← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. KESPO CONTRACTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 428/2011, 30 Μαρτίου  2011

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. KESPO CONTRACTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 428/2011, 30 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 428/2011 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (προηγούμενα εμπορευόμενοι ως Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ) από την Πάφο Εναγόντων - και - KESPO CONTRACTIONS LTD από την Πάφο ΝΤΖΕΜΑΛ ΠΟΣΙΔΗΣ από την Πάφο ΟΛΓΑ ΠΙΠΕΡΙΔΟΥ, από την Πάφο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΣΙΔΗΣ, από την Πάφο Εναγομένων ------------------------- ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.3.2011 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Δ. Δανιήλ για κ. Π. Ευθυμίου (για να ακούσει απόφαση κα Χριστοδουλίδου) ------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη 1 εταιρεία την 25.7.2007 υπέγραψε με τους ενάγοντες αιτητές συμφωνία ενοικιαγοράς των αναφερόμενων στην παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης αντικειμένων (ο εξοπλισμός). Το ποσό της χρηματοδότησης ήταν €16505.09 πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς εκ ποσού €5953.22, πληρωτέο με 60 μηνιαίες δόσεις ποσού €374.83 έκαστης αρχίζοντας από την 14/9/

  1. Η εναγόμενη 1 πλήρωσε τις δόσεις μέχρι 14/1/2010 και μέρος της δόσης 14/2/2010 αλλά παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις από 14/2/2010 (μέρος) μέχρι και την 14/1/2011 συνολικού ποσού €4444.63, οπότε οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 25/1/2011 τερμάτισαν την συμφωνία. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή στις 16/2/2011 και αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης 1 και των εγγυητών της, εναγομένων 2, 3 και 4, ποσό €4444.63 ως καθυστερημένα ενοίκια, ποσό €7121.91 ως οφειλόμενο υπόλοιπο ενοικίων για τις μη ληγμένες δόσεις και διατάγματα εναντίον της εναγόμενης 1 για παράδοση του επίδικου εξοπλισμού για να πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό προς πληρωμή των ως άνω ποσών. Οι ενάγοντες με μονομερή αίτηση τους που καταχωρήθηκε στις 8.3.2011 ζητούν, σε σχέση με τον επίδικο εξοπλισμό, την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος που να εμποδίζει την εναγόμενη 1 από το να τον κατακρατεί και επίσης να διατάσσεται όπως τον παραδώσει αμέσως με την επίδοση του διατάγματος στην κατοχή και φύλαξη των εναγόντων - αιτητών και ιδιοκτητών μέχρι την οριστική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Νεοφύτου, υπαλλήλου των εναγόντων. Πέραν των γεγονότων που στοιχειοθετούν την απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, στην ένορκη του δήλωση αναφέρει τα ακόλουθα:
  2. Εξ όσων γνωρίζω και εξ όσων με συμβουλεύει ο Δικηγόρος των εναγόντων αιτητών υπάρχει σπουδαίο και σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και επιπλέον οι ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής και δικαιούνται εις το αξιούμενο διάταγμα, περαιτέρω δε εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθ΄ ότι είναι πολύ πιθανό η εναγόμενη 1 να αποξενωθεί από τα επίδικα αντικείμενα και/ή να τα καταστρέψει με την χρήση τους.
  3. Τα αντικείμενα την δέσμευση των οποίων ζητούμε είναι θέμα επίδικο και η δέσμευση τους θα διατηρήσει την κατάσταση πραγμάτων μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής.
  4. Στην περίπτωση αυτή συντρέχουν και συνυπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ως Τεκμήρια στην αίτηση και την ένορκη δήλωση επισυνάπτονται, το συμβόλαιο ενοικιαγοράς, το τιμολόγιο στο οποίο περιγράφεται ο εξοπλισμός και η επιστολή τερματισμού της συμφωνίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο προτού εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του 14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, δηλαδή θα πρέπει να καταδειχθεί στο Δικαστήριο το επείγον της έκδοσης του διατάγματος. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου

(1998)1 Α.Α.Δ. 598, λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο κ. Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavros Hotel Appartments Ltd - (Αίτηση αρ. 76/94 - 29.12.2004), In RE B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση 143/96 - 1.8.96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 9 του Κεφ.6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με μονομερή αίτηση, χωρίς όμως στην νομική βάση της αίτησης να συμπεριλαμβάνουν και το άρθρο 9 του Κεφ.
  1. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο καλείται, με τον τρόπο που η αίτηση έχει προωθηθεί, να αναλάβει και να ασκήσει δικαιοδοσία δυνάμει του πιο πάνω άρθρου και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, υπό το φως των οσων νομολογιακά έχουν αποφασιστεί, κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Παρά το ότι η εναγόμενη 1, καθυστέρησε την καταβολή δόσεων από τον Φεβρουάριο του 2010, οι ενάγοντες τερμάτισαν την συμφωνία στις 25.11.2011, 11 μήνες μετά, χωρίς να φαίνεται να τους απασχόλησε η τύχη του εξοπλισμού και οι τυχόν ισχυριζόμενες συνέπειες που πιθανό να προέκυπταν καθόλη την διάρκεια της περιόδου αυτής, του οποίου να σημειωθεί η χρηματοδότηση έγινε το έτος
  2. Τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει στις παραγράφους 9 - 11 της ένορκης του δήλωσης, δεν προσδιορίζονται χρονικά αλλά ούτε και πρόκειται για γεγονότα που προέκυψαν σε χρόνο είτε μετά την καταχώρηση της αγωγής είτε σε αμέσως προηγούμενο χρόνο. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν γίνεται καμία αναφορά σε συγκεκριμένες ενέργειες της εναγόμενης 1 σε σχέση με τον εξοπλισμό. Κανένα γεγονός δεν αναφέρεται, το οποίο να προσδιορίζεται και χρονικά σε σχέση με συγκεκριμένες ενέργειες της εναγόμενης κατά τρόπο που να δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο το κατ΄επείγον του αιτήματος. Τα ενδεχόμενα που αναφέρονται με διαζευκτικό τρόπο στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύουν την αίτηση, πρόκειται για εικασίες που στερούνται πραγματικού και ουσιαστικού υπόβαθρου. Συνεπώς η παρατηρούμενη καθυστέρηση στον τερματισμό της συμφωνίας, παρά την μη καταβολή των δόσεων, η μη αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα που να προσδιορίζονται και χρονικά, η γενικότητα που χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, δημιουργούν ζήτημα ως προς την έγερση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου με βάση το άρθρο 9 του Κεφ. 6 και συνεπώς η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, θα προχωρήσω και στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, που σύμφωνα με τον συνήγορο των εναγόντων αιτητών πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Τα αντικείμενα που περιγράφονται στην παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς ως εκ τούτου η αίτηση μπορεί να εξεταστεί υπό το φως το άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Το άρθρο 4 αναφέρεται στις θεραπείες τις οποίες το Δικαστήριο δύναμαι να παραχωρήσει και ειδικά ότι είναι δυνατό να δεσμευθεί περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγή. Το άρθρο 4 του Κεφ. 4 διαλαμβάνει ως εξής: 4 .-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας ή ζημίας ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με την Νομολογία (βλ. 1. Dolego Estates Ltd κ.α ν. Θεόδωρου Φιλίππου κ.α
(1999)1 ΑΑΔ 1217 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή. Όπως λέχθηκε την υπόθεση Dolego (πιο πάνω), «οι προϋποθέσεις όμως που πρέπει να συντρέχουν για τη δέσμευση περιουσίας η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής είναι αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60». Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό ή παρεμπίπτον διάταγμα που θα κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Το άρθρο 32 έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & Μ. Transprort v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v. Moticia
(1987)1 A.A.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ΄΄Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων v. Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)A.A.Δ. 788, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 Α.Α.Δ. 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Εκείνο το οποίο προκύπτει, από το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καθώς και τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η αγωγή στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας ενοικιαγοράς και στην καθυστέρηση της καταβολής των μηνιαίων ενοικίων με αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας. Πιθανότητα επιτυχίας Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» και την «πιθανότητα επιτυχίας» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Έχοντας υπόψη μου, το σύνολο της ένορκης δήλωσης των εναγόντων και των τεκμηρίων που έχουν παρουσιάσει, με το περιορισμένο βάρος που αυτά έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, καταλήγω πως είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Συνεπώς και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ικανοποιείται. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Όπως τονίστηκε στην Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ΄ εαυτών, δεν οδηγεί κατ΄ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Evans Marshall & Co v. Bertola S.A.
(1973)1 All E.R. 992, το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει και μια άλλη πτυχή, η οποία σχετίζεται με το κατά πόσο ο καθ΄ου η αίτηση θα είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό των αποζημιώσεων. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση, αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι η οικονομική κατάσταση της καθ΄ης η αίτηση εναγόμενης 1 είναι τέτοια που θα στερήσει τους ενάγοντες από την πληρωμή αποζημιώσεων σε περίπτωση που εναντίον του εκδοθεί απόφαση για την καταβολή οποιουδήποτε ποσό υπό μορφή αποζημιώσεων. Το ζήτημα αυτό εγείρεται από τους αιτητές, όχι ως προς την αδυναμία αποτίμησης της ζημιάς που θα υποστούν στο μέλλον, αφού αυτή σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένη, καταγράφεται και αναλύεται στην έκθεση απαίτησης, αλλά ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης και καταστροφής ενόσω ο επίδικος εξοπλισμός θα βρίσκεται εις χείρας της εναγόμενης 1. Οι μόνες αναφορές που γίνονται προς ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης είναι στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης των αιτητών. Υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών πως «εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθ΄ ότι είναι πολύ πιθανό η εναγόμενη 1 να αποξενωθεί από τα επίδικα αντικείμενα και/ή να τα καταστρέψει με την χρήση τους». Ο συνήγορος των εναγόντων αιτητών επικαλείται στην γραπτή του αγόρευση την υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας της Άννας Σπανού κ.α ν. Vicantory Trading co Ltd Πολιτική Έφεση 9370 ημερομηνίας 22.9.1998, προσθέτοντας ότι το δικαστήριο στην υπό κρίση περίπτωση έχει διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, υπό τον όρο ότι οι εναγόμενοι 1 θα ασφαλίσουν τα επίδικα αντικείμενα έναντι όλων των κινδύνων και θα υπογράψουν εγγύηση για σκοπούς αποζημίωσης των εναγόντων στην περίπτωση που τα αντικείμενα υποστούν ζημιά και τούτο διότι ο σκοπός της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία των αντικειμένων μέχρι την οριστική εκδίκαση της αγωγής και υπό τον όρο έκδοσης απόφασης πώλησης τους σε δημόσιο πλειστηριασμό για να πληρωθεί η απαίτηση των εναγόντων. Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση το Δικαστήριο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι αφού τα αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται διατρέχουν κίνδυνο καταστροφής ή ζημίας και έκδωσε διάταγμα με το οποίο εξασφάλισε τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία αλλά συνάμα έδωσε στον εφεσείοντα την ευκαιρία να χρησιμοποιεί τα συγκεκριμένα οχήματα, με αποτέλεσμα να μην μειώνεται ή και να εξαφανίζεται η ταλαιπωρία που πιθανόν να του προκαλείτο. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την αίτηση τους ζητούν την άμεση παράδοση προς αυτούς της κατοχής του εξοπλισμού και όχι την εξασφάλιση με άλλο τρόπο των επίδικων αντικειμένων. Εκφράζω επιφυλάξεις κατά πόσο παρέχεται εξουσία για την κατάσχεση του αντικειμένου της αγωγής εκκρεμούσης της αγωγής και την παράδοση του στους αιτητές, με τον τρόπο που οι ενάγοντες επιδιώκουν. Στην υπόθεση Bhimjlyani v. Gregorioy
(1980)1 CLR 14, το Δικαστήριο διέταξε όπως το επίδικο αυτοκίνητο παραμείνει υπό την φύλαξη του Κοινοτάρχη της Έγκωμης και όχι να παραδοθεί στους ενάγοντες. Αργότερα τροποποιήθηκε ώστε να δοθεί στον εναγόμενο με όρους. Θεωρώ συνεπώς πως στη βάση του Άρθρου 4 του Κεφ. 6 δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα με τον τρόπο που οι ενάγοντες ζητούν. Πέραν των πιο πάνω θεωρώ ότι οι προβαλλόμενοι στην ένορκη δήλωση ισχυρισμοί έχουν χαρακτήρα γενικό και αόριστο και άκρως τυποποιημένο. Δεν αναφέρουν οι αιτητές συγκριμένες ενέργειες της εναγόμενης 1 που να φαίνεται ότι από αυτές προκαλείται ή υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ζημιών ή απώλειας του εξοπλισμού. Ισχυρισμοί γενικοί και αόριστοι ως διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν μπορούν να αποσείσουν το βάρος που έχουν οι ενάγοντες να καταδείξουν τον πραγματικό κίνδυνο της τρίτης προϋπόθεσης Στην υπόθεση Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 AAΔ 1361, επιδιώχθηκε μεταξύ άλλων διάταγμα που να εμποδίζει τους καθ΄ων η αίτηση να προκαλούν ζημιές στα επίδικα μηχανήματα, και υπεδείχθη ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να εκδοθεί διάταγμα για το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν είχαν δικαίωμα να προκαλούν ζημιές στα μηχανήματα. Αλλά και αν στο τέλος οι αιτητές επιτύγχαναν στην αγωγή τους και φανεί ότι οι εναγόμενοι είχαν προσκαλέσει ζημιές, υπεδείχθη ότι υπάρχει πάντα η ικανοποίηση επιδίκασης αποζημιώσεων. Συνεπώς δεν έχω ικανοποιηθεί, παρά την αντιθέτου εκδοχή των αιτητών ότι συντρέχει και ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και συνεπώς η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει Τέλος δεν μπορώ να αποφύγω να σχολιάσω τα εξής. Ενώ το κλητήριο επιδόθηκε στην εναγόμενη 1, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης από 18.2.2011, αντί οι ενάγοντες να καταχωρήσουν αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης (εμφάνιση έχουν καταχωρήσει μόνο οι εναγόμενοι 2 και 3), αφού η προθεσμία εμφάνισης για την εναγόμενη 1 είχε παρέλθει από τις 1.3.2011, ώστε να πετύχουν την έκδοση των αιτούμενων με την έκθεση απαίτησης τελικών διαταγμάτων υπό στοιχεία 14 Α 1 και 2 για παράδοση των επίδικων αντικειμένων, για ανεξήγητους λόγους επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση στις 8.3.2011 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον της εναγόμενης 1 μέχρι την οριστική εκδίκασης της αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Καμία Διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.