← Κύπρος

ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4017/10, 28.3.2011

ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4017/10, 28.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4017/10 Μεταξύ: ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED από την Πάφο Ενάγουσας Και

  1. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED από τη Λευκωσία
  2. ALPHA BANK CYPRUS LTD από τη Λευκωσία
  3. Σάββα Φικάρδου από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 28.3.2011 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια κ. Κορακίδης Για Εναγόμενη 1 -Καθ΄ ης η Αίτηση κ. Βελάρης Για Εναγόμενη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση κα Στεφάνου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από αίτημα της Ενάγουσας σε αίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 18.11.10 εκδόθηκε αυθημερόν προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 η ανάληψη του ποσού της εγγυητικής επιστολής LG45/01/80.057 ημερομηνίας 14.2.01 της Εναγόμενης 2 και περαιτέρω απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 η πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής LG45/01/80.057 ημερομηνίας 14.02.01 προς την Εναγόμενη 1 ή προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 Κανονισμοί 1-13 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αντρέα Ιωάννου. Στην ένορκη του δήλωση ο Αντρέας Ιωάννου αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εκτός για όσα αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η επίδικη εγγυητική εκδόθηκε όπως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση στα πλαίσια γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 1.8.00 μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 3 με σκοπό να διασφαλιστεί η έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την κατοικία που αφορούσε η συμφωνία ημερομηνίας 1.8.
  4. Η κατοικία ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στον Εναγόμενο 3 σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και κατά το 2007 ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την αγωγή με αριθμό 323/07 εναντίον της Ενάγουσας με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις για κακοτεχνίες στην κατοικία. Στις 7.10.10 η αγωγή απορρίφθηκε και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην ανταπαίτηση για το ποσό των €11.960 το οποίο θα ήταν πληρωτέο με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την κατοικία. Αναφέρει περαιτέρω στην ένορκη του δήλωση ότι ενημερώθηκε από την Εναγόμενη 2 δύο ημέρες πριν από την καταχώρηση της ένορκης του δήλωσης ότι ο Εναγόμενος 3 με έγγραφο ημερομηνίας 2.3.01 δήλωσε προς την Εναγόμενη 2 ότι είχε εκχωρήσει τα δικαιώματα του δυνάμει της επίδικης εγγυητικής στην Εναγόμενη 1 εν αγνοία και χωρίς συγκατάθεση της Ενάγουσας. Η επίδικη εγγυητική τροποποιήθηκε με την συγκατάθεση της Ενάγουσας στις 31.1.05, 22.7.05, 22.1.07, 23.7.07, 28.1.08 και 13.8.08 και χωρίς την συγκατάθεση τους στις 10.7.08, 21.1.09, 20.7.09, 10.11.09 και 5.5.
  5. Η εγγυητική (Τεκμήριο ΙΗ της ένορκης δήλωσης) θα έληγε στις 13.11.
  6. Ξεχωριστός τίτλος για την κατοικία εκδόθηκε στις 11.11.
  7. Στις 18.10.10 η Εναγόμενη 1 απαίτησε από την Εναγόμενη 2 την πληρωμή της επίδικης εγγυητικής και το αίτημα απορρίφθηκε από την Εναγόμενη 2 με επιστολή ημερομηνίας 10.11.
  8. Η Εναγόμενη 1 με νέα επιστολή ημερομηνίας 12.11.10 απαίτησε ξανά την πληρωμή της εγγυητικής και εξ΄ όσων είχε πληροφορηθεί ο ίδιος από την Εναγόμενη 1, η Εναγόμενη 1 θα προχωρούσε στην ικανοποίηση της απαίτησης της Εναγόμενης 2 στις 18.11.
  9. Είναι οι ισχυρισμοί του Αντρέα Ιωάννου ότι σύμφωνα με τους όρους της επίδικης εγγυητικής η απαίτηση για πληρωμή θα έπρεπε να γίνει από τον Εναγόμενο 3 και η εκχώρηση της εγγυητικής δεν τροποποιεί τον όρο για την υποβολή απαίτησης από τον ίδιο τον Εναγόμενο 3 και η εκχώρηση δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ γιατί η Ενάγουσα ουδέποτε αποδέκτηκε την εκχώρηση. Αναφέρει επίσης στην ένορκη του δήλωση ότι η αξίωση για πληρωμή ενώ έχει ήδη εκδοθεί ο ξεχωριστός τίτλος της κατοικίας και ενώ οι διαφορές των διαδίκων έχουν ρυθμιστεί με την αγωγή 323/07 θα αποτελέσει αδικαιολόγητο πλουτισμό της Εναγόμενης 1 ή του Εναγόμενου 3 σε βάρος της Ενάγουσας. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η Ενάγουσα έχει καλή βάση αγωγής και μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη μετά το πέρας της αγωγής γιατί θα πρέπει η Ενάγουσα να καταχωρήσει νέα αγωγή με την οποία να απαιτεί την επιστροφή του ποσού της εγγυητικής. Ο Εναγόμενος 3 λόγω οικονομικής αδυναμίας θα αδυνατεί να πληρώσει και το ζήτημα θα διαιωνιστεί ενώ ο Εναγόμενος 3 θα μπορεί άμεσα να λάβει από την Ενάγουσα τον τίτλο της κατοικίας και η Εναγόμενη 1 θα μπορεί να λάβει με τον τίτλο επαρκή εξασφάλιση για οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του Εναγόμενου 3 απέναντι της. Είναι επίσης η θέση του ότι με την έκδοση του διατάγματος καμία ζημιά δεν θα υποστεί κανένας από τους Εναγόμενους. Στην αίτηση της Ενάγουσα η Εναγόμενη 1 καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στα άρθρα 29 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 6, 4 και 9, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Κανονισμοί 4, 5, 6, 7, 10 και 13, στις γενικές αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας όπως και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένσταση της η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καθ΄ ότι την αφορά οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και απέτυχε να υποδείξει ή να εξηγήσει πως αν το διάταγμα δεν εξεδίδετο θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει την όποια προς όφελος της απόφαση. Απέτυχε όπως ισχυρίζεται η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 η Αιτήτρια να ικανοποιήσει την προϋπόθεση του επείγοντος και παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε και/ή παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του. Είναι επίσης η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ότι η αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι κακόπιστη και/ή αποτελεί προϊόν συνεννόησης ή συναλλαγής με στόχο την αποκόμιση οφέλους σε βάρος της και η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Κατερίνας Ορφανού η οποία όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση είναι στην υπηρεσία της Εναγομένης 1 και κατέχει τη θέση του Ανώτερου Λειτουργού Κέντρου Επιχειρήσεων Πάφου. Ως εκ της θέσης της γνωρίζει τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι παραπλανητικό με την έννοια ότι στρεβλώνει ή παραλείπει να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι η επίδικη εγγυητική ήταν σε γνώση της Ενάγουσας ότι εκχωρήθηκε στην Εναγομένη 1 για να διασφαλίσει δάνειο που ο Εναγόμενος 3 είχε συνάψει από αυτούς και η γνώση της φαίνεται από τον όρο 3 του Τεκμηρίου Α και κοινοποιήθηκε στην Εναγομένη 2 που την είχε εκδώσει και επιβεβαίωσε την παραλαβή της και την συναίνεση της στην εκχώρηση με παράλληλη ανάληψη να την τιμήσουν σε διαταγή της Καθ΄ ης η Αίτηση
  10. Σύμφωνα με την Κατερίνα Ορφανού οι ανανεώσεις στην εγγυητική γίνονταν λόγω της αδυναμίας της Ενάγουσας να μεταβιβάσει το κτήμα επ΄ ονόματι του Εναγόμενου
  11. Ο Εναγόμενος 3 όπως αναφέρει επίσης στην ένορκη της δήλωση κατοικεί στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα να εντοπιστεί. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στα έγγραφα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αφήνοντας το Δικαστήριο να τα ξεδιαλύνει και/ή να τα ταξινομήσει ισοδυναμεί με απόκρυψη. Ισχυρίζεται επίσης ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 1 αφού η εκχώρηση της εγγυητικής προς την Εναγόμενη 1 έγινε κανονικά με νόμιμο αντάλλαγμα και καμία υποχρέωση είχε να ειδοποιήσει την Ενάγουσα. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Κατερίνας Ορφανού ότι η εγγυητική είναι τέτοιας μορφής και φύσης που σύμφωνα με το Νόμο δεν επιτρέπει δικαίωμα αμφισβήτησης εκτός σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις και αν ακόμη χωρούσε αμφισβήτηση αυτή θα έπρεπε να προβληθεί από την Εναγομένη 2 που έχει την υποχρέωση να τιμήσει την εγγυητική που έχει εκδώσει. Η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να αποκτήσει το λαβείν της σύμφωνα με την εγγυητική επειδή μεταξύ άλλων ο λογαριασμός του Εναγόμενου 3 μαζί της που ήταν εγγυημένος με την εν λόγω εγγυητική είχε καταστεί προβληματικός. Οι δύο πλευρές ζήτησαν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων αλλά ο κ. Βελάρης μετά από τη δήλωση του κ. Κορακίδη ότι ο πελάτης του ήταν πολύ καλός πελάτης της ALPHA BANK CYPRUS LTD και πήγαινε πάρα πολύ συχνά στην ALPHA BANK απέσυρε το αίτημα του για αντεξέταση του Αντρέα Ιωάννου. Η Κατερίνα Ορφανού στην αντεξέταση της ανέφερε ότι αυτό που η Εναγόμενη 1 ήθελε ήταν η μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομα του πελάτη της. Το ότι ο λογαριασμός ήταν προβληματικός ήταν δευτερεύον, όμως ήθελε να κατατεθεί το ποσό της εγγυητικής στο λογαριασμό του πελάτη. Οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ανέπτυξες τις θέσεις τους και στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από την Αιτήτρια μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ της Ενάγουσα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στη περιορισμένη έκταση εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις και από τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235 αναφέρθηκαν τα εξής: "Θα επαναλάβουμε έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί πως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της". Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας.. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά". Πριν προχωρήσω στην εξέταση του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα εξετάσω τον ισχυρισμό της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα αφού αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο μπορεί να το ακυρώσει χωρίς να εξετάσει την ουσία του (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.α. v. Π.Κ. Καμπανέλλα
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606). Έχω εξετάσει με πολύ μεγάλη προσοχή τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 όπως αναφέρονται στην ένσταση της και όπως αναπτύσσονται στην αγόρευση των συνηγόρων της κάτω από τον τίτλο "Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων". Το γεγονός ότι στους όρους πληρωμής της κατοικίας αναφέρεται ότι το ποσό των Λ.Κ.60.000 θα πληρωθεί μόλις εξασφαλιστεί δάνειο από την τράπεζα δεν εξυπακούει κατά την κρίση μου και γνώση της Ενάγουσας ότι η εγγυητική θα εκχωρείτο στην Εναγομένη 1 για να εξασφαλιστεί το δάνειο. Στην ένορκη δήλωση του Αντρέα Ιωάννου αναφέρεται ότι η Ενάγουσα δεν γνώριζε για την εκχώρηση της εγγυητικής αλλά πολύ πρόσφατα ενημερώθηκε ότι με έγγραφο ημερομηνίας 2.3.2001 αυτή εκχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 3 στην Εναγόμενη 1. Το γεγονός ότι η εκχώρηση κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη 2 και πάλι δεν καταδεικνύει γνώση της Ενάγουσας και είναι η κρίση μου ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότων εκ μέρους της Ενάγουσας. Οι περαιτέρω αναφορές για το θέμα αυτό στην αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης 1 θεωρώ ότι είναι επουσιώδες και αφορούν τέτοια γεγονότα που εξ αντικειμένου κρινόμενα δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση του διατάγματος. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται περαιτέρω ότι στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια δεν εξηγεί πουθενά γιατί η αίτηση της ήταν τόσο επείγουσα ώστε να δικαιολογεί ένα εξαιρετικό μέτρο όπως η μονομερής έκδοση ενός διατάγματος. Το θέμα αυτό εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης του διατάγματος και έκρινε ότι δικαιολογείται η έκδοση του. Εξετάζοντας περαιτέρω το θέμα αυτό και όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση του Αντρέα Ιωάννου η Ενάγουσα ενημερώθηκε από την Εναγόμενη 2 μία-δύο ημέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης ότι η Εναγόμενη 1 με επιστολή της ημερομηνίας 12.11.2010 απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής και η ικανοποίηση της απαίτησης θα προχωρούσε στις 18.11.2010 και για το λόγο αυτό η Ενάγουσα προχώρησε στη καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ως εκ τούτου θεωρώ ότι η Αιτήτρια εξηγεί στην αίτηση της το κατεπείγον της (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Ισχυρίζεται επίσης η Καθ΄ ης η Αίτηση κατάχρηση διαδικασίας και όπως αναφέρει εξασφάλισε ουσιαστικά θεραπεία που επιζητεί με την αγωγή της. Απλή ανάγνωση των θεραπειών που απαιτεί η Ενάγουσα στην οπισθογράφηση απαιτήσεως καταδεικνύει ότι δεν είναι βάσιμος αυτός ο ισχυρισμός. Επανερχόμενη στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα ξεκινήσω από την πρώτη προϋπόθεση δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος η οποία αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης απαιτήσεως η Ενάγουσα ζητεί αριθμό Δηλωτικών Διαταγμάτων σε σχέση με την εγγυητική επιστολή LG45/01/80.057 ημερομηνίας 14.2.2001 και μεταξύ άλλων: Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απαίτηση από την Εναγόμενη 1 και/ή από τον Εναγόμενο 3 για την πληρωμή της εγγυητικής επιστολής LG45/01/80.057 ημερ. 14.2.2001 της Εναγομένης 2 αποτελεί πράξη δόλου και απάτης. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει ούτε είχε κανένα δικαίωμα να απαιτήσει την πληρωμή της εγγυητικής επιστολής αρ. LG45/01/80.057. Δήλωση ότι η εκχώρηση της εγγυητικής της Εναγόμενης 2 από τον Εναγόμενο 3 στην Εναγόμενη 1 δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ. Περαιτέρω ζητούνται τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι ζητούμενες θεραπείες όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αποκαλύπτουν κατά τη κρίση μου σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Όσο αφορά την δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχei κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή διαζευκτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταμάτα εκεί που επιτρέπει την διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι η κρίση μου με βάση τα πιο πάνω αλλά και με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ότι η Ενάγουσα έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 να είναι δηλαδή δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει τον υπολογισμό της ζημιάς και την επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 C.L.R. 1791 η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η εγγυητική παραχωρήθηκε για να διασφαλιστεί η έκδοση ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας και ο ξεχωριστός τίτλος εκδόθηκε στις 11.11.
  1. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 3 για να διευθετηθεί η εγγραφή στο όνομα του αλλά από πληροφορίες που εξασφάλισε η ο Εναγόμενος 3 βρίσκεται τώρα στη Νιγηρία. Στη περίπτωση, όπως επίσης ισχυρίζεται, που το διάταγμα ακυρωθεί θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη με το πέρας της αγωγής γιατί θα πρέπει να καταχωρήσει νέα αγωγή για επιστροφή του ποσού της εγγυητικής ενώ αντίθετα ο Εναγόμενος 3 θα μπορεί άμεσα να λάβει από τους Ενάγοντες τον τίτλο της κατοικίας. Περαιτέρω, όπως αναφέρει η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, ο Εναγόμενος 3 δεν θα μπορεί να πληρώσει λόγω οικονομικής αδυναμίας. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία της Κατερίνας Ορφανού ότι ο Εναγόμενος 3 κατοικεί στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα να εντοπιστεί. Ενόψει των πιο πάνω είμαι ικανοποιημένη ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Το Δικαστήριο θα πρέπει επίσης να σταθμίσει στο ισοζύγιο της ευχέρειας αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ενόψει των πιο πάνω και ιδιαίτερα των όσων έχουν αναφερθεί σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση κρίνω ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας-Αιτήτριας ότι δηλαδή είναι δίκαιο και πρόσφορο το διάταγμα να γίνει απόλυτο. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν την πορεία της αίτησης και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 τα οποία θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.