεπλάκησαν στην αγωγή 1495/01 που επίδικο θέμα ήταν η συμπεριφορά των Δικηγόρων και όχι ο τίτλος ιδιοκτησίας και το πωλητήριο έγγραφο.
- Ως εκ των ως άνω αιτούμαι απόρριψη της αίτησης και τερματισμό του Προσωρινού Διατάγματος.» Οι διάδικοι μέσω των συνηγόρων τους κατεχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες εκθέτουν την επιχειρηματολογία τους και τις νομικές αυθεντίες πάνω στις οποίες στηρίζονται. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της υπό εκδίκαση αίτησης και έχοντας υπόψη την νομική της βάση που είναι ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, άρθρο 32 και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9 παρατηρώ τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλέπε υπόθεση (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557). Για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τα γεγονότα που τέθησαν ενώπιον του ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ενάγουσας στην αγωγή. Ο βαθμός ικανοποίησης του Δικαστηρίου για αυτό το θέμα αν και μεγαλύτερος από απλή πιθανότητα εντούτοις δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 συναρτάται και εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα σε αυτά τα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο πιο απομακρυσμένη φαίνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο έχοντας πάντοτε υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης αν πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να το διατηρήσει σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει διατάγματα για την προστασία περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας ή και μέχρι την εκτέλεση της απόφασης. Περαιτέρω σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6 η Αιτήτρια-Ενάγουσα θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιονδήποτε τρίτο είναι πιθανόν να εμποδισθεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης υπέρ της. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 A.A.Δ. 520 αποφασίστηκε πως, διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί και δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα πρέπει να εξετάσω και αποφασίσω στην παρούσα υπόθεση, αν θα συνεχίσει να ισχύει ή όχι το προσωρινό διάταγμα που εξεδόθη μονομερώς, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο εκδικάζοντας τέτοια αίτηση θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης εναπόκειται στο Δικαστήριο που θα ακούσει την υπόθεση και θα αποφανθεί για την ουσία της. (Βλέπε υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίσθηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που απαιτείται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Με βάση τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, τα τεκμήρια που επεσυνάφθησαν στις ενόρκους δηλώσεις και το τι λέχθηκε ενώπιον μου, έχω καταλήξει στη βάση της πιο πάνω νομικής ανάλυσης ότι η Ενάγουσα έχει εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και έχει πιθανή ορατότητα επιτυχίας. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι ήδη το κτήμα έχει μεταβιβασθεί επ΄ ονόματι των Εναγομένων αρ. 1 και ακολούθως στην Εναγόμενη αρ. 2, κρίνω ότι δεν αποκλείει το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας , διότι η όποια μεταβίβαση έγινε με βάση απόφαση Δικαστηρίου η οποία έχει παραμερισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει καμία ισχύ. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 που εξετάζεται το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, όπως λέχθηκε και πιο πάνω, σημειώνω ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε κατοπινότερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. (Βλέπε Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 321 και Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Τελειώνοντας κρίνω ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως και οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ.6 για συνέχιση της ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Ευρίσκω επίσης ότι το ισοζύγιο ευχέρειας του Δικαστηρίου θα πρέπει να κριθεί υπέρ της Αιτήτριας προς τον σκοπό διατήρησης της κατάστασης πραγμάτων ως είχαν αμέσως προ της έγερσης της αγωγής και κρίνω επίσης ότι πληρούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 παρ. 1 του Κεφ.6 για το θέμα του επείγοντος έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Με βάση όλα όσα τέθησαν ενώπιον μου κρίνω επίσης ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για οποιοδήποτε θέμα εγείρεται στην παρούσα υπόθεση. Συνακόλουθα το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 13.1.2010 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας-Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο