← Κύπρος

Nitro Property Developers Limited ν. Sheena Helen Wrigley, Αρ. Αγωγής: 3770/2009, 1 Μαρτίου 2011

Nitro Property Developers Limited ν. Sheena Helen Wrigley, Αρ. Αγωγής: 3770/2009, 1 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3770/2009 Μεταξύ: Nitro Property Developers Limited, από την Πάφο Εναγόντων Και Sheena Helen Wrigley, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενης ------------------------ Ημερομηνία: 1 Μαρτίου 2011 Αίτηση ημερομηνίας: 17.3.2010 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη - αιτήτρια: κα Α. Φακοντή για κα Α. Αλεξάνδρου - Θεοδότου και κ. Μ. Κυριακίδη Για τους Ενάγοντες- καθ΄ων η αίτηση: κ. Ε. Κορακίδης (για να ακούσει απόφαση κα Π. Πέτρου) ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ H Οι ενάγοντες, που όπως φαίνεται και από τον τίτλο της αγωγής είναι κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, αφού εξασφάλισαν με σχετική αίτηση άδεια του δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος (διάταγμα ημερομηνίας 13.11.2009), στη συνέχεια καταχώρησαν το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο εναντίον της εναγόμενης, η οποία είναι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου και αξιώνουν εναντίον της διάφορα διατάγματα σε σχέση με διαφορές που προέκυψαν από την μεταξύ τους έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 20.2.2007 η οποία αφορά την αγορά ενός διαμερίσματος στη Πάφο. Στη συνέχεια με άλλη αίτηση τους, εξασφάλισαν διάταγμα (διάταγμα ημερομηνίας 13.1.2010) με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής στην διεύθυνση της εναγόμενης στο Ηνωμένο Βασίλειο και δίδονταν οδηγίες για εμφάνιση εντός 45 ημερών από την επίτευξη της επίδοσης. Η εναγόμενη καταχώρησε στις 17.3.2010 σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά, (α) Διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται και/ή ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα ημερ. 3.12.2009 και/ή το διάταγμα που εκδόθηκε κατά ή περί την 13.11.2009 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος (β) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και/ή να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η έκδοση και/ή η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και/ή πιστό αντιγράφου της αγωγής δια διπλοσυστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής στην διεύθυνση της εναγόμενης στην Αγγλία, 42A Lawn Avenue, Burley in Wharfedale West, Yorkshire LS29 7ET. United Kingdom, και/ή το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 13.1.

  1. (γ) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται κάθε διαδικασία και/ή περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, όπως έχει πληροφορηθεί από την εναγόμενη, δεν της έχουν επιδοθεί, η αίτηση και η ένορκη δήλωση στην βάση των οποίων έχει εκδοθεί το διάταγμα ημερομηνίας 13.11.2009 καθώς και το διάταγμα ημερομηνίας 13.1.
  2. Η ως άνω παράλειψη στερεί την εναγόμενη από την δυνατότητα να επικαλεστεί όλους τους πιθανούς λόγους ακύρωσης του διατάγματος σφράγισης και του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, καθιστώντας τη διεξαγωγή της δίκης μη δίκαιη. Υποστηρίζει περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα, ότι το διάταγμα ημερομηνίας 13.1.2010 πάσχει διότι με αυτό διατάσσεται η επίδοση πιστού αντιγράφου της αγωγής και όχι ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής κατά παράβαση της Δ.6 θ.6 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η επίδοση στην εναγόμενη πιστού αντίγραφο του κλητηρίου της αγωγής και όχι ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος έγινε κατά παράβαση της πιο πάνω Διαταγής και ως εκ τούτου η επίδοση είναι άκυρη και η ανύπαρκτη και θα πρέπει να παραμεριστεί. Προκύπτει επίσης μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι στην εναγόμενη δεν έχει επιδοθεί ούτε η αίτηση και η ένορκη δήλωση με την οποία οι ενάγοντες έχουν πετύχει την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 13.1.20101 για υποκατάσταση επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία περιλαμβάνει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Η αίτηση της εναγόμενης στερείται νομικού και πραγματικού υπόβαθρου (β) Εάν τυχόν υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής αυτή μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλου δικαστικού διατάγματος και όχι με την χορήγηση των αιτούμενων από την εναγόμενη θεραπειών. (γ) Η αίτηση της εναγόμενης είναι καταχρηστική και αχρείαστη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του διευθυντή των εναγόντων, ο οποίος αναφέρει πως διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και αναφέρει τα εξής:
  3. Όπως καταδεικνύεται από το περιεχόμενο της πιο πάνω ένορκης δήλωσης και από το γεγονός ότι η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, έστω υπό διαμαρτυρία, αυτή έλαβε γνώση της αγωγής με τον πάνω τίτλο και αριθμό και διόρισε ήδη δικηγόρους για την εκπροσώπηση της. Η αγωγή δεν έχει ακόμα προωθηθεί ούτε και έχει καταχωρηθεί εκ μέρους των εναγόντων οποιοδήποτε έγγραφο με το οποίο να τίθεται ο ισχυρισμός ότι η πιο πάνω αγωγή έχει επιδοθεί. Συνεπώς τα αιτήματα της εναγόμενης δεν έχουν άλλο σκοπό από την παρεμπόδισης της πορείας της αγωγής και δεν θεμελιώνονται σε οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο.
  4. Κανένας βάσιμος λόγος δεν παρατίθεται στην αίτηση της εναγόμενης που να δικαιολογεί την χορήγηση των αιτούμενων από την εναγόμενη θεραπειών.
  5. Ακόμα και αν διαπιστωθεί οποιαδήποτε παρατυπία σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην πιο πάνω αγωγή, αυτή μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλου διατάγματος από το Δικαστήριο που να διατάσσει την επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου στους δικηγόρους της εναγόμενης η στην ιδία.
  6. Από τα όσα καλύτερα πιστεύω και από τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγόντων η χορήγηση στην εναγόμενη των αιτούμενων από αυτή θεραπειών δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης αλλά αντίθετα τους υπονομεύει. Τα συμφέροντα της εναγόμενης έχουν, όπως φαίνεται, πλήρως διασφαλιστεί, εφόσον είχε την ευκαιρία να διορίσει δικηγόρους και να εμφανιστεί στην πιο πάνω αγωγή. 7................... Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Σχετική αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει στη συνέχεια αν τούτο κριθεί αναγκαίο. Αναφέρει η συνήγορος της εναγόμενης στην γραπτή της αγόρευση, ότι τα έγγραφα που έχουν επιδοθεί στην εναγόμενη δεν έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν γίνεται καμία αναφορά στο ζήτημα αυτό και εφόσον δεν υπάρχει ισχυρισμός και μαρτυρία επί του προκειμένου από την πλευρά της αιτήτριας δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την αγόρευση της δικηγόρου της (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Σιακόλα, Π. Ε. 11215 ημερ. 22.2.2002). Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, θεωρώ πως θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ζήτημα αυτό, ενόψει βέβαια και της κατάληξης που ακολουθεί, για σκοπούς αποφυγής δημιουργίας περαιτέρω ζητημάτων σχετικών με την επίδοση των εγγράφων και για σκοπούς διευκόλυνσης της διαδικασίας. Σχετικός με το πιο πάνω ζήτημα είναι ο Κανονισμός (Ε.Κ.) 1393/2007, ο οποίος όπως αναφέρεται στην παρ. 2 του προοιμίου του αποσκοπεί στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς η οποία απαιτεί την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Space Video v. Silver Paloma

(1991)1 AAΔ 801 και Limarship Co ltd v. Μαχλουζαρίδη
(1991)1 AAΔ 537), οι διατάξεις που εισάγονται στο δίκαιο μας από διεθνή σύμβαση ή κοινοτική, πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικά ή με ευρύ και φιλελεύθερο πνεύμα. Συνδυασμός των προνοιών του πιο πάνω Κανονισμού και λαμβάνοντας υπόψη ότι εφαρμόζονται οι κανόνες σχετικά με την άρνηση παραλαβής (βλ. άρθρο 17 του Κανονισμού) ακόμα και αναφορικά με την επίδοση μέσω ταχυδρομείου, που είναι επίδοση επιτρεπτή σύμφωνα με το άρθρο 14 του εν λόγω Κανονισμού, φανερώνει ότι επιβάλλεται η μετάφραση των εγγράφων σε γλώσσα ή σε γλώσσες που αναγνωρίζει, στην προκειμένη περίπτωση, το Ηνωμένο Βασίλειο. Συνεπώς είναι επιβεβλημένο όπως τα έγγραφα που επιδίδονται θα πρέπει να είναι μεταφρασμένα, όπως πιο πάνω αναφέρω, ώστε η επίδοση τους να είναι νομότυπη σε ότι αφορά το σκέλος αυτό. Η μη επίδοση της ένορκης δήλωσης και της αίτησης στην οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 13.11.2009 είναι ο μόνος ουσιαστικός λόγος που προβάλλεται για την ακύρωση του. Η επίδοση ενός διατάγματος και των υποστηριχτικών για την έκδοση του εγγράφων εφόσον έπεται της έκδοσης του, κρίνω πως δεν μπορεί να έχει καταλυτικό αποτέλεσμα σε σχέση με το ίδιο διάταγμα. Είναι εμφανές όμως, ότι η παράλειψη επίδοσης των πιο πάνω, στερεί το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται και αφορά το διάταγμα από την δυνατότητα να προβάλει λόγους για την ακύρωση του, όπως συνέβη και στην υπό κρίση περίπτωση. Η επίδοση του διατάγματος, της αίτησης και της ένορκης δήλωσης επιβάλλεται και αποτελεί νομική υποχρέωση των αιτητών, δυνάμει της Δ.48.θ.
  1. Η Δ.48.θ.13 καλύπτει περιπτώσεις που διατάγματα εκδίδονται μετά από μονομερή αίτηση και εφόσον το Διάταγμα ημερομηνίας 13.11.2009 εκδόθηκε στη βάση μιας τέτοιας αίτησης, επιβάλλετο η επίδοση όλων των πιο πάνω ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει η εναγόμενη τα όσα υποστηρίχθηκαν από την πλευρά των αιτητών και που ακριβώς το Δικαστήριο στηρίχθηκε για να εκδώσει το διάταγμα και κατ΄ επέκταση να μπορεί να προβεί σε ανάλογα διαβήματα αν επιθυμεί προς ακύρωση του. Αυτό που πάσχει από νομικής άποψης, με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, είναι η ίδια επίδοση η οποία δεν είναι νομότυπη και συνεπώς θα πρέπει να παραμεριστεί. Συνεπώς η εναγόμενη, δεν θα στερηθεί της δυνατότητας να προβάλει στο μέλλον λόγους για την ακύρωση του διατάγματος, αφού λογικά οι ενάγοντες θα πρέπει να προχωρήσουν στην εκ νέου νομότυπη επίδοση του. Ο λόγος που προβάλλεται επίσης, ότι δηλαδή δεν επιδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 13.1.2010 στην εναγόμενη, είναι αρκετός κατά την άποψη μου ώστε η επίδοση να παραμεριστεί με την έκδοση σχετικής διαταγής. Η νομική υποχρέωση, όπως και πιο πάνω αναφέρω, προκύπτει από την Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο διάταγμα ημερομηνίας 13.1.2010 προβλέπονται μεταξύ άλλων και τα σχετικά με τον χρόνο εμφάνισης της εναγόμενης στην διαδικασία ως εκ τούτου πέραν των πιο πάνω που αφορούν την νομική υποχρέωση επίδοσης του διατάγματος ήταν και αυτονόητο πως θα έπρεπε να της επιδοθεί. Τα ίδια ισχύουν αναφορικά και με την αίτηση και την ένορκη δήλωση στην βάση των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 13.1.
  2. Η μεταγενέστερη ενημέρωση που ασφαλώς θα έτυχε η εναγόμενη από τους δικηγόρους της, δεν μπορεί να προβάλλεται ως λόγος απόρριψης του αιτήματος ως μη λογικό διάβημα και να καταλογίζεται στην εναγόμενη ότι με την αίτηση της επιδιώκει υπονόμευση της δικαιοσύνης, όπως ο κ. Κορακίδης αναφέρει στην αγόρευση του. Μεταγενέστερη γνώση για περιεχόμενο εγγράφου που δεν επιδόθηκε στην εναγόμενη δεν υποκαθιστά την εξ αρχής παράλειψη εκπλήρωσης προϋπόθεσης για την νομότυπή επίδοση του. Εναπομένει προς εξέταση το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη και όχι της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Εισηγείται η συνήγορος της εναγόμενης, ότι το διάταγμα ημερομηνίας 13.1.2010 καθώς και η επίδοση του θα πρέπει να ακυρωθούν καθότι με αυτό διατάχθηκε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και όχι της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και παρέπεμψε στην υπόθεση E. Philippou Ltd v. Litter Hampton Ltd
(1984)1 AAΔ 716. Ο συνήγορος των εναγόντων αναγνώρισε με δήλωση του ότι το ως άνω διάταγμα κακώς εκδόθηκε και πως δεν προτίθεται να προχωρήσει με βάση εκείνη την επίδοση μέχρι να λάβει οδηγίες από το Δικαστήριο στην αίτηση αυτή. Σε ότι αφορά την επίδοση, που έγινε με βάση το ως άνω διάταγμα, η οποία κρίθηκε πιο πάνω ως μη νομότυπη επίδοση, δεν δίδει το δικαίωμα στην πλευρά των εναγόντων να προχωρήσουν σε άλλο διάβημα στηριζόμενοι σε αυτή. Η πιο πάνω δήλωση του κ. Κορακίδη, δηλώνει και αποδοχή έκδοσης διατάγματος ακύρωσης του διατάγματος ημερομηνίας 13.1.2010 με το οποίο διατάσσεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και ως εκ τούτο δεν απομένει ζήτημα προς επίλυση. Το διάταγμα ημερομηνίας 13.1.2010 ακυρώνεται. Ο κ. Κορακίδης εισηγείται στην αγόρευση του ότι η παράλειψη επίδοσης του διατάγματος χορήγησης άδειας για σφράγιση, της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θα μπορούσε να θεραπευτεί με διαταγή του Δικαστηρίου για επίδοση τους στους δικηγόρους της εναγόμενης. Η ίδια εισήγηση έγινε και σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, η οποία, όπως αναφέρει στην γραπτή του αγόρευση, μπορεί να θεραπευτεί με διαταγή του δικαστηρίου που να διατάσσει την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου στην διεύθυνση επίδοσης των δικηγόρων της εναγόμενης. Επικαλέστηκε αναφορικά με τα πιο πάνω, την Διαταγή 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα είναι η θέση της συνηγόρου της εναγόμενης, ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος θεραπείας της παρατυπίας επιλαμβανόμενο ενστάσεως, αλλά με θετικό αίτημα με Αίτηση και μάλιστα προτού ο επικαλούμενος τα θεραπεύσιμο της παρατυπίας προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικαστικό διάβημα. Στην προκειμένη περίπτωση, εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, διότι το δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του αίτηση των εναγόντων για θεραπεία της παρατυπίας και αφετέρου γιατί εγείρουν θέμα θεραπείας της παρατυπίας μετά τη λήψη του δικονομικού διαβάηματος της καταχώρησης ένσταση στην αίτηση. Σχετική υπόθεση ως προς την μη συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς είναι η υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου,
(1999)1 ΑΑΔ 366, στην οποία λέχθηκαν τα εξής «Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων κ.α
(1995)3 ΑΑΔ σελ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins.Agency Ltd
(1995)3 AAΔ σελ. 338, 340 και Panayiotis Georgiou (Catering Ltd) κ.α ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1516/19.7.96- απόφαση της Ολομέλειας) Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις». Ο σκοπός της Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά την διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999 σελ.10). H Δ.64 έχει ερμηνευτεί σε σωρεία αποφάσεων (Βλ. Θαλλασινός v. Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΔΔ σελ 255, Λοίζου v. Χαραλάμπους & Άλλου
(1996)1 ΑΑΔ 167). Στην Θαλλασινός ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) κρίθηκε ότι με την νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς με αντικανότητα δυνάμενη να θεραπευτεί . Στην ίδια υπόθεση Κarl Heinz (ανωτέρω) σελ. 377 γίνεται αναφορά στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R 513, 520 521, 522 και αναφέρει: Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευτεί η νέα αγγλική Διαταγή Δ.2 - αντιστοιχεί με την δική μας νέα Δ.64- και από την μελέτη της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής:
  1. ΄Οπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το Δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 Θ. 2
  2. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν εγερθεί από του Διάδικους.
  3. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεχτή η παρατυπία.
  4. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 Θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Η αναγκαιότητα συμμόρφωσης με του θεσμούς τονίστηκε ιδιαίτερα στην υπόθεση MI HOLDINGS PUBLIC LTD v. Τασούλα Γεωργίου Παναγή Πολιτική Έφεση 28/05 ημερομηνίας 14.4.2006 στην οποία πρωτόδικα είχε εκδοθεί απόφαση μετά από αίτηση για συνοπτική απόφαση, ενώ η αγωγή είχε καταχωρηθεί επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος βάσει της Δ.2 Θ1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παρά το ότι η διατύπωση και η οπισθογράφηση ήταν ειδική και όχι γενική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρώντας ότι η παράλειψη αυτή ήταν απλή παρατυπία από την οποία δεν προέκυψε αδικία στους εφεσείοντες, κατέλεξε ότι επληρούτο η προϋπόθεση της Δ.18 Θ 1 (α) για την ύπαρξη οπισθογραφημένου κλητήριου και εξέδωσε απόφαση υπέρ της ενάγουσας. Το Εφετείο εξετάζοντας το ζήτημα, με αναφορά στη Δ.64 Θ1, αποφάσισε πως ακόμα κι αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο έκρινε πως δεν είναι απαραίτητο να υπεισέλθει, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι όπως έχει κατ΄επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του (Remedica Ltv v. Bayer Aktiengesellschalt
(1998)1 AAΔ 1815). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμούς. Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση 12031, ημερ. 22.9.05). Η υπό κρίση περίπτωση ως έχει διαμορφωθεί δεν θεωρώ ότι καλύπτεται ή μπορεί να καλυφτεί από την πιο πάνω διαταγή. Δε πρόκειται κατά την άποψη μου για παρατυπίες δυνάμενες να θεραπευτούν με βάση την Διαταγή 64 λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η εναγόμενη ουδέποτε έχει παραιτηθεί με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε οι ενάγοντες έχουν προβεί σε οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο. Η ένσταση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοιο μέτρο. Συνεπώς, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, που είναι το μόνο έγγραφο που επιδόθηκε στην εναγόμενη ακυρώνεται καθώς επίσης και το διάταγμα ημερομηνίας 13.1.2010 Κρίνω ορθό όπως επιδικαστούν προς όφελος της εναγόμενης - αιτήτριας και εναντίον των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση μόνο το ½ των εξόδων της αίτησης, λόγω της δήλωσης του συνηγόρου των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με το διάταγμα ημερομηνίας 13.1.2010 η οποία έγινε πριν την έναρξη της ακρόασης. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο για έγκριση , θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.