← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. SURGEONER BRENDAN, Αρ. Αγωγής: 358/2011, 22 Φεβρουαρίου 2011

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. SURGEONER BRENDAN, Αρ. Αγωγής: 358/2011, 22 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 358/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων - και - SURGEONER BRENDAN Εναγόμενου ------------------------- ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9.2.2011 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ------------------------- Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Ε. Δημητρίου για κους. Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος την 12.6.2008 υπέγραψε συμφωνία ενοικιαγοράς του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΚΤΗ 689 μάρκας AUDI COUPE. Το ποσό της χρηματοδότησης ήταν €85430.00 πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς εκ ποσού €30634.80, πληρωτέο με 84 μηνιαίες δόσεις ποσού €1407.45 έκαστης αρχίζοντας από την 12/7/

  1. Ο εναγόμενος προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες με έγγραφο δέσμευσης μεταβίβασε και/ή δέσμευσε και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΤJ
  2. Ο εναγόμενος πλήρωσε τις δόσεις μέχρι 12/6/2010 και μέρος της δόσης 12/7/2010, παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις από 12/7/2010 (μέρος) μέχρι και την 12/1/2011 συνολικού ποσού €8769.88, οπότε οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 24/1/2011 τερμάτισαν την συμφωνία. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή στις 9/2/2011 και αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου, ποσό €8.769.88 ως καθυστερημένα ενοίκια, ποσό €62.81106 (αφαιρουμένων των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς), ως οφειλόμενο υπόλοιπο ενοικίων για τις μη ληγμένες δόσεις και διατάγματα για παράδοση του επίδικου οχήματος για να πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό προς πληρωμή των ως άνω ποσών. Οι ενάγοντες με μονομερή αίτηση που καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα με την αγωγή και στηρίζεται στα άρθρα 4 έως 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στην Δ.48 Θ1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ζητούν, σε σχέση με το επίδικο όχημα, την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου θα διατάσσεται ο εναγόμενος όπως παραδώσει στην ενάγουσα και/ή σε οιονδήποτε αντιπρόσωπο της το όχημα μάρκας AUDI COUPE, υπ΄αριθμό εγγραφής KTH689 το οποίον αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου εξουσιοδοτούν την ενάγουσα και/ή οιονδήποτε αντιπρόσωπο της όπως αναλάβει την κατοχή, φύλαξη και συντήρηση του ειρημένου οχήματος μέχρι τελείας εκδίκασης της παρούσας υπό τον ως άνω αριθμό και αγωγής. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της κ. Χλόης Στυλιανού, υπαλλήλου των εναγόντων και η οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
  3. Έχω μελετήσει την εγερθείσα αγωγή, υιοθετώ ενόρκως το περιεχόμενο της Εκθέσεως Απαίτησης και εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω οι ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής.
  4. Οι ενάγοντες είναι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες του αυτοκινήτου AUDI COUPE υπ΄ αριθμό εγγραφής ΚΤΗ 689 το οποίον αποτελεί ένα εκ των αντικειμένων της παρούσης αγωγής και δια το οποίον υπάρχει συμβόλαιο ενοικιαγοράς μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ημερ. 12/6/
  5. Λόγω καθυστερήσεως εις την πληρωμή των ενοικίων ήτοι της καθυστερήσεως πληρωμής των δόσεων από 12/07/2010 (μέρος) μέχρι 12/01/2011 συνολικού ποσού €8.769,88σ, η ενάγουσα τερμάτισε την ισχύ του ως άνω συμβολαίου με επιστολή της προς τον εναγόμενον ημερ. 24/01/2011 εκάλεσε δε τον εναγόμενον να παραδώσει το αναφερθέν αυτοκίνητο πλην όμως αυτός παρέλειψε να πράξει τούτο. Το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος ενοικιαγοράς και/ή της παραχωρηθείσας σχετικής πίστωσης είναι το ποσό των €71.580,94σ.
  6. Η ενάγουσα δικαιούται εις την κατοχή του ειρημένου αυτοκινήτου το οποίον ευρίσκεται τώρα εις τας χείρας του εναγομένου χωρίς αυτός να δικαιούται τούτο και δεν παραδίδει τούτο εις την ενάγουσα.
  7. Πιστεύω ότι είναι δίκαιον και πρόσφορο να παραδοθεί το ειρημένο αντικείμενο εις την ενάγουσα - αιτήτρια. Εκτός τούτου υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση εις την ως άνω αγωγή και η ενάγουσα δικαιούται εις θεραπεία.
  8. Περαιτέρω ο εναγόμενος είναι αλλοδαπός - Υπήκοος και κάτοχος Διαβατηρίου Ηνωμένου Βασιλείου, απουσιάζει τακτικά από την Κύπρο και είναι σφόδρα πιθανή η μόνιμη αναχώρηση του από την Κύπρο και/ή δυνατόν να εγκαταλείψει την Κύπρο και/ή τα εδάφη που ελέγχονται από τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και να διαθέσει το όχημα κατά τέτοιο τρόπο που θα καταστεί δύσκολο έως και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  9. Αληθώς πιστεύω ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη εις μεταγενέστερο στάδιο του επίδικου αντικειμένου ευρισκομένου υπό τον κίνδυνο καταστροφής, απώλειας και άλλων συνεπειών ενόσω θα ευρίσκεται εις χείρας του εναγόμενου.
  10. Περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι η ζημιά που θα προκληθεί εις την Ενάγουσα θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την τυχόν ζημιά την οποία τυχόν ήθελε υποστεί ο εναγόμενος.
  11. Προβαίνω εις την παρούσα ένορκο δήλωση δια σκοπούς υποστηρίξεως αιτήσεως της ενάγουσας - αιτήτριας δια την έκδοση προσωρινού διατάγματος διατάσσοντος την παράδοση του ως άνω αναφερομένου αυτοκινήτου εις την ενάγουσα. Ως Τεκμήρια στην αίτηση και την ένορκη δήλωση επισυνάπτονται, το συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Τεκμήριο Α), ο τίτλος ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου (Τεκμήριο Β) και η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο Γ) Είναι η θέση της συνηγόρου των εναγόντων πως όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος πληρούνται. Αναφορά στα όσα υποστήριξε η κα Δημητρίου, στην αγόρευση της, θα γίνει στην συνέχεια αν τούτο κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο προτού εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του 14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, δηλαδή θα πρέπει να καταδειχθεί στο Δικαστήριο το επείγον της έκδοσης του διατάγματος. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου

(1998)1 Α.Α.Δ. 598, λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο κ. Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavros Hotel Appartments Ltd - (Αίτηση αρ. 76/94 - 29.12.2004), In RE B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση 143/96 - 1.8.96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 9 του Κεφ.6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» Η ουσία του αιτήματος των εναγόντων για την έκδοση εξ πάρτε προσωρινού διατάγματος συνοψίζεται στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Στην ένορκη δήλωση δεν γίνεται αναφορά σε κανένα σημείο σε συγκεκριμένες ενέργειες του εναγόμενου για αποξένωση του οχήματος και δεν αναφέρεται οποιοδήποτε γεγονός το οποίο να προσδιορίζεται και χρονικά σε σχέση με συγκεκριμένες πράξεις ή ενέργειες του εναγόμενου. Το ότι ο εναγόμενος είναι Άγγλος Υπήκοος ήταν πολύ καλά γνωστό στους ενάγοντες κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας και δεν πρόκειται για γεγονός που προέκυψε τώρα ώστε οι ενάγοντες να το επικαλούνται σε αυτό το στάδιο για σκοπούς υποστήριξης της αίτησης τους και μάλιστα ως στοιχείο και γεγονός που έχει να κάνει με το επείγον του αιτήματος τους. Πέραν των ως άνω, παρά το ότι ο εναγόμενος καθυστέρησε την καταβολή δόσεων από τον Ιούλιο του 2010, οι ενάγοντες τερμάτισαν την συμφωνία 6 μήνες μετά, χωρίς να φαίνεται να τους απασχόλησε η τύχη του αυτοκινήτου και οι τυχόν ισχυριζόμενες συνέπειες που πιθανό να προέκυπταν καθόλη την διάρκεια της περιόδου αυτής. Τα όσα ισχυρίζονται στις παραγράφους 7 και 8 της αίτησης δεν προσδιορίζονται χρονικά αλλά ούτε και πρόκειται για γεγονότα που προέκυψαν σε χρόνο είτε μετά την καταχώρηση της αγωγής είτε σε αμέσως προηγούμενο χρόνο. Όλα τα ενδεχόμενα που αναφέρονται με διαζευκτικό τρόπο στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύουν την αίτηση, πρόκειται για εικασίες που στερούνται πραγματικού και ουσιαστικού υπόβαθρου. Συνεπώς η παρατηρούμενη καθυστέρηση στον τερματισμό της συμφωνίας, παρά την μη καταβολή των δόσεων, η μη αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα που να προσδιορίζονται και χρονικά, η γενικότητα που χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, η γνώση της καταγωγής του εναγόμενου ευθύς εξαρχής αλλά και της αξίας του οχήματος στην χρηματοδότηση του οποίου προχώρησαν, δημιουργούν ζήτημα ως προς την έγερση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου με βάση το άρθρο 9 του Κεφ. 6 και συνεπώς η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, θα προχωρήσω και στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το αυτοκίνητο που περιγράφεται πιο πάνω αποτελεί το αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς ως εκ τούτου η αίτηση μπορεί να εξεταστεί υπό το φως το άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Το άρθρο 4 του Κεφ. 4 διαλαμβάνει ως εξής: 4 .-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί αγωγή σε αυτό αγωγή να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας ή ζημίας ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με την Νομολογία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό ή παρεμπίπτον διάταγμα που θα κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Το άρθρο 32 έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & Μ. Transprort v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v. Moticia
(1987)1 A.A.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ΄΄Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων v. Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)A.A.Δ. 788, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 Α.Α.Δ. 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Εκείνο το οποίο προκύπτει, από το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καθώς και τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η αγωγή στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας ενοικιαγοράς και στην καθυστέρηση της καταβολής των μηνιαίων ενοικίων. Πιθανότητα επιτυχίας Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» και την «πιθανότητα επιτυχίας» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Έχοντας υπόψη μου, το σύνολο της ένορκης δήλωσης των εναγόντων και των τεκμηρίων που έχουν παρουσιάσει, με το περιορισμένο βάρος που αυτά έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, καταλήγω πως είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Συνεπώς και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ικανοποιείται. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Όπως τονίστηκε στην Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ΄ εαυτών, δεν οδηγεί κατ΄ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Evans Marshall & Co v. Bertola S.A.
(1973)1 All E.R. 992, το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει και μια άλλη πτυχή, η οποία σχετίζεται με το κατά πόσο ο καθ΄ου η αίτηση θα είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό των αποζημιώσεων. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση, αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι η οικονομική κατάσταση του καθ΄ου η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τους ενάγοντες από την πληρωμή αποζημιώσεων σε περίπτωση που εναντίον του εκδοθεί απόφαση για την καταβολή οποιουδήποτε ποσό υπό μορφή αποζημιώσεων. Το ζήτημα αυτό εγείρεται από τους αιτητές, όχι ως προς την αδυναμία αποτίμησης της ζημιάς που θα υποστούν στο μέλλον, αφού αυτή σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένη, καταγράφεται και αναλύεται στην έκθεση απαίτησης, αλλά ότι υπάρχει κίνδυνος καταστροφής, απώλειας και άλλων συνεπειών ενόσω το επίδικο όχημα θα βρίσκεται εις χείρας του εναγόμενου. Οι μόνες αναφορές που γίνονται προς ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης είναι στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσης των αιτητών. Αναφέρει η συνήγορος των εναγόντων, πως είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος είναι Άγγλος υπήκοος, ο οποίος διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία προσωρινά ενώ έχει συγγενικούς δεσμούς και άμεσες σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως και πιο πάνω αναφέρω, το ότι ο εναγόμενος είναι Άγγλος υπήκοος, ήταν από την αρχή γνωστό στους ενάγοντες και δεν πρόκειται για γεγονός που προέκυψε τώρα ώστε οι ενάγοντες να το επικαλούνται σε αυτό το στάδιο για σκοπούς υποστήριξης της τήρησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Σε κάποιο άλλο σημείο της αγόρευσης της, η κα Δημητρίου, ανέφερε τα εξής: « Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση το γεγονός ότι ο εναγόμενος είναι Άγγλος υπήκοος χωρίς οικογενειακούς ή επαγγελματικούς δεσμούς με την Κύπρο δημιουργεί μεγάλο κίνδυνο ανικανότητας του να ικανοποιήσει την ενάγουσα σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση τελικής απόφασης στην αγωγή προς όφελος της», επίσης, επικαλέστηκε η κα Δημητρίου, την «σημερινή κατάσταση» στην Κυπριακή Δημοκρατία και πως η ελεύθερη διέλευση από τις κατεχόμενες περιοχές δίδει την δυνατότητα στον εναγόμενο να διαθέσει παράνομα και χωρίς έλεγχο το αυτοκίνητο αποξενώνοντας το μόνιμα. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καμία αναφορά δεν γίνεται για τις επαγγελματικές δραστηριότητες του εναγόμενου σε σχέση με την Κύπρο ή τους εδώ οικογενειακούς δεσμούς του και ούτε γίνεται επίκληση και αναφορά σε προσπάθεια του εναγόμενου να εγκαταλείψει την Κύπρο δια μέσου των κατεχόμενων περιοχών, συνεπώς όλα τα πιο πάνω δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο όπως και ότι, ο εναγόμενος πολλές φορές στα πλαίσια της συνεργασίας του με την ενάγουσα έχει αναφέρει σε υπαλλήλους της την σκέψη του να μεταβεί μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και να εγκαταλείψει την Κύπρο. Τα πιο πάνω, δεν αποτελούν ισχυρισμούς και μαρτυρία στην ένορκη δήλωση και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με την αγόρευση της δικηγόρου των αιτητών και να αποτελέσουν λόγους στους οποίους να βασίσει το δικαστήριο την απόφαση του (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Σιακόλα, Π. Ε. 11215 ημερ. 22.2.2002). Υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα ότι πως «εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη εις μεταγενέστερο στάδιο του επίδικου αντικειμένου ευρισκομένου υπό τον κίνδυνο καταστροφής, απώλειας και άλλων συνεπειών ενόσω θα ευρίσκεται εις χείρας του εναγόμενου». Πρόκειται κατά την άποψη μου για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Δεν αναφέρουν οι αιτητές συγκριμένες ενέργειες του εναγόμενου που να φαίνεται ότι από αυτές προκαλείται ή υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ζημιών ή απώλειας του οχήματος. Ισχυρισμοί γενικοί και αόριστοι ως διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν μπορούν να αποσείσουν το βάρος που έχουν οι ενάγοντες να καταδείξουν τον πραγματικό κίνδυνο της τρίτης προϋπόθεσης Στην υπόθεση Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 AAΔ 1361, επιδιώχθηκε μεταξύ άλλων διάταγμα που να εμποδίζει τους καθ΄ων η αίτηση να προκαλούν ζημιές στα επίδικα μηχανήματα, και υπεδείχθη ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να εκδοθεί διάταγμα για το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν είχαν δικαίωμα να προκαλούν ζημιές στα μηχανήματα. Αλλά και αν στο τέλος οι αιτητές επιτύγχαναν στην αγωγή τους και φανεί ότι οι εναγόμενοι είχαν προσκαλέσει ζημιές, υπεδείχθη ότι υπάρχει πάντα η ικανοποίηση επιδίκασης αποζημιώσεων. Συνεπώς δεν έχω ικανοποιηθεί, παρά την αντιθέτου εκδοχή των αιτητών ότι συντρέχει και ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και συνεπώς η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Καμία Διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.