← Κύπρος

ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. Ευτυχίας Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 57/2011, 21 Φεβρουαρίου 2011

ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. Ευτυχίας Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 57/2011, 21 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 57/2011 Μεταξύ: ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ εκ Πάφου Εναγόντων - και - Ευτυχίας Χαραλάμπους εκ Πάφου. Εναγόμενης ------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5.1.2011 Προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 5.1.2011 ------------------------- Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Πολυδώρου Για την Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Α. Αλεξάνδρου και κ. Δ. Παυλίδης ( κατά την απαγγελία της απόφασης κ. Α. Αλεξάνδρου μαζί με κα Κ. Μένοικου) Εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση: Παρούσα ------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με μονομερή αίτηση που στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στην Δ.48 Θ1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας πέτυχαν την 5.1.2011 την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στην εναγόμενη και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή οιονδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει εξ΄αυτής δικαιώματα να επεμβαίνουν και/ή να διαχειρίζονται το περίπτερο/καφετερία το οποίο βρίσκεται εις το κέντρο του χώρου στάθμευσης της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου με την ονομασία ΠΛΑΤΑΝΟΣ που ανεγέρθηκε εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8574 του φ/σχ.45/27, τεμάχιο 269 του χωριού Τάλα. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση και το διάταγμα περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και όπως μπορώ να τα συνοψίσω είναι τα εξής: Οι ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες του πιο πάνω αναφερόμενου περιπτέρου/καφετερίας και του οποίου την 1/1/2001 δυνάμει έγγραφης συμφωνίας παραχώρησαν στον σύζυγο της εναγόμενης Αντώνη Χαραλάμπους Ευριπίδου, άδεια χρήσης του μαζί με τον εξοπλισμό του για περίοδο 2 ετών από 1/1/2001 μέχρι 31/12/

  1. Την 1/1/2003 δυνάμει νέας έγγραφης συμφωνίας παραχώρησαν άδεια χρήσης του στην εναγόμενη για περίοδο 3 ετών από 1/1/2003 μέχρι 31/12/2005 ενώ ακολούθησαν και νέες έγγραφες συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης για την παραχώρηση του μέχρι και την 31/12/
  2. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15/9/2010 προς την εναγόμενη την πληροφόρησαν ότι η άδεια χρήσης τερματίζεται με την λήξη της δηλαδή την 31/12/2010 και την καλούσαν όπως μια βδομάδα προηγουμένως προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, σε συνεννόηση με τους ενάγοντες για καταγραφή του εξοπλισμού του. Επίσης της ανάφεραν ότι θα προχωρήσουν σε ζήτηση προσφορών για παραχώρηση νέας άδειας χρήσης. Το περιεχόμενο της επιστολής των εναγόντων η εναγόμενη απέρριψε με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 6/10/
  3. Οι ενάγοντες με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 18/10/2010 προς τον δικηγόρο της εναγόμενης επανέλαβαν την επιθυμία τους να μην προχωρήσουν σε ανανέωση της άδειας χρήσης και κάλεσαν την εναγόμενη να συμμορφωθεί αναφέροντας και τους λόγους που τους ώθησαν να μην προχωρήσουν στην ανανέωση της. Το περιεχόμενο της επιστολής των εναγόντων η εναγόμενη απέρριψε με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 29/10/
  4. Οι ενάγοντες με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 29.10.2010 απέρριψαν το περιεχόμενο της επιστολής της εναγόμενης αναφέροντας της ότι αποτελεί δικαίωμα τους να μην προχωρήσουν σε ανανέωση της άδειας χρήσης και την κάλεσαν να συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας και να τους παραδώσει την κατοχή του. Στην συνέχεια οι ενάγοντες επέδωσαν επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 28/12/2010 προς την εναγόμενη, με την οποία επανέλαβαν την πρόθεση τους για μη ανανέωση της άδειας χρήσης και πληροφόρησαν την εναγόμενη ότι την 30/12/2010 αντιπροσωπεία των εναγόντων θα μεταβεί στο χώρο του περιπτέρου/καφετερίας για καταγραφή του εξοπλισμού. Επίσης την πληροφόρησαν ότι έχουν προχωρήσει σε ανοικτές προσφορές στον τύπο και έχουν κατακυρώσει σε άλλο άτομο την χρήση του. Την κάλεσαν επίσης όπως κατά την 31/12/2010 παραδώσει την κατοχή και τα κλειδιά του στους ενάγοντες. Ενώ παρελθούσης της πιο πάνω προθεσμίας η παραμονή της θα θεωρείται παράνομη η ίδια θα θεωρηθεί επεμβασίας και ως τέτοιος θα αντιμετωπίζεται από τους ενάγοντες. Η εναγόμενη απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 30/12/2010, προς τον δικηγόρο των εναγόντων, με την οποία απέρριψε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 28/12/2010 και τους πληροφόρησε ότι δεν θα επιτρέψει σε αντιπροσωπεία των εναγόντων για καταγραφή του εξοπλισμού και πως ότι τέτοια πράξη θα συνιστούσε παράνομη επέμβαση. Αντιπροσωπεία των εναγόντων μετέβηκε την 30/12/2010 στον χώρο του περιπτέρου/καφετερίας δια καταγραφή του εξοπλισμού, η εναγόμενη όμως αρνήθηκε να συμμορφωθεί και τους απαγόρευσε να προχωρήσουν σε καταγραφή του. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, συνεπεία της άρνησης της εναγόμενης να επιτρέψει στους ενάγοντες να καταγράψουν τον εξοπλισμό ο οποίος τους ανήκει και τον οποίο η εναγόμενη κατακρατεί παράνομα, οι ενάγοντες υφίστανται ζημία ύψους €41.606,70 σεντ. Οι ενάγοντες κατά ή περί την 6/11/2010 δημοσίευσαν στον τοπικό τύπο ανοικτές προσφορές δια ενοικίαση της καφετερίας και κατακύρωσαν την προσφορά σε τρίτο πρόσωπο το οποίο θα καταβάλλει εις τους ενάγοντες ως μηνιαίο αντάλλαγμα και/ή ενοίκιο το ποσό των €1.850= μηνιαίως. Η εναγόμενη δεν εκδήλωσε κανένα ενδιαφέρον ούτε και υπέβαλε καμία προσφορά, ενώ είχε τέτοιο δικαίωμα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα, η εναγόμενη η οποία μέχρι σήμερα δεν παρέδωσε την κατοχή του υποστατικού κατέχει αυτό παράνομα με αποτέλεσμα να εμποδίζονται οι ενάγοντες να παραδώσουν την κατοχή στο τρίτο πρόσωπο που κατακυρώθηκε με προσφορά η χρήση του και ως εκ τούτου πέραν του γεγονότος ότι κινδυνεύουν με αγωγές εναντίον τους ενώπιον του Δικαστηρίου, χάνουν το αντάλλαγμα της παραχώρησης άδειας χρήσης και/ή ενοικίασης με αποτέλεσμα να υφίστανται ζημιές. Το πρόσωπο προς το οποίο κατακυρώθηκε η προσφορά με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 3/1/2011 προς τους ενάγοντες ανέφερε ότι μέχρι σήμερα δεν του έχει παραδοθεί η κατοχή του υποστατικού και ότι θα κινηθεί δικαστικά εναντίον των εναγόντων. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρονται τα εξής:
  5. Η εναγόμενη παρέλειψε κατά την 31/12/2010 να παραδώσει την κατοχή του περιπτέρου/καφετερίας εις τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να την κατακρατεί παράνομα και να εμποδίζει τους ενάγοντες να εισέλθουν, παραλάβουν και διαθέσουν την περιουσία τους όπως αυτοί επιθυμούν, παραβιάζοντας συνταγματικό τους δικαίωμα. Η εναγόμενη σκοπεύει να συνεχίσει την παράνομη επέμβαση της και όπως διαδίδει θα εκμεταλλευτεί τον χρόνο μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η παράνομη αυτή ενέργεια της εναγόμενης θα εμποδιστεί μόνο με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων του Δικαστηρίου.
  6. Οι ενάγοντες κατά την 1/1/2011, εφ΄ όσον η εναγόμενη δεν παρέδωσε την κατοχή του περιπτέρου/καφετερίας, δια να μην ενθαρρύνουν και εγκρίνουν την παράνομη επέμβαση της εναγόμενης προχώρησαν εις την αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και παροχής νερού προς το περίπτερο/καφετερία. Η εναγόμενη παράνομα εγκατέστησε ηλεκτρογεννήτρια με αποτέλεσμα πέρα από την ηχορύπανση που δημιουργείται εις τον χώρο της Μονής, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος καταστροφής των μηχανημάτων και ηλεκτρικών συσκευών που υπάρχουν εντός του περιπτέρου καφετερίας, ιδιοκτησία των εναγόντων. Επίσης προχώρησε εις την τοποθέτηση πινακίδων με περιεχόμενο προσβλητικό δια την Μονή.
  7. Το επίδικο περίπτερο/καφετερία δεν εμπίπτει εις τις πρόνοιες του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου και ως εκ τούτου με την λήξη της άδειας χρήσης που κατείχε η εναγόμενη δεν αποκτά κανένα δικαίωμα και περαιτέρω παραμονή της θεωρείται παράνομη.
  8. Σε περίπτωση μη εκδόσεως των αιτουμένων διαταγμάτων, η εναγόμενη θα συνεχίσει την παράνομη επέμβαση της και οι ενάγοντες θα στερούνται του συνταγματικού τους δικαιώματος απόλαυσης της περιουσίας τους.
  9. Εξ΄ όσων μας συμβουλεύει ο δικηγόρος μας έχομε πολύ καλή υπόθεση εναντίον της εναγόμενης και πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος δια την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
  10. Ως εκ τούτου είναι αναγκαίο, επείγον και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στη διατήρηση του διατάγματος και προβάλει με την ένσταση της τους ακόλουθους λόγους: (α) Οι αιτητές με την αίτηση τους ζήτησαν ουσιαστικά από το Δικαστήριο να αποφασίσει την ουσία της αγωγής και δη να κρίνει την κατοχή του επίδικου υποστατικού από την καθ΄ης η αίτηση ως παράνομη και να εκδώσει κατ΄ επέκταση προσωρινό διάταγμα δια του οποίου να απαγορεύεται στην καθ΄ης η αίτηση και στους αντιπροσώπους αυτής να κατέχουν ή να επεμβαίνουν και/ή να λειτουργούν το επίδικο υποστατικό πράγμα αντίθετο με τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος και/ή που έθεσε η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου επί του θέματος. (β) Οι αιτητές με την αίτηση τους ουσιαστικά ζήτησαν από το Δικαστήριο να στερήσει το δικαίωμα της ακρόασης από της καθ΄ ης η αίτηση επί της ουσίας της αγωγής στερώντας ουσιαστικά το δικαίωμα της καθ΄ ης η αίτηση για να ακουστεί. (γ) Η αίτηση των αιτητών και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα συνιστά παράβαση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και δη του άρθρου
  11. (δ) Οι αιτητές με την αίτηση τους δεν επιδιώκουν την διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως είχε κατά τον χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής αλλά ουσιαστικά ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων για σκοπούς αλλότριους, και/ή αίτημα εντελώς αντινομικό. (ε) Δεν προβάλλεται ούτε καν ισχυρισμός στην αίτηση των αιτητών που να ικανοποιεί την προϋπόθεση που έχει θέσει η νομολογία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, της πιθανότητας μη ικανοποίησης τυχόν εκδοθεισομένης τελικής απόφασης του Δικαστηρίου και ούτε κίνδυνος να μην μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη μετά το τέλος της εκδίκασης της αγωγής. (στ) Οι αιτητές δεν έχουν προβεί σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την υπόθεση, και εσκεμμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. (ζ) Στην αίτηση τους οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος και δη δεν αναφέρουν οτιδήποτε που να καθιστά αναγκαία την έκδοση προσωρινού διατάγματος και η αίτηση τους υπέχει το στοιχείο της κατάχρησης καθ΄ ότι το μόνο που διεκδικούν μέσα από την αίτηση τους είναι την απαγόρευση της αιτήτριας να κατέχει και λειτουργεί το επίδικο υποστατικό. (η) Η αίτηση των αιτητών είναι καταχρηστική πράγμα που συνάδει πλήρως με άλλες παράνομες ενέργειες στις οποίες προέβηκαν οι αιτητές μερικές εκ των οποίων αποκαλύπτονται στην αίτηση τους και άλλες που δεν αποκαλύπτονται. (θ) Με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην αίτηση των αιτητών δεν αποκαλύπτεται κανένα απολύτως στοιχείο για το κατεπείγον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος. (ι) Καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση, με την οποία αποδέχεται το περιεχόμενο των παραγράφων 4 - 8 ισχυρίζεται όμως, ότι υπήρξε σαφής διαβεβαίωση από τους ενάγοντες και/ή επιπρόσθετη συμφωνία πέραν της γραπτής ευθύς εξ αρχής ότι ο επίδικο υποστατικό θα το κατείχε για όσον χρόνο επιθυμούσε και/ή το μεταξύ τους συμφωνητικό έγγραφο θα ανανεωνόταν για όσον χρόνο επιθυμούσε. Υποστηρίζει ότι, η τελευταία ανανέωση του συμφωνητικού εγγράφου έγινε για ένα χρόνο μόνο και όχι δύο χρόνια όπως γινόταν πάντοτε, καθότι είχε ζητήσει μείωση του ενοικίου λόγω της οικονομικής κρίσης και είχαν συμφωνήσει να παραμείνει το ενοίκιο ως είχε για ένα χρόνο ενώ μετά την λήξη του ενός έτους θα αποφασίζετο αν θα υπήρχε μείωση του αναλόγως της οικονομικής κρίσης. Παραδέχεται επίσης ότι έγινε η ανταλλαγή των επιστολών που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών, αρνείται όμως και απορρίπτει το περιεχόμενο τους. Αναφέρει περαιτέρω, πως οι ενάγοντες παρά το ότι τους κάλεσε σε διαπραγματεύσεις για ανανέωση της συμφωνίας ετσιθελικά και πεισματικά αρνήθηκαν να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις παρά τις πρόνοιες της έγγραφης συμφωνίας, επικαλούμενοι ανυπόστατους και αβάσιμους ισχυρισμούς. Υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι υφίστανται ζημιά ύψους €41.060,70 είναι εντελώς ανεδαφικός καθότι η άρνηση της να επιτρέψει να επέμβουν σε περιουσία την οποία νόμιμα κατέχει δεν συνιστά πρόκληση ζημιάς. Δηλώνει ότι αγνοεί τους ισχυρισμούς των παραγράφων 18 - 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι οποίοι αφορούν την προκήρυξη και κατακύρωση προσφοράς σε τρίτο πρόσωπο καθώς και την επιστολή που έλαβαν από δικηγόρο, ενώ σε περίπτωση που αυτά έχουν συμβεί, πρόκειται αναφέρει, για βεβιασμένες ενέργειες από μέρους των εναγόντων και για δική τους αποκλειστικά ευθύνη, από την στιγμή που δεν είχαν την κατοχή του επίδικου υποστατικού και προφανώς το έκαναν για να την εξαναγκάσουν να τους παραδώσει το υποστατικό, το οποίο όπως ισχυρίζεται, νόμιμα κατέχει και από την στιγμή που γνώριζαν οι ενάγοντες πολύ καλά ότι δεν θα τους το παρέδιδε. Αναφέρει επίσης τα εξής: (ζ) Το εάν είναι νόμιμη η κατοχή του υποστατικού μετά τις 31.12.2010 από εμένα ή συνιστά παράνομη επέμβαση, είναι καθαρά έργο του Δικαστηρίου που θα αποφασίσει αφού ακούσει τα διάδικα μέρη και όχι απόφαση των εναγόντων όπως προβάλλουν ισχυρισμό στην παρ. 21 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ισχυρισμός που απορρίπτεται κατηγορηματικά εκ μέρους μου. (η) Οι ενάγοντες όπως αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει στην αίτηση στην παρ, 21, προχώρησαν στην αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και παροχής νερού στο επίδικο υποστατικό, εντελώς παράνομα και εκβιαστικά για να με αναγκάσουν να παραδώσω το επίδικο υποστατικό το οποίο δικαιωματικά κατέχω και ταυτόχρονα ισχυρίζονται ότι από τις παράνομες ενέργειες τους διατρέχουν κίνδυνο να καταστραφούν τα μηχανήματα και/η οι ηλεκτρικές συσκευές που υπάρχουν εντός του επίδικου υποστατικού. Περαιτέρω αποκρύβουν από το Δικαστήριο ότι αφαίρεσαν εντελώς παράνομα από το υποστατικό καρέκλες και τραπέζια τα οποία να σημειωθεί ότι για την αγορά τους κατέβαλα το ½ της αξίας αυτών, και για το θέμα αυτό καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία. Όλες οι αναφερόμενες ενέργειες των εναγόντων έχουν γίνει με μοναδικό σκοπό να καταστήσουν το επίδικο υποστατικό μη λειτουργήσιμο για την επιχείρηση που ασκώ εδώ και χρόνια με τον σύζυγο μου και να με εξαναγκάσουν να παραδώσω αυτό στους ενάγοντες. Οι πιο πάνω πράξεις και ενέργειες των εναγόντων κατά την ταπεινή μου άποψη είναι παράνομες και μου έχουν προκαλέσει τεράστιες ζημιές τις οποίες και θα διεκδικήσω. (θ) Η αναφορά των εναγόντων για τοποθέτηση πινακιδίων από μέρους μου με περιεχόμενο προσβλητικό για την Μονή, περιεχόμενο το οποίο εντέχνως δεν αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο οι ενάγοντες είναι άστοχη καθ΄ ότι σε καμία περίπτωση το περιεχόμενο αυτό δεν ήταν προσβλητικό.
  12. Οι ενάγοντες με την αίτηση τους και την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος το μόνο που επιδικώνουν είναι να με εξαναγκάσουν να παραδώσω το επίδικο υποστατικό χωρίς να μου δοθεί η δυνατότητα να ακουστώ από το Δικαστήριο και κατά συνέπεια η αίτηση τους υπέχει το στοιχείο της κατάχρησης.
  13. Οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους οτιδήποτε σε σχέση με την προϋπόθεση του κατεπείγοντος για έκδοση προσωρινού διατάγματος, δεν αποκαλύπτουν οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι εάν πετύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορεί να υπάρχει ουσιαστικά απονομή δικαιοσύνης ή αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημιάς καθ΄ ότι γνωρίζουν ότι είμαι φερέγγυο πρόσωπο και αποκρύβουν αυτό από το Δικαστήριο. Περαιτέρω μέσα από την αίτηση τους οι αιτητές επιδιώκουν ουσιαστικά ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων για αλλότριους σκοπούς και/ή αίτημα εντελώς αντινομικό. Επίσης οι ενάγοντες - αιτητές δεν αποκαλύπτουν το σκοπό που διεκδίκησαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος δια του οποίου ουσιαστικά ζήτησαν να μου απαγορευθεί να κατέχω και να λειτουργώ την επιχείρηση μου και τι εξυπηρετεί και πιο σκοπό η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος.
  14. Ουσιαστικά οι αιτητές μέσα από την αίτηση τους για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος επιδιώκουν να μου στερήσουν το δικαίωμα δίκαιας δίκης κατά παράβαση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  15. Δεν υπάρχει καλή βάση για την απαίτηση και οι αιτητές δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία, ούτε υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου, απεναντίας όπως ανωτέρω αναφέρω και όπως τυγχάνω συμβουλής θα έχω ανταπαίτηση με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.
  16. Εν΄ όψει των ανωτέρω ζητώ από το Δικαστήριο όπως η αίτηση των αιτητών και/ή το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε με βάση την αίτηση των αιτητών απορριφθεί και/ή ακυρωθεί με έξοδα εις βάρος των αιτητών καθ΄ ότι είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμα και δεν πληρούνται σε καμία περίπτωση οι προϋποθέσεις τόσον που έχει θέσει ο νόμος όσον και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με τα προσωρινά διατάγματα. Κατά την ακρόαση της αίτησης κλήθηκε και αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των εναγόντων - αιτητών η ενόρκως δηλούσα καθ΄ης η αίτηση. Σχετική αναφορά, αν τούτο κριθεί αναγκαίο, σε σχέση με αυτά που ανάφερε κατά την αντεξέταση της θα γίνει στην συνέχεια. Είναι η θέση του συνηγόρου των εναγόντων πως όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του διατάγματος πληρούνται και πως κανένας λόγος δεν έχει καταδειχθεί που να δικαιολογεί την ακύρωση του. Ειδικότερα δε, θα σταθώ στη συνέχεια, στα όσα ανάφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τόσο η τήρηση της πρώτης όσο και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, σύμφωνα με αυτά που ανάφερε ο συνήγορος της καθ΄ης η αίτηση στην αγόρευση του, φαίνεται να δέχτηκε ότι συντρέχουν και ότι αμφισβητείται είναι το κατά πόσο έχει αποδειχτεί ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αλλά και πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4, 5 και 6 (το οποίο καταργήθηκε) και 9 του Κεφ.
  17. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6, είναι θεμελιωμένο ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, έχει διακριτική εξουσία καθ΄οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει (μεταξύ άλλων) τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και εφόσον η ακίνητη περιουσία η οποία επικαλούνται οι ενάγοντες είναι ιδιοκτησία τους, είναι εμφανές ότι το άρθρο 5 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Το περίπτερο/καφετέρια αποτελεί αντικείμενο της άδειας χρήσης που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη και αντικείμενο της αγωγής ως εκ τούτου η αίτηση μπορεί να εξεταστεί υπό το φως το άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Σύμφωνα με την Νομολογία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,

(1995)1 Α.Α.Δ. 248, οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό ή παρεμπίπτον διάταγμα που θα κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Το άρθρο 32 έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & Μ. Transprort v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v. Moticia
(1987)1 A.A.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ΄΄Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων v. Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)A.A.Δ. 788, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 Α.Α.Δ. 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής που έχει πετύχει την έκδοση υπέρ του ενός προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να ικανοποιήσει περαιτέρω το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α ν. Φιλίππου κ.α
(1999)1 ΑΑΔ 1217, 1224). Ισχυρίζεται η καθ΄ης η αίτηση ότι οι αιτητές δεν έχουν προβεί σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την υπόθεση, και εσκεμμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Θα επιληφθώ αρχικά αυτού του λόγου της ένστασης καθότι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι υπήρξε πράγματι απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων αυτό θα είναι αρκετό για ακύρωση του διατάγματος. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος επιζητώντας την έκδοση ενός διατάγματος θα πρέπει να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Ιδιαίτερα σε μονομερείς αιτήσεις που παρουσιάζει η μια μόνο πλευρά, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιφορτίζει τον αιτητή να παρουσιάσει όλα τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται σε γνώση του, ακόμη και εκείνα τα οποία μπορεί να αποδειχτούν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (βλ. Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1669). Το ζήτημα της απόκρυψης γεγονότων, εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας και η έκταση της υποχρέωσης αποκάλυψης τέτοιων γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις, αναλύεται στην υπόθεση Σάββα (πιο πάνω). Το κρίσιμο στοιχείο που συνιστά και το κριτήριο, είναι η εξ αντικειμένου επιμέτρηση της σημασίας του γεγονότος που δεν έχει αποκαλυφθεί. Η παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση, θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και η σημασία της αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ΄ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της ζητούμενης θεραπείας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, Κώστας Κυρισάββα ν. Χάρη Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο να αρνηθεί τη συνέχιση του ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο2) ν. Σαββίδης
(1979)CLR 349, Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Οthers
(1988)3 All E.R 188, που υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Γρηγορίου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου». Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου το οποίο απάντα «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Στην προκειμένη περίπτωση, η ενόρκως δηλούσα στην παρ. (η) της ένορκης δήλωσης της αναφέρει ότι οι ενάγοντες - αιτητές απέκρυψαν ότι από το υποστατικό αφαίρεσαν παράνομα καρέκλες και τραπέζια για την αγορά των οποίων κατέβαλε το ½ της αξίας τους και πως για αυτό το περιστατικό καταγγέλθηκαν στην αστυνομία. Η καθ΄ης η αίτηση στην ένορκη κατάθεση της ανέφερε πως αγόρασε 100 καρέκλες και πληρώθηκε από τους ενάγοντες μόνο την αξία 50, ισχυριζόμενη ότι 50 από τις καρέκλες που βρίσκονται στο υποστατικό της ανήκουν, κάτι ανάλογο όμως δεν υποστήριξε σε σχέση με τραπέζια που βρίσκονται στο υποστατικό. Έστω και αν αποδεχτώ ότι το όλο ζήτημα, της απόκρυψης περιστρέφεται γύρω από την κατακράτηση 50 καρεκλών από τους αιτητές, δεν θεωρώ ότι πρόκειται για γεγονός που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ουσιαστικό. Η αποκάλυψη αυτού του γεγονότος ενώπιον του δικαστηρίου κατά τον χρόνο που επιλαμβανόταν της αίτησης που υποβλήθηκε μονομερώς κρίνω πως καμία επίδραση και συνέπεια δεν θα είχε σε σχέση με την έκδοση του διατάγματος. Από την αντίπερα όχθη, λέχθηκε από τον συνήγορο των εναγόντων - αιτητών, ότι είναι η καθ΄ης η αίτηση που αποκρύβει γεγονότα αφού αποκρύβει το γεγονός ότι από την ημέρα που της επιδόθηκε το διάταγμα αρνείται να υπακούσει και να συμμορφωθεί με αυτό. Τα πιο πάνω δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει ισχυρισμός και μαρτυρία επί του προκειμένου από την πλευρά των αιτητών και συνεπώς δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την αγόρευση του δικηγόρου τους (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Σιακόλα, Π. Ε. 11215 ημερ. 22.2.2002). Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Διατηρώ βέβαια κατά νου τα όσα έχουν νομολογιακά καθιερωθεί, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της μαρτυρίας σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Οι ενάγοντες αξιώνουν μεταξύ άλλων, διάταγμα για παράδοση κατοχής του επίδικου υποστατικού, ποσό €41,606.70 για την αξία του εξοπλισμού του, ποσό €1850.- μηνιαίως ως ενδιάμεσα κέρδη καθώς και γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Οι πιο πάνω θεραπείες βασικά περιστρέφονται γύρω από την θέση ότι η άδεια χρήσης του υποστατικού που δόθηκε στην εναγόμενη έχει λήξει και η εναγόμενη παράνομα εξακολουθεί να το κατέχει. Εκείνο το οποίο προκύπτει, από το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καθώς και τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται Πιθανότητα επιτυχίας Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» και την «πιθανότητα επιτυχίας» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ (Γ) 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Οι ενάγοντες μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση τους ισχυρίζονται ότι η άδεια χρήσης του περιπτέρου/καφετερίας που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη έληξε στις 31/12/2011 άλλωστε το ότι μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης υπήρχε έγγραφη συμφωνία για παραχώρηση άδειας χρήσης του περιπτέρου/καφετέριας μέχρι 31/12/2010 είναι παραδεκτό. Είναι η εναγόμενη που ισχυρίζεται είναι ότι υπήρξε προφορική συμφωνία για ανανέωση της και σε αυτή φαίνεται ότι θα βασίζει και την υπεράσπισης της. Ισχυρίζονται επίσης οι ενάγοντες πως παρά το ότι η άδεια έχει λήξει και δόθηκε στην εναγόμενη προειδοποίηση να εγκαταλείψει το υποστατικό αυτή παραλείπει να το πράξει κατά τρόπο που χαρακτηρίζουν την παραμονή της παράνομη. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και ούτε πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλά να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας επιτυχίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, το σύνολο της ένορκης δήλωσης των εναγόντων και των τεκμηρίων που έχουν παρουσιάσει, με το περιορισμένο βάρος που αυτά έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, καταλήγω πως είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Συνεπώς και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ικανοποιείται. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα διάφορα σημεία τα οποία έχει εγείρει ως υπεράσπιση επί της ουσίας η εναγόμενη στην ένορκη της δήλωση και στην μαρτυρία της και τα οποία θα κριθούν κατά την εκδίκαση της ίδιας της αγωγής δεν επηρεάζουν αλλά και ούτε επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την πιο πάνω διαπίστωση. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί ή οριστικοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Όπως τονίστηκε στην Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ΄ εαυτών, δεν οδηγεί κατ΄ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Evans Marshall & Co v. Bertola S.A.
(1973)1 All E.R. 992, το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει και μια άλλη πτυχή, η οποία σχετίζεται με το κατά πόσο η καθ΄ης η αίτηση θα είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό των αποζημιώσεων. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση, αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι η οικονομική κατάσταση της καθ΄ης η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τους ενάγοντες από την πληρωμή αποζημιώσεων σε περίπτωση που εναντίον της εκδοθεί απόφαση για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού υπό μορφή αποζημιώσεων. Ενώ η καθ΄ ης η αίτηση στην παρ. 5 της ένορκης της δήλωσης δηλώνει πως οι ενάγοντες γνωρίζουν ότι είναι φερέγγυο πρόσωπο. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση των αιτητών δεν έχω εντοπίσει πουθενά να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα παρά το ότι υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. παρ. 25) ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του θέτει ο Νόμος. Οι μόνες αναφορές που γίνονται προς ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι στις παραγράφους 24 και 25 της ένορκης δήλωσης των αιτητών. Με βάση όμως το σύνολο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων - αιτητών θα πρέπει να θεωρήσω πως τα ακόλουθα, φαίνεται να αποτελούν τους λόγους που οι ενάγοντες πιστεύουν πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (α) ότι υφίσταται ζημιά ο εξοπλισμός επειδή δεν επιτράπηκε η καταγραφή του. (β) ότι κινδυνεύσουν με αγωγές εναντίον τους από το τρίτο πρόσωπο στο οποίο κατακυρώθηκε η προσφορά (γ) ότι χάνουν το αντάλλαγμα της παραχώρησης άδειας χρήσης και/ή ενοικίασης (δ) ότι παραβιάζει το Συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων να διαθέσουν την περιουσία τους και η στέρηση Συνταγματικών δικαιωμάτων δεν αποτιμάται σε χρήμα (ε) ότι από την χρήση ηλεκτρογεννήτριας προκαλείται ηχορύπανση και κινδυνεύει ο εξοπλισμός που βρίσκεται εντός του υποστατικού. Αναφερόμενος στην τρίτη προϋπόθεση, ο συνήγορος των αιτητών, αφού αρχικά ανάφερε ότι η προϋπόθεση αυτή συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και πως το ζήτημα της επάρκειας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης και αφού εξέθεσε τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως οι ενάγοντες τα θέτουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους, υποστήριξε πως «η εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση συνεχίζει να κατακρατεί παράνομα την περιουσία των εναγόντων αιτητών» και το Δικαστήριο δεν μπορεί να γίνει αρωγός και να επικροτήσει την εδραίωση μιας συνεχιζόμενης παρανομίας αλλά να την παρεμποδίσει. Οι ενέργειες της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση, όπως ανάφερε, να παραμένει και να κατέχει το επίδικο υποστατικό μετά την 31/12/2010 στερεί από τους ενάγοντες - αιτητές το Συνταγματικό του Δικαίωμα να απολαμβάνουν την περιουσία τους. Επικαλέστηκε την υπόθεση Μ & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co of USA
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, αναφέροντας επίσης πως η στέρηση συνταγματικών δικαιωμάτων δεν αποτιμάται σε χρήμα και πως οι χρηματικές αποζημιώσεις δεν μπορούν να αποκαταστήσουν στέρηση συνταγματικών δικαιωμάτων. Τόνισε επίσης ότι το υποστατικό δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Περί ενοικιοστασίου Νόμου. Τα πιο πάνω κριτήρια, σύμφωνα με τον κ.Πολυδώρου, θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη πέραν από τον χρηματικό παράγοντα καθώς και το γεγονός ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε προσφορές για παραχώρηση άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού, η εναγόμενη δεν υπέβαλε προσφορά αν και είχε δικαίωμα, η προσφορά κατακυρώθηκε σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο σύμφωνα με το Τεκμήριο 10 της αίτησης απειλεί να κινηθεί δικαστικά εναντίον τους και σε μια τέτοια περίπτωση πέραν του ότι θα αναγκαστούν να εμπλακούν σε δικαστικές διαδικασίες με διατάγματα εναντίον τους, οι αποζημιώσεις που θα κληθούν να καταβάλουν δεν μπορούν να υπολογιστούν. Με αναφορά επίσης και στο άρθρο 4
(1)του Κεφ. 6 και στον σκοπό που διάταγμα εκδίδεται δυνάμει του πιο άρθρου σε σχέση με περιουσία που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής ανάφερε τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο αποτελεί το θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός που οδηγεί εκ πρώτης όψεως εις το συμπέρασμα ότι η παρουσία της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση είναι παράνομη. Εις την παρούσα υπόθεση πρέπει να λάβει υπόψη του το στοιχείο της συνεχιζόμενης παρανομίας η οποία θα οδηγούσε εις την δημιουργία τετελεσμένων καταστάσεων, δηλαδή της έγερσης αγωγής από το πρόσωπο υπέρ του οποίου κατακυρώθηκε η προσφορά, την καταδίκη σε αποζημιώσεις και δικαστικά διατάγματα. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να αναχαιτίσει τέτοιες ενέργειες που θα οδηγούσαν εις την εδραίωση της παρανομίας και την αύξηση του βαθμού δυσκολίας, ταλαιπωρίας και εξόδων ως προς την αποκατάσταση της». Η υπόθεση Mitsingas (ανωτέρω), την οποία επικαλέστηκε ο κ. Πολυδώρου, αφορούσε παραβίαση εμπορικού σήματος και το Δικαστήριο διαπίστωσε πως η ζημιά, η οποία θα μπορούσε να προκληθεί από την αντιποίηση εμπορευμάτων θα είχε συνέπειες που δύσκολα μπορεί να ανιχνευτούν και να αποτιμηθούν καθιστώντας δίκαια την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος για την προστασία των δικαιωμάτων των εφεσίβλητων. Η αναφορά στην υπόθεση Mitsingas, πως η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία, συνάδει με τα όσα αναφέρονται στη συνέχεια σε σχέση με τον αθέμιτο ανταγωνισμό, οποίος επηρεάζει την εμπορική εύνοια, που είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα ή να εξακριβωθεί με βεβαιότητα. Δόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα σε περιπτώσεις που ο εναγόμενος προχωρούσε σε κατεδάφιση κατοικίας ( Fenner v. Bedford
(1985)Bitt Prac Cas 54) ή όπου υπήρχε άμεσος κίνδυνος καταστροφής ή σημαντικής και οριστικής ζημιάς στο ακίνητο (Attenborough & Son v. London, etc Telephone Co
(1884)WN 2, Lowndes v. Bettle
(1864)3 New Rep 409, Κυρισάββα κ.α ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245) Στην υπόθεση Κυρισάββα (πιο πάνω), όπου ο εναγόμενος είχε ανεγείρει σε ακίνητο το οποίο διεκδικούσε και ο ενάγων, θεωρήθηκε ότι θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν η οικοδομή αφηνόταν να ολοκληρωθεί διότι θα αλλοιωνόταν ο χαρακτήρας του ακινήτου με την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρων στάθμευσης, πρέμιξ κ.λ.π. Υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο στο κτήμα αν αφήνετο να προχωρήσει και να συμπληρωθεί η ανέγερση περιπτέρου εντός αυτού και ενώ το κτήμα τελούσε υπό αμφισβήτηση όσον αφορά την ιδιοκτησία του μεταξύ των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση το «ξεκάθαρο» της επέμβασης, ως άνω, δεν επαρκεί. Η εισήγηση αυτή θα οδηγούσε σε καθιέρωση αρχής ότι ενδιάμεση θεραπεία μπορεί να δοθεί χωρίς άλλο, σε κάθε δηλαδή περίπτωση που φαίνεται ότι εκ πτώτης όψεως παραβιάζεται ένα Συνταγματικό δικαίωμα. Όπως οι ενάγοντες το έχουν θέσει (βλέπε παρ. 19 και 21 της ένορκης δήλωσης), παρά το ότι δεν διατάσσεται με το διάταγμα η παράδοση της κατοχής του επίδικου υποστατικού, η σημασία της έκδοσης και διατήρησης του διατάγματος έγκειται στο ότι θα μπορέσει να υλοποιηθεί η συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και του τρίτου προσώπου, με την παράδοση της κατοχής του υποστατικού ώστε να μην τίθεται ζήτημα λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον τους λόγω της αποτυχίας τους να το παραδώσουν έγκαιρα ενόψει της παραμονής της εναγόμενης στο υποστατικό. Τα γεγονότα αυτά δεν έχουν να κάνουν με απώλεια, ζημιά ή δυσμενή επηρεασμό του ακινήτου. Στοιχεία για ανεπανόρθωτη ζημία που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κάνει η εναγόμενη στο επίδικο υποστατικό δεν έχουν ικανοποιητικώς παρουσιαστεί στην υπό κρίση αίτηση. Ο υπολογισμός της ζημιάς των εναγόντων που σχετίζεται με το ύψος του ενοικίου, όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει την ένορκη του δήλωση, υπολογίζεται στο ποσό των €1850.- μηνιαίως, οπότε δεν τίθεται ζήτημα αδυναμίας υπολογισμού της ζημιάς αυτής. Το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν επέτρεψε σε αντιπροσωπεία των εναγόντων να εισέλθουν και να καταγράφουν τον εξοπλισμό που βρίσκεται εντός του υποστατικού, όπως αναφέρεται στην παρ. 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο εξοπλισμός έχει υποστεί ζημιές της τάξης του ποσού του που αυτός αξίζει. Δεν αναφέρουν συγκριμένες ενέργειες της εναγόμενης σε σχέση με την χρήση του εξοπλισμού που να φαίνεται ότι από αυτές προκαλείται ή υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ζημιών. Ο ισχυρισμός ότι από την χρήση ηλεκτρογεννήτριας δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος καταστροφής των μηχανημάτων και ηλεκτρικών συσκευών που υπάρχουν εντός του υποστατικού θεωρώ ότι είναι γενικός και αόριστος. Ο υπολογισμός άλλωστε της αξίας τους εξοπλισμού στο πολύ συγκεκριμένο ποσό των € 41.606,70 έρχεται σε αντίθεση με την θέση οι αποζημιώσεις δεν μπορούν να υπολογιστούν. Προχώρησαν οι ενάγοντες σε προσφορές με δημοσίευση στον τύπο την 1/6/2010 και η προσφορά σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, δόθηκε σε τρίτο πρόσωπο. Τα πιο πάνω επισυνέβηκαν σε χρόνο που οι ενάγοντες δεν είχαν λάβει την κατοχή του επίδικου υποστατικού από την εναγόμενη. Αποτέλεσμα των πιο πάνω γεγονότων είναι να απειλούνται οι ενάγοντες με την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Αδυναμία υπολογισμού των αποζημιώσεων σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί υποστηριχθεί ότι υπάρχει, αφού οι ενάγοντες θα μπορούν να αξιώσουν από την εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό ενδεχομένως κληθούν να καταβάλουν στο τρίτο πρόσωπο σε περίπτωση έγερσης αγωγής εναντίον τους και σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι η εναγόμενη είναι υπεύθυνη. Από την άλλη όμως δημιουργούνται και τα ακόλουθα ερωτήματα, όπως ανέφερε και ο συνήγορος της εναγόμενης, ποια είναι η χρησιμότητα του διατάγματος αφού με αυτό δεν διατάσσεται και η παράδοση της κατοχής στους ενάγοντες; Επίσης, πως θα μπορέσουν οι ενάγοντες να αναχαιτίσουν τις ενέργειες του τρίτου προσώπου εναντίον τους αφού το διάταγμα δεν διατάσσει και την παράδοση της κατοχής του υποστατικού σε αυτούς ώστε να μπορέσουν να του το παραδώσουν; Συνεπώς η συνέχιση του διατάγματος ως έχει, δεν λύνει το πρόβλημα που έχει δημιουργεί σε σχέση με το τρίτο πρόσωπο και τους ενάγοντες και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα προστασίας τους σε σχέση με την πρόκληση ζημίας κάτω από αυτές τις συνθήκες. Συνεπώς δεν έχω ικανοποιηθεί, παρά την αντιθέτου εκδοχή των αιτητών ότι συντρέχει και ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Και αν όμως ικανοποιείτο και πάλι μια σειρά λόγων θα οδηγούσε την κατάληξη ότι η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής δεν είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει του αιτούμενο διάταγμα (βλ. επίσης Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε)152). Το διάταγμα ως έχει, απαγορεύει στην εναγόμενη να επεμβαίνει και/ή να διαχειρίζονται το περίπτερο/καφετερία. Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, η εναγόμενη μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος κατείχε το υποστατικό. Αυτό το οποίο επιβάλλεται με βάση το διάταγμα είναι να σταματήσει να το διαχειρίζεται συνεπώς να το εγκαταλείψει και με αυτό τον τρόπο οι ενάγοντες επιδιώκουν να καταφέρουν να λάβουν κατοχή του υποστατικού για να το παραδώσουν σε τρίτο πρόσωπο γεγονός το οποίο δεν συνάδει με τις αρχές που έχουν καθιερωθεί σε σχέση με την σκοπιμότητα και την λογικότητα έκδοσης και διατήρησης ενός προσωρινού διατάγματος. Περαιτέρω, οι ενάγοντες επιζητούν ουσιαστικά την αντίστοιχη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή και είναι ταυτόσημες. Εάν το διάταγμα οριστικοποιηθεί οι ενάγοντες πετυχαίνουν την έκδοση διατάγματος αντίστοιχου με την τελική θεραπεία. Η έκδοση διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Είναι καλά νομολογιακά καθιερωμένο ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα αν η έκδοση του επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτητα εκδίκασης της αγωγής (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149 και Goddy's Evagorou Ltd ν. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 AAΔ 1572). Τέτοια διατάγματα εκδίδονται μόνο σε πολύ καθαρές και ισχυρές περιπτώσεις όπου το νομικό δικαίωμα είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο, και το δικαίωμα σε τελεσίδικη θεραπεία είναι κρυστάλλινα καθαρό ενώ η υπεράσπιση που προβάλλεται κρίνεται ως παντελώς αβάσιμη. Στην υπόθεση Κοσμά (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.....Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς την θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ίδε: βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 278, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το Status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή.» Η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση επικαλέστηκε την υπόθεση Τσιέρκέζου ν. Dragon Tourist Enterprices Ltd Πολιτική Έφεση 181/2007, ημερομηνίας 19.6.2009 όπου κατ΄επίκληση της Shepherd Homes Ltd v. Sanham
(1971)Ch.40 και του συγγράμματος David Bean: Injuctions, 8η έκδοση, παρ. 3.33-3.37, αναφέρεται πως με βάση τη διαχρονική νομολογία, ένα προστακτικό διάταγμα σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. Έχει λεχθεί στη Shepherd Homes Ltd στη σελ. 349 πως σε ενδιάμεσο στάδιο «... the case has to be strong and clear before a mandatory injunction will be granted». Λέχθηκε επίσης πως το δικαστήριο στο ενδιάμεσο στάδιο είναι πολύ πιο διστακτικό στο ένα εκδώσει ένα προστακτικό διάταγμα σε σύγκριση με ένα απαγορευτικό. Σε μια συνηθισμένη περίπτωση το δικαστήριο πρέπει, μεταξύ άλλων, να αισθανθεί ψηλού βαθμού εξασφάλιση πως κατά την δίκη θα διαφανεί πως το διάταγμα ορθά εξεδόθηκε, και αυτό είναι ψηλότερο κριτήριο από αυτό που απαιτείται για ένα απαγορευτικό διάταγμα. Όπως έχει νομολογηθεί η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι, υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας (βλ. Odysseos (πιο πάνω) και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 (Α) 169). Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. ΄Οπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.» Στην προκειμένη περίπτωση, η έγκριση και οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόδοση κατοχής στους ενάγοντες και έτσι ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante με την ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που κατά κύριο λόγω επιδιώκουν με την αγωγή τους, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει μόνο με την ακρόαση των θέσεων των μερών επί της ουσίας εφ'όσον η εναγόμενη αμφισβητεί το δικαίωμα τους και επικαλείται επιπρόσθετη συμφωνία παραχώρησης του επίδικου πέραν της γραπτής. Η διατήρηση του διατάγματος και η παράδοση του ακινήτου στο τρίτο πρόσωπο, που ως φαίνεται αυτή είναι και η επιδίωξη των εναγόντων μέσω του διατάγματος, θα αλλοίωνε κατά πολύ την κατάσταση. Οπόταν θα ήταν ορθό η κατάσταση πραγμάτων να μην ανατραπεί προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ενάγοντες προχώρησαν, με βεβιασμένο τρόπο, στην κατακύρωση της προσφοράς για την χρήση του επίδικου υποστατικού σε τρίτο πρόσωπο και ενώ δεν είχαν λάβει την κατοχή του. Περαιτέρω προσπάθησαν με τρόπο αντινομικό να λάβουν με έμμεσο τρόπο την κατοχή του υποστατικού αποκόπτοντας την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό. Οι ενάγοντες με δικές του ενέργειες, έχουν δημιουργήσει συνθήκες που δημιουργούν πίεση αφού καλούνται να παραδώσουν την κατοχή του σε άλλο πρόσωπο. Τα πιο πάνω, δεν είναι κατά την άποψη μου στοιχεία και γεγονότα που μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για τους σκοπούς ικανοποίησης του κατεπείγοντος του αιτήματος ως απαιτείται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση δεν δικαιολογείται και απορρίπτεται. Το διάταγμα ημερομηνίας 5/1/2011 ακυρώνεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.