← Κύπρος

Σταύρου Νικολάου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (AHK) κ.α., Αρ. Αγωγής :- 830/07, 24 Φεβρουαρίου 2011

Σταύρου Νικολάου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (AHK) κ.α., Αρ. Αγωγής :- 830/07, 24 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 830/07 Μεταξύ :- Σταύρου Νικολάου Ενάγοντα Και Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (AHK) A. PANAGIDES CONTRUCTING LTD Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Πέμπτη 24η Φεβρουαρίου 2011 Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας ημερομηνίας 19/4 /2010 Για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια :- κος. Χρυσάνθου για Λ. Παπαφιλίππου και Σια (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............ ) Για Ενάγοντα -Καθ΄ ου η Αίτηση :- κα. Ε. Πουλλά (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............ ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Αιτείται η εναγόμενη 1 την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου «.όπως η περαιτέρω διαδικασία εις την αγωγή . σταματήσει (be stayed) για τόση περίοδο που θα ορίσει το Δικαστήριο εντός της οποίας ο Ενάγοντας . εξεταστεί από ιατρό της επιλογής της εναγομένης και εάν τούτος παραλείψει να μεταβεί και εξεταστεί εντός της τοιαύτης προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο τότε η . αγωγή να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του (sic) Εναγομένης» .
  2. Κατά την πρώτη ημερομηνία ακρόασης της αίτησης, στις 6/5/2010, η εναγόμενη 2 δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση στην αίτηση ενώ ο ενάγων ήδη, στις 5/5/2010, είχε καταχωρήσει ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 3 συνολικά λόγους ένστασης και στη συνέχεια, στις 23/6/2010, ακολούθησε ακροαματική διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας και αφού πρώτα η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης αντεξετάστηκε στη συνέχεια οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη αντίστοιχα των θέσεων τους. Ασφαλώς το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του τόσο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη αντίστοιχα της αίτησης και της ένστασης όσο και τα όσα είχαν λεχθεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δίχως να κρίνεται απαραίτητη η έστω και περιληπτική σύνοψη αυτής της γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας εντός αυτής της απόφασης. Επιπλέον, βεβαίως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, στο σύνολο της, την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων.
  3. Κατ΄ αρχάς αξίζει να παρατεθούν τα γεγονότα αυτής της περίπτωσης όπως αυτά προκύπτουν τόσο από τον φάκελο της αγωγής όσο και βάσει των ισχυρισμών των διαδίκων, όπως αυτοί προβάλλονται τόσο από ένα εκ των δικηγόρων της εναγομένης 1 όσο και από μία εκ των δικηγόρων του ενάγοντα, στο βαθμό στον οποίο αυτοί είναι κοινά αποδεκτοί. 3.
  4. Προφανώς μετά από τη καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης της στις 8/10/2008 η εναγόμενη 1 καταχώρησε επίσης τον Οκτώβρη του 2008 επιστολή για λεπτομέρειες ζητώντας, μεταξύ άλλων, και αντίγραφα ιατρικών πιστοποιητικών. 3.
  5. Όρισε το Δικαστήριο για πρώτη φορά την αγωγή για οδηγίες στις 6/4/2009 ημερομηνία κατά την οποία η δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε για την εναγόμενη 1 δήλωσε ότι προτίθεται να εξετάσει ιατρικά τον ενάγοντα και επίσης ζήτησε όπως την προμηθεύσουν με όλα τα σχετικά έγγραφα. Η δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε για τον ενάγοντα δήλωσε ότι συμφωνεί. 3.
  6. Αναβλήθηκε για οδηγίες η αγωγή στις 19/5/2009 ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά γι΄ ακρόαση στις 11/11/
  7. 3.
  8. Ο ενάγων ανταποκρίθηκε στην επιστολή για λεπτομέρειες, ένα χρόνο αργότερα, με καταχώρηση δικής του επιστολής στις 6/11/2009 στην οποία αναφέρεται ότι επισυνάπτονται ιατρικά πιστοποιητικά. 3.
  9. Στις 11/11/2009, λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, η αγωγή αναβλήθηκε γι΄ ακρόαση στις 8/3/
  10. 3.
  11. Μετά από μία εβδομάδα, στις 18/11/2009, στάλθηκε προς τους δικηγόρους του ενάγοντα και από τους δικηγόρους της εναγομένης 1 επιστολή με τηλεομοιότυπο η οποία φέρει ημερομηνία 17/11/2009 με την οποία ζητούσαν παραπομπή του ενάγοντα για εξέταση του από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου. 3.
  12. Στις 24/2/2010 στάλθηκε με τηλεομοιότυπο επιστολή από τους δικηγόρους της εναγομένης 1 η οποία φέρει ημερομηνία 23/2/2010 με την οποία ζητείται όπως ο ενάγων μεταβεί για εξέταση από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου καθότι σε σημερινή επικοινωνία (προφανώς δηλαδή στις 23/2/2010) με τον ίδιο τον γιατρό πληροφορήθηκε ο συγκεκριμένος δικηγόρος ότι ο ενάγων δεν είχε μεταβεί έτσι ώστε να εξεταστεί. Επίσης με την επιστολή αυτή ενημερώνονται σχετικά οι δικηγόροι του ενάγοντα ότι ενόψει του γεγονότος ότι η αγωγή είναι ορισμένη γι΄ ακρόαση στις 8/3/2010 παράκληση τους ήταν όπως η μετάβαση του ενάγοντα στον Δρ. Ηλία Γεωργίου γίνει το συντομότερο και ότι σε αντίθετη περίπτωση ο συγκεκριμένος δικηγόρος τους πληροφορούσε ότι θα υπέβαλε αίτηση στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας, γεγονός που ενδεχόμενα θα οδηγούσε σε αναβολή της ακρόασης κάτι το οποίο δεν ήταν επιθυμητό από μέρους του. 3.
  13. Όπως φαίνεται από τη σχετική εκτύπωση ημερομηνίας αποστολής με τηλεομοιότυπο οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν στις 26/2/2010 επιστολή η οποία φέρει ημερομηνία 24/2/2010 με την οποία ενημερώνουν σχετικά τους δικηγόρους της εναγομένης 1 ότι ο ενάγων «.έχει εξεταστεί από τον ιατρό Ηλία Γεωργίου εδώ και αρκετό καιρό για τα προβλήματα της υγείας του πολύ πριν εσείς μας αποστείλετε την επιστολή για σχετική εξέταση..» προσθέτοντας ότι το «.πιστοποιητικό δεν είναι ακόμα διαθέσιμο.» και ότι εάν οι δικηγόροι της εναγομένης 1 επιθυμούσαν ο ενάγων ήταν «.διαθέσιμος να εξεταστεί από άλλον ιατρό» (διευκρινίζω ότι η οποιαδήποτε υπογράμμιση κειμένου εντός αυτής της απόφασης είναι δική μου). 3.
  14. Η επιστολή των δικηγόρων της εναγομένης 1 ημερομηνίας 2/3/2010 εμπεριέχει αναφορές και σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων αλλά και μεταξύ δικηγόρου της εναγομένης 1 και του Δρ. Ηλία Γεωργίου. Η ουσία αυτής της επιστολής είναι ότι παρά και τη πληροφόρηση από τους δικηγόρους του ενάγοντα εντούτοις ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου δεν είχε εξετάσει τον ενάγοντα και ούτε και κατά συνέπεια είχε ετοιμάσει σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. 3.
  15. Στις 3/3/2010, εκ παραδρομής όπως αναφέρεται σχετικά στη παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, ο ενάγων καταχώρησε και πάλι, για δεύτερη φορά δηλαδή, επιστολή με λεπτομέρειες, στην οποία και πάλι υπάρχει αναφορά σε αντίγραφα ιατρικών πιστοποιητικών. 3.
  16. Στις 8/3/2010 η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε και πάλι λόγω έλλειψης χρόνου για τις 8/6/
  17. 3.
  18. Στις 19/4/2010 καταχωρήθηκε η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  19. Ως προς την οποιαδήποτε διαφοροποίηση αναφορικά με τα γεγονότα όπως αυτή δηλαδή προκύπτει ως αποτέλεσμα είτε αντιπαράθεσης του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων είτε από την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της ένστασης παρατηρώ τα ακόλουθα. 4.
  20. Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης) ότι μετά από λήψη της επιστολής ημερομηνίας 17//11/2009 αμέσως «.η εκ των δικηγόρων του Ενάγοντα κ. Ευαγγελία Πουλλά επικοινώνησε τηλεφωνικώς στη παρουσία μου μετά του ενόρκως δηλούντος κ. Γεώργιο Γεωργίου και τον ενημέρωσε ότι ο Ενάγοντας ήδη επισκέφθηκε τον ιατρό κ. Ηλία Γεωργίου και εξετάστηκε για λογαριασμό του και ότι δεν ήταν σωστό να χρησιμοποιηθεί ο ίδιος γιατρός για τις δύο πλευρές και να φροντίσουν να βρούν άλλο γιατρό για να εξετάσει τον Ενάγοντα». Διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου - ιδιαίτερα δε τον ισχυρισμό ότι η μία εκ των δικηγόρων του ενάγοντα επικοινώνησε αμέσως με το συγκεκριμένο δικηγόρο της εναγομένης 1 (δηλαδή στις 18/11/2009) και ανέφερε τα όσα κατ΄ ισχυρισμό ανέφερε - σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο της επιστολής της συγκεκριμένης δικηγόρου του ενάγοντα ημερομηνίας 24/2/2010 - δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα όσα η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Καθότι εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα τότε λογικά θα αναμενόταν παρόμοια αναφορά και εντός της επιστολής ημερομηνίας 24/2/2010 (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 3.8 αυτής της απόφασης). Έστω ακόμη και υπό μορφή επισήμανσης ή υπενθύμισης προηγούμενης προφορικής αναφοράς κατά την τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης και της μίας εκ των δικηγόρων του ενάγοντα. Αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου θέματος η ενόρκως δηλούσα. Της τέθηκε τότε η θέση ότι ουδέποτε έλαβε τέτοιο τηλεφώνημα ο συνάδελφος της κ. Γεωργίου. Ενέμεινε ότι η συνάδελφος της κα. Πουλλά είχε τηλεφωνήσει στη παρουσία της και παρά το ότι δεν ήταν σε θέση να ακούει τι έλεγε ο κ. Γεωργίου μπορούσε να ακούει τη κα. Πουλλά η οποία του έλεγε ότι δεν ήταν σωστό να εξεταστεί από τον ίδιο γιατρό ο ενάγων για λογαριασμό της εναγομένης
  21. Διαψεύδει όμως το ίδιο το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 24/2/2010 τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας. Καθότι καθόλου ούτε υποστηρίζονται αλλά ούτε και ενισχύονται ή επιβεβαιώνονται από αυτό οι ισχυρισμοί της. Ενώ εάν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα τότε λογικά το πρώτο το οποίο θα αναμενόταν να υπήρχε εντός του περιεχομένου αυτής της επιστολής θα ήταν επανάληψη και επιβεβαίωση των όσων η ενόρκως δηλούσα ισχυρίστηκε ότι η συνάδελφος της προφορικά είχε αναφέρει σε ένα από τους δικηγόρους της εναγομένης
  22. Οφείλω να προσθέσω ότι είναι πραγματικά λυπητερό για το Δικαστήριο όχι μόνο να αξιολογεί αρνητικά μία δικηγόρο ως αναξιόπιστη αλλά παράλληλα να διαπιστώνει τη δημιουργία της εντύπωσης ότι η συγκεκριμένη δικηγόρος επιστρατεύτηκε με σκοπό να ενισχύσει ισχυρισμούς άλλης δικηγόρου οι οποίοι εντός του πλαισίου των κοινά αποδεκτών δεδομένων καθόλου δεν κρίνονται πειστικοί. Δυστυχώς αυτό το συμπέρασμα αρνητικής αξιολόγησης μαρτυρίας η οποία να προέρχεται από ένα δικηγόρο ήταν ένα ενδεχόμενο το οποίο στη πορεία κατέστη αναπόφευκτο καθώς οι ίδιοι οι δικηγόροι του ενάγοντα επέλεξαν όπως, έμμεσα αλλά και άμεσα, θέσουν τους εαυτούς τους στη θέση ενός μάρτυρα δια μέσω του οποίου να προβάλουν παράλληλους ισχυρισμούς. Δηλαδή αυτούς της ενόρκως δηλούσας και κατ΄ επέκταση δια μέσω αυτής τους ισχυρισμούς της δικηγόρου της οποίας κατ΄ ισχυρισμό η ενόρκως δηλούσα ήταν αυτήκοος μάρτυρας. Όπως έχει αναφερθεί και σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι δικηγόροι «.θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο» (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 130/2009, ημερομηνίας 29/1/2010, Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva). 4.
  23. Θεωρώ δηλαδή ότι η πραγματικότητα σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα είναι η καθ΄ όλα λογική και αντίστοιχη με την αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων εκδοχή όπως αυτή παρουσιάζεται από το συγκεκριμένο δικηγόρο της εναγομένης
  24. Τα όσα δε αναφέρονται περί δήθεν επεξήγησης ότι δεν θα ήταν σωστό ο ενάγων να εξεταστεί από τον ίδιο γιατρό ο οποίος τον είχε ήδη εξετάσει για λογαριασμό των δικηγόρων του ίδιου του ενάγοντα απορρίπτονται ως εκ των υστέρων σκέψεις μετά και από τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση. Σε μία ανεπιτυχή προσπάθεια δηλαδή ενίσχυσης της βασιμότητας της ένστασης. Σημειωτέον ότι η αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 2/3/2010, από τον ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της αίτησης, ως προς το ότι πληροφορήθηκε τηλεφωνικά ότι ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου είχε εξετάσει τον ενάγοντα και συνεπώς ήταν αδύνατο να εξεταστεί και εκ μέρους των δικηγόρων της εναγομένης 1 ασφαλώς τοποθετείται χρονικά σε μερικές ημέρες πριν τις 2/3/2010 και όχι αμέσως μετά τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 17/11/
  25. Επιπλέον διαπιστώνεται ότι η χρονικά αόριστη αναφορά εντός της επιστολής ημερομηνίας 24/2/2010 από μία εκ των δικηγόρων του ενάγοντα σε εξέταση του ενάγοντα από το συγκεκριμένο γιατρό στοχεύει στη δημιουργία της προσδοκίας ή έστω και εντύπωσης ότι στη πορεία ο γιατρός αυτός θα ετοίμαζε και σχετικό πιστοποιητικό. Κάτι το οποίο καθόλου δεν επιβεβαιώθηκε από την οποιαδήποτε επικοινωνία είχε ο δικηγόρος της εναγομένης 1 με τον γιατρό. Ούτε και το γεγονός ότι επισυνάπτεται επί της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης μία σημείωση ουσιαστικά του συγκεκριμένου γιατρού δημιουργεί ή ενισχύει την οποιαδήποτε προσδοκία ότι ο συγκεκριμένος γιατρός επρόκειτο ποτέ να ετοιμάσει πιστοποιητικό. Αναφέρεται μεν επί αυτής της σημείωσης ότι κάποιος Σταύρος Ν. Νικολάου (προφανώς ο ενάγων) «προσήλθε δια εξέταση» αλλά η εντύπωση η οποία εύλογα δημιουργείται (διατηρώντας υπόψη ότι η φράση αυτή εμπεριέχεται σε παρενθέσεις κάτω από τη μοναδική ημερομηνία η οποία αναφέρεται δίπλα από τις λέξεις «Άδεια Ασθενείας») είναι ότι η αναφορά αυτή αποτελεί ουσιαστικά δικαιολογητικό για μονοήμερη άδεια ασθενείας. Ενώ η διάγνωση είναι σύντομη, δηλαδή δύο λέξεις μόνο («Αυχενική Δισκοπάθεια»). Συνεπώς όσο και να αποτελεί ένδειξη αυτό το τεκμήριο ότι ο ενάγων επισκέφθηκε το συγκεκριμένο γιατρό δεν αποτελεί παράλληλα και ένδειξη ή απόδειξη ότι ο γιατρός αυτός στη συνέχεια θα ετοίμαζε ιατρικό πιστοποιητικό. Ιδιαίτερα δε εάν κάποιος αναλογιστεί ότι από τις 14/5/2007 (αναφερόμενη ημερομηνία έκδοσης της σημείωσης) περίπου 2 χρόνια και 9 μήνες αργότερα αυτό δεν είχε ετοιμαστεί. Ή ότι οι δικηγόροι του ενάγοντα οι οποίοι είχαν καταχωρήσει τη παρούσα αγωγή περίπου 1 ½ μήνα πριν από την επίσκεψη αυτή στο συγκεκριμένο γιατρό δεν είχαν κάνει οτιδήποτε έτσι ώστε να προωθήσουν και εξασφαλίσουν την ετοιμασία σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού από αυτό το γιατρό. Μάλιστα υπάρχει και παραδοχή αυτού του δεδομένου στη παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. Ότι δηλαδή δεν του ζητήθηκε πιστοποιητικό. Συνεπώς εάν έτσι έχουν τα πράγματα τότε ποιος ήταν ο λόγος να δημιουργείται έστω και η εντύπωση ότι αναμενόταν η έκδοση ενός τέτοιου πιστοποιητικού; Είναι εμφανές ότι οι δικηγόροι του ενάγοντα προσπαθούσαν με αυτό τον τρόπο να ενισχύσουν την εντύπωση ότι ο ενάγων είχε ήδη εξεταστεί από το συγκεκριμένο γιατρό και ότι το μόνο το οποίο απέμενε ήταν να εκδοθεί και ιατρικό πιστοποιητικό σχετικά με αυτή την εξέταση. Ενώ η πραγματικότητα αναδεικνύεται να είναι - με δική τους παραδοχή - ότι ούτε ακόμη και οι ίδιες και κατ΄ επέκταση ούτε και ο ίδίος ο ενάγων δεν επεδίωκαν μία τέτοια έκδοση. Όχι μόνο δεν επεδίωκαν αλλά ούτε και επιθυμούσαν την ετοιμασία ενός ιατρικού πιστοποιητικού από το συγκεκριμένο γιατρό.
  26. Αναφορικά με τη νομική πτυχή της αίτησης είχα την ευκαιρία να μελετήσω σχετική νομολογία από την οποία και αντλώ καθοδήγηση δίχως να κρίνω απαραίτητο όπως αυτή παρατεθεί με λεπτομέρεια εντός αυτής της απόφασης. Παράλληλα όμως διατηρώ σταθερά υπόψη μου και τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση καθώς ασφαλώς η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο είναι αλληλένδετη με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 7831, ημερομηνίας 20/2/1990 Αριστοδήμου ν. Πετάση

(1990)1 Α. Α. Δ. 112). Ως επίσης ότι, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, η αίτηση για ιατρική εξέταση του αντιδίκου πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη της δίκης ενώ επιπλέον κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της πρέπει να δικαιολογείται και ότι κατ΄ επέκταση όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, εάν αυτή υπάρχει, τότε ανάλογα ισχυρότεροι θα πρέπει να οι λόγοι που την υποστηρίζουν (βλ. σχετικά και πάλι την απόφαση Αριστοδήμου ν. Πετάση).
  1. Στη συνέχεια θα εξετάσω τους λόγους ένστασης και διατηρώντας υπόψη ότι αυτοί παρά και την αρίθμηση τους εμπεριέχουν συζευκτικά ή διαζευκτικά διάφορα μέρη συνεπώς ως αποτέλεσμα αυτής της διατύπωσης εξετάζω το κάθε μέρος ξεχωριστά. Τονίζω ότι η αποσπασματική αυτή εξέταση των λόγων ένστασης γίνεται διατηρώντας υπόψη τη συγκεκριμένη διατύπωση τους ως επίσης και καταβάλλοντας μία συνειδητή προσπάθεια από το Δικαστήριο να μην αγνοηθεί οποιοδήποτε μέρος από το οποίο αποτελείται ο οποιοσδήποτε λόγος ένστασης. 6.
  2. Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης η αίτηση «.αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.». Βεβαίως σύμφωνα με τη νομολογία μας η κατάχρηση μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 6487, Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd., ημερομηνίας 21/6/1983
(1983)1Α C. L. R. 348) και υπάρχει ανάλογη ευρύτητα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος ως επίσης ανάλογη με τη φύση και μέγεθος της παρασπονδίας του διαδίκου είναι και η ευρύτητα του τρόπου με τον οποίο τα Δικαστήριο θα θεωρήσει πρόσφορο να αντιμετωπίσει την κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 10634, ημερομηνίας 25/5/2001, Θρασυβούλου ν. Λοϊζος Λούκα και Υιοι Λτδ.
(2001)1Α Α. Α. Δ. 687). Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση πραγματικά δεν έχω διαπιστώσει ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας. Θεμιτά η εναγόμενη 1 προωθεί υπό τις περιστάσεις, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, βάσει και της προηγηθείσας παραπληροφόρησης από τους δικηγόρους του ενάγοντα επί του συγκεκριμένου θέματος προ της καταχώρησης της αίτησης, αίτημα για εξέταση του ενάγοντα από γιατρό της επιλογής της. Θεωρώ ότι με ιδιαίτερη ευκολία γίνεται αναφορά σε κατάχρηση της διαδικασίας δίχως αυτή η θέση να υποστηρίζεται είτε από τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης είτε από σχετική επί του θέματος επιχειρηματολογία. 6.
  1. Επίσης σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης η εναγόμενη 1 «.δεν δικαιούται να ζητεί από το Δικαστήριο ότι ζητεί.». Βεβαίως αναφορικά με αυτό το μέρος του πρώτου λόγου ένστασης δεν τίθεται καν θέμα οποιασδήποτε ιδιαίτερης επέκτασης ως προς την εξέταση του. Ασφαλώς η εναγόμενη 1 έχει κάθε δικαίωμα να αιτείται από το Δικαστήριο το διάταγμα το οποίο ζητά με την αίτηση της. Το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσο αυτό θα εκδοθεί ή όχι. 6.
  2. Επίσης σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης ο ενάγων «.ισχυρίζεται ότι θα ήταν άδικο και ανεπιεικές προς αυτόν εάν εκδοθεί το ζητούμενο Διάταγμα». Πραγματικά όπως και να εξεταστεί αυτό το μέρος του πρώτου λόγου ένστασης και όπως αυτό έχει υποστηριχθεί από μαρτυρία και επιχειρηματολογία, απολήγει ουσιαστικά στο εξής. Πολύ απλά ότι το ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο θα εκδώσει ο συγκεκριμένος γιατρός δεν θα υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Όσο και να προβάλει με τους ισχυρισμούς της η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης ότι η «.σπουδή με την οποία ενεργεί η Εναγόμενη Νο. 1 για τον συγκεκριμένο γιατρό έχει δημιουργήσει σοβαρότατες και τεράστιες αμφιβολίες για την αμεροληψία του στην πλευρά του Ενάγοντα και φυσικά δεν επιθυμεί να εξεταστεί από αυτόν για λογαριασμό της Εναγομένης Νο. 1.» πραγματικά δεν πείθεται το Δικαστήριο, ακόμη και να ετοιμάσει ιατρικό πιστοποιητικό ο συγκεκριμένος γιατρός το οποίο να μην ανταποκρίνεται στα όσα ο ενάγων επιθυμεί να αποδείξει κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, ότι στο τέλος της ημέρας αυτό δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη αντεξέταση του συγκεκριμένου μάρτυρα και παρουσίαση ανάλογα αντίθετης μαρτυρίας. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι αυτό το οποίο δεν θα ήταν δίκαιο θα ήταν η στέρηση του δικαιώματος της εναγομένης 1 να έχει τη δυνατότητα να ετοιμάσει τη μαρτυρία της προς αντιμετώπιση των ισχυρισμών του ενάγοντα και στη συνέχεια η παρουσίαση αυτής δια μέσω του κατάλληλου μάρτυρα η επιλογή του οποίου εναπόκειται αποκλειστικά στην ίδια την εναγόμενη 1 και η οποία δεν θα πρέπει να περιορίζεται ή προκαθορίζεται από τον αντίδικο της. Όπως αναφέρεται σχετικά από τον Lord Justice Scarman στη σελίδα 249 της υπόθεσης Starr v. National Coal Board [1977] 1 All E. R. 243, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σε περιπτώσεις όπου ο ενάγων αρνείται όπως εξεταστεί ιατρικά το Δικαστήριο οφείλει να εξισορροπήσει δύο θεμελιώδη δικαιώματα. Πρώτο, είναι το δικαίωμα του ενάγοντα στη προσωπική του ελευθερία και δεύτερο το δικαίωμα του εναγομένου να υπερασπίσει τον εαυτό του κατά την ακροαματική διαδικασία όπως κρίνουν ορθά ο ίδιος και οι σύμβουλοι του. Δικαίωμα στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα να επιλέξει τους μάρτυρες τους οποίους θα καλέσει ενώ ιδιαίτερα σημαντικό θεωρείται ο εναγόμενος να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει το δικό του εμπειρογνώμονα μάρτυρα, σε μία υπόθεση στην οποία έχει ιδιαίτερη σημασία η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. 6.
  3. Ουσιαστικά το ερώτημα το οποίο τίθεται σε μία αίτηση αυτού του είδους είναι κατά πόσο το αίτημα είναι εύλογο. Το Δικαστήριο δύναται να αναστείλει μία διαδικασία εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου με την άρνηση μίας εύλογης παράκλησης ιατρικής εξέτασης του είναι τέτοια έτσι ώστε να αποτρέπει τη δίκαιη εκδίκαση μίας αγωγής (βλ. σχετικά την απόφαση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd. [1969] 2 All E. R. 127, και συγκεκριμένα τα σχόλια του Lord Denning στη σελίδα 129). Όπως και στη περίπτωση της υπόθεσης Edmeades στην οποία είχαν προταθεί 6 ονόματα γιατρών δίχως να εγείρεται οποιαδήποτε εύλογη ένσταση σε αυτά έτσι και στη περίπτωση υπό εξέταση από αυτό το Δικαστήριο δεν διαπιστώνω ότι έχει εγερθεί οποιαδήποτε εύλογη ένσταση ή ουσιαστικά οποιαδήποτε λογική θέση βάσει της οποίας το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα διότι στη συνέχεια η εναγόμενη θα το χρησιμοποιήσει έτσι ώστε να ζητήσει την ιατρική εξέταση του ενάγοντα από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί σε σχέση και με το δεδομένο ότι εντός της ένορκης δήλωσης της η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρει τα όσα ισχυρίζεται σχετικά στη παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 6.3 αυτής της απόφασης) ότι κατά την αντεξέταση της επεκτάθηκε και σε επιπρόσθετους ατεκμηρίωτους πραγματικά ισχυρισμούς αναφορικά με την έλλειψη αμεροληψίας του συγκεκριμένου γιατρού. Πέραν από τις γενικές και αόριστες εικασίες στις οποίες προέβηκε η ενόρκως δηλούσα τόσο στην ένορκη δήλωση της όσο και προφορικά εντούτοις δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία επί των οποίων να είναι δυνατό να βασιστεί το Δικαστήριο έτσι ώστε να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με την αμεροληψία του συγκεκριμένου γιατρού. Παραδείγματος χάριν, στη περίπτωση της υπόθεσης Starr v. National Coal Board (βλ. πιο πάνω) όπου εξετάστηκε το ερώτημα κατά πόσο ο ενάγων είχε το δικαίωμα να αρνηθεί να εξεταστεί από συγκεκριμένο γιατρό, ο δικηγόρος του ενάγοντα παράπεμψε το Δικαστήριο σε 3 προηγούμενες υποθέσεις στις οποίες ο συγκεκριμένος γιατρός είχε κληθεί από τους εναγόμενους να εξετάσει εκ μέρους τους τους ενάγοντες. Βεβαίως δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο το Δικαστήριο μετά και από αξιολόγηση της μαρτυρίας του συγκεκριμένου γιατρού - εάν όντως εν τέλει καταθέσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας - να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας αυτός δεν κατέθεσε με αμεροληψία και επιστημονική επάρκεια αλλά με αποκλειστικό κίνητρο να ενισχύσει την υπεράσπιση της εναγομένης 1 ανεξάρτητα και από την ορθότητα ή βασιμότητα των διαπιστώσεων του ως γιατρός από μία ενδεχόμενη εξέταση του ενάγοντα. 6.
  4. Επίσης με τον πρώτο λόγο ένστασης ο ενάγων προβάλει τη θέση ότι η εναγόμενη 1 δεν προσέρχεται στη παρούσα διαδικασία με καθαρά χέρια. Λαμβάνοντας υπόψη τη πληρότητα της μαρτυρίας με την οποία η εναγόμενη 1 υποστηρίζει το αίτημα της και τον τρόπο με τον οποίο από εξέταση και αξιολόγηση τόσο της μαρτυρίας όσο και του περιεχομένου του φακέλου επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης, η θέση αυτή απορρίπτεται ως ανεδαφική. 6.
  5. Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου ένστασης υποστηρίζει ο ενάγων τη θέση ότι το «.στάδιο στο οποίο η Εναγόμενη Νο. 1-Αιτήτρια ήγειρε την παρούσα αίτηση δεν είναι το κατάλληλο στάδιο.». Διατηρώντας υπόψη ότι η αίτηση έχει γίνει προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας και τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία μας (βλ. σχετικά την απόφαση Αριστοδήμου ν. Πετάση, πιο πάνω στη παράγραφο 5 αυτής της απόφασης) το μέρος αυτό του δεύτερου λόγου ένστασης κρίνεται εντελώς αβάσιμο. 6.
  6. Ενώ ως προς το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου ένστασης, ότι δηλαδή η αίτηση «.ηγέρθηκε καθυστερημένα μετά το στάδιο ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση» διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα αυτής της αγωγής (όπως αυτά παρατίθενται πιο πάνω στις υποπαραγράφους 3.1 έως και 3.12 αυτής της απόφασης) ως επίσης την αρχή ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο είναι αλληλένδετη με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλ. σχετικά την απόφαση Αριστοδήμου ν. Πετάση , πιο πάνω στη παράγραφο 5 αυτής της απόφασης) κρίνω ότι και αυτό το μέρος του δεύτερου λόγου ένστασης δεν ευσταθεί. Υπό τις περιστάσεις η εναγόμενη 1 εφόσον προηγουμένως οι δικηγόροι της μετά και από καθυστέρηση στη παροχή λεπτομερειών από τους δικηγόρους του ενάγοντα στη συνέχεια είχαν ουσιαστικά παραπληροφορηθεί ως προς την εξέταση του ενάγοντα από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου ήγειραν στη συνέχεια, δίχως οποιαδήποτε κρινόμενη ως αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το αίτημα τους για ιατρική εξέταση του ενάγοντα. Η πρόθεση δε να ζητηθεί ιατρική εξέταση του ενάγοντα από την εναγόμενη 1 δηλώθηκε ευθέως κατά τη πρώτη ημερομηνία στην οποία η αγωγή είχε οριστεί για οδηγίες και έγινε δεκτή από τη δικηγόρο του ενάγοντα δίχως να δηλώνεται οποιαδήποτε επιφύλαξη. 6.
  7. Ως προς το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου ένστασης, ότι δηλαδή η αίτηση «.στερείται νομικής και ουσιαστικής βάσης πράγμα νομικά απαράδεκτο.» θεωρώ ότι υπάρχει τόσο από άποψης νομικής όσο και ουσιαστικής ή πραγματικής, η απαιτούμενη βάση στην αίτηση υπό εξέταση. Αναφορικά δε με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου ένστασης, ότι δηλαδή «.η αίτηση δεν στηρίζεται στο σωστό άρθρο του Νόμου και/ή όλα τα άρθρα του Νόμου.» θεωρώ ότι αυτό είναι κάτι το αδύνατο καθότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος Νόμος ο οποίος να ρυθμίζει τέτοιο θέμα. Ως προς το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου ένστασης, ουσιαστικά ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στους σωστούς κανονισμούς, έχοντας υπόψη τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος κανονισμός ο οποίος να καθορίζει ή διέπει το συγκεκριμένο θέμα υπό εξέταση - ένα θέμα το οποίο ουσιαστικά έχει προκύψει από τη νομολογία και όχι από νομοθεσία ή θέσπιση διαδικαστικού κανονισμού - θεωρώ ότι η αναφορά στη Δ.48 θ. 1 και 2 είναι αρκετή ώστε να στηρίξει την αίτηση της εναγομένης
  8. Ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι η αναφορά στη Δ.64 θ. 3 όντως είναι άσχετη με το θέμα υπό εξέταση.
  9. Επομένως, με βάση το σκεπτικό το οποίο αναφέρεται πιο πάνω όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται ενώ διατηρώντας υπόψη τις αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σε αιτήσεις αυτού του είδους κρίνω ότι η αίτηση της εναγομένης 1 είναι απόλυτα δικαιολογημένη και ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος της με έγκριση του αιτήματος της ως προς την αναστολή της διαδικασίας μέχρι την εξέταση του ενάγοντα από γιατρό της επιλογής της όχι όμως - σε αυτό το στάδιο - και ως προς την απόρριψη της αγωγής σε περίπτωση παράλειψης του ενάγοντα να μεταβεί και εξεταστεί εντός προθεσμίας την οποία θα καθορίσει το Δικαστήριο.
  10. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η οποιαδήποτε διαδικασία στην αγωγή μέχρις ότου ο ενάγων εξεταστεί από γιατρό της επιλογής της εναγομένης.
  11. Αναφορικά με τις λεπτομέρειες ως προς την εφαρμογή του διατάγματος προσθέτω τα ακόλουθα τα οποία τονίζω ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτού του διατάγματος. 9.
  12. Οφείλει η εναγόμενη 1 όπως ενημερώσει γραπτώς εντός 15 ημερών από σήμερα τους δικηγόρους του ενάγοντα το όνομα του γιατρού ο οποίος θα εξετάσει τον ενάγοντα με σχετική γνωστοποίηση, αντίγραφο της οποίας θα πρέπει επίσης να καταχωρηθεί εντός του φακέλου της αγωγής και με την οποία θα δηλώνει ότι αναλαμβάνει να καλύψει το κόστος μετάβασης του ενάγοντα στο γιατρό ως επίσης και οποιαδήποτε απώλεια ημερομισθίου του. 9.
  13. Η περίοδος αναστολής θα ισχύει μέχρι ο ενάγων εξεταστεί από το γιατρό της επιλογής της εναγομένης 1 ενώ αμέσως μετά την εξέταση του ενάγοντα και το αργότερο εντός 15 ημερών οι δικηγόροι της εναγομένης 1 οφείλουν όπως καταχωρήσουν σχετική γνωστοποίηση εντός του φακέλου της αγωγής αναφορικά με αυτό το γεγονός. 9.
  14. Σε μία τέτοια περίπτωση οφείλουν επίσης οι δικηγόροι της εναγομένης 1, σύμφωνα και με τη δήλωση του δικηγόρου ο οποίος εμφανίστηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης, όπως προμηθεύσουν τους δικηγόρους του ενάγοντα με αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού εντός 15 ημερών από την ημερομηνία προετοιμασίας του. 9.
  15. Μετά από τη καταχώρηση της γνωστοποίησης εξέτασης του ενάγοντα από γιατρό της επιλογής της εναγομένης 1 ο φάκελος της αγωγής θα πρέπει να τεθεί από τον Πρωτοκολλητή ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε το Δικαστήριο να ορίσει την αγωγή για οδηγίες σε ημερομηνία κατά την οποία αναλόγως θα δοθεί ημερομηνία είτε για ακρόαση της αγωγής είτε για οποιοδήποτε άλλο σκοπό για τον οποίο θα υπάρχει από κοινού αίτημα από τους δικηγόρους όλων των διαδίκων, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της εναγομένης
  16. 9.
  17. Σε περίπτωση κατά την οποία παρά και τη τήρηση των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων της εναγομένης 1 σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, ο ενάγων εντούτοις επιλέξει όπως μην εξεταστεί από γιατρό της επιλογής της εναγομένης 1 εντός μίας χρονικής περιόδου 3 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος αναστολής της διαδικασίας, τότε η εναγόμενη 1 θα αποκτά το δικαίωμα όπως καταχωρήσει αίτηση με την οποία πλέον να αιτείται την απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα λόγω παράλειψης προώθησης της.
  18. Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται εις βάρος του καθ΄ ου η αίτηση ενάγοντα και υπέρ της αιτήτριας εναγομένης 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.