← Κύπρος

Χάρη Παντελή Καπονίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Συνενωμένης Παραπομπής :- 57/06, 10η Φεβρουαρίου 2011

Χάρη Παντελή Καπονίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Συνενωμένης Παραπομπής :- 57/06, 10η Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Συνενωμένης Παραπομπής :- 57/06 Μεταξύ :- Χάρη Παντελή Καπονίδης Απαιτητής Και Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Αποζημιούσα Αρχή Ημερομηνία :- Πέμπτη 10η Φεβρουαρίου 2011 Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 10/2 /2010 Για τους Απαιτητές - Αιτητές :- κα. Ε. Πουλλά (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για την Αποζημιούσα Αρχή - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Ε. Κόκκινου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Το μοναδικό θέμα το οποίο προέκυψε προς εξέταση από το Δικαστήριο ως αποτέλεσμα της καταχώρησης της αίτησης τροποποίησης των απαιτητών είναι αυτό των εξόδων.
  2. Καθώς δηλαδή στις 26/3/2010 και αφού πρώτα η ευπαίδευτη δικηγόρος των απαιτητών απέσυρε μέρος του αιτήματος τροποποίησης (σε σχέση δηλαδή με το φυτικό κεφάλαιο) στη συνέχεια η ευπαίδευτη συνήγορος της Αποζημιούσας ΑρχήςΑποζημιούσας αρχής ζήτησε τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και αυτά τα οποία θα προέκυπταν από την τροποποίηση στην οποία πλέον δεν είχε ένσταση. Διαφώνησε επί αυτού του σημείου η ευπαίδευτη δικηγόρος των απαιτητών και ζήτησε χρόνο έτσι ώστε να αγορεύσει σχετικά. Βεβαίως διατηρώντας υπόψη και αυτή την εξέλιξη η καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης της αποζημιούσας αρχής δεν κρίθηκε απαραίτητη.
  3. Στη συνέχεια το Δικαστήριο όρισε την αίτηση στις 26/4/10 αποκλειστικά επί αυτού του θέματος, δηλαδή των εξόδων, δίχως να τίθεται οποιοδήποτε άλλο θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο. Διευκρινίζω δηλαδή πρώτο, ότι η αίτηση, διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο τόσο αυτής όσο και της ένορκης δήλωσης η οποία τη συνοδεύει σε συνάρτηση και με τις δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων, κρίνεται δικαιολογημένη και δεύτερο, ότι το μοναδικό θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι αυτό των εξόδων.
  4. Αναφορικά με το θέμα υπό εξέταση ασφαλώς λαμβάνω υπόψη μου τα όσα σχετικά ανέφεραν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων στις αγορεύσεις των.
  5. Το Δικαστήριο αυτό είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοιο θέμα στην σε προηγούμενη απόφαση του ημερομηνίας 23/2/2010 (στην Παραπομπή 10/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου) στην εκδίκαση της οποίας αίτησης συμμετείχε και η ευπαίδευτη συνήγορος της Αποζημιούσας ΑρχήςΑποζημιούσας αρχής η οποία λαμβάνει μέρος σε αυτή τη διαδικασία. Παρατηρώ απλά ότι δεν έχω ακούσει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία από την ευπαίδευτη συνήγορο της Αποζημιούσας ΑρχήςΑποζημιούσας αρχής κατά την εκδίκαση αυτής της αίτησης η οποία να πείθει το Δικαστήριο ότι θα πρέπει να διαφοροποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο το σκεπτικό με βάση το οποίο εκδόθηκε αυτή η προηγούμενη απόφαση του.
  6. Βεβαίως στην περίπτωση της προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου αν και η ευπαίδευτη συνήγορος της Αποζημιούσας Αρχήςαποζημιούσας αρχής είχε και εκεί ζητήσει τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προέκυπταν από την έγκριση της αίτησης τροποποίησης εντούτοις ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή δεν ζήτησε την επιδίκαση εξόδων σε σχέση με το αίτημα του. Απλά διαφώνησε με την επιδίκαση εξόδων εις βάρος του απαιτητή και υπέρ της Αποζημιούσας Αρχήςαποζημιούσας αρχής. Ενώ στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η ευπαίδευτη δικηγόρος των απαιτητών όχι μόνο έχει ένσταση στην επιδίκαση οποιωνδήποτε εξόδων εις βάρος των απαιτητών και υπέρ της Αποζημιούσας Αρχήςαποζημιούσας αρχής αλλά επιπλέον ζητάει όπως τα έξοδα επιδικαστούν προς όφελος των απαιτητών και εις βάρος της Αποζημιούσας Αρχήςαποζημιούσας αρχής.
  7. Αξίζει να γίνει αναφορά στο άρθρο 10 (α) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962 (Ν. 15/62όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») καθότι ουσιαστικά είναι η εφαρμογή αυτού του συγκεκριμένου άρθρου και η εξέταση του στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία οδήγησε όχι μόνο στη καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης αλλά επιπλέον και στη προβολή της εισήγησης της ευπαίδευτης δικηγόρου των απαιτητών όπως η Αποζημιούσα Αρχήαποζημιούσα αρχή επιβαρυνθεί τόσο με τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την έγκριση της.
  8. Σύμφωνα με το άρθρο 10 (α) του σχετικού Νόμου η «.καταβλητέα αναφορικώς προς αναγκαστικής απαλλοτρίωσιν αποζημίωσις υπολογίζεται συμφώνως προς τους εν τοις εφεξής κανόνας: -- .(α) τηρουμένων των εν τοις εφεξής διατάξεων, η αξία της ιδιοκτησίας λογίζεται ούσα ίση προς το ποσόν όπερ η τοιαύτη ιδιοκτησία θα απέφερεν, εάν επωλήτο εκουσίως εν τη ελευθέρα αγορά κατά τον χρόνον της δημοσιεύσεως της οικείας γνωστοποιήσεως απαλλοτριώσεως» (οποιαδήποτε υπογράμμιση κειμένου εντός αυτής της απόφασης είναι δική μου).
  9. Αναφέρεται ως ημερομηνία εκτίμησης σε όλες τις εκθέσεις εκτίμησης των 4 συνενωμένων παραπομπών, οι οποίες ετοιμάστηκαν στις 27/8/2004, δηλαδή προ της καταχώρησης των παραπομπών, η ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, δηλαδή 3/11/
  10. Κατ΄ εφαρμογή βεβαίως του άρθρου 10 (α) του σχετικού Νόμου.
  11. Σημειωτέον ότι όλες οι συνενωμένες παραπομπές καταχωρήθηκαν στις 25/5/2006 αφού πρώτα οι απαιτητές είχαν εξαντλήσει κάθε νομικά διαθέσιμο τρόπο αμφισβήτησης της επίδικης απαλλοτρίωσης. Η έκδοση της απόφασης της Αναθεωρητικής Έφεσης 3621, ημερομηνίας 20/12/2005 Αλέξης Παντελή Καπονίδης κ. ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας

(2005)3 Α. Α. Δ. 598 με την οποία επικυρώθηκε η εναντίον της απορριπτικής απόφασης προσφυγής κατά της νομιμότητας του επίδικου διατάγματος απαλλοτρίωσης επισφράγισε το τέλος των προσπαθειών των απαιτητών ως προς την αμφισβήτηση της απαλλοτρίωσης της περιουσίας τους.
  1. Προέκυψε όμως μία νέα εξέλιξη επί της οποίας οι απαιτητές επέλεξαν να στηριχτούν. Πλέον όχι προς αμφισβήτηση της απαλλοτρίωσης αλλά προς αύξηση της αξίωσης τους ως προς την αποζημίωση για αυτή την απαλλοτρίωση. Καθώς εκδόθηκε στις 15/1/2009, σε σχέση επίσης με περίπτωση απαλλοτρίωσης, εκδόθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Michael Theodossiou Ltd. v. Cyprus (στο εξής θα καλείται η «απόφαση Θεοδοσίου») σύμφωνα με στην οποία κρίθηκε σε περίπτωση απαλλοτρίωσης κρίθηκε ότι υπήρξε παραβίαση παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Δηλαδή του άρθρου σε σχέση με την προστασία της ιδιοκτησίας.
  2. Θεωρώ ότι σε σχέση με την αιτιολόγηση αυτής της απόφασης δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση της απόφασης Θεοδοσίου. Αξίζει όμως όπως σημειωθούν τα ακόλουθα σε σχέση με αυτή την απόφαση.
  3. Στη παράγραφο 92 της απόφασης Θεοδοσίου παρατηρείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι ".the Government did not provide any reason for paying less than the full market value for the property, other than relying on a domestic law provision which did not allow for any concession in the event of excessive delay in the completion of the compulsory acquisition procedure[1]." προφανώς εννοώντας το άρθρο 10 (α) του σχετικού Νόμου.
  4. Υπάρχει επίσης αναφορά στη παράγραφο 95 της απόφασης Θεοδοσίου στην απόλυτη φύση του σχετικού κανόνα εσωτερικού δικαίου αναφορικά με τον καθορισμό της αποζημίωσης ο οποίος δεν προέβλεπε το ενδεχόμενο υπερβολικής καθυστέρησης μεταξύ της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης και της καταβολής της αποζημίωσης[2] και ότι ουσιαστικά η εφαρμογή αυτού του κανόνα σε συνδυασμό και με την καθυστέρηση (η οποία κρίθηκε ότι οφειλόταν περισσότερο σε υπαιτιότητα της απαλλοτριώνουσας αρχής παρά της αιτήτριας εταιρείας) απέληγε σε επιβολή δυσανάλογου βάρους επί της αιτήτριας εταιρείας.
  5. να σημειωθεί ότι στη παράγραφο 92 της απόφασης Θεοδοσίου παρατηρείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι ".the Government did not provide any reason for paying less than the full market value for the property, other than relying on a domestic law provision which did not allow for any concession in the event of excessive delay in the completion of the compulsory acquisition procedure[3]." προφανώς εννοώντας το άρθρο 10 (α) του σχετικού Νόμου. 14.Υπάρχει αναφορά επίσης στη παράγραφο 95 της απόφασης Θεοδοσίου στην απόλυτη φύση του σχετικού κανόνα εσωτερικού δικαίου αναφορικά με τον καθορισμό της αποζημίωσης ο οποίος δεν προέβλεπε το ενδεχόμενο υπερβολικής καθυστέρησης μεταξύ της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης και της καταβολής της αποζημίωσης[4] και ότι ουσιαστικά η εφαρμογή αυτού του κανόνα σε συνδυασμό και με την καθυστέρηση (η οποία κρίθηκε ότι οφειλόταν περισσότερο σε υπαιτιότητα της απαλλοτριώνουσας αρχής παρά της αιτήτριας εταιρείας) απέληγε σε επιβολή δυσανάλογου βάρους επί της αιτήτριας εταιρείας. 14.
  6. Επίσης στη παράγραφο 94 της απόφασης Θεοδοσίου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παρατηρήθηκε παρατήρησε και το εξής σημαντικό. Ότι η αιτήτρια εταιρεία, ως ιδιοκτήτρια περιουσίας υποκείμενης σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, είχε κάθε δικαίωμα να επιδιώξει την αμφισβήτηση της νομιμότητας οποιασδήποτε επέμβασης με τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της με όλα τα νόμιμα μέσα τα οποία υπήρχαν στη διάθεση της προσθέτοντας ότι η έναρξη διαδικασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης (από την ίδια την αιτήτρια εταιρεία δηλαδή) ουσιαστικά θα θεωρείτο ως αποδοχή της επέμβασης και θα ήταν ασυμβίβαστη ή θα υπονόμευε άλλες διαδικασίες οι οποίες εκκρεμούσαν και με τις οποίες υπήρχε αμφισβήτηση της νομιμότητας και οριστικότητας της απαλλοτρίωσης[5]. 15.
  7. Εισηγείται ουσιαστικά η ευπαίδευτη δικηγόρος των απαιτητών ότι τα δεδομένα των συνενωμένων παραπομπών προσομοιάζουν με αυτά της υπόθεσης Θεοδοσίου (βλ. επίσης σχετικά τη παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης).
  8. Θεωρώ ότι δεν καλείται το Δικαστήριο εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης να δώσει μία τελική απάντηση επί αυτού του ερωτήματοςαναφορικά με αυτή την εισήγηση. Εντούτοις δεν είναι δυνατό να παραγνωριστούν οι οποιεσδήποτε ομοιότητες μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων. Οι οποίες θεωρώ ότι είναι ορθό να ληφθούν υπόψη έτσι ώστε να γίνει καλύτερα αντιληπτή η θέση των απαιτητών ως προς την εισήγηση δηλαδή για την επιδίκαση των εξόδων υπέρ τους αντί εις βάρος τους όπως συνηθίζεται σύμφωνα με τη νομολογία μας σε παρόμοιες περιπτώσεις υποβολής και έγκρισης αιτήσεων τροποποίησης. 16.
  9. Έχω αναφερθεί στη παράγραφο 55 αυτής της απόφασης σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου επί παρομοίου θέματος. Αξίζει έστω και συνοπτικά να παραθέσω το σκεπτικό βάσει του οποίου το Δικαστήριο σε εκείνη τη περίπτωση κατέληξε να μην επιδικάσει οποιαδήποτε έξοδα υπέρ της Αποζημιούσας ΑρχήςΑποζημιούσας αρχής. Διευκρινίζω απλά ότι το Δικαστήριο και σε αυτή την απόφαση υιοθετεί και προτίθεται όπως βασιστεί και κυρίως επί αυτού του σκεπτικού ως μέρος του συνόλου του σκεπτικού βάσει του οποίου καταλήγει στο συμπέρασμα του σε αυτή την απόφαση.
  10. Το σκεπτικό στη προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου έχει ως εξής. 16.1.19.
  11. Κατ΄ αρχάς παρατηρείται ότι ως θέμα πρακτικής σε υποθέσεις αυτής της φύσης, όπου το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων είναι αποκλειστικά ο εύλογος και δίκαιος καθορισμός του ποσού της αποζημίωσης το οποίο θα επιδικαστεί προς όφελος του ιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία απαλλοτριώθηκε, έχει καθιερωθεί το εξής. Στο τέλος της διαδικασίας, με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, μαζί με την επιδίκαση της αποζημίωσης επιδικάζονται προς όφελος του απαιτητή τόσο τα δικηγορικά όσο και τα εκτιμητικά έξοδα. 16.2.19.
  12. Μάλιστα καθώς το αποτέλεσμα μίας παραπομπής συνήθως είναι η επιδίκαση αποζημίωσης προς όφελος του απαιτητή και εις βάρος της Αποζημιούσας ΑρχήςΑποζημιούσας αρχής θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι με αυτό τον τρόπο εφαρμόζεται ουσιαστικά και η βασική αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα μίας διαδικασίας. 16.3.19.
  13. Πέραν όμως και από την εφαρμογή του αποτελέσματος της δίκης ως ενός βασικού παράγοντα προς άσκηση της διακριτικής του εξουσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με την επιδίκαση εξόδων εντοπίζεται και μία σημαντική διαφορά μεταξύ της περίπτωσης της διαδικασίας μίας παραπομπής από μία οποιαδήποτε άλλη πολιτική διαδικασία. Ότι δηλαδή ο απώτερος στόχος μίας διαδικασίας παραπομπής είναι ο καθορισμός της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης για την απαλλοτριωμένη ακίνητη ιδιοκτησία τηςς οποίαςς ένας πολίτης έχει το δικαίωμα να είναι κύριος, να κατέχει, απολαμβάνει ή διαθέτει ως επίσης και να απαιτεί σεβασμό αυτού του δικαιώματος. Σύμφωνα με το άρθρο 23.4 του Συντάγματος η εξουσία στέρησης αυτού του δικαιώματος αυτού επιβάλλει στην Αποζημιούσα Αρχήαποζημιούσα αρχή την υποχρέωση για καταβολή εύλογης και δίκαιηςδίκαιης και εύλογης αποζημίωσης η οποία σε περίπτωση διαφωνίας καθορίζεται από Δικαστήριο. 16.4.19.
  14. Παράλειψη πληρωμής των εξόδων του απαιτητή θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με μείωση του ποσού της καθορισμένης από το Δικαστήριο ως εύλογης και δίκαιηςδίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Καθότι στη συνέχεια ο απαιτητής θα έπρεπε από μόνος του να τακτοποιήσει ο ίδιος τόσο τα έξοδα του δικηγόρου του όσο και του εκτιμητή του. Με αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού το οποίο το Δικαστήριο θα είχε καθορίσει ως η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την αναγκαστική απαλλοτρίωση της περιουσίας του. 16.5.19.
  15. Διατηρώντας υπόψη ότι η διαδικασία παραπομπής δημιουργείται από την επιβολή στέρησης δικαιώματος ιδιοκτησίας με παράλληλη επιβολή υποχρέωσης καταβολής εύλογης και δίκαιηςδίκαιης και εύλογης αποζημίωσης είναι τότε καθίσταται εμφανές ότι ο ιδιοκτήτης της απαλλοτριωθείσας περιουσίας δεν είναι ο αίτιος της όλης κατάστασης η οποία οδηγεί στην καταχώρηση μίας διαδικασίας με την οποία εν τέλει καλείται το Δικαστήριο να καθορίσει εύλογη και δίκαιηδίκαιη και εύλογη αποζημίωση γι΄ αυτή την περιουσία. 16.6.19.
  16. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι ένας απαιτητής δεν θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί υπαίτιος πρόκλησης αχρείαστων εξόδων εξαιτίας της συμπεριφοράς του ως διάδικος. 16.7.19.
  17. Η επιλογή της επιδίκασης εξόδων υπέρ ενός απαιτητή δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι στηρίζεται απλώς στο αποτέλεσμα της δίκης. Βασικό δεδομένο το οποίο ένα Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας ως προς το θέμα των εξόδων είναι και το εξής. Ότι ο απαιτητής δίχως οποιαδήποτε επιλογή ως προς την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας του, είτε δίχως είτε μετά και από ανεπιτυχή αμφισβήτηση αυτής, εν τέλει εμπλέκεται σε μία διαδικασία η οποία είναι η μοναδική η οποία του προσφέρεται σε περίπτωση διαφωνίας ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης για τη στέρηση της περιουσίας του. 16.8.19.
  18. Υπάρχουν και σχετικές χαρακτηριστικές αναφορές επί του θέματος των εξόδων στη νομολογία μας, κυρίως όμως ως προς το θέμα των εκτιμητικών εξόδων, στη νομολογία μας. Στη σελίδα 345 της Πολιτικής Έφεσης 7419, ημερομηνίας 28/5/1993, Σεργίδη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1993)1 Α. Α. Δ. 339, αναφέρεται ότι «.είναι ορθό η απαλλοτριούσα αρχή να επιβαρύνεται, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, με την αμοιβή και τα έξοδα του πραγματογνώμονα του απαιτητή, που αφορούν στον καταρτισμό εκτιμητικής έκθεσης..» καθότι «.ο πολίτης δεν έχει άλλο πρόσφορο τρόπο να μάθει ποία είναι η ακριβοδίκαιη τιμή για το απαλλοτριούμενο, προτού καθορίσει τη θέση του έναντι οποιασδήποτε προσφοράς προερχόμενης από την απαλλοτριούσα αρχή». Επίσης στις σελίδες 833 έως 834 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 10041, ημερομηνίας 7/6/1999, Γέριμου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)1 Α. Α. Δ. 827 παρά και το γεγονός ότι τα έξοδα δεν επιδικάστηκαν υπέρ του απαιτητή από τοπρδτο πρωτόδικο Δικαστήριο εντούτοις κρίθηκε ορθή η θέση του απαιτητή ότι δικαίως ο πολίτης, ως θύμα απαλλοτρίωσης, απευθύνεται στο Δικαστήριο για να καθορίζει την καταβλητέα αποζημίωση καθώς σε αυτό τον καθορισμό εγείρονται ζητήματα που ανάγονται σε εξειδικευμένες γνώσεις που ο ίδιος ο πολίτης δεν κατέχει. Επισημαίνεται επίσης στην ίδια απόφαση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αν και δεν επιδίκασε τα έξοδα υπέρ του απαιτητή εντούτοις ούτε και τον καταδίκασε στη πληρωμή των εξόδων της αποζημιούσας αρχής. Ομολογουμένως το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση καταδίκασε τον εφεσείοντα στα έξοδα δίχως να αποκλείεται όμως το ενδεχόμενο αυτή η καταδίκη να οφειλόταν στις ιδιάζουσες περιστάσεις της υπόθεσης καθότι τα γεγονότα και νομικά σημεία της καλύπτονταν πλήρως από προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μάλιστα στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 10330, ημερομηνία 16/12/1999, Δήμος Πόλεως Χρυσοχούς ν. Παναγιώτη Κακογιάννη κ. ά.
(1999)1 Α. Α. Δ. 2065, παρά και την απόρριψη των παραπομπών δια μέσω της ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης αυτό έγινε χωρίς οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα καθότι θεωρήθηκε ότι οι απαιτητές δικαιούνταν να παραπέμψουν στο Δικαστήριο το ζήτημα του καθορισμού της αποζημίωσης που ήταν πληρωτέα για την απαλλοτρίωση του κτήματος τους εφόσον υπήρχε εύλογη και καλόπιστη διαφορά μεταξύ τους και της αποζημιούσας αρχής. 19.
  1. Ουσιαστικά σε περιπτώσεις παραπομπών αναδεικνύεται από τη νομολογία μας εφαρμογή μεν της αρχής ότι τα έξοδα επιδικάζονται σύμφωνα με το αποτέλεσμα της δίκης αλλά παράλληλα και αναγνώριση και του εξής απλού δεδομένου. Ότι ο απαιτητής έχει εξαναγκασθεί στη στέρηση ιδιοκτησίας του και ότι αυτός ο εξαναγκασμός, ανεξάρτητα και από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του μετά από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της απαλλοτρίωσης, τον καθιστά εν δυνάμει διάδικο δίχως ο ίδιος να έχει επιλέξει όπως εμπλακεί σε μία διαδικασία διαπραγμάτευσης προς πλήρη αποδοχή ή αποδοχή με επιφύλαξη ή απόρριψη της προσφερθείσας αποζημίωσης και η οποία σε περίπτωση διαφωνίας δύναται να εξελιχθεί σε δικαστική διαδικασία. 19.
  2. Δηλαδή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εναλλακτική ρύθμιση βάσει του σχετικού Νόμου ο ιδιοκτήτης της απαλλοτριωμένης ακίνητης ιδιοκτησίας διατηρεί το δικαίωμα να καθοριστεί το ποσό της πληρωτέας αποζημίωσης από Δικαστήριο. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι παρέχεται μεν ένα δικαίωμα στον ιδιοκτήτη της απαλλοτριωμένης ιδιοκτησίας αλλά ότι σε περίπτωση κατά την οποία θα επιλέξει να το ασκήσει θα πρέπει στη πορεία αυτή η επιλογή του να λειτουργήσει εις βάρος του έτσι ώστε ουσιαστικά η οποιαδήποτε πληρωτέα αποζημίωση προς αυτόν να μειώνεται ανάλογα με ποσό εξόδων το οποίο θα μπορούσε να επιδικαστεί εις βάρος του. 19.
  3. Η αποζημίωση σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο είναι χρηματική. Επομένως οποιαδήποτε επιδίκαση εξόδων εις βάρος ενός απαιτητή κατ΄ επέκταση θα μείωνε αυτό το ίδιο το καθορισμένο ποσό από το Δικαστήριο ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Κατά λογική συνέπεια ένα τέτοιο μειωμένο ποσό πλέον δεν θα αντιπροσώπευε το ποσό το οποίο το ίδιο το Δικαστήριο θα είχε καθορίσει ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη στέρηση της ακίνητης ιδιοκτησίας του απαιτητή. Η μείωση αυτή θα αντιστρατευόταν το ίδιο το αντικείμενο της όλης διαδικασίας μίας παραπομπής. 19.
  4. Η προσέγγιση αυτή αποκλείει ουσιαστικά την επιδίκαση οποιωνδήποτε εξόδων της διαδικασίας παραπομπής εις βάρος ενός απαιτητή και υπέρ της αποζημιούσας αρχής καθότι λογικά θα οδηγούσε σε μείωση του ποσού το οποίο το ίδιο το Δικαστήριο θα καθόριζε ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. 19.
  5. Επιπλέον η οποιαδήποτε μερική επιδίκαση εξόδων στη πορεία μίας διαδικασίας εκδίκασης παραπομπής - εφόσον στο τέλος της διαδικασίας η αποζημιούσα αρχή θα ήταν υποχρεωμένη όπως πληρώσει το υπόλοιπο του συνόλου των εξόδων ενός απαιτητή - θα σήμαινε το εξής. Ότι μέρος του ποσού των εξόδων ενός απαιτητή δεν θα πληρωνόταν σε αυτόν καθώς η αποζημιούσα αρχή θα αφαιρούσε το ποσό των εξόδων το οποίο θα είχε επιδικαστεί προς όφελος της ενώ επιπλέον ο απαιτητής θα έπρεπε σε μία τέτοια περίπτωση να κάλυπτε και τα έξοδα του δικηγόρου του. Δηλαδή η επιδίκαση μέρους των εξόδων εκδίκασης μίας παραπομπής εις βάρος του απαιτητή και υπέρ της αποζημιούσας αρχής θα οδηγούσε σε ένα είδος συμψηφισμού των εξόδων στο σύνολο τους τα οποία η αποζημιούσα αρχή θα έπρεπε να πληρώσει προς τον απαιτητή στο τέλος της διαδικασίας αλλά επιπλέον και δημιουργία υποχρέωσης του απαιτητή πληρωμής μέρους των εξόδων του δικηγόρου του με επιπρόσθετη κατά συνέπεια μείωση του επιδικασμένου ποσού της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης προς τον απαιτητή. 19.
  6. Το ερώτημα το οποίο εύλογα δημιουργείται είναι κατά πόσο ένας απαιτητής θα μπορούσε με αυτή τη προσέγγιση δικονομικά ως διάδικος να συμπεριφερόταν ανεύθυνα και άφοβα προκαλώντας είτε καθυστέρηση είτε αχρείαστες διαδικασίες καθώς ουδέποτε θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο επιδίκασης δικηγορικών εξόδων εις βάρος του ενώ παράλληλα το ποσό των εξόδων το οποίο η αποζημιούσα αρχή θα όφειλε να πληρώσει στο τέλος της διαδικασίας θα αυξανόταν συνεχώς δίχως η ίδια να ήταν ουσιαστικά υπαίτια για τη πρόκληση αυτών των εξόδων. Θεωρώ όμως ότι ένας τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει καθότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας ως προς την επιδίκαση εξόδων, την οποία διατηρεί ανεξάρτητα και από την ιδιάζουσα μορφή μίας διαδικασίας παραπομπής, μπορεί να αντιμετωπίσει κατάλληλα τέτοιου είδους δικονομική συμπεριφορά. Δηλαδή με αποφυγή επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού εξόδων προς όφελος ενός διαδίκου ο οποίος κρίνεται ότι αχρείαστα προκαλεί τη δημιουργία εξόδων. 19.
  7. Τονίζεται και το εξής. Η έκβαση της κάθε περίπτωσης ως προς το θέμα των εξόδων αναμφίβολα εξαρτάται από τα δεδομένα της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. 17.
  8. Διατηρώντας δε υπόψη νομολογιακά καθιερωμένες αρχές ως προς την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την εξέταση αιτημάτων αναβολής και εξετάζοντας το αίτημα της εναγομένης σε συνάρτηση με την παράλληλη συνταγματική επιταγή για περάτωση της δίκης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αλλά και τα δεδομένα αυτής της αγωγής στο συγκεκριμένο στάδιο στο οποίο αυτή βρίσκεται, η αίτηση της απορρίπτεται ως μη στοιχειοθετημένη ενώ λαμβάνοντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση ενάγοντα εις βάρος της εναγομένης αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγήςΈχοντας παραθέσει πιο πάνω συνοπτικά το σκεπτικό προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου το οποίο και υιοθετείται αναφορικά με το θέμα υπό εξέταση σε αυτή την απόφαση θα προχωρήσω σε εφαρμογή του σε αυτή την υπόθεση.
  9. Αναφορικά με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση διαπιστώνω τα ακόλουθα. 21.
  10. Οι απαιτητές στη συγκεκριμένη περίπτωση επιθυμούν ουσιαστικά να προβάλουν θέση η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών από την Κυπριακή Δημοκρατία η οποία τυγχάνει να είναι και η αποζημιούσα αρχή σε αυτή την παραπομπή. 21.
  11. Πραγματικά, διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση όπως αυτά προβάλλονται από τους απαιτητές τόσο με τη μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος τροποποίησης όσο και την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου τους, κρίνω ότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η αίτηση τους είναι αχρείαστη ή καταχρηστική ή ότι αυτή γίνεται με απώτερο στόχο τη δημιουργία αχρείαστων εξόδων ή ακόμη και για καθυστέρηση της διαδικασίας. 21.
  12. Εμπίπτει το αίτημα των απαιτητών εντός του γενικότερου πλαισίου μίας διαδικασίας προς καθορισμό μίας δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας τους. 21.
  13. Ως προς την επιδίκαση εξόδων εις βάρος των απαιτητών κρίνω ότι η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των είναι βάσιμη και ότι αυτή θα πρέπει να γίνει δεκτή σε αντίθεση με τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της αποζημιούσας αρχής. Δηλαδή, θεωρώ ότι δεν είναι λογικά δυνατό να κριθεί ότι κατά την εφαρμογή μίας διαδικασίας για τον καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση της ακίνητης ιδιοκτησίας των απαιτητών δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά δεδομένα αναφορικά με αυτό τον καθορισμό και τα οποία έχουν προκύψει μετά την ημερομηνία καταχώρησης της παραπομπής (δημιουργώντας κατά συνέπεια και την αναγκαιότητα τόσο ετοιμασίας νέας έκθεσης εκτίμησης όσο και την τροποποίηση της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης) ή ότι για να ληφθούν αυτά υπόψη θα πρέπει οι ίδιοι οι απαιτητές να επωμιστούν την υποχρέωση καταβολής των οποιωνδήποτε εξόδων έτσι ώστε αυτά τα δεδομένα να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. 21.
  14. Σε σχέση δε με αυτά τα έξοδα θα συμφωνήσω επίσης με τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των απαιτητών ότι όχι μόνο δεν θα πρέπει οι απαιτητές να επιβαρυνθούν με τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης (ως επίσης και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την έγκριση της) αλλά ούτε και θα πρέπει να επιβαρυνθούν με τη πληρωμή των εξόδων της δικής τους δικηγόρου. 21.5.
  15. Καθότι η αναγκαιότητα ετοιμασίας νέας έκθεσης εκτίμησης ως επίσης και τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης προκύπτει από δεδομένη παράβαση από την αποζημιούσα αρχή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών αναφορικά με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και η οποία παράβαση στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι έχει σχέση με τον καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της ακίνητης ιδιοκτησίας των απαιτητών. 21.5.
  16. Ουσιαστικά γίνεται δεκτή η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των απαιτητών ότι είναι οι ίδιες οι ενέργειες της αποζημιούσας αρχής, τόσο δηλαδή η συγκεκριμένη παράβαση όσο και η σιωπηρή διατήρηση μίας νομοθετικής πρόνοιας η οποία και κρίθηκε ότι συνέβαλε στη πρόκληση της παράβασης στην υπόθεση Θεοδοσίου, οι οποίες ενέργειες εύλογα οδήγησαν τους απαιτητές στη καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Ως επίσης η θέση ότι ως αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών της αποζημιούσας αρχής όχι μόνο δεν θα πρέπει οι ίδιοι, σε αντίθεση με σαφή νομολογία επί του θέματος των εξόδων σε περιπτώσεις έγκρισης αίτησης τροποποίησης, να επιβαρυνθούν με τα έξοδα αυτού του μέρους της διαδικασίας μίας παραπομπής αλλά επιπλέον ότι είναι η αποζημιούσα αρχή η οποία θα πρέπει να επιβαρυνθεί με τα έξοδα αυτά. 21.5.
  17. Καθότι δεν αρκεί μόνο η μη επιδίκαση εξόδων υπέρ της αποζημιούσας αρχής προς αποφυγή μείωσης της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης η οποία θα επιδικαστεί προς όφελος των απαιτητών μετά από την ολοκλήρωση εκδίκασης των συνενωμένων παραπομπών αλλά επιπλέον διαπιστώνεται και το εξής. Ότι με απώτερο στόχο και πάλι την αποφυγή μείωσης με οποιοδήποτε τρόπο αυτής της αποζημίωσης θα πρέπει η αποζημιούσα αρχή να καλύψει και τα έξοδα της δικηγόρου των απαιτητών τα οποία εύλογα προκλήθηκαν ουσιαστικά από τις ίδιες τις ενέργειες της αποζημιούσας αρχής. 21.
  18. Προσθέτω ότι παρεχόταν βεβαίως η ευχέρεια στο Δικαστήριο απλά να διατάξει όπως τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την έγκριση της να είναι έξοδα στη πορεία και ουσιαστικά το πιο πιθανό αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο όπως με την απευθείας επιδίκαση των εξόδων με αυτή την απόφαση. Θεώρησα όμως ορθότερο όπως το Δικαστήριο τοποθετηθεί με σαφήνεια επί του συγκεκριμένου θέματος σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας.
  19. Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται με την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση παράγραφος Α με τις εξής διαφοροποιήσεις ενόψει και της απόσυρσης του αιτήματος για προσθήκη αναφοράς στο θέμα του φυτικού κεφαλαίου. 22.
  20. Πρώτο, διαγραφή της παραγράφου 15, δεύτερο, διαγραφή των υποπαραγράφων 16 (Β), 16 (Δ), 16 (ΣΤ) και τρίτο αναρίθμηση της παραγράφου 16 σε παράγραφο 15 και των εναπομενουσών υποπαραγράφων σε υποπαραγράφους (Α), (Β), (Γ), (Δ) και (Ε). 22.
  21. Οι προαναφερόμενες διαφοροποιήσεις εφαρμόζονται αναλογικά και στη διατύπωση του αιτητικού της αίτησης σε σχέση με την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με τη διαγραφή των παραγράφων 11 και 12 και αντικατάσταση τους με τις παραγράφους 11, 12, 13, 14 και
  22. Δηλαδή, με το διάταγμα το οποίο εκδίδεται τροποποιείται η έκθεση απαίτησης σε όλες τις συνενωμένες παραπομπές με τη διαγραφή των παραγράφων 11 και 12 και αντικατάσταση τους με τις ακόλουθες παραγράφους 11, 12, 13, 14 και
  23. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης ενώ τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός επίσης 30 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης στην αποζημιούσα αρχή.
  24. Διατηρώντας υπόψη το σκεπτικό αυτής της απόφασης στο σύνολο του τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την έγκριση της επιδικάζονται υπέρ των απαιτητών και εις βάρος της αποζημιούσας αρχής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση των συνενωμένων παραπομπών. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σε ελεύθερη μετάφραση, «.η Κυβέρνηση δεν έδωσε οποιοδήποτε λόγο για τη πληρωμή ποσού χαμηλότερου από τη πλήρη αγοραία αξία της περιουσίας, εκτός από το να βασίζεται σε πρόνοια εσωτερικού δικαίου η οποία δεν επέτρεπε οποιαδήποτε παραχώρηση σε περίπτωση υπερβολικής καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.». [2] ".the absolute nature of the relevant domestic rule concerning determination of compensation, which did not allow for the eventuality of excessive delay between the notification of acquisition and the actual payment of compensation..." [3] Σε ελεύθερη μετάφραση, «.η Κυβέρνηση δεν έδωσε οποιοδήποτε λόγο για τη πληρωμή ποσού χαμηλότερου από τη πλήρη αγοραία αξία της περιουσίας, εκτός από το να βασίζεται σε πρόνοια εσωτερικού δικαίου η οποία δεν επέτρεπε οποιαδήποτε παραχώρηση σε περίπτωση υπερβολικής καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.». [4] ".the absolute nature of the relevant domestic rule concerning determination of compensation, which did not allow for the eventuality of excessive delay between the notification of acquisition and the actual payment of compensation..." [5] ".the applicant company, being the owner of property subject to compulsory acquisition, had every right to seek to challenge the lawfulness of any interference with its property rights by all legal means available to it. The initiation of proceedings to have the amount of compensation determined would effectively have meant acceptance of the interference and would have been inconsistent with, or even undermined, other proceedings that were pending challenging the legitimacy and finality of the acquisition". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.