ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. Lorraine Nash, Αρ. Αγωγής: 33/2010, 08.03.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι.ΚΙΤΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 33/2010 Μεταξύ: ALPHA PANARETI PUBLIC LTD από την Πάφο Ενάγουσας Και Lorraine Nash από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενης ---------------- Ημερομηνία: 08.03.2011 Αίτηση ημερομηνίας 27.10.2010 για διαγραφή μέρους της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κος Ν. Δαμιανού(Κα Στεφάνου κατά την απόφαση) Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Στ. Φλωράκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί η αίτηση της Εναγόμενης - Αιτήτριας ημερομηνίας 27.10.2010 (στο εξής η επίδικη αίτηση) η οποία καταχωρήθηκε με άδεια του Δικαστηρίου στα πλαίσια κλήσης για οδηγίες που εξέδωσε το Δικαστήριο. Με την επίδικη αίτηση ζητείται η διαγραφή μέρους της Απάντησης και Υπεράσπισης σε Ανταπαίτηση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες. Ειδικότερα με την αίτηση ζητούνται τα πιο κάτω διατάγματα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή μέρους της Απαντήσεως στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση που κατεχωρήθη από μέρους των εναγόντων εις την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση και συγκεκριμένα ολόκληρης της παραγράφου
- Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την καταχώρηση τροποποιημένης συμφώνως της πιο πάνω διαγραφής Απαντήσεως στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από της εκδόσεως του τοιούτου διατάγματος ή και εντός του χρόνου του οποίου ήθελε κρίνει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο.» Περαιτέρω στην επίδικη αίτηση εκτίθενται γεγονότα τα οποία την στηρίζουν και έχουν ως ακολούθως: «(α) Στην έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες επικαλούνται και στηρίζονται επί της επίδικη συμφωνίας πώλησης και στην εξακολούθηση της ισχύος της για να αξιώνουν στην βάση αυτή ποσό €89.000 οφειλόμενο σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ή και την επίδικη εκτέλεση της σύμβασης. (β) Στην έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η αξία του πωλούμενου ακινήτου είναι γύρω στις €110.000 (παράγραφος 5). (γ) Με την παράγραφο 11 της Απαντήσεως στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση οι ενάγοντες εγείρουν νέα βάση αγωγής, δηλαδή αποζημίωση λόγω τερματισμού ή καταγγελίας ή λήξεως ή ακύρωσης της σύμβασης με ισχυριζόμενη υπαιτιότητα της εναγομένης επικαλούμενη ζημιές ή απώλειες που μόνο στην έκθεση απαίτησης θα μπορούσαν να εγερθούν. (δ) Οι ισχυρισμοί στην παράγραφο 11 της Απαντήσεως στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση είναι ασύμβατοι ή και αντίθετοι με τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους και την διαμορφωμένη βάση αγωγής ή και διαζευκτικά ακόμη και με την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. (ε) Οι εν λόγω ισχυρισμοί των εναγόντων γίνονται χωρίς άδεια για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, δημιουργούν δικονομικό ή και διαδικαστικό ή και αποδεικτικό μειονέκτημα ή και πρόβλημα ή επηρεασμό της υπόθεσης της υπεράσπισης της εναγομένης ή και τείνουν να επηρεάσουν αρνητικά την υπεράσπισης. (στ) Οι εν λόγω ισχυρισμοί των εναγόντων αντιτίθενται στις πρόνοιες των σχετικών διαδικαστικών Κανονισμών που αφορούν τους κανόνες δικογράφησης.» Περαιτέρω η επίδικη αίτηση στηρίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Κ.13-14, Δ.21 Κ.14, Δ.26 Κ.11, Δ.64, Δ.48 Κ.1-2, 8, 9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες (στο εξής καθ΄ ων η αίτηση) ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους: «(α) Η Αίτηση είναι παράτυπη και ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη. (β) Η παράγραφος 11 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση δεν εγείρει νέα βάση αγωγής και/ή ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να περιληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης. (γ) Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 11 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση αποτελούν ουσιαστικά υπεράσπιση στην ανταπαίτηση που εγείρει η εναγομένη και/ή ασπίδα προστασίας των εναγόντων στην απαίτηση που εγείρει με την ανταπαίτηση της και/ή αντίστοιχη απαίτηση (cross claim) στην ανταπαίτηση της εναγομένης. (δ) Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 11 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση έχουν προκύψει από την ανταπαίτηση της εναγομένης η οποία βασίζεται σε κατ΄ ισχυρισμό τερματισμό της ίδιας της επίδικης συμφωνίας και σε καμία περίπτωση δεν εγείρεται νέα βάση αγωγής, καθότι η απαίτηση των εναγόντων αφορά και εξακολουθεί να αφορά υπόλοιπο τιμήματος της επίδικης συμφωνίας, η οποία σύμφωνα με την απαίτηση βρίσκεται σε ισχύ, γεγονός το οποίο οι ενάγοντες εξακολουθούν να ισχυρίζονται και προτίθενται να αποδείξουν κατά την ακρόαση της αγωγής. (ε) Οι ισχυρισμοί των εναγόντων για την αξία του ακινήτου στην παράγραφο 11 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση και τυχόν διαφορά τους με την έκθεση απαίτησης είναι θέμα πραγματικό που θα κριθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και γι΄ αυτό δεν απαιτείται τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με σχετική αίτηση. Ταυτόχρονα, η όποια τυχόν διαφορά, δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την Υπεράσπιση της εναγομένης ή την Ανταπαίτηση της, ούτε μπορεί να προκαλέσει σύγχυση σε αυτή, ούτε την φέρει σε δύσκολη ή δυσμενή θέση.» Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων, επισημαίνεται ότι ούτε η αίτηση ούτε και η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, συνακόλουθα δεν τέθηκε ζήτημα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται ότι εφόσον οι Ενάγοντες στην αγωγή τους εμμένουν στην εξακολούθηση της ισχύος και εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας πώλησης, αξιώνοντας το ποσό των €89.000,00 καθώς και την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, δεν μπορούν με τις παραγράφους 10 και 11 της Απάντησης τους και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, να διεκδικούν αποζημίωση λόγω τερματισμού ή καταγγελίας της επίδικης σύμβασης. Κάτι τέτοιο όφειλαν οι Ενάγοντες να το εγείρουν από την αρχή στην αγωγή τους έστω σε διαζευκτική βάση, συνεπώς με τις παραγράφους 10 και 11 εγείρεται νέα βάση αγωγής, στοιχείο το οποίο δεν είναι επιτρεπτό δυνάμει της Δ.19 Κ.
- Έγινε δε σχετική επίκληση αναφορών από το Annual Practice του 1956 και στην αγγλική διάταξη που είναι ανάλογη της Δ.19 Κ.
- Από την άλλη πλευρά η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση εισηγείται ότι με την παράγραφο 11 της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση εγείρεται μία νέα όντως απαίτηση των Εναγόντων η οποία προέκυψε όμως από τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης διά της Ανταπαίτησης της. Η νέα αυτή απαίτηση προκύπτει ταυτόχρονα με την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης και από την ίδια επίδικη συμφωνία πώλησης της οποίας το κύρος είναι επίδικο θέμα. Ο μόνος σκοπός της παραγράφου 11 είναι να αποτελέσει ασπίδα (shield) των Εναγόντων σε περίπτωση που επιτύχει η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης, πρόθεση δεν είναι να εγκαταλειφθούν οι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης. Θα ήταν δε άδικο για τους Ενάγοντες να διαταχθούν να τροποποιήσουν την έκθεση απαίτησης τους με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν με έξοδα και λαμβανομένου υπόψη ότι η νέα απαίτηση δεν μπορούσε να εγερθεί στην έκθεση απαίτησης. Προς υποστήριξη της θέσης των Εναγόντων έγινε παραπομπή στο Annual Practice του 1958 καθώς και σε αγγλική νομολογία. Νομική πτυχή: Λαμβάνοντας υπόψη τη νομική βάση της επίδικης αίτησης καθώς και τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τις αγορεύσεις κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν στη συνέχεια οι σχετικές διατάξεις και αυθεντίες οι οποίες σχετίζονται με το θέμα της επίδικης αίτησης. Η Δ.19 Κ.14 έχει ως ακολούθως: «
- No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same." Αντίστοιχη στη δική μας διάταξη Δ.19 Θ.14 είναι η Αγγλική διάταξη Δ.19 Θ.
- Στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1958 όπου ερμηνεύεται η φράση "New ground" της αγγλικής διάταξης O.19 R.16, αναφέρονται στη σελίδα 471 τα εξής: «This meanς that a party´s second pleading must not contradict his first. If a plaintiff claims rent on his writ, he cannot claim the same sum in his reply as damages for unlawfully "holding over". (Duckworth v. McClelland 2 L.R. Ir. 527). Or, if the statement of claim alleges merely a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. (Kingston v. Corker 29 L.R. Ir. 364). Such inconsistent claims should be pleaded, if at all, alternatively in the statement of claim: and the plaintiff may amend his statement of claim once without leave before replying (O.28 r.2)» Μέσα από τις πιο πάνω αναφορές συνάγεται πως ο σκοπός της θεσμοθέτησης της Δ.19 Κ.14 είναι η αποφυγή διαφοροποίησης βάσης απαίτησης η οποία να επιφέρει αφ΄ ενός μεν πλεονέκτημα στα όσα προβάλλονται από την υπεράσπιση, η οποία δεν θα έχει την ευχέρεια να απαντήσει, αφ΄ ετέρου η αποφυγή πρόκλησης σύγχυσης στην υπεράσπιση η οποία έχει το δικονομικό δικαίωμα να γνωρίζει και να αντιμετωπίσει τους όποιους ισχυρισμούς του Ενάγοντα κατά τη δίκη. Όπως διαφαίνεται από τα νομολογηθέντα η παράθεση διαζευκτικής εκδοχής είναι μεν επιτρεπτή, μόνο όμως όταν γίνεται στο αρχικό δικόγραφο του Ενάγοντα ή αν δοθεί άδεια για τροποποίηση του, οπότε η υπεράσπιση θα έχει την ευχέρεια να αντικρούσει σε επίπεδο δικογράφου τις δύο ή περισσότερες εκδοχές του Ενάγοντα, καταχωρώντας υπεράσπιση στο αρχικό ή στο τροποποιημένο δικόγραφο. Όσον αφορά τη Δ.21 Κ.14, αλλά και τη Δ.26 Κ.11 δεν κρίνεται ορθό να παρατεθεί το περιεχόμενο τους, κρίνεται αρκετή η αναφορά και παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι δεν σχετίζονται ή υποστηρίζουν το αίτημα της αιτήτριας. Επίσης όσον αφορά τη Δ.48 σημειώνεται ότι δεν προσφέρει στην ουσία της αίτησης, για δε τη Δ.64 θα επανέλθει αργότερα το Δικαστήριο στο παρόν δε στάδιο επισημαίνει πως η Δ.64 Κ.2 προβλέπει περί του χρόνου και τρόπου που θα υποβάλλεται ένα αίτημα για διαγραφή διαδικαστικού διαβήματος, δεν δίνει όμως δικονομικό δικαιοδοτικό έρεισμα για διαγραφή μέρους δικογράφου λόγω παράβασης της Δ.19 Κ.
- Ως τέτοια διαταγή κατά το Δικαστήριο λειτουργεί η Δ.19 Κ.26 η οποία δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, για το θέμα αυτό θα επανέλθει το Δικαστήριο όμως στη συνέχεια. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπεράσματα Προτού επιχειρηθεί η αξιολόγηση των εκδοχών των διαδίκων θα πρέπει κατ΄ αρχήν να παρατηρηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν είμαστε αντιμέτωποι με την απλή περίπτωση ως προς την εφαρμογή της Δ.19 κ.14 και των όσων έχουν νομολογηθεί σχετικά μ΄ αυτήν, αλλά υπάρχει πιο σύνθετη μορφή του ζητήματος. Αφορά σε επίπεδο δικογράφων, δηλαδή με την υπεράσπιση έχει καταχωρηθεί και ανταπαίτηση, ενώ οι επίμαχες αναφορές των οποίων ζητείται η διαγραφή, αναφέρονται στο δικόγραφο της Απάντησης και Υπεράσπισης σε Ανταπαίτηση και όχι σε Απάντηση, αυτό βέβαια είναι και σε συνυφασμό με τη θέση των Εναγόντων, ότι οι εν λόγω αναφορές αποτελούν ασπίδα της υπεράσπισης και μόνο στην Ανταπαίτηση, και ουδόλως εγείρεται νέα βάση αγωγής ή απαίτησης. Περαιτέρω είναι ορθό να επισημανθεί πως για την επιτυχία ή όχι της επίδικης αίτησης προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο βασικά ερωτήματα: (α) αν όντως εγείρεται νέα βάση απαίτησης με τις παραγράφους 10 και 11 της Απάντησης και Υπεράσπισης σε Ανταπαίτηση, και/ή θέσεις οι οποίες αντιμάχονται την αρχική εκδοχή των Εναγόντων όπως αυτή παρατίθεται στην έκθεση απαίτησης. (β) κατά πόσο η θετική απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, δικαιολογεί το αίτημα για διαγραφή της παραγράφου 11 της Απάντησης και Υπεράσπισης σε Ανταπαίτηση. Για να απαντηθεί το (α) ερώτημα είναι χρήσιμο να γίνει σύντομη αναφορά επί της ουσίας των δικογράφων των διαδίκων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου και/ή γραπτής συμφωνίας που έγινε στην Πάφο κατά ή περί την 03.04.2007, οι ενάγοντες συμφώνησαν να πωλήσουν στην εναγόμενη ένα διαμέρισμα, το υπ΄ αριθμό Β4 στο μπλοκ «ANTIGONE HOUSE» το οποίο θα ανεγειρόταν σε μέρος ακινήτων των εναγόντων στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, θα αποτελούσε δε μέρος του συγκροτήματος κατοικιών με την ονομασία "ARCADIA GARDENS". Το τίμημα πώλησης του πιο πάνω διαμερίσματος συμφωνήθηκε στο ποσό των €139.165,59 (£81.450,00) το οποίο θα πληρωνόταν ως ακολούθως: (α) ποσό €2.902,91 (£1.699,00) ως προκαταβολή. (β) ποσό €17.971,07 (£10.518,00) το οποίο θα πληρωνόταν με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου. (γ) ποσό €111.332,47 (£65.160,00) το οποίο θα πληρωνόταν κατευθείαν στους Ενάγοντες κατόπιν απαίτησης τους σταδιακά και σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του εν λόγω διαμερίσματος. (δ) ποσό €6.959,13 (£4.073,00) το οποίο θα πληρωνόταν με την παράδοση της κατοχής στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής έχει πληρώσει το ποσό της προκαταβολής δηλαδή το ποσό των €2.902,91 (£1.699,00) και το ποσό το οποίο θα πληρωνόταν με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου ήτοι το ποσό των €17.971,07 (£10.518,00). Κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων κανένα άλλο ποσό δεν έχει πληρωθεί από την Εναγόμενη παρόλο που οι εργασίες ανέγερσης του επίδικου διαμερίσματος έχουν προχωρήσει σημαντικά. Ενόψει των πιο πάνω η αξίωση των Εναγόντων είναι η ακόλουθη: «(α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία και/ή το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 03/04/2007 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. (β) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή να εξαναγκάζεται η εναγομένη να συμμορφωθεί με τον όρο 2.3 του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 03/03/2007 και/ή να διατάσσεται να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των €89.000,00 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 05/10/2009 μέχρι εξόφλησης, στα γραφεία τους στην Πάφο, στην οδό Αρτέμιδος 2, Κ. Πάφος εντός 10 ημερών από την επίδοση σε αυτής του εν λόγω διατάγματος. (γ) Διαζευκτικά απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €89.000,00 λόγω παράβασης του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 03/04/2007 και/ή ειδική εκτέλεση του εν λόγω εγγράφου και/ή άλλως. (δ) Γενικές Αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. (ε) Τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €89.000,00 από την 05/10/2009 μέχρι εξόφλησης. (στ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους να διεκδικήσουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του πωλούμενου διαμερίσματος το οποίο θα καταστεί απαιτητό με την περαιτέρω πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του πωλούμενου διαμερίσματος, την ολοκλήρωση της ανέγερσης αυτού και την παράδοση του στην Εναγομένη.» Στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η Εναγόμενη μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, η συμφωνία κατέστη άκυρη ή/και ανεφάρμοστη ή/και μη εκτελεστή αφού καταγγέλθηκε από την Eναγόμενη ή/και υπήρξε υπαναχώρηση της ή/και υπαναχώρηση που έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες από/ή περί τα μέσα του 2009 ή/και περί τις αρχές Νοεμβρίου 2009 ή/και προγενέστερα ή/και στη συνέχεια και επομένως η αξίωση των Εναγόντων για δέσμευση της Εναγόμενης στη συμφωνία με την καταβολή του τιμήματος ή/και συνέχιση της συμφωνίας είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη. Η Εναγόμενη επίσης ισχυρίζεται ότι συνεπεία της πιο πάνω ακύρωσης ή/και τερματισμού ή/και υπαναχώρησης ή/και απόρριψης ή/και παράβασης της συμφωνίας ή/και μη εκτέλεσης της το καταβληθέν ποσό των €20.703,12 από μέρους της προς τους Ενάγοντες οφείλεται προς αυτήν και το ζητά ανταπαιτητικά. Στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες αρνούνται τους προβαλλόμενους από την Εναγόμενη ισχυρισμούς και επαναλαμβάνουν τις αρχικές τους θέσεις, επιπλέον όμως, και ειδικότερα στις παραγράφους 10 και 11 αναφέρουν τα ακόλουθα: "
- Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ακόμα και αν αποδειχθεί ότι το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 03/04/2007 είναι άκυρο και/ή έχει τερματισθεί και/ή έχει νομίμως καταγγελθεί γεγονός το οποίο αρνούνται κατηγορηματικά, η Εναγόμενη δεν μπορεί να διεκδικεί οποιεσδήποτε αποζημιώσεις από τους Ενάγοντες, καθ΄ ότι ακόμα και αν η Συμφωνία τερματίστηκε, ήταν με υπαιτιότητα της εναγομένης και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους για αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης εκ μέρους της Εναγομένης.
- Οι ενάγοντες δεσμεύονται να αναφέρουν κατά τη δικάσιμο περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τη ζημία που υπέστησαν, σε περίπτωση που το ως άνω πωλητήριο έγγραφο τερματίστηκε και/ή ακυρώθηκε με υπαιτιότητα της εναγομένης και/ή κριθεί ως εξ΄ υπαρχής άκυρο, την οποία θα διεκδικήσουν από την εναγομένη. Ενδεικτικά αναφέρεται από τους ενάγοντες ότι κατέβαλαν ποσό της τάξης των €16.699,87ή £9.774,= (ήτοι 12% επί του τιμήματος) ως έξοδα προώθησης και διαφήμισης του επίδικου διαμερίσματος, αλλά και ως μεσιτεία, δικηγορικά και άλλα έξοδα για την ολοκλήρωση της πώλησης του διαμερίσματος με αριθμό Β4 του ANTIGONE HOUSE, στο συγκρότημα ARCADIA GARDENS, στην Εναγομένη. Επίσης, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η αξία του επίδικου διαμερίσματος μειώθηκε κατά 30% από την αρχική τιμή πώλησης, ήτοι κατά €41.749,68 ως απόρροια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κατακόρυφης μείωσης της ζήτησης ακινήτων στην Πάφο με τα ίδια και/ή παρόμοια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του επίδικου διαμερίσματος, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την τεράστια προσφορά απούλητων διαμερισμάτων με ανάλογα χαρακτηριστικά." Με βάση τους πιο πάνω δικογαφημένους ισχυρισμούς το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι τα όσα προβάλλουν οι Ενάγοντες στην παράγραφο 11 ανωτέρω (της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση) δεν αποτελούν ισχυρισμούς Απάντησης και Υπεράσπισης ή Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, αλλά ισχυρισμούς Ανταξίωσης συνδεδεμένης με νέα βάση απαίτησης η οποία δεν συνάδει με το αρχικό δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Βέβαια επί του δικογράφου αυτού των Εναγόντων δεν υπάρχει ανταξίωση ξεχωριστή και πέραν των αρχικών αξιώσεων της επί της έκθεσης απαίτησης, κρίνεται όμως ότι η επιλογή αυτή των Εναγόντων βρίσκεται σε αντίθεση με το αρχικό δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και ως εκ τούτου το περιεχόμενο της παραγράφου 11 παραβιάζει τον κανόνα που θεσπίστηκε με τη Δ.19 Κ.
- Επόμενο και κρίσιμο επίσης ως (β) ζήτημα είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν το Δικαστήριο ενόψει του πιο πάνω συμπεράσματος του νομιμοποιείται στην έγκριση του αιτήματος για διαγραφή της παραγράφου 11 της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Εξετάζοντας όλα τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται κατ΄ αρχήν ότι οι νομικές διατάξεις που επικαλείται η Αιτήτρια δεν δίνουν δικαιοδοτικό έρεισμα στο Δικαστήριο. Ως τέτοια διάταξη η οποία δίνει έρεισμα για διαγραφή δικογράφου, είτε μέρος αυτού, λειτουργεί η Δ.19 Κ.26 η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στην επίδικη αίτηση, συνεπώς υπάρχει ζήτημα παρατυπίας το οποίο απασχολεί το Δικαστήριο και ως εκ τούτου οφείλει να εξετάσει, ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της παρατυπίας. Θα πρέπει εξαρχής να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με έλλειψη συμμόρφωσης με τη Δ.48 Κ.1, η οποία, επιβάλλει όπως σε κάθε αίτηση καθορίζεται το νομικό βάθρο αυτής με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που την στοιχειοθετούν, πρόκειται έτσι για όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου (βλέπε υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, 970). Εξετάζοντας το όλο θέμα όπως έχει προκύψει ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού έχουν ληφθεί υπόψη τα όσα έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, καθώς επίσης, το γεγονός ότι ενώ οι Καθ΄ ων η Αίτηση έθεσαν ως λόγο ένστασης ότι η επίδικη αίτηση είναι παράτυπη, νόμω και ουσία αβάσιμη, κατά τη δίκη δεν προώθησαν αυτό το λόγο, συνακόλουθα κρίνεται ότι τον εγκατέλειψαν με εξυπακουόμενο τρόπο. Περαιτέρω κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης οι Καθ΄ ων η Αίτηση προώθησαν και ανέπτυξαν τις θέσεις τους ως προς το κύριο επίδικο ζήτημα, αν δηλαδή θα πρέπει ή όχι να διαγραφεί μέρος του δικογράφου τους, στοιχείο το οποίο αξιολογήθηκε ήδη, συνεπώς δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα δυσμενούς επηρεασμού τους εξαιτίας της πιο πάνω παρατυπίας. Είναι δε πλήρως ξεκάθαρο μέσα από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση διεξήγαγαν τη δίκη αγνοώντας είτε παραβλέποντας την παρατυπία, οπότε θα ήταν άδικο για τους Αιτητές να λειτουργήσει αυτή η παρατυπία ως θανάσιμο λάθος. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνεται ορθό όπως εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία και ως εκ τούτου εξετάζεται στη συνέχεια το κατά πόσο δικαιολογείται η διαγραφή της παραγράφου 11 της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση στη βάση της Δ.19 Κ.26. Η Δ.19 Κ.26 προβλέπει τα πιο κάτω: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action". Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε ζήτημα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να προκαλέσει βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη της αγωγής". Η πιο πάνω διάταξη έλκει την καταγωγή της από τους αγγλικούς θεσμούς ήτοι στο O.19 r.27 συνεπώς τα όσα σχετικά αναφέρονται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Προκύπτει δε μέσα από το πιο πάνω σύγγραμμα, πως, αναφορικά με μη αναγκαίο ή περιττό ισχυρισμό, εάν ένα θέμα διατυπώνεται αχρείαστα και είναι πλήρως μη ουσιώδες, με τέτοιο τρόπο που ο αντίδικος θα πρέπει να απαντήσει και επομένως προκύπτουν θέματα άσχετα με τα επίδικα, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη δημιουργία εξόδων ή ταλαιπωρία ή καθυστέρηση στη δίκη, τότε το άσχετο θέμα θα πρέπει να διαγραφεί. Επίσης αναφορικά με σκανδαλώδες θέμα, αναφέρεται πως ισχυρισμοί περί ανεντιμότητας και εξύβρισης δεν κρίνονται ως σκανδαλώδη κατ΄ ανάγκη και εάν αυτοί σχετίζονται με τα επίδικα θέματα δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις. Περαιτέρω όσον αφορά στο ότι οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, προκύπτει πως τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι διατεθειμένα να δίδουν φιλελεύθερη ερμηνεία σ΄ αυτές τις λέξεις. Ωστόσο εάν ένας διάδικος δεν κάνει ξεκάθαρο στο δικόγραφο του ποιους ισχυρισμούς αποδέχεται και ποιους αρνείται τότε το δικόγραφο του θα κριθεί ότι προκαλεί αμηχανία. Επιπρόσθετα των πιο πάνω θα πρέπει να αναφερθεί πως το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς την εφαρμογή της Δ.19 Κ.26 θα πρέπει αφ΄ ενός μεν να λαμβάνει υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη παρουσίαση της υπόθεσης του και πρόσβαση στο δικαϊκό σύστημα, και αφ΄ ετέρου το σεβασμό στους κανόνες της διαδικασίας οι οποίοι θα πρέπει να τηρούνται ούτως ώστε να εξυπηρετείται ορθά η έννοια της απόδοσης δικαιοσύνης κατόπιν βέβαια διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Οι τελευταίοι αυτοί κανόνες θέτουν τα όρια στη διατύπωση των δικογράφων. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή δικογράφων ή μέρους αυτού θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, καθ΄ ότι τα δικόγραφα αποτελούν το κύριο δικονομικό μέσο που χρησιμοποιείται από τους διαδίκους για την έγγραφη προβολή των αντίστοιχων θέσεων τους. Εξάλλου τα δικόγραφα αποτελούν το υπόβαθρο της δίκης που έπεται. Θα πρέπει ακόμη να επισημανθεί πως η διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων. Ο διάδικος ο οποίος επιζητεί τη διαγραφή έχει βεβαίως και το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο (unnecessary) ή σκανδαλώδες (scandalous) ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεραίνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ένα σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο το αμφισβητούμενο θέμα είναι σχετικό. Εάν ένα θέμα είναι σχετικό τότε θα επιτραπεί να προσκομισθεί και μαρτυρία για απόδειξη του και αντιστρόφως. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R. 8 Ch. λέχθηκαν τα εξής: «.The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed». Ως προς το εάν ένα δικόγραφο προκαλεί βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents and Pleadings σελ. 147 (12η έκδοση) το οποίο είναι σε συνοχή με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice 1958. «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Το γεγονός ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν εξυπακούει ταυτόχρονα και λόγο για διαγραφή. Επίσης ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ικανό για να δυσχεραίνει τη διαδικασία απλά και μόνο επειδή περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι ή διατυπώνονται διαζευκτικά. Ομοίως κρίθηκε ότι η πολυλογία δεν προκαλεί αφ΄εαυτής αμηχανία. (Βλ. Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 787 και Vector Onega A.G. v. Του πλοίου M/V Girvas κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 16) . Λέχθηκε επίσης ότι οι φράσεις «tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial» της Διαταγής 19 Θ.26 έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια ούτως ώστε να μη περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα τα δικόγραφα του. Λαμβανομένων υπόψη όλων των προαναφερομένων διαφαίνεται πως δεν τίθεται από την αιτήτρια θέμα σκανδαλώδους ισχυρισμού ή ότι θα προκληθεί σ΄ αυτήν αμηχανία, τίθεται όμως θέμα πρόκλησης δικονομικού μειονεκτήματος, το οποίο αντανακλά σε ισχυρισμό πρόκλησης βλάβης, στοιχείο το οποίο όμως έμεινε μετέωρο και αναπόδεικτο στη δίκη αφού δεν εξειδικεύτηκε ή υποστηρίχθηκε από οποιοδήποτε ισχυρισμό της αιτήτριας. Παραμένει ωστόσο να εξεταστεί από το Δικαστήριο αν με την παραβίαση της Δ.19 Κ.14 και δη με το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση εγείρεται θέμα αχρείαστης αναφοράς ή αναφοράς η οποία μπορεί να προκαλέσει καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Με γνώμονα τις αρχές που έχουν προαναφερθεί κρίνεται ότι οι Ενάγοντες ενώ δεν προβάλλουν με την Απάντηση τους Ανταξίωση, ταυτόχρονα όμως προβάλλουν ισχυρισμούς και λεπτομέρειες που συνάδουν μεανταξίωση, δηλαδή δεν ανταπαιτούν ευθέως τα όσα προβάλλουν ως ζημιά σε περίπτωση που η επίδικη συμφωνία κριθεί ότι τερματίστηκε από υπαιτιότητα της Εναγόμενης, συνακόλουθα κρίνεται ότι πρόκειται για αχρείαστες αναφορές, εφ΄ όσον δεν θα απασχολήσουν ως επίδικα θέματα το Δικαστήριο, η δε πλευρά της Εναγόμενης δεν θα καταχωρήσει Υπεράσπιση σε τέτοια ανταπαίτηση εφ΄ όσον δεν υπάρχει, έτσι όμως οι αναφορές της παραγράφου 11 αν παραμένουν θα δικαιολογήσουν προφανώς και την ανάλογη μαρτυρία για τα θέματα των ζημιών, ίσως και ειδικών θεμάτων, με δικαίωμα τότε αντεξέτασης για κάτι όμως που δεν θα είναι επίδικο θέμα, άρα θα προκληθεί και καθυστέρηση αχρείαστη στην εκδίκαση της υπόθεσης που δεν είναι βέβαιο ότι θα πρόκειται και για μικρή καθυστέρηση. Συνακόλουθα των πιο πάνω με γνώμονα το συμφέρον στην απονομή της δικαιοσύνης, και ειδικότερα το γεγονός ότι οι Ενάγοντες με την παράγραφο 10 της Απάντησης τους και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση θέτουν τον διαζευκτικό ισχυρισμό για τερματισμό της επίδικης σύμβασης από υπαιτιότητα της Εναγόμενης επιφυλασσομένου δε και του δικαιώματος, κατ΄ επιλογή δική τους, για ανταπαίτηση σε άλλη διαδικασία, κρίνεται ότι η παράγραφος 11 της Aπάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση θα πρέπει να διαγραφεί ως αχρείαστη που θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί πως τα όσα νομικά επιχειρήματα ή θέσεις επικαλείται η πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση με αναφορά στο The Annual Practice του 1958, σελίδα 562, και στην αγγλική νομολογία που εκεί εκτίθεται αλλά και την αγγλική απόφαση Maridive & Oil Service (SAE) & Anor. v. CNA Insurance Company (Europe) Ltd
(2002)EWCA Civ. 369 (25th March 2002) δεν έχουν παραγνωριστεί. Δεν δύνανται ωστόσο να εφαρμοστούν στην παρούσα υπόθεση καθ΄ ότι προσκρούουν σε δύο σημαντικές διαφορές που διέπουν και συνοδεύουν αυτή. Οι διαφορές εξηγούνται στη συνέχεια: (α) Στην παρούσα υπόθεση δεν έχουμε ενώπιον του Δικαστηρίου δικόγραφο με το οποίο να εγείρεται ευθέως Ανταξίωση με αιτητικό την έκδοση σχετικής επί της Ανταπαίτησης απόφασης. Αυτό βέβαια στην περίπτωση όπου το Δικαστήριο αξιολογούσε και έκρινε πως η Ανταπαίτηση ήταν ορθό να παραμείνει στην Απάντηση και να μην είναι αναγκαίο να γίνει τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, στη βάση πάντοτε των νομολογηθέντων στην αγγλική νομολογία. Στην παρούσα υπόθεση έχουμε ισχυρισμούς ικανούς βέβαια για Ανταπαίτηση για την οποία οι Ενάγοντες επιφύλαξαν το δικαίωμα τους, με την παράγραφο 10 της Απάντησης τους και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, για έγερση σε άλλη διαδικασία. (β) Τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα θα πρέπει να αντικριστούν και αξιολογηθούν και υπό την ύπαρξη της Δ.21 Κ.14
(2)και Δ.21 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η πρώτη διάταξη υπαγορεύει πως οποιοδήποτε δικόγραφο πέραν της Απάντησης παραδίδεται μόνο κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου, πρόσθετα στη Δ.21 δεν προβλέπεται δικόγραφο το οποίο να καταχωρείται Ανταξίωση με την Απάντηση και κυρίως όταν υπάρχει και Ανταπαίτηση από Εναγόμενο. Επισημαίνεται επιπρόσθετα πως η Δ.21 Κ.14
(2)δεν έλκει την καταγωγή της από τους Αγγλικούς Θεσμούς οι οποίοι φαίνεται δεν προέβλεπαν τέτοια ρύθμιση, και προφανώς γι΄ αυτό να δικαιολογούνται τα νομολογηθέντα στην Αγγλία. Ενόψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της παραγράφου 11 της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Η οποιαδήποτε διαταγή για νέα δικόγραφα (ως το αίτημα Β της αίτησης) κρίνεται αχρείαστη και μη δικαιολογημένη, θα προκαλούσε δε και καθυστέρηση αλλά και ασφαλώς δημιουργία εξόδων. Όσον αφορά στο θέμα των εξόδων, παρά το γεγονός ότι η πλευρά της αιτήτριας επιτυγχάνει όχι όμως στη βάση των λόγων που έθεσε η αιτήτρια, ενόψει του ότι η διαδικασία έχει περισωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου για απαλλαγή της παρατυπίας στην οποία υπέπεσε αυτή, κρίνεται ορθό όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ). .............. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Πολιτική δικονομία - Αίτηση διαγραφής παραγράφου Απάντησης και Υπεράσπισης σε Ανταπαίτηση - Νομική βάση αίτησης - Παρατυπία Δ.64, Δ.21 Κ.26 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο