PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD ν. Ανδρέα Καραγιώργη, Αρ. Αγωγής :- 3854/10, 24η Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3854/10 Μεταξύ :- PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD Ενάγουσα Και Ανδρέα Καραγιώργη Εναγόμενος Ημερομηνία :- Πέμπτη 24η Μαρτίου 2011 Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 3/11 /2010 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου και Σια Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Ελπίδα Σαββίδου ) Για Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κα. Μ. Πατσαλίδου για Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............ ) Ενδιάμεση Απόφαση
- Μετά από υποβολή μονομερούς αίτησης η ενάγουσα στις 4/11/2010 εξασφάλισε 3 προσωρινά διατάγματα σε σχέση με τη λειτουργία επιχείρησης πρατηρίου πετρελαιοειδών.
- Ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης «.όσον αφορά το χρονικό διάστημα 31/12/2010 και μετέπειτα.» με 9 συνολικά λόγους ένστασης.
- Στη συνέχεια την 1/12/2010 ακολούθησε ακροαματική διαδικασία της αίτησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την αγόρευση τους οι δικηγόροι του εναγομένου ουσιαστικά προσέθεσαν άλλους 2 λόγους ένστασης. Καθότι ενώ με την επιχειρηματολογία τους υποστήριξαν δύο επιπρόσθετους λόγους ένστασης, αριθμώντας τους στη γραπτή αγόρευση τους ως λόγοι ένστασης 10 και 11, εντούτοις εντός της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης δεν υπάρχουν τέτοιοι λόγοι ένστασης. Αφέθηκε βεβαίως να νοηθεί με δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου κατά την αγόρευση της, σε σχέση με τον δεύτερο από αυτούς τους δύο επιπρόσθετους λόγους, ότι δεν ζητούσε όπως αυτός ληφθεί υπόψη εάν υπήρχε η σχετική εξουσιοδότηση ως προς την υπογραφή της σχετικής εγγύησης προ της έκδοσης των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. Το θέμα των δύο επιπρόσθετων λόγων ένστασης εξετάζεται πιο κάτω σε άλλο σημείο της απόφασης.
- Διατηρώ σταθερά υπόψη μου τις απαραίτητες προϋποθέσεις τόσο προς έκδοση όσο και ως προς τη συνέχιση σε ισχύ ενός διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μετά από υποβολή μονομερούς αίτησης όπως αυτές έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία μας κατ΄ εφαρμογή τόσο προηγούμενης δικής μας όσο και Αγγλικής νομολογίας ως επίσης και σχετικής επί του θέματος νομοθεσίας. Στη συνέχεια θα επικεντρωθώ σε εξέταση των λόγων ένστασης όπως αυτοί παρατίθενται εντός της ένστασης του εναγομένου και όπου οποιοσδήποτε εξ αυτών αγγίζει την οποιαδήποτε σχετική προϋπόθεση τότε η εξέταση ενός τέτοιου λόγου θα καλύπτεται από τη γενικότερη εξέταση των σχετικών προϋποθέσεων.
- Επίσης, παρά και τη ξεχωριστή αρίθμηση τους, στο βαθμό στον οποίο παρέχεται η ευχέρεια ομαδοποίησης των λόγων ένστασης το Δικαστήριο θα εξετάσει τους λόγους ένστασης διατηρώντας υπόψη αυτή τη δυνατότητα.
- Θεωρώ ότι η ευχέρεια αυτή παρέχεται σε σχέση με τους τρεις πρώτους λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης αυτοί έχουν όλοι σχέση με την ύπαρξη δικαιωμάτων του εναγομένου τα οποία ο ίδιος ισχυρίζεται ότι πλήττονται από την ενδεχόμενη συνέχιση των επίδικων διαταγμάτων.
- Οι λόγοι ένστασης αυτοί είναι οι ακόλουθοι. 7.
- Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης η «.συνέχιση της ισχύος του διατάγματος πλήττει το δικαίωμα του ελευθέρως συμβάλλεσθαι». 7.
- Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο ένστασης η «.συνέχιση της ισχύος του διατάγματος πλήττει το δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης». 7.
- Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ένστασης η «.συνέχιση της ισχύος του διατάγματος πλήττει το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και εργασίας».
- Όπως έχω εξηγήσει και πιο πάνω θεωρώ ότι παρέχεται η ευχέρεια όπως αυτοί οι 3 λόγοι εξεταστούν μαζί από το Δικαστήριο. Ουσιαστικά κοινό είναι το ερώτημα το οποίο τίθεται σε σχέση με αυτούς τους λόγους ένστασης. Κατά πόσο η συνέχιση της ισχύς των διαταγμάτων πλήττει τα δικαιώματα τα οποία αναφέρονται εντός αυτών των τριών λόγων ένστασης.
- Όμως εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης το γενικότερο ερώτημα το οποίο θα πρέπει να κρίνει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο τα επίδικα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ ή όχι. Επομένως, εάν πρώτα διαπιστωθεί ότι όντως η συνέχιση της ισχύς των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων πλήττει είτε τα προαναφερόμενα δικαιώματα είτε οποιοδήποτε εξ αυτών, προκύπτει τότε το εξής συγκεκριμένο ερώτημα. Θα πρέπει η διαπίστωση αυτή να οδηγήσει στην ακύρωση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η ύπαρξη είτε αυτών των δικαιωμάτων είτε οποιουδήποτε εξ αυτών;
- Θεωρώ ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να είναι αρνητική. Καθότι γενικά δεν αποκλείεται ένα προσωρινό μέτρο θεραπείας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής να πλήττει όχι μόνο τα δικαιώματα τα οποία αναφέρονται εντός των 3 συγκεκριμένων λόγων ένστασης αλλά και ποικίλα άλλα δικαιώματα.
- Θα πρέπει όμως μία τέτοια διαπίστωση να αποτελεί ένα ανεξάρτητο κριτήριο ως προς το κατά πόσο ένα προσωρινό διάταγμα θα παραμένει ή όχι σε ισχύ; Η απάντηση και σε αυτό το γενικό ερώτημα δεν μπορεί παρά επίσης να είναι αρνητική.
- Βεβαίως η διαπίστωση ως προς τη προσβολή ενός τέτοιου δικαιώματος θα μπορούσε να αποτελεί ένα σχετικό στοιχείο κατά την εξέταση σταθερών και γενικότερων κριτηρίων όπως αυτά καθορίζονται και έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία μας και ως τέτοια η διαπίστωση αυτή να αποτελεί μέρος των παραγόντων οι οποίοι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Παραδείγματος χάριν, το ερώτημα κατά πόσο θα ήταν εύλογο και δίκαιο ένα διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ έστω και εάν ικανοποιούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις προς έκδοση του.
- Όμως αυτό δεν σημαίνει παράλληλα και το εξής. Ότι δηλαδή απλά και μόνο η διαπίστωση ότι ένα οποιοδήποτε δικαίωμα του εναγομένου πλήττεται από την ύπαρξη ή διατήρηση σε ισχύ των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωση του. Καθώς παρά και τη διαπίστωση αυτή το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει βάσει των γενικότερων προϋποθέσεων οι οποίες λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις ότι τα επίδικα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ.
- Θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται. Ακόμη και να κατέληγε το Δικαστήριο σε διαπίστωση ότι οποιοσδήποτε από τους τρεις πρώτους λόγους ένστασης ευσταθεί. Υπό την έννοια βεβαίως κυρίως της πραγματικής πτυχής ενός τέτοιου λόγου ένστασης. Έστω και εάν μία τέτοια διαπίστωση θα απαιτούσε και νομική ανάλυση. Θεωρώ ότι μία τέτοια διαπίστωση από μόνη της δεν θα έπρεπε αυτόματα να οδηγούσε σε ακύρωση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. Όμως θα μπορούσε μία τέτοια διαπίστωση ως μέρος και ενταγμένη εντός ενός γενικότερου πλαισίου διαπιστώσεων του Δικαστηρίου όντως να γείρει την πλάστιγγα υπέρ του εναγομένου οδηγώντας ως αποτέλεσμα σε ακύρωση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. Ιδωμένη δηλαδή σε συνάρτηση με νομολογιακά καθιερωμένα και αναγνωρισμένα κριτήρια ως προς το γενικότερο ερώτημα το οποίο τίθεται προς εξέταση με αυτή την απόφαση. Το βασικό δηλαδή ερώτημα κατά πόσο τα επίδικα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει είτε να ακυρωθούν είτε να παραμείνουν σε ισχύ.
- Επομένως με βάση αυτό το σκεπτικό πρόθεση του Δικαστηρίου είναι να διατηρεί σταθερά υπόψη του αυτούς τους 3 λόγους ένστασης κατά την εξέταση των γενικότερων προϋποθέσεων ως προς το κατά πόσο τα επίδικα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει ή όχι να παραμείνουν σε ισχύ. Πέραν όμως και αυτής της προσέγγισης θεωρώ ότι θα ήταν ορθότερο όπως επίσης το Δικαστήριο εξετάσει έστω και ατομικά τον καθένα από τους πρώτους τρεις λόγους ένστασης σε σχέση δηλαδή με το ερώτημα κατά πόσο τα αναφερόμενα δικαιώματα όντως πλήττονται από τη συνέχιση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος. 15.
- Αναφορικά με το δικαίωμα του εναγομένου να συμβάλλεται ελεύθερα υπενθυμίζω απλά ότι σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος η άσκηση αυτού του δικαιώματος «.υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων». Αναμφίβολα ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να συμβάλλεται ελεύθερα. Έχει όμως παράλληλα και την υποχρέωση να συμμορφώνεται με τους όρους της οποιασδήποτε συμφωνίας στην οποία έχει καταστεί συμβαλλόμενο μέρος κατά την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Μία τέτοια συμφωνία είναι και η επίδικη συμφωνία. Όσο και να εμπεριέχει δικαίωμα τερματισμού της η επίδικη συμφωνία (όρος 5) παράλληλα εμπεριέχει και υποχρεώσεις τις οποίες οφείλουν αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι όπως τηρούν. Υποχρεώσεις μάλιστα οι οποίες περιορίζουν και την ελευθερία του εναγομένου να συμβάλλεται. Επί αυτού του θέματος διατηρώ υπόψη μου τον όρο 6 της επίδικης συμφωνίας ο οποίος εκ πρώτης όψεως φαίνεται είτε να έχει διατυπωθεί ελλιπώς είτε εκ παραδρομής να έχει αφαιρεθεί μέρος του κειμένου από αυτόν. Θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να εκφέρω άποψη ως προς τη δυνατότητα εισαγωγής εξωγενούς μαρτυρίας προς διευκρίνιση της πρόθεσης των συμβαλλομένων αναφορικά με το νόημα αυτού του όρου. Υπενθυμίζω απλά ως γενική αρχή ότι αν και ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μία συμφωνία είναι γραπτή τότε δεν είναι αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία έτσι ώστε να προσθέσει ή αφαιρέσει ή τροποποιήσει τους όρους της εντούτοις στον κανόνα αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις και εξωγενής μαρτυρία είναι επιτρεπτή σε περίπτωση διευκρίνισης ασάφειας ή αμφιβολίας σε ένα έγγραφο με σκοπό τη διευκρίνιση της πρόθεσης των συμβαλλομένων (βλ. σχετικά, παραδείγματος χάριν, την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 9521, ημερομηνίας 22/9/1998, Πόκουρου κ. ά. ν. Κώστα
(1998)1Γ Α. Α. Δ. 1618). Δηλαδή δεν είναι παράλληλα δυνατό να αποκλείεται μελλοντικά αυτή η δυνατότητα ή - ακόμη και σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο - να αγνοείται παντελώς η ύπαρξη αυτού του όρου. Δίχως να υπεισέρχομαι στην ουσία της αγωγής απλά επισημαίνω ότι ασφαλώς ο εναγόμενος δεν έχει μόνο το δικαίωμα να συμβάλλεται ελεύθερα αλλά και την υποχρέωση να τηρεί ήδη αναληφθείσες συμβατικές του υποχρεώσεις. Δίχως παράλληλα να αποκλείεται το ενδεχόμενο ο ίδιος να είχε ρητά αποδεχτεί συμβατικά περιορισμό αυτού του δικαιώματος του. Εν τέλει κρίνω ότι ακόμη και να πλήττεται το συγκεκριμένο δικαίωμα, ερώτημα το οποίο θεωρώ ότι θα πρέπει να παραμείνει ανοιχτό προς εξέταση κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, εντούτοις η σημασία μίας τέτοιας διαπίστωσης δεν θα ήταν τέτοια έτσι ώστε να επηρεαζόταν προς όφελος του εναγομένου η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το γενικότερο ερώτημα κατά πόσο τα επίδικα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ ή όχι. 15.
- Αναφορικά με το δικαίωμα κατοχής και απόλαυσης ιδιοκτησίας του εναγομένου και δίχως το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε λεπτομερή ανάλυση ως προς τη σημασία της λέξης ιδιοκτησίας στη περίπτωση του εναγομένου, παρατηρώ τα εξής. Δεν αποκλείεται η συνέχιση της ισχύς των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων να επηρεάσει την άσκηση αυτού του δικαιώματος αρκεί όμως επί αυτού να υπενθυμίσω ότι η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος δύναται να υποβληθεί δια νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραίτητους προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων (βλ. σχετικά το άρθρο 23.3 του Συντάγματος). Διαφορετικά εάν γινόταν γενικά δεκτή η θέση του εναγομένου δίχως οποιοδήποτε περιορισμό ως προς την άσκηση αυτού του δικαιώματος τότε κανένα προσωρινό διάταγμα το οποίο θα επηρέαζε τη κατοχή και απόλαυση ιδιοκτησίας ενός διαδίκου δεν θα μπορούσε να εκδοθεί από ένα Δικαστήριο. Πέραν και από τη λογική διασύνδεση άσκησης αυτού του δικαιώματος με οποιεσδήποτε ήδη αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις του εναγομένου έναντι της ενάγουσας κρίνω ως εξής. Η εξισορρόπηση μεταξύ των οποιωνδήποτε άλλων σχετικών παραγόντων ως προς το ερώτημα κατά πόσο τα επίδικα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ και της εφαρμογής του συγκεκριμένου δικαιώματος οδηγεί στη μείωση της σημασίας αυτού του δικαιώματος καθιστώντας το μη ανατρεπτικό ως προς τη συνέχιση σε ισχύ των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. 15.
- Αναφορικά με το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και εργασίας θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση αυτού του δικαιώματος είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με το δικαίωμα του εναγομένου να συμβάλλεται ελεύθερα έτσι ώστε να ισχύουν και σε αυτή τη περίπτωση παρόμοιες διαπιστώσεις. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι και σε αυτή τη περίπτωση η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος δύναται να υπαχθεί εις τους υπό του νόμου τιθεμένους όρους, περιορισμούς ή διατυπώσεις, οι οποίοι είναι απαραίτητοι και προς το συμφέρον της προστασίας των δικαιωμάτων εγγυημένων από το Σύνταγμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. σχετικά το άρθρο 25.2). Πέραν όμως και αυτών των παρατηρήσεων πραγματικά θεωρώ ότι η οποιαδήποτε επέκταση εξέτασης του θέματος αγγίζει και τη ίδια την ουσία της αγωγής ενώ συνειδητά το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει σε εξέταση της. Υπενθυμίζω δε ότι ο ίδιος ο εναγόμενος (παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης του) συνδέει το δικαίωμα αυτό με το νομολογιακά σταθερό κριτήριο ως προς τη συνέχιση σε ισχύ ενός προσωρινού διατάγματος. Δηλαδή αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο η παύση της ισχύος των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα να είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επομένως θα επιστρέψω σε εξέταση αυτού του δικαιώματος και κατά την εξέταση του προαναφερόμενου ερωτήματος.
- Αναφορικά με τον τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο ένστασης διαπιστώνω ότι και οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης έχουν σχέση με τις προϋποθέσεις οι οποίες συνήθως εξετάζονται όταν καλείται ένα Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο ένα ήδη μονομερώς εκδομένο προσωρινό διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ ή όχι. Επομένως η εξέταση αυτών των τριών λόγων ένστασης θα καλυφθεί στη συνέχεια από τη γενικότερη εξέταση από το Δικαστήριο των σχετικών προϋποθέσεων σε τέτοιες περιπτώσεις.
- Με τον έβδομο λόγο ένστασης ο εναγόμενος εισηγείται ότι «.οι ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο λανθασμένα, διαστρέβλωσαν και/ή απέκρυψαν σχετικά γεγονότα και/ή ενέργησαν κακόπιστα». Το ερώτημα το οποίο τίθεται προς εξέταση με αυτό τον λόγο ένστασης είναι κατά πόσο όντως η ενάγουσα στο στάδιο υποβολής της μονομερούς της αίτησης παρουσίασε λανθασμένα τα σχετικά γεγονότα ή τα διαστρέβλωσε ή τα απέκρυψε (ή ακόμη και τα δύο μαζί) ή ενήργησε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο κακόπιστα.
- Ο όγδοος λόγος ένστασης είναι απλώς ότι η ενάγουσα δεν καταχώρησε την έκθεση απαίτησης της.
- Ενώ, τέλος, με τον ένατο λόγο ένστασης, προβάλλεται η θέση ότι ελλείπουν αναγκαίοι διάδικοι.
- Θεωρώ ότι θα ήταν ορθότερο προ της εξέτασης των γενικών προϋποθέσεων οι οποίες εξετάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις όπως εξεταστούν οι τρεις ανεξάρτητοι λόγοι ένστασης.
- Αναφορικά με τον έβδομο λόγο ένστασης έχοντας εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη του διαπιστώνω ότι αυτός δεν ευσταθεί. Πραγματικά δεν έχω ικανοποιηθεί με βάση όλα τα σχετικά δεδομένα ότι η ενάγουσα προ της έκδοσης των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων παρουσίασε στο Δικαστήριο λανθασμένα τα σχετικά γεγονότα ή ότι τα διαστρέβλωσε ή απέκρυψε ή γενικά ότι ενήργησε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο κακόπιστα. Αντιθέτως αυτό το οποίο αναδρομικά διαπιστώνεται ακόμη και μετά από τις οποιεσδήποτε επισημάνσεις προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης είναι ότι η ενάγουσα τήρησε απόλυτα το καθήκον υψίστης πίστεως (uberrima fides) με την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η ενάγουσα τήρησε απόλυτα το καθήκον της να είχε φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνώριζε τα οποία θα μπορούσαν να ήταν ευνοϊκά για τον εναγόμενο ως ο απών διάδικος και τα οποία θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου.
- Μεταξύ των επισημάνσεων ως προς τη παράλειψη της ενάγουσας να τηρήσει αυτό το καθήκον της είναι και η εισήγηση ότι δεν επέσυρε τη προσοχή του Δικαστηρίου στην «κεφαλαιώδους σημασίας» πρόνοια του άρθρου 5 της επίδικης συμφωνίας. Διερωτώμαι πραγματικά τι άλλο θα έπρεπε να κάνει η ενάγουσα για να επισύρει τη προσοχή του Δικαστηρίου είτε στο άρθρο 5 της επίδικης συμφωνίας είτε οποιοδήποτε άλλο άρθρο αυτής. Επισύναψε επιμελώς επί της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης της τη συγκεκριμένη συμφωνία. Τι άλλο θα έπρεπε να είχε κάνει η ενάγουσα; Δεν θεωρώ ότι θα έπρεπε ακολούθως να είχε προβεί σε νομική ανάλυση της κάθε πρόνοιας αυτής της συμφωνίας είτε της πρόνοιας του άρθρου
- Αρκεί το γεγονός ότι η ενάγουσα επέσυρε τη προσοχή του Δικαστηρίου στην ύπαρξη της συμφωνίας επισυνάπτοντας και αντίγραφο της επί της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Άλλωστε δεν θα μπορούσε και να κάνει αλλιώς η ενάγουσα εφόσον ουσιαστικά κυρίως επί αυτής της συμφωνίας στηριζόταν και το όλο αίτημα της. Πέραν όμως αυτού του δεδομένου υπενθυμίζω ότι στη παράγραφο 3 (α) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ο ενόρκως δηλών όντως επισύρει τη προσοχή του Δικαστηρίου στην ύπαρξη του συγκεκριμένου όρου
- Δηλαδή ως προς τη διάρκεια της ισχύς της συμφωνίας και την αυτόματη ανανέωση της εκτός εάν οποιοσδήποτε εκ των συμβαλλομένων ειδοποιήσει τον άλλο ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση της. Επομένως πραγματικά είναι άξιον απορίας γιατί καν προβάλλεται η συγκεκριμένη εισήγηση ως παράδειγμα παράλειψης από την ενάγουσα να τηρήσει το καθήκον πλήρης αποκάλυψης όλων των σχετικών γεγονότων.
- Ως προς τα υπόλοιπα παραδείγματα παράλειψης τήρησης του συγκεκριμένου καθήκοντος παρατηρώ τα εξής. 23.
- Αναφορικά με την εισήγηση ότι ουδέποτε «εξανάγκασε» ο εναγόμενος την ενάγουσα να του παραχωρήσει παράταση πληρωμής και ότι η παράταση αυτή έγινε βάσει συμφωνίας. Πρώτο, η ίδια η ενάγουσα έχει επισυνάψει τη συμφωνία αυτή στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης της (τεκμήριο Δ). Δεύτερο, η χρήση στη παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης του ρήματος «εξαναγκάζω» γίνεται με την έννοια ότι εξαιτίας της παράλειψης του εναγομένου να πληρώνει για τα εμπορεύματα με τα οποία η ενάγουσα τον προμήθευε εξανάγκασε ή ουσιαστικά οδήγησε την ενάγουσα στη παραχώρηση προς τον εναγόμενο παράτασης πληρωμής με καθορισμό καταβολής ενός ποσού επί μηνιαίας βάσης σύμφωνα και με το τεκμήριο Δ. Τρίτο, η εισήγηση ως προς το πραγματικό υπόλοιπο του χρέους του εναγομένου σύμφωνα με τιμολόγιο ημερομηνίας 19/11/10 (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου) αντί του ποσού των €125.000,00 παρερμηνεύει το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Όπου αναφέρεται όχι το υπόλοιπο του χρέους προ της καταχώρησης της αίτησης αλλά το υπόλοιπο το οποίο είχε δημιουργηθεί («.ύψους πέραν των €125.000.-.») και το οποίο οδήγησε στην υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 29/10/2009 (τεκμήριο Δ). 23.
- Εν πάση περιπτώσει ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η ενάγουσα είχε σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο με τη δημιουργία της εντύπωσης ότι ο εναγόμενος οφείλει ένα ποσό της τάξης των €125.000,00 παραβλέπεται με αυτή την εισήγηση το εξής γεγονός. Ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στις 3/11/2010 και ότι ακόμη και με το τεκμήριο το οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του (τεκμήριο Κ) το υπόλοιπο του χρέους του πριν τις 4/11/2010 ήταν της τάξης των €125.000,00 (δηλαδή, ποσό €124.508,47). Ενώ υπόλοιπο παρόμοιας τάξης φαίνεται και στη κατάσταση λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται στο τεκμήριο Δ προς υποστήριξη της αίτησης (δηλαδή στις 30/10/2010, ποσό €125.242,59). Τα προαναφερόμενα στοιχεία είναι τόσο εμφανή έτσι ώστε πραγματικά το Δικαστήριο να διερωτάται πως είναι δυνατό καν να προωθείται τέτοια επιχειρηματολογία. 23.
- Αναφορικά με τη θέση ουσιαστικά ότι ο εναγόμενος στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης η οποία καταχωρήθηκε εναντίον των διαδίκων από τον Δήμο Πάφου «.ουδέποτε παραπλάνησε, ενέργησε δόλια ή με πρόθεση να εμπλέξει.» την ενάγουσα θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η ενάγουσα έχει ερμηνεύσει και παρουσιάσει τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα δεν έχει σχέση με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης των γεγονότων. Ενώ η θέση ως προς το ότι ο εναγόμενος ουδέποτε παραπλάνησε ή ενήργησε δόλια ή με πρόθεση να εμπλέξει την ενάγουσα απαιτεί ουσιαστικά αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων έργο το οποίο δεν είναι επιτρεπτό σε μία διαδικασία αυτής της φύσης. Υπενθυμίζω όμως και πάλι ότι η ερμηνεία η οποία αποδίδεται από την ενάγουσα στις ενέργειες του εναγομένου απλά αποτελεί τη δική της τοποθέτηση αναφορικά με αυτές τις ενέργειες. Η οποία εν πάση περιπτώσει αναφέρεται σε ορισμένα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα προς ενίσχυση κυρίως της βασικής της θέσης ως προς τη γενικότερα αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου. Σύμφωνα και με τον όρο 1 (β) της επίδικης συμφωνίας ο εναγόμενος έχει υποχρέωση όπως συμμορφώνεται «.πλήρως προς όλους του [sic] νόμους, κανονισμούς, διατάγματα, δημοτικούς κανονισμούς ή διατάξεις των αρμοδίων αρχών που αφορούν την αποθήκευση, πώληση, διανομή και διαφήμιση των προϊόντων . ή την εξυπηρέτηση μηχανοκινήτων οχημάτων.» ενώ η ενάγουσα «.δεν θα είναι υπεύθυνη για όλες ή οποιεσδήποτε πράξεις, παραλείψεις ή παραβάσεις από μέρους.» του εναγομένου. Ασφαλώς το Δικαστήριο δεν πρόκειται να υπεισέλθει σε εξέταση της ουσίας της αγωγής με αυτή την απόφαση. Ενώ σαφώς δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί η οποιαδήποτε παράλειψη του καθήκοντος της ενάγουσας για πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων από την προβαλλόμενη από τον εναγόμενο θέση ότι ο ίδιος ουδέποτε έπραξε αυτά τα οποία του καταλογίζει η ενάγουσα ότι έπραξε. 23.
- Αναφορικά με τη θέση ότι οι ισχυρισμοί οι οποίοι αναφέρονται στις παραγράφους 9 και 10 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ανάγονται στη σφαίρα της φαντασίας της ενάγουσας και ότι απλά διαστρεβλώνουν τα γεγονότα θεωρώ ότι η ενάγουσα στο στάδιο έκδοσης των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων παρουσίασε επαρκή μαρτυρία με βάση την οποία εύλογα εκ πρώτης όψεως να κρινόταν από το Δικαστήριο ότι όντως ο εναγόμενος ενεργούσε με πρόθεση απομάκρυνσης της ενάγουσας από το επίδικο πρατήριο. Πραγματικά ιδιαίτερα επί αυτού του σημείου δεν θα συμφωνήσω ότι η ενάγουσα είχε πρόθεση διαστρέβλωσης των γεγονότων. Απλά παρουσίασε την όση μαρτυρία είχε στη διάθεση της επί του προκειμένου θέματος. Το να ισχυρίζεται τα όσα ο εναγόμενος στη δική του ένορκη δήλωση (παράγραφος 8) ισχυρίζεται σε αντίθεση με τα όσα ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης ισχυρίζεται στη δική του ένορκη δήλωση αναφορικά τόσο με τη πληροφόρηση από τρίτο πρόσωπο (δηλαδή, τον Νίκο Γεωργίου) όσο και τις ενέργειες αυτού του προσώπου (δηλαδή, τη φωτογράφιση βυτιοφόρου άλλης εταιρείας) δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από επανάληψη εξ ακοής μαρτυρίας (όπως βεβαίως και στη περίπτωση της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης). Αμφότεροι οι ενόρκως δηλούντες προέβαλαν αντίθετους ισχυρισμούς δίχως να αντεξεταστούν. Δυνατότητα η οποία παρέχεται από τη Δ.48 θ. 4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας αλλά η οποία δεν εφαρμόστηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας αναδρομικά τους ισχυρισμούς τους οποίους ο ενόρκως δηλών προέβαλε προς υποστήριξη της αίτησης στις παραγράφους 9 και 10 και διατηρώντας υπόψη τον ισχυρισμό του εναγομένου (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης) ότι ο Νίκος Γεωργίου του είπε ότι δεν ανέφερε στον Γαλαζή τα όσα του αποδίδονται ως επίσης ότι δεν φωτογράφισε το βυτιοφόρο, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο Γεωργίου απλά να μην ήθελε να αποκαλύψει σε ένα συνάδελφο του ότι είχε βοηθήσει κατά κάποιο τρόπο την ενάγουσα στη προώθηση της παρούσης αίτησης εναντίον του. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και να γίνει δεκτή η άρνηση του Γεωργίου υπάρχει μαρτυρία υπό μορφή των φωτογραφιών (σημειωτέον ότι ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι αυτές απεικονίζουν τη παρουσία βυτιοφόρου άλλης εταιρείας προμήθειας πετρελαιοειδών εντός του επίδικου πρατηρίου) ως προς τη προμήθεια του επίδικου πρατηρίου από άλλη εταιρεία ενώ, επιπλέον, η βασιμότητα της αναφοράς στα «.λεγόμενα του ίδιου του εναγομένου.» ότι έχει αποφασίσει την απομάκρυνση της ενάγουσας από το επίδικο πρατήριο ενισχύεται και επιβεβαιώνεται από την επιστολή των δικηγόρων του (τεκμήριο Η στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης). Επομένως, με βάση αυτά τα στοιχεία πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση του εναγομένου ότι στο στάδιο έκδοσης των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων η ενάγουσα είχε διαστρεβλώσει τα γεγονότα τα οποία παρουσίασε προς υποστήριξη του αιτήματος της. 23.
- Αναφορικά με την εισήγηση ότι η ενάγουσα απέκρυψε τους ισχυρισμούς του εναγομένου στη παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του παρατηρώ τα εξής. Κατ΄ αρχάς εφόσον δεν υπάρχει άλλος χρονικός προσδιορισμός αυτών των γεγονότων οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν παρά να ενταχθούν στην ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης του εναγομένου, δηλαδή στις 26/11/
- Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τη χρήση του ρήματος «παρουσιάζει». Δεν ισχυρίζεται δηλαδή ο εναγόμενος ότι προ της καταχώρησης της αίτησης το ένα ντεπόζιτο παρουσίαζε σοβαρές απώλειες και ότι όλα τα ντεπόζιτα χρειάζονταν αντικατάσταση. Ούτε επίσης και ισχυρίζεται ότι είχε ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα προ της καταχώρησης της αίτησης. Έστω όμως και να ξεπεραστεί αυτή η αοριστία τόσο από χρονικής άποψης όσο και υπό την έννοια σχετικής ενημέρωσης της ενάγουσας και να θεωρηθεί από το Δικαστήριο πρώτο, ότι όντως η κατάσταση αυτή υπήρχε προ της καταχώρησης της αίτησης και δεύτερο, ότι όντως η ενάγουσα ήταν ενήμερη. Το κατ΄ ισχυρισμό αυτό γεγονός όντως αποτελεί ουσιώδες γεγονός το οποίο η ενάγουσα όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο και το οποίο αντιθέτως απέκρυψε; Θεωρώ ότι η ύπαρξη μίας τέτοιας εκκρεμότητας τεχνικής φύσης ουσιαστικά δεν θα ήταν τέτοιας σημασίας έτσι ώστε να επηρέαζε τη κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. Ακόμη δηλαδή και να γινόταν δεκτή ως σαφής η γενικά αόριστη θέση του εναγομένου όπως αυτή προβάλλεται εντός της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης του. Επιπλέον όμως όχι μόνο δεν απορρίπτει ο εναγόμενος ως αναληθείς αλλά παραλείπει εντελώς να σχολιάσει τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης στη δική του ένορκη δήλωση (επίσης παράγραφος 5) αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα συντηρεί με δικά της έξοδα και δαπάνες το πρατήριο ως επίσης ότι πρόσφατα κατά τον Σεπτέμβριο του 2010 προέβη σε αντικατάσταση του όλου συστήματος σωληνώσεων του επίδικου πρατηρίου με δαπάνη €18.321,
- Βεβαίως το Δικαστήριο δεν έχει ειδικές γνώσεις επί του θέματος διασύνδεσης ή λειτουργίας είτε του συστήματος σωληνώσεων είτε των ντεπόζιτων του επίδικου πρατηρίου. Λογικά όμως θα ανέμενε τοποθέτηση του εναγομένου και επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης. Ιδιαίτερα δε εφόσον ο ίδιος ισχυρίζεται τα όσα αναφέρει εντός της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης του. Εν πάση περιπτώσει πέραν και από τη κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα όσα κατ΄ ισχυρισμό απέκρυψε η ενάγουσα δεν αποτελούν ουσιώδη γεγονός εν τέλει διαπιστώνεται ότι ούτε και είναι σε θέση το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι όντως η ενάγουσα απέκρυψε στο στάδιο έκδοσης των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων τα όσα ο εναγόμενος ισχυρίζεται στη παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του.
- Αναφορικά με τον όγδοο λόγο ένστασης ως προς το ότι η ενάγουσα δεν έχει καταχωρήσει την έκθεση απαίτησης πραγματικά δεν μπορώ υπό τις περιστάσεις να θεωρήσω ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι επαρκής έτσι ώστε να κριθεί ότι εξαιτίας αυτού θα πρέπει να ακυρωθούν τα επίδικα προσωρινά διατάγματα. Υπάρχει η εισήγηση ότι η ενάγουσα καθυστερεί την εκδίκαση της υπόθεσης ενώ παράλληλα ζητάει όπως τα προσωρινά διατάγματα εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι και την τελική εκδίκαση. Όντως η ενάγουσα δεν έχει μέχρι σήμερα καταχωρήσει την έκθεση απαίτησης της. Άλλωστε ο εναγόμενος έχει αντιμετωπίσει αυτή την καθυστέρηση με την καταχώρηση στις 26/1/2011 αίτησης γι΄ απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της. Όταν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη για πρώτη φορά στις 28/2/2011 δόθηκε χρόνος από το Δικαστήριο για καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από τις 11/4/2011 ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ορίστηκε γι΄ απόδειξη. Προς ενίσχυση της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρθηκε σχετικά η απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 11159, ημερομηνίας 20/11/2002, T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α. Α. Δ.
- Όμως διαφέρουν τα χρονικά δεδομένα αυτής της αγωγής από αυτά στην προαναφερόμενη αυθεντία ενώ επιπλέον πραγματικά δεν διαπιστώνω υπό τις περιστάσεις ότι υπάρχει μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής της με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ενάγουσας. Η εκδίκαση της αίτησης από την ημερομηνία καταχώρησης της στις 3/11/2010 μέχρι και την 1/12/2010 κατά την οποία χρονική περίοδο δόθηκε χρόνος για καταχώρηση ένστασης του εναγομένου και ακούστηκε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ήταν αρκετά σύντομη. Η οποιαδήποτε καθυστέρηση μετά από την επιφύλαξη και μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου σήμερα δεν έχει σχέση με ενέργειες ή παραλείψεις της ενάγουσας αλλά με την ίδια τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να είχε εκδοθεί προηγουμένως αυτή η απόφαση. Συνεπώς, ανεξάρτητα και από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης ή μη εντός αυτής της περιόδου η διάρκεια ισχύς των προσωρινών μέτρων τα οποία έχουν εξασφαλιστεί υπό τη μορφή των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων δεν θα επηρεαζόταν μέχρι και την έκδοση αυτής της απόφασης. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα υπόψη μου κρίνω ότι ο όγδοος λόγος ένστασης δεν αποτελεί βάσιμο λόγο έτσι ώστε να ακυρωθούν τα επίδικα προσωρινά διατάγματα. Ούτε και μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση ότι η παράλειψη καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας φανερώνει κακή πίστη σε βαθμό που να δικαιολογεί απόρριψη της αίτησης.
- Αναφορικά με τον ένατο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή ελλείπουν αναγκαίοι διάδικοι αναφέρθηκε ως αυθεντία η απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 9199, ημερομηνίας 27/3/1998, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1998)1Β Α. Α. Δ.
- Διατηρώ υπόψη μου τα όσα αναφέρονται σχετικά εντός αυτής της αυθεντίας εντούτοις θεωρώ ότι το θέμα το οποίο τίθεται προς εξέταση με αυτό τον λόγο ένστασης ουσιαστικά αγγίζει την ουσία της αγωγής. Επιπλέον, δικονομικά δεν αποκλείεται η συνένωση αναγκαίου διαδίκου στη πορεία προώθησης της αγωγής. Εντούτοις, ακόμη και να εξεταστεί η θέση ότι θα έπρεπε να συμμετέχει στη διαδικασία εκδίκασης αυτής της αίτησης ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (στο εξής ο «Κηδεμόνας») πραγματικά δεν έχω πεισθεί ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Κηδεμόνα. Σύμφωνα και με το τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ο εναγόμενος ανελάμβανε υποχρέωση πληρωμής ενοικίου του χώρου του σταθμού προς τον Κηδεμόνα ενώ σε αντάλλαγμα η ενάγουσα θα πληρώνει στον εναγόμενο το ποσό των £300,00 μηνιαίως. Προφανώς προς κάλυψη του ποσού ενοικίου το οποίο ο εναγόμενος ανελάμβανε να πληρώνει προς τον Κηδεμόνα. Ουσιαστικά το βασικό δικαίωμα του Κηδεμόνα είναι η είσπραξη ενός ακαθόριστου από τη μαρτυρία ποσού ενοικίου από τον δικαιούχο του ακινήτου επί του οποίου βρίσκεται το πρατήριο τη λειτουργία του οποίου η ενάγουσα ανέθεσε στον εναγόμενο με σχετική άδεια χρήσης. Δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία (ο εναγόμενος περιορίζεται στην ένορκη δήλωση στη παράγραφο 15 να αναφέρει απλώς ότι δεν έχει επιδοθεί η αγωγή στον Κηδεμόνα) ότι όντως έχει παραβιαστεί με την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων ή την εκδίκαση αυτής της αίτησης το δικαίωμα ακρόασης του Κηδεμόνα. Υπό την έννοια δηλαδή ότι ο Κηδεμόνας όντως θα επιθυμούσε να συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία καθότι επηρεάζονταν άμεσα τα οποιαδήποτε δικαιώματα του και ότι του στερήθηκε το δικαίωμα να εμφανιστεί και ακουστεί από το Δικαστήριο εκφράζοντας την άποψη του αναφορικά με τη συνέχιση σε ισχύ των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. Διατάγματα τα οποία τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο το μοναδικό δικαίωμα του Κηδεμόνα το οποίο έχει περιέλθει εις γνώση του Δικαστηρίου. Αυτό της είσπραξης ενός ενοικίου από τον εναγόμενο. Συνεπώς, ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται βάσιμος.
- Όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά τη παράγραφο 3 αυτής της απόφασης) στην αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης προστέθηκαν άλλοι δύο λόγοι ένστασης. Βεβαίως αυτό είναι ανεπίτρεπτο καθότι όπως αναφέρεται σχετικά στη Δ.48 θ. 4 εντός της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύονται οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης (σύμφωνα με τον Τύπο 47).
- Ούτε και θα ήταν δίκαιο αυτό γενικά. Δηλαδή παρά το γεγονός ότι ένας λόγος ένστασης δεν αναφέρεται εντός της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης εντούτοις στη συνέχεια και δίχως να λάβει γνώση προηγουμένως ο αντίδικος αυτός να προστίθεται με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης. Πως αναμένεται σε μία τέτοια περίπτωση ένας αντίδικος να είναι σε θέση να τοποθετηθεί σε σχέση με ένα λόγο ένστασης ο οποίος όμως δεν γνωστοποιείται προηγουμένως σε αυτόν;
- Εντούτοις παρά και το δεδομένο αυτό αφ΄ ης στιγμής τα σημεία αυτά έχουν εγερθεί έστω και υπό μορφή επιχειρηματολογίας θα τα εξετάσω τονίζοντας ταυτόχρονα ότι αναμφίβολα η ορθή τακτική προβολής οποιασδήποτε θέσης υπό μορφή λόγου ένστασης είναι αυτή η οποία προβλέπεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
- Αναφορικά με τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία δεν έχει χαρτοσημανθεί σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Χαρτοσήμων Νόμου και ότι συνεπώς δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο παρατηρώ τα εξής. 29.
- Όντως σύμφωνα με το άρθρο 36 τηρουμένων «.των διατάξεων του άρθρου 35, εκτός εις ποινικάς δίκας, ουδέν έγγραφον υποκείμενο εις τέλος χαρτοσήμου γίνεται δεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον, ή ισχύει δι΄ οιονδήποτε σκοπόν, εκτός εάν είναι χαρτοσημασμένον.» σύμφωνα με τις διατάξεις του συγκεκριμένου Νόμου. 29.
- Παραπέμπει όμως η εισαγωγή του άρθρου 36 στο άρθρο 35 («Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 35.»). Σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση κατά την οποία μη χαρτοσημασμένο έγγραφο γίνεται δεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο σε οποιαδήποτε αγωγή ή δικαστική διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου δίχως να έχει καταβληθεί το τέλος χαρτοσήμανσης τότε το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου το έγγραφο αυτό έγινε δεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο έχει εξουσία όπως «.κατά πάντα χρόνον διατάξη την επίδοσιν εγγράφου ειδοποιήσεως εις το πρόσωπον υφ΄ ου, ή εκ μέρους ούτινος προσήχθη το έγγραφον, εντέλλουσαν αυτόν όπως εντός της εν τη ειδοποιήσει καθωρισμένης προθεσμίας προβή εις την καταβολήν του μη καταβληθέντος τέλους χαρτοσήμου .». 29.
- Θεωρώ ότι η δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το άρθρο 35 επιτρέπει στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ως αποδεικτικό στοιχείο οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο κατατέθηκε δίχως να είναι χαρτοσημασμένο. 29.
- Όπως αναφέρεται σχετικά στο εδάφιο
(1)του άρθρου 35 σε περίπτωση όπου έχει προσκομισθεί έγγραφο υποκείμενο σε τέλος χαρτοσήμου ως αποδεικτικό στοιχείο σε αγωγή ή άλλη δικαστική διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου το οποίο έχει αστική διαδικασία ο Πρωτοκολλητής ή οποιοσδήποτε υπάλληλος του Δικαστηρίου οφείλει να επιστήσει τη προσοχή του Δικαστή εις το γεγονός ότι το έγγραφο δεν είναι χαρτοσημασμένο ή είναι ανεπαρκώς χαρτοσημασμένο δυνάμει του περί Χαρτοσήμων Νόμου και εάν το έγγραφο είναι έγγραφο το οποίο μπορεί νόμιμα να χαρτοσημανθεί μετά από την υπογραφή του επί τη καταβολή ενώπιον του Πρωτοκολλητή ή άλλου υπαλλήλου αυτό δύναται να γίνει δεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο.
- Θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται παρά και το γεγονός ότι όντως όταν το συγκεκριμένο έγγραφο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων αυτό δεν ήταν χαρτοσημασμένο κρίνω ότι αυτό δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εγκυρότητα της απόφασης του Δικαστηρίου υπό την έννοια ότι αυτή βασίστηκε επί ανύπαρκτης μαρτυρίας. Καθότι προνοείται η ανάλογη θεραπεία από τον περί Χαρτοσήμων Νόμο σε τέτοιες περιπτώσεις. Η οποία έτυχε εφαρμογής και στη συγκεκριμένη περίπτωση.
- Βεβαίως αυτό το οποίο κρίνεται παράδοξο είναι ο βαθμός στον οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος βασίστηκε στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας για την προώθηση και ενίσχυση της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της ένστασης ενώ παράλληλα διεκδίκησε όπως το Δικαστήριο μην λάβει καθόλου υπόψη του αυτό το περιεχόμενο. Καθότι αυτό εμπεριεχόταν εντός ενός εγγράφου το οποίο σύμφωνα με αυτή την επιχειρηματολογία δεν αποτελούσε αποδεικτικό στοιχείο.
- Ως προς τη θέση ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η υπογραφή της εγγύησης είναι η δέουσα παρατηρώ τα εξής. 32.
- Πρώτο, πως θα ήταν δυνατό να υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με ένα θέμα το οποίο προέκυψε μετά από την έγκριση της αίτησης; Όπως βεβαίως συμβαίνει σε κάθε παρόμοια περίπτωση σύμφωνα και με το εδάφιο
(2)του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6 όπως τροποποιήθηκε. 32.
- Δεύτερο, ποια η αναγκαιότητα ύπαρξης μαρτυρίας σε περίπτωση όπου το περιεχόμενο του φακέλου ομιλεί από μόνο του; 32.
- Τέλος, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, έχοντας υπόψη δηλαδή την εγγύηση η οποία έχει καταχωρηθεί και φέρει τόσο τη σφραγίδα της ενάγουσας εταιρείας όσο και υπογραφή ατόμου το οποίο περιγράφεται ως διευθυντής, πραγματικά δεν διαπιστώνεται να προκύπτει η οποιαδήποτε αναγκαιότητα καν εξέτασης κατά πόσο η συγκεκριμένη εγγύηση έχει καταχωρηθεί νομότυπα. 32.
- Ούτε και είναι δυνατό να διαπιστωθεί με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με οποιαδήποτε θέση του εναγομένου, ότι η υπογραφή της εγγύησης δεν είναι η «δέουσα». 32.
- Ενώ διατηρείται επίσης υπόψη και η δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης (βλ. σχετικά τη παράγραφο 3 αυτής της απόφασης).
- Έχοντας εξετάσει τους τρεις ανεξάρτητους λόγους ένστασης ως επίσης και τις επιπρόσθετες δύο θέσεις του εναγομένου θα προχωρήσω σε εξέταση των γενικών προϋποθέσεων οι οποίες εξετάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Οι οποίες καλύπτονται από τον τέταρτο έως και έκτο λόγο ένστασης.
- Σύμφωνα με τον τέταρτο λόγο ένστασης η ενάγουσα δεν έχει καλή βάση αγωγής ούτε και υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων της.
- Ως προς το θέμα της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής και την οποιαδήποτε αναφορά στην επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ανεξάρτητα και από τη συμπερίληψη αυτού του άρθρου στη νομική βάση της αίτησης διερωτώμαι πραγματικά για ποιο λόγο υπάρχει αυτή η αναφορά. Καθότι με τα επίδικα προσωρινά διατάγματα δεν προκύπτει ο οποιοσδήποτε περιορισμός αναφορικά με συναλλαγή σχετικά με γη. Υπενθυμίζω δε ότι το άρθρο 5 προνοεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο περιορίζεται η συναλλαγή σε σχέση με γη ή ουσιαστικά ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είτε είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο όπως εγγραφεί ως ιδιοκτήτης.
- Με την ίδια την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρεται ότι το πρατήριο πετρελαιοειδών αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί ο εναγόμενος ούτε ιδιοκτήτης είναι του χώρου εντός του οποίου βρίσκεται το πρατήριο, ούτε και δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης. Άλλωστε γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο πληρώνει ενοίκιο στον Κηδεμόνα.
- Επομένως, θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα εξέτασης της συνύπαρξης των προϋποθέσεων του άρθρου 5 σε σχέση με τα γεγονότα αυτής της αίτησης. Καθότι ανεξαρτήτως και της συμπερίληψης του εντός της νομικής βάσης της αίτησης το άρθρο αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ιδιαίτερα δε εάν αναλογιστεί το Δικαστήριο ότι ο σκοπός με βάση τον οποίο εκδίδεται διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 5 είναι ο περιορισμός αποξένωσης τόσης ακίνητης ιδιοκτησίας ενός εναγομένου όση να είναι επαρκής προς ικανοποίηση της αξίωσης μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Θέμα το οποίο δεν τίθεται καν προς εξέταση στη παρούσα διαδικασία.
- Υπενθυμίζω επίσης ότι η ενάγουσα, παρά και τη συμπερίληψη του άρθρου 5 στη νομική βάση της αίτησης της, καθόλου δεν προώθησε το αίτημα της στο στάδιο παρουσίασης της αίτησης της είτε με μαρτυρία είτε με επιχειρηματολογία βασιζόμενη στα όσα σχετικά προνοούνται από αυτό το άρθρο. Ούτε συνεπώς ασφαλώς και το ίδιο το Δικαστήριο βασίστηκε επί αυτού του άρθρου έτσι ώστε να εκδώσει τα επίδικα προσωρινά διατάγματα.
- Βεβαίως συμπλέκει και άλλα στοιχεία ο τέταρτος λόγος ένστασης. Επομένως δεν είναι δυνατό αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος απλώς για το λόγο ότι το άρθρο 5 δεν έχει σχέση με τη παρούσα διαδικασία. Θα εξεταστούν βεβαίως και τα υπόλοιπα αυτά στοιχεία στο βαθμό στον οποίο αυτά προκύπτουν από το σύνολο της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της ένστασης.
- Προτού όμως εξετάσω το μέρος του τέταρτου λόγου ένστασης το οποίο αναφέρεται στην ανυπαρξία σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης της ενάγουσας. Εφόσον προβλήθηκε ως μέρος της επιχειρηματολογίας ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι η θέση αυτή δεν διατυπώθηκε ρητά με σχετικό λόγο ένστασης) θα εξετάσω το εξής ερώτημα. Κατά πόσο όντως όταν η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μονομερώς συνυπήρχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις προς έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων δίχως προηγουμένως να δοθεί ειδοποίηση στην άλλη πλευρά.
- Θεωρώ ότι δεν έχει προκύψει οτιδήποτε από τα όσα στοιχεία έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ο καθ' ου η αίτηση με την καταχώρηση της ένστασης του τα οποία ανατρέπουν με οποιοδήποτε τρόπο τη βασιμότητα των στοιχείων επί των οποίων το Δικαστήριο στηρίχτηκε έτσι ώστε να εκδώσει μονομερώς τα επίδικα προσωρινά διατάγματα.
- Θεωρώ ότι αναμφίβολα προέκυπτε το στοιχείο του κατεπείγοντος στο στάδιο έκδοσης των διαταγμάτων και ότι ορθά κρίθηκε σε εκείνο το στάδιο ότι όντως υπήρχε αυτό το στοιχείο. Αξίζει απλά να υπενθυμίσω τα εξής στοιχεία. 42.
- Πρώτο, δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση από την ενάγουσα ως προς τη προώθηση της αίτησης της αφ΄ ης στιγμής περιήλθε εις γνώση της το περιεχόμενο της επιστολής με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 1/11/2010 προερχόμενο από τους δικηγόρους του εναγομένου (τεκμήριο Η στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης). Δύο μέρες μόνο αργότερα καταχωρήθηκε η μονομερής αίτηση. 42.
- Δεύτερο, ουσιαστικά είναι ο ίδιος ο εναγόμενος ο οποίος με τις ενέργειες του δημιούργησε μία κατάσταση όπου ο παράγοντας του κατεπείγοντος όχι απλά υπήρχε αλλά κυριολεκτικά κυριαρχούσε στο στάδιο της μονομερούς ακρόασης της αίτησης. 42.
- Πραγματικά είναι άξιον απορίας πως θα μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη του παράγοντα του κατεπείγοντος. Όταν δηλαδή η ενάγουσα έλαβε την 1/11/2010 μία επιστολή με την οποία ενημερωνόταν με τρόπο εμφανώς αυταρχικό ότι είχε μόνο 5 ημέρες στη διάθεση της (συμπεριλαμβανομένης και της ημερομηνίας αποστολής και λήψης της επιστολής) για να αφαιρέσει από το επίδικο πρατήριο τον εξοπλισμό ο οποίος αναφέρεται εντός της επιστολής τερματισμού. Μάλιστα ο τόνος της επιστολής είναι έκδηλα απαιτητικός καθώς καλείται η ενάγουσα να προβεί σε αυτές τις ενέργειες «αμέσως» θέτοντας όμως ως μία ύστατη προθεσμία την 5/11/2010, δηλαδή 4 ημέρες αργότερα. 42.
- Ουσιαστικά ο εναγόμενος είχε την απαίτηση μία συνεργασία η οποία από τις 31/12/1999 μέχρι και την 1/11/2010 είχε διαρκέσει περίπου 11 χρόνια να τεθεί σε διακοπή εδώ και τώρα και το αργότερο εντός 5 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος επέλεξε, δια μέσω των δικηγόρων του, να τερματίσει αυτή τη συνεργασία. 42.
- Διευκρινίζω ότι σκοπίμως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας. Όπως, παραδείγματος χάριν, κατά πόσο ο τερματισμός ήταν νόμιμος ή κατά πόσο ο εναγόμενος όντως είχε το δικαίωμα να είχε τερματίσει την επίδικη συμφωνία με τον τρόπο τον οποίο επέλεξε να την τερματίσει, ακόμη και βάσει του όρου 5 της επίδικης συμφωνίας. 42.
- Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι εν πάση περιπτώσει ο όρος 5 προβλέπει μία προθεσμία ενός μηνός ως προς την ειδοποίηση ή ουσιαστικά την κοινοποίηση προς τον αντισυμβαλλόμενο της μη επιθυμίας ανανέωσης της επίδικης συμφωνίας. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ετσιθελικά συνέπτυξε ο εναγόμενος αυτή τη προθεσμία μόλις στο ένα έκτο της συμφωνηθείσας έκτασης της. 42.
- Βεβαίως αυτό το οποίο εξετάζεται σε αυτό το σημείο της απόφασης είναι κατά πόσο όντως υπήρχε ο παράγοντας του κατεπείγοντος κατά την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι όντως αυτός ο παράγοντας υπήρχε και άρχισα την αναφορά μου ως προς τη διαπίστωση ύπαρξης του επισημαίνοντας ότι η ενάγουσα ενήργησε τάχιστα μετά από μία εκ πρώτης όψεως απρόσμενη εξέλιξη καταχωρώντας τη μονομερή της αίτηση επιδιώκοντας ουσιαστικά την αποτροπή των οποιωνδήποτε ενεργειών του εναγομένου προς ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων. 42.
- Ούτε και προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης ότι ο εναγόμενος κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είχε ή είχε αποκτήσει το δικαίωμα να ενεργήσει όπως ενήργησε ή ότι η ενάγουσα ανέμενε εκ των προτέρων αυτή την εξέλιξη αλλά επέλεξε όπως αποκρύψει είτε αυτή τη γνώση είτε οποιαδήποτε προγενέστερη ειδοποίηση της κατάστασης η οποία δημιουργήθηκε αμέσως μετά από τη λήψη της επιστολής τερματισμού.
- Επίσης με τον τέταρτο λόγο ένστασης εισηγείται ο εναγόμενος ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων της ενάγουσας. Βεβαίως οι δύο αυτοί παράγοντες αποτελούν τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
- Ενώ με τον πέμπτο λόγο ένστασης η εισήγηση του εναγομένου ως προς το ότι οι ζημιές που επικαλείται η ενάγουσα, εάν τελικά τις υποστεί, θα μπορούν να υπολογιστούν με ακρίβεια στο τέλος της δίκης , έχει σχέση βεβαίως με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Ότι δηλαδή εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Επομένως το Δικαστήριο θα εξετάσει τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με βάση το άρθρο 32 προς κάλυψη του υπολοίπου του τέταρτου λόγου ένστασης ως επίσης και του πέμπτου λόγου ένστασης. Ενώ ακολούθως θα εξεταστεί και η γενικότερη θέση η οποία τίθεται από τον έκτο λόγο ένστασης ως προς το ότι δηλαδή χωρίς βλάβη των προηγηθέντων λόγων ένστασης η ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της.
- Αναφορικά με τη πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Υπενθυμίζω απλά ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από την κατάδειξη μίας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Βεβαίως σε αυτή την αγωγή δεν έχουν ακόμη καταχωρηθεί τα δικόγραφα. Όμως, διατηρώντας υπόψη ότι η αγωγή αυτή βρίσκεται στα αρχικά της στάδια, αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη παρουσίαση στοιχείων από την ενάγουσα υπό μορφή ένορκης δήλωσης έτσι ώστε να κριθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 11430 ημερομηνίας 21/4/2004 Lawford Limited κ. ά. ν. Χ"Γαβριήλη κ. ά.
(2004)1Β Α. Α. Δ. 818).
- Κρίνω ότι τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου με αυτό τον τρόπο είναι επαρκή όχι μόνο έτσι ώστε να αναδεικνύεται μία συζητήσιμη υπόθεση αλλά παράλληλα τόσο η πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων της ενάγουσας στο σύνολο τους όσο και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν παραμείνουν σε ισχύ τα επίδικα προσωρινά διατάγματα.
- Ισχυρίζεται η ενάγουσα την παράβαση από τον εναγόμενο μίας συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης ενός περιπτέρου πωλήσεων, εγκαταστάσεων και παροχής υπηρεσιακών ευκολιών πρατηρίου πετρελαιοειδών η οποία λειτούργησε αδιάκοπα με αυτόματη ανανέωση από έτος σε έτος για μία περίοδο περίπου 11 ετών. Έχει δε παρουσιάσει εκ πρώτης όψεως πειστικά στοιχεία αναφορικά με αυτή τη παράβαση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία η ενάγουσα παρουσίασε ο εναγόμενος παρά και τη χρήση του ονόματος της με υποχρέωση όπως προμηθεύεται και διαθέτει αποκλειστικά προϊόντα της ενάγουσας και γενικά όπως χρησιμοποιεί το επίδικο πρατήριο αποκλειστικά για τη γενική προώθηση των συμφερόντων της ενάγουσας εντούτοις άρχισε να προμηθεύεται πετρελαιοειδή από άλλη εταιρεία. Ισχυρίζεται δε ο ενόρκως δηλών στη παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του εναγομένου είναι και επικίνδυνη εφόσον δεν είναι γνωστή η ποιότητα των πετρελαιοειδών τα οποία προμηθεύεται και ότι σε περίπτωση οποιουδήποτε ατυχήματος ή προβλήματος με την ποιότητα τους θα ευθύνεται η ενάγουσα εφόσον το πρατήριο λειτουργεί με την επωνυμία της με αναφορά επίσης στις τεράστιες συνέπειες για τη φήμη, πελατεία και καλό όνομα της ενάγουσας.
- Όσο και να είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι υπάρχει και το οποιοδήποτε πιθανό στοιχείο υπερβολής στους ισχυρισμούς αυτούς σε σχέση είτε με τη πιθανότητα είτε με το μέγεθος των συνεπειών της συγκεκριμένης ενέργειας του εναγομένου αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως υπερβολικό είναι η προσπάθεια της ενάγουσας να προστατεύσει το καλό της όνομα. Καθότι ο εναγόμενος δεν πωλεί ένα ανώνυμο προϊόν αλλά προϊόντα της ενάγουσας εταιρείας. Με αναπόφευκτο αποτέλεσμα σε περίπτωση πώλησης προϊόντων άλλης εταιρείας η ενάγουσα όντως να μην έχει οποιοδήποτε έλεγχο ως προς την ποιότητα αυτών των προϊόντων παρά και το γεγονός ότι ο καταναλωτής εύλογα θα σχηματίζει την εντύπωση ότι για τα προϊόντα τα οποία αγοράζει ευθύνη θα φέρει η ενάγουσα σε περίπτωση παρουσίασης οποιουδήποτε προβλήματος.
- Ασφαλώς κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά πόσο η ενάγουσα, εάν επιτύχει με την αγωγή της, θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού. Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη ότι η «.έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ΄ αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία . δικαιωμάτων .» (βλ. σχετικά τη σελίδα 324 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 216/2006 ημερομηνίας 24/3/2009, Highgate Primary School Ltd. κ. ά. ν. Φυλακτίδη
(2009)1Α Α. Α. Δ. 317) θεωρώ ότι όντως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο απλά και μόνο με την επιδίκαση αποζημιώσεων προς την ενάγουσα εταιρεία.
- Αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το γεγονός ότι ενώ υπάρχει μία συγκεκριμένη συμφωνία η οποία διέπει τη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων εντούτοις εκ πρώτης όψεως ο εναγόμενος φαίνεται να έχει παραβεί τους όρους αυτούς ακόμη και υπό την έννοια της δυνατότητας τερματισμού αυτής της συμφωνίας.
- Διατηρείται υπόψη του Δικαστηρίου η συμφωνία αυτή στο σύνολο της. 52.
- Όπως, παραδείγματος χάριν, τα όσα προνοούνται σχετικά από τον όρο 9 αυτής και οι θεραπείες οι οποίες παρέχονται στην ενάγουσα σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της ή ακόμη και εάν η διεξαγωγή της επιχείρησης από τον εναγόμενο αντίκειται με οποιοδήποτε τρόπο προς τα γενικά ή ειδικά συμφέροντα της εταιρείας ή παραβλάπτει ή επηρεάζει αυτά. 52.
- Όπως επίσης και τα όσα αναφέρονται σχετικά στο αδιευκρίνιστο ουσιαστικά μέρος του όρου 6 αυτής της συμφωνίας (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 15.1 αυτής της απόφασης). 52.
- Θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται δεν θα συμφωνήσω με τη θέση ότι το όλο θέμα είναι απλώς θέμα υπολογισμού αποζημιώσεων στο τέλος της δίκης.
- Επίσης δεν θα συμφωνήσω με τη θέση ότι τα επίδικα προσωρινά διατάγματα είναι προστακτικά και ότι κατ΄ επέκταση θα πρέπει να συντρέχουν ειδικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοση τους. Αντιθέτως όλα τα επίδικα προσωρινά διατάγματα είναι απαγορευτικά και με αυτά εμποδίζεται η διενέργεια προκαθορισμένων πράξεων. Συνεπώς δεν πρόκειται να εξετάσω τη θέση η οποία προβάλλεται ως προς το ότι θα πρέπει να συντρέχουν ειδικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων.
- Υπενθυμίζω απλά ότι με το πρώτο διάταγμα εμποδίζεται η χρήση εξοπλισμού του πρατηρίου κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, με το δεύτερο διάταγμα εμποδίζεται η προμήθεια του πρατηρίου από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία ενώ με το τρίτο διάταγμα εμποδίζεται η αφαίρεση του εξοπλισμού από το πρατήριο.
- Τα διατάγματα αυτά στόχο έχουν τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) και προς επίτευξη του στόχου αυτού εμποδίζεται ο εναγόμενος από τη διενέργεια οποιωνδήποτε πράξεων οι οποίες θα ανέτρεπαν αυτή την κατάσταση. Δίχως παράλληλα να διατάσσεται να πράξει οτιδήποτε το επιπρόσθετο ή το οποίο να έρχεται σε αντίθεση με πράξεις τις οποίες εν πάση περιπτώσει θα διενεργούσε σύμφωνα και με την επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων.
- Προβάλλεται επίσης η θέση από τον εναγόμενο ότι τηρείται η προϋπόθεση του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6, όπως αυτός τροποποιήθηκε, ως προς τη προστασία του αντικειμένου της αγωγής, δηλαδή του πρατηρίου, μόνο μέχρι τις 30/12/
- Δεν θα συμφωνήσω ότι παύει το πρατήριο να αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής μετά από αυτή την ημερομηνία απλά και μόνο διότι ο εναγόμενος επέλεξε όπως τερματίσει την επίδικη συμφωνία με τον τρόπο τον οποίο την τερμάτισε.
- Αποφεύγοντας να τοποθετηθεί το Δικαστήριο επί θεμάτων ουσίας της αγωγής εντούτοις δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί ότι ο τρόπος αυτός δεν ανταποκρίνεται προς τον όρο με βάση τον οποίο ο εναγόμενος θα είχε το δικαίωμα τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Η δε επανάληψη της επιθυμίας μη ανανέωσης της επίδικης συμφωνίας με το τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου προς υποστήριξη της ένστασης ουσιαστικά δεν προσθέτει οτιδήποτε σε σχέση με την εγκυρότητα της αρχικής επιστολής τερματισμού (τεκμήριο Η στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης).
- Είτε ο αρχικός τερματισμός ήταν έγκυρος ως είχε είτε δεν ήταν. Η επανάληψη απλά της πρόθεσης του εναγομένου δεν καθιστά ως δεδομένο ότι το επίδικο πρατήριο παύει να αποτελεί το αντικείμενο αυτής της αγωγής. Θεωρώ δε ότι παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο δίχως να υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας της αγωγής όπως κρίνει ότι το πρατήριο κατά την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων ήταν αλλά και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί το αντικείμενο αυτής της αγωγής.
- Έχοντας αποφασίσει ως προς τη τήρηση των σχετικών προϋποθέσεων στη συνέχεια, αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο τα επίδικα προσωρινά διατάγματα να παραμείνουν σε ισχύ, συνεκτιμώντας και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται πιο πάνω εντός του εκτενές κειμένου αυτής της απόφασης κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της διατήρησης σε ισχύ των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων.
- Πραγματικά θεωρώ ότι οι θεραπείες τις οποίες η ενάγουσα μπορεί να επιδιώξει εναντίον του εναγομένου δεν περιορίζονται σε αποζημιώσεις και συνεπώς δεν αποκλείεται η ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν τελικά επιτύχει στην αγωγή της (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 7832, ημερομηνίας 11/5/1989 Κ. Ο. Τ. ν. Θεωρή
(1989)1Ε Α. Α. Δ. 255). Παραδείγματος χάριν, δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τελικής επιδίκασης θεραπείας με βάση την οποία ο εναγόμενος δεν θα έχει το δικαίωμα όπως εντός του επίδικου πρατηρίου να προμηθεύεται πετρελαιοειδή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πλην της ενάγουσας.
- Επιπλέον θεωρώ ότι με τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) και τη διατύπωση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων, όπως αυτά έχουν εκδοθεί από το Δικαστήριο με διαφοροποίηση της διατύπωσης τους από την αρχική μορφή τα οποία αυτά είχαν επί της αίτησης της ενάγουσας, ο εναγόμενος δεν υφίσταται οποιεσδήποτε δυσμενείς συνέπειες από τη συνέχιση σε ισχύ των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. Καθότι παρέχεται η ευχέρεια στον ίδιο να συνεχίσει την άσκηση του επαγγέλματος του βάσει της συμβατικής ρύθμισης την οποία ο ίδιος είχε αποδεχτεί τόσο για την έναρξη όσο και συνέχιση της συμβατικής σχέσης μεταξύ αυτού και της ενάγουσας για μία συνεχή περίοδο περίπου 11 ετών.
- Αναφορικά δε με τη θέση του εναγομένου ως προς τη τήρηση διευθετήσεων με άλλους εισαγωγείς ή διανομείς πετρελαιοειδών ή τη διαπραγμάτευση νέας συμφωνίας προμήθειας με πετρελαιοειδή του πρατηρίου τέτοιες ενέργειες θα πρέπει να αναμένουν πρώτα την ανάλογη διευθέτηση της συμβατικής του σχέσης με την ενάγουσα. Δεν νοείται πραγματικά να είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην αποδέσμευση του εναγομένου από την επίδικη συμφωνία και όχι στην εφαρμογή της ακόμη και διατηρώντας υπόψη τον βαθμό στον οποίο παρέχεται από αυτή τη συμφωνία το οποιοδήποτε δικαίωμα τερματισμού της από τον εναγόμενο.
- Ενώ σε σχέση με τη δραστηριοποίηση του εναγομένου, ιδιαίτερα δε εντός του ίδιου πρατηρίου, σε παρόμοια επιχείρηση θεωρώ ότι και αυτό το θέμα αποτελεί ένα από τα επίδικα θέματα το οποίο θα πρέπει να επιλυθεί με την εξέταση της ουσίας της αγωγής και όχι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο.
- Επιπλέον δεν διαπιστώνεται πραγματικά ότι η συνέχιση σε ισχύ των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων θα οδηγήσει σε διακοπή της λειτουργίας του πρατηρίου με ανάλογες δυσμενείς συνέπειες για τον εναγόμενο. Όπως, παραδείγματος χάριν, στέρηση της μοναδικής πηγής εισοδήματος του ιδίου και της συζύγου του ή απώλεια της απασχόλησης των εργοδοτούμενων του.
- Επομένως με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου αυτοί απορρίπτονται ενώ κατά συνέπεια κρίνω ότι τα επίδικα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Συνεπώς τα επίδικα προσωρινά διατάγματα καθίστανται απόλυτα.
- Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος του καθ΄ ου η αίτηση εναγόμενου και υπέρ της αιτήτριας ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο