← Κύπρος

ΛΑΖΑΡΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2672/06, 07.04.2011

ΛΑΖΑΡΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2672/06, 07.04.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2672/06 Μεταξύ: ΛΑΖΑΡΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ Ενάγοντα ν.

  1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  2. Πενταρά Νίκου Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 07.04.2011 Για Ενάγοντα: κος. Χ. Φωτίου και για κ. Αλεξάνδρου Για Εναγόμενους: κος. Α. Χ΄ Κύρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων έχει ως βάση παράνομη σύλληψη και κράτηση του από αστυνομικούς στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Πάφου, για δε τις παραλείψεις και ενέργειες των αστυνομικών ως υπεύθυνη ο Ενάγοντας θεωρεί την Εναγόμενη
  3. Ο Εναγόμενος 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως ανώτερος υπαστυνόμος και κατά τον ουσιώδη χρόνο ως Αξιωματικός Υπαίθρου της Επαρχίας Πάφου ο οποίος, ενώ ο Ενάγοντας συνελήφθηκε και θα έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος, έδωσε οδηγίες όπως μη αφεθεί ελεύθερος μέχρι την εξάντληση των εικοσιτεσσάρων ωρών. Εν' όψει της πιο πάνω δικογραφημένης εκδοχής του ο Ενάγοντας διεκδικεί με την αγωγή του το ποσό των ΛΚ 5.000,00 ως γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις πλέον τόκους και έξοδα. Στην Υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται την εκδοχή του Ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι η σύλληψη του ήταν καθ' όλα νόμιμη αφού συνελήφθηκε με Δικαστικό Ένταλμα Σύλληψης περί ώρα 16:00 της 12.08.06 και κρατήθηκε στον κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου μέχρι τις 23:30 της ίδιας ημέρας. Ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι περαιτέρω ότι η κράτηση του Ενάγοντα ήταν επιβεβλημένη ώστε να προστατευθεί μαρτυρία για την ορθή και αντικειμενική διερεύνηση υπόθεσης για την οποία αυτός συνελήφθηκε, κράτησε δε όσο ήταν απαραίτητο για να ολοκληρωθεί η διαδικασία λήψης καταθέσεων και να διατυπωθεί γραπτή κατηγορία στον Ενάγοντα. Προσαχθείσα μαρτυρία Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας κατέθεσε ενόρκως και για την υπεράσπιση κατέθεσαν τέσσερις

(4)μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν ως ακολούθως:
  1. Στις 11.08.2006 γύρω στο μεσημέρι καταγγέλθηκε από πολίτη ότι ο Ενάγοντας του προξένησε ζημιά στο αμπέλι του στα Μαμώνια, βόσκοντας σε αυτό το κοπάδι του.
  2. Την ίδια ημέρα αργότερα εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Ενάγοντα.
  3. Στις 05.12.2006 καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 15057/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εναντίον του Ενάγοντα και αυτός εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 09.01.2007 και 11.12.2006 καθώς και στις 11.12.
  4. Ο Ενάγοντας αθωώθηκε στην πιο πάνω ποινική υπόθεση.
  5. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον του Ενάγοντα, δηλαδή του αδικήματος που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και στην Υπεράσπιση, λήφθηκαν διάφορες καταθέσεις μεταξύ των οποίων οι ακόλουθες: (α) Από την κα. Κυριάκου Νίκη στις 11.08.2006 μεταξύ των ωρών 13:40 - 13:
  6. (β) Από τον κ. Φειδία Τζιάζα, στις 13.08.2006 μεταξύ της 12:35 - 15:50 μ.μ., ο οποίος είναι ο γεωπόνος που εξέτασε το αμπέλι. (γ) Από τον Ενάγοντα, κ. Αντρέα Λαζάρου στις 12.08.2006 μεταξύ των ωρών 15.20-15.35 (δ) Από τον Σάββα Στυλιανού στις 11.08.2006 μεταξύ των ωρών 13.40-13.
  7. Περαιτέρω κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατατέθηκαν Τεκμήρια τα οποία έχουν ως ακολούθως: Τεκμήριο 1: Κατάθεση της Δήμητρας Περικλέους προς την Αστυνομία. Τεκμήριο 2: Ένταλμα Σύλληψης υπόπτου εναντίον του Ενάγοντα ημερομηνίας 11.08.
  8. Τεκμήριο 3: Γραπτή κατηγορία από αστυνομία στον Ενάγοντα η οποία άρχισε στις 23:20 - 23:30 της 12.08.
  9. Τεκμήριο Α: Γραπτή δήλωση του Ενάγοντα ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στη δίκη. Ως έχει προαναφερθεί μοναδικός μάρτυρας για την απαίτηση ήταν ο Ενάγοντας. Στην μαρτυρία του ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 48 ετών, πατέρας πέντε τέκνων και κτηνοτρόφος στο επάγγελμα. Κατά την 12.08.2006 πληροφορήθηκε ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης το οποίο αφορούσε κατ' ισχυρισμό ζημιές που προκάλεσε κοπάδι που διατηρεί στον Άγιο Γεώργιο Πάφου. Μετά την λήψη της πληροφορίας αυτής και όντας ευυπόληπτος και νομοταγής πολίτης επισκέφθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου περί την 16:00 για να εκτελεσθεί το ένταλμα σύλληψης που υπήρχε εναντίον του και να τερματιστεί η εναντίον του εκκρεμότητα. Μετά τη λήψη κατάθεσης από τους ανακριτές του διερευνώμενου αδικήματος, η οποία έλαβε χώρα αμέσως μετά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης οι ανακριτές έλαβαν διαταγή από τον εναγόμενο 2 όπως μη αφεθεί ελεύθερος αλλά να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εξάντληση των εικοσιτεσσάρων ωρών που όπως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος 2 είχε δικαίωμα να τον θέσει υπό κράτηση. Αμέσως μετά την εντολή του εναγόμενου 2 προς τους ανακριτές ο δικηγόρος του κ. Χάρης Φωτίου απέστειλε δια τηλεομοιότυπου επιστολή προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου και προς τον εναγόμενο 2, δια της οποίας τους καλούσε όπως δώσουν αμέσως εντολή για την απελευθέρωση του, επιστολή η οποία αγνοήθηκε παντελώς. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος, και τερματίστηκε η παράνομη κράτηση του, περί την 24:00 της 12.8.2006, ως εκ τούτου στερήθηκε παράνομα της ελευθερίας του επί οκτώ ώρες. ΜΥ1 κατέθεσε ο Νίκος Πενταράς - Εναγόμενος 2, κατά τον επίδικο χρόνο ως εξήγησε ήταν αξιωματικός υπαίθρου της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Στις 11.08.2006 περί το απόγευμα και ενώ ήταν εκτός υπηρεσίας δέχθηκε τηλεφώνημα από επί καθήκοντι αστυνομικό του Σταθμού Κουκλιών, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι υπήρχε παράπονο εναντίον του Ενάγοντα ότι το κοπάδι του προκάλεσε ζημία σε κάποιο αμπέλι. Με βάση και κάποια γεγονότα που ακολούθησαν δόθηκαν οδηγίες από αυτόν για εξασφάλιση δικαστικού εντάλματος σύλληψης του Ενάγοντα, και λήψη καταθέσεων από μάρτυρες. Αργά το βράδυ της ίδια ημέρας πληροφορήθηκε ότι ο Ενάγοντας δεν εντοπιζόταν για να εκτελεσθεί το ένταλμα σύλληψης που είχε ήδη εκδοθεί εναντίον του. Κατόπιν προσπαθειών της αστυνομίας και μέσω ενημέρωσης σε συγγενικά του πρόσωπα ότι αναζητείτο, ο Ενάγοντας εντοπίστηκε και παρουσιάστηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου όπου και συνελήφθηκε. Αποδέχτηκε ο μάρτυρας ότι πληροφορήθηκε περί της ύπαρξης επιστολής δικηγόρου με την οποία ενημερωνόταν περί των δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι οι οδηγίες του προς τους αρμόδιους αστυφύλακες ήταν να κρατηθεί ο Ενάγοντας για όσο χρόνο χρειαζόταν και ήταν απαραίτητος για τις ανακρίσεις και συμπλήρωση εξετάσεων της υπόθεσης. Σε καμία περίπτωση θεώρησε ότι το Ένταλμα Σύλληψης ήταν μέσο προς ταλαιπωρία ή εκδίκηση του Ενάγοντα αφού δεν γνώριζε πριν τον Ενάγοντα, άλλωστε δεν τον είχε δει ούτε στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε, παρά μόνο στην παρούσα υπόθεση. Επίσης δεν γνώριζε οποιοδήποτε από τους παραπονούμενους - ιδιοκτήτες του αμπελιού. Τέλος ανέφερε πως όταν λήφθηκαν οι απαραίτητες ανακριτικές καταθέσεις ο Ενάγοντας αφέθηκε ελεύθερος περί ώρα 23:30 της 12.08.
  10. ΜΥ2 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1675 Μ. Παντελίδης αναφέρθηκε σε παράπονο ιδιοκτήτη αμπελιού, του Γιαννάκη Περικλέους καθώς και στα γεγονότα που οδήγησαν στην υποψία εναντίον του Ενάγοντα, ως επίσης και στα γεγονότα που οδήγησαν μετέπειτα στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του στις 11.08.
  11. Το Ένταλμα εκτελέστηκε την επόμενη ημέρα και ο Ενάγοντας αφέθηκε ελεύθερος την ίδια ημέρα στις 23:
  12. Η τελευταία κατάθεση που λήφθηκε πριν αφεθεί ελεύθερος ο Ενάγοντας ήταν κατά τον μάρτυρα στις 22:40 το βράδυ της 12.08.2006 από τη Δήμητρα Περικλέους ως διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο κατείχε ως εξεταστής της υπόθεσης. ΜΥ3 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2783 - Στέλιος Νικολάου, ως αστυφύλακας που υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών εκτέλεσε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Ενάγοντα. Αρχικά τον εντόπισε σε καφεστιατόριο στο χωριό Μαμώνια, του ζήτησε να εξέλθει του καφενείου και αφού του εξήγησε το λόγο που τον αναζητούσε, ο Ενάγοντας του ζήτησε να μην τον συλλάβει εκεί, μπροστά σε κόσμο, αλλά να τον οδηγήσει στο σταθμό Πάφου, αυτός αποδέχτηκε και ο Ενάγοντας οδήγησε το όχημα του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, αργότερα εκεί τον συνέλαβε περί ώρα 16:
  13. ΜΥ4 κατέθεσε ο αστυφύλακας 204 Μάριος Γεωργίου, στις 12.08.2006 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών, η ανάμειξη του στην υπόθεση παραπόνου εναντίον του Ενάγοντα συνίσταται στη λήψη κατάθεσης από τους Γιαννάκη και Δήμητρα Περικλέους και σε γραπτή κατηγορία στον Ενάγοντα για πρόκληση ζημιάς από το κοπάδι του σε αμπέλι του Γιαννάκη Περικλέους. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων εισηγήθηκε πως μετά τη δήλωση του συνηγόρου του Ενάγοντα για απόσυρση της θέσης για παράνομη σύλληψη, το Δικαστήριο θα πρέπει να επικεντρωθεί μόνο στο κατά πόσο τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του δικαιολογούν συμπέρασμα ότι υπήρξε παράνομη κράτηση. Ήταν η θέση του ότι ο χρόνος κράτησης ήταν δικαιολογημένος λαμβανομένου υπόψη ότι ο Ενάγοντας αφέθηκε ελεύθερος στις 23:30 της 12.08.2006 αμέσως δηλαδή μετά την γραπτή κατηγορία προς αυτόν, και αφού μία ώρα περίπου πριν είχε ληφθεί κατάθεση από τη σύζυγο του παραπονούμενου. Υπήρχε ακόμη ανάγκη για λήψη κατάθεσης από γεωπόνο, ωστόσο κρίθηκε από την Αστυνομία ότι δεν θα επηρέαζε το ανακριτικό έργο, γι΄ αυτό ο Ενάγοντας αφέθηκε ελεύθερος. Όσον αφορά ειδικότερα στον Εναγόμενο 2, παρατήρησε ότι καμία μαρτυρία δόθηκε που να ενισχύει ή αποδεικνύει τη θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 2 έδωσε οδηγίες για να κρατηθεί μέχρι την συμπλήρωση των εικοσιτεσσάρων ωρών από την σύλληψη του. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να κρίνει αναξιόπιστο τον Ενάγοντα και να απορρίψει την αγωγή με έξοδα εναντίον του. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ανέπτυξε τη δική του επιχειρηματολογία στη βάση των άρθρων 11 του Συντάγματος και 5
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αλλά και των άρθρων 21 έως 24 της ποινική δικονομίας, Κεφ. 155. Εισηγήθηκε ότι η υπεράσπιση δεν απέδειξε ότι είχε δικαίωμα κράτησης αλλά σύλληψης μόνο του Ενάγοντα και όφειλε να τον παραπέμψει αμέσως σε Δικαστήριο. Υπήρξαν βέβαια και επιμέρους ισχυρισμοί από πλευράς Ενάγοντα, περί κακής πίστης εκ μέρους της αστυνομίας αλλά και εκβιαστική στάση εκ μέρους του Εναγομένου 2, ως εκ τούτου κλήθηκε το Δικαστήριο να κρίνει παράνομη την κράτηση του Ενάγοντα μετά τη σύλληψη του. Αναφέρθηκε εκτενώς στο θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας των πολιτών και με αναφορά στην υπόθεση Γρηγοριάδη ν. Κυριακίδη
(1971)C.L.R 65 αλλά και την υπόθεση KYPRIANOU vs. CYPRUS Αίτηση 73757/2001 ημερομηνίας 15.12.2005 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος του Ενάγοντα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη συμπεριφορά και στάση τους στο ειδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων της υπόθεσης το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους. Ο Ενάγοντας δεν άφησε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη. Βασική του μαρτυρία στην κύρια εξέταση ήταν γενικά ότι οι ανακριτές της υπόθεσης έλαβαν οδηγίες από τον Εναγόμενο 2 να μην αφεθεί ελεύθερος αλλά να παραμείνει υποκράτηση μέχρι την εξάντληση των εικοσιτεσσάρων ωρών που όπως ισχυρίστηκε (ο Εναγόμενος 2) είχε δικαίωμα, ωστόσο όπως διαφάνηκε στην αντεξέταση του η μαρτυρία που επικαλέστηκε είναι ότι του το είπε ένας εκ των δύο αστυφυλάκων, ότι είχε διαταγή από τον Εναγόμενο 2, όμως αυτή του η μαρτυρία δεν είναι ίδια με αυτήν που ανέφερε στην κύρια εξέταση του. Διαφαίνεται επίσης ότι μέσα από τη γραπτή του κατάθεση προβαίνει σε διάφορες θέσεις νομικού περιεχομένου που όπως διαφάνηκε δεν αντιλαμβανόταν, αντί δηλαδή να παραμείνει στα ουσιώδη γεγονότα της εκδοχής του επιχείρησε να δημιουργήσει εντυπώσεις με διάφορους συλλογισμούς. Έκανε επίσης αναφορά για έλλειψη προϋποθέσεων της σύλληψης του, ωστόσο αγνοεί ότι υπάρχει ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου το ένταλμα το οποίο εκδόθηκε από Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, αλλά και στο στάδιο των αγορεύσεων αποσύρθηκε η θέση του για παράνομη σύλληψη. Αυτά αποτελούν στοιχεία της ευρύτερης λανθασμένης εντύπωσης που αποκόμισε ως προς τη στάση και συμπεριφορά της Αστυνομίας. Μια άλλη σημαντική μαρτυρία του ήταν πως πήγε μόνος του ως ευυπόληπτος πολίτης στην Αστυνομία την επόμενη της αναζήτησης του, και μάλιστα ότι βρισκόταν στο κοπάδι όταν του τηλεφώνησαν. Τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν από πλευράς Αστυνομίας προβάλλουν ως πολύ πιο λογικά, και τούτο διότι ο Ενάγοντας αναζητήθηκε από την Αστυνομία από την πρώτη στιγμή που υποβλήθηκε το παράπονο, μετέβηκε αστυφύλακας στο χώρο που έβοσκε το κοπάδι του και ενώ κλήθηκε από τον αστυφύλακα να παραμείνει στο χώρο αυτός έφυγε με το αυτοκίνητο, γι΄ αυτό και αναζητήθηκε την ίδια μέρα και βράδυ και δεν εντοπίστηκε. Η αστυνομία είχε ήδη από 11.08.2006 στην κατοχή της το ένταλμα σύλληψης γι΄ αυτό και τον αναζήτησε. Τα όσα ανέφερε ο Ενάγοντας είχαν ως στόχο να αποδείξει ότι ήταν ευυπόληπτος πολίτης και μόλις τον κάλεσαν πήγε από μόνος του στην αστυνομία οπότε μετά που τον συνέλαβαν τον ανέκριναν. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα όμως αλλά και το Τεκμήριο 2, ο Ενάγοντας ανακρίθηκε πρώτα και μετά συνελήφθηκε στις 16.00 άρα δεν μπορούσε να πάει μόνος του να παρουσιαστεί στις 16.00 και να συλληφθεί. Γενικά η μαρτυρία του δεν αποτελούσε μία φυσιολογική αφήγηση των ουσιαστικών γεγονότων που στηρίζουν την εκδοχή του και ούτε πειστικότητα ενέπνεε. Από την πλευρά των μαρτύρων υπεράσπισης παρουσιάστηκε συνολικά μια σειρά γεγονότων τα οποία διέπονται από συνοχή και φυσιολογική αφήγηση των όσων διαμείφθηκαν, σχετίζονται δε με τη διερεύνηση ενός παραπόνου ιδιοκτήτη αμπελιού, δηλαδή τρίτου προσώπου, με ύποπτο τον Ενάγοντα. Ουδείς εκ των αστυνομικών διαφάνηκε να είχε οποιοδήποτε λόγο να αντιμετωπίσει με διάκριση ή μεροληψία τον Ενάγοντα, παρέμειναν όλοι σταθεροί στη μαρτυρία τους κατά την αντεξέταση, λειτουργούσαν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους και βάσει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, τα δε παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης συνάδουν πλήρως και ενισχύουν το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι οι μάρτυρες υπεράσπισης λειτούργησαν με αντικειμενικότητα στη διερεύνηση της υπόθεσης που διερευνήθηκε εναντίον του Ενάγοντα. Ενόψει των πιο πάνω οι Μ.Υ. κρίνονται αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους αποδεκτή στο σύνολο της. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την αποδεκτή μαρτυρία ως επίσης τα παραδεκτά γεγονότα διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Στις 11.08.2006 καταγγέλθηκε στην αστυνομία (Σταθμό Κουκλιών) ότι το κοπάδι του Ενάγοντα έβοσκε εντός του αμπελιού του Γιαννάκη Περικλέους και ως εκ τούτου προξενήθηκε ζημιά. Την ίδια μέρα κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου 2 ως Αξιωματικού Υπαίθρου εξασφαλίστηκε από την Αστυνομία δικαστικό ένταλμα σύλληψης του Ενάγοντα, ο οποίος αναζητήθηκε μέχρι το βράδυ στο χωριό του πλην όμως δεν εντοπίστηκε. Την επόμενη ημέρα 12.08.2006 ο Ενάγοντας εντοπίστηκε σε καφεστιατόριο στο χωριό του Μαμώνια, κατόπιν δικής του παράκλησης δεν συνελήφθηκε εκεί αλλά κατευθύνθηκε, ακολουθούμενος από το Μ.Υ.3, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, του λήφθηκε κατάθεση μεταξύ των ωρών 15.20-15.35 και συνελήφθηκε περί ώρα 16.00 οπότε κρατήθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και η ώρα 23.30 της ίδιας μέρας κατηγορήθηκε γραπτώς (Τεκμήριο 3) ότι προκάλεσε παράνομα ζημιά ύψους Λ.Κ.1.000,00 στο αμπέλι του Γιαννάκη Περικλέους, και αμέσως μετά αφέθηκε ελεύθερος. Αποτελεί επίσης εύρημα ότι για τη διερεύνηση του παραπόνου για ζημιά από το κοπάδι του Ενάγοντα λήφθηκαν και άλλες καταθέσεις πέραν από την κατάθεση του Ενάγοντα. Ως τέτοιες καταθέσεις είναι η κατάθεση της Νίκης Κυριάκου και του Σάββα Στυλιανού στις 11.08.2006 καθώς και από το Φειδία Τζιάζα στις 13.08.2006 ώρα 13.40-13.50 ο οποίος είναι γεωπόνος και προέβηκε σε εκτίμηση ζημιάς. Επίσης λήφθηκε κατάθεση από τη Δήμητρα Περικλέους στις 12.08.2006 μεταξύ των ωρών 22.10-22.40. Στη βάση του παραπόνου για πρόκληση ζημιάς εναντίον του Ενάγοντα καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 15057/06 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και ο Ενάγοντας ως κατηγορούμενος αθωώθηκε. Νομική πτυχή Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επιπλέον, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στον Ενάγοντα, να αποδείξει, δηλαδή τους ισχυρισμούς του οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι του παραδεκτού της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Άρθρο 11. Συντάγματος.
(1)Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας κα προσωπικής ασφάλειας.
(2)Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, είμη ότε και όπως ο νόμος ορίζη εις τας περιπτώσεις: (α) κρατήσεως ατόμου μετά την καταδίκην αυτού υπό αρμοδίου δικαστηρίου, (β) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου λόγω μη συμμορφώσεως προς νόμιμον διαταγήν δικαστηρίου, (γ) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου ενεργουμένης προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμόδιας κατά νόμον αρχής επί τη ευλόγω υπονοία ότι διέπραξεν αδίκημα ή οσάκις η σύλληψις ή κράτησις θεωρηθή ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδισιν διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά την διάπραξιν αυτού, (δ) περιορισμού ανηλίκου δυνάμει νομίμου διαταγής προς τον σκοπόν αναμορφωτικής επιβλέψεως ή νομίμου κρατήσεως προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμοδίας κατά νόμου αρχής. (ε) περιορισμού ατόμων προς παρεμπόδισιν επεκτάσεως μεταδοτικών νόσων, ατόμων ασθενών διανοητικώς, αλκοολικών, τοξικομανών ή αλητών, και (στ) .................................. .................................
(3)Εξαιρουμένου του διά θανάτου ή φυλακίσεως, ότε και όπως ο νόμος ορίζη, τιμωρουμένου αυτοφώτου αδικήματος, ουδείς συλλαμβάνεται, ειμή κατόπιν ητιολογημένου δικαστικού εντάλματος εκδοθέντος συμφώνως προς τους υπό του νόμου προδιαγεγραμμένους τύπους.
(4)Πας συλλαμβανόμενος πληροφορείται κατά την στιγμήν της συλλήψεως αυτού εις καταληπτήν υπ΄ αυτού γλώσσαν τους λόγους της συλλήψεως αυτού και δικαιούται να τύχη των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής αυτού.
(5)Ο συλληφθείς προσάγεται ενώπιον του δικαστού ως οίον τε συντομώτερον ευθύς μετά την σύλληψιν αυτού, πάντος δε το βραδύτερον εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από της συλλήψεως, εφ' όσον δεν αφεθή πρότερον ελεύθερος. Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Το ερώτημα που τίθεται πρώτιστα στην υπόθεση μας είναι αν ήταν επιβεβλημένο εκ μέρους της Αστυνομίας ευθύς μόλις συνέλαβε τον Ενάγοντα να τον παρουσιάσει αμέσως σε Δικαστήριο για περαιτέρω κράτηση ή ήταν δικαιολογημένο να τον κρατήσει για σκοπούς της διερευνώμενης υπόθεσης και σε τέτοια περίπτωση αν ο χρόνος κράτησης του Ενάγοντα ήταν υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένος. Το πρώτο ερώτημα δεν δύναται να απαντηθεί θετικά αφού κάτι τέτοιο δεν επιβάλλεται από οποιαδήποτε νομοθεσία, αντίθετα με το άρθρο 11 του Συντάγματος ενώ θεσθοποιείται ο βασικός κανόνας για σύντομη παρουσίαση ενός συλληφθέντος στο Δικαστήριο, ταυτόχρονα παρατηρείται ένα περιθώριο εικοσιτεσσάρων ωρών. Αυτό το χρονικό διάστημα των εικοσιτεσσάρων ωρών έχει κάποια δικαιολογητική βάση, που δεν είναι άλλη παρά μόνο να δίδεται στην Αστυνομία ο χρόνος να εκτιμήσει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης που διερευνά και ακολούθως να πράξει ανάλογα. Επομένως το νόημα της διάταξης του άρθρου 11 είναι να ενεργήσει αφ΄ ενός σύντομα η Αστυνομία και όχι πέραν των εικοσιτεσσάρων ωρών οι οποίες αν δεν είναι αρκετές για να εκτιμήσει τις ενέργειες της περιλαμβανομένης της ολοκλήρωσης διερεύνησης, τότε θα πρέπει να αποτίνεται στο Δικαστήριο για περαιτέρω κράτηση. Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας κρατήθηκε για περίοδο 7.30 ωρών μετά τη σύλληψη του (16.00-23.30) επομένως το ζήτημα που εγείρεται είναι αν ήταν δικαιολογημένη η κράτηση του και αν αυτός ο χρόνος ήταν δικαιολογημένος. Η κράτηση του υπόπτου-Ενάγοντα ήταν πλήρως νόμιμη και δικαιολογημένη κατά το Δικαστήριο, από η ώρα 16.00 που συνελήφθηκε ο Ενάγοντας και βρισκόταν σε εξέλιξη η λήψη καταθέσεων για ολοκλήρωση της έρευνας. Βέβαια η απάντηση αν ήταν δικαιολογημένος ο χρόνος κράτησης του δεν προκύπτει με βάση απλά μαθηματικά και δεν είναι μοναδικό κριτήριο ο χρόνος που παρέρχεται, αλλά θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της υπόθεσης, η αναγκαιότητα λήψης καταθέσεως καθώς και η παροχή εύλογου χρόνου στην Αστυνομία να αποφασίσει αν θα ολοκληρώσει τις ανακρίσεις κρατώντας τον ύποπτο για περαιτέρω χρόνο οπότε θα πρέπει να αποταθεί στο Δικαστήριο για κράτηση του, είτε θα τον αφήσει ελεύθερο κατόπιν γραπτής κατηγορίας ή αν δεν θα του προσάψει κατηγορία εφ΄ όσον δεν προκύπτουν τα αναγκαία στοιχεία. Όπως διαφαίνεται, στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας ανακρίθηκε αμέσως πριν την σύλληψη του έστω και αν φαίνεται ότι η επόμενη κατάθεση που λήφθηκε μετά τη σύλληψη του ήταν στις 22.10-22.40 από τη σύζυγο του παραπονούμενου αυτό το στοιχείο δεν αίρει το νόμιμο της σύλληψης και κράτησης του . Προφανώς εδώ μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα που δεν λαμβάνονται καταθέσεις, από την άλλη η λήψη κατάθεσης από τη σύζυγο του παραπονούμενου είναι ένα γεγονός το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί ως αναγκαιότητα για την Αστυνομία, συνεπώς όταν μετά από αυτή την κατάθεση η Αστυνομία προχώρησε και κατηγόρησε γραπτώς τον Ενάγοντα και αμέσως μετά τον άφησε ελεύθερο, δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για παράνομη κράτηση του αφού δεν είχαν παρέλθει εικοσιτέσσερις ώρες τη σύλληψη του ή ακόμη γίνεται λόγος για κράτηση για οποιοδήποτε αλλότριο λόγο ή σκοπό, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι την επόμενη μέρα της απόλυσης του Ενάγοντα λήφθηκε ακόμη κατάθεση από γεωπόνο για την εκτίμηση της ζημιάς και τούτο επειδή η Αστυνομία έκρινε ότι εφόσον η μαρτυρία του δεν αναμενόταν να επηρεαστεί πριν αφεθεί ελεύθερος. Επ΄ ακριβής νομολογία επί των ιδίων γεγονότων δεν έχει εντοπιστεί, ωστόσο η απόφαση στην υπόθεση Α. Τσουλούπας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1263 ασχολήθηκε με παρόμοια γεγονότα και έχει συζητήσει τις αρχές που διέπουν και την παρούσα υπόθεση, ο χρόνος κράτησης επτά περίπου ωρών στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι δεν ήταν υπερβολικός υπό τις περιστάσεις. Το Εφετείο επιβεβαίωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερθέντα κρίνεται ότι η αγωγή του Ενάγοντα δεν δύναται να επιτύχει αφού δεν γίνεται αποδεκτό ότι κρατείτο στην Αστυνομία παράνομα ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, παρά μόνο για σκοπούς διερεύνησης υπόθεσης εναντίον του δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, γεγονός, που δικαιολογούσε τη λήψη καταθέσεων, την παροχή χρόνου για τα περαιτέρω βήματα και ουδόλως έχει αποδειχθεί ότι η κράτηση είχε στόχο την τιμωρία του Ενάγοντα είτε από την Αστυνομία γενικότερα είτε από τον Εναγόμενο 2 ως ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας. Σημειώνεται περαιτέρω ότι, ως προς την εκδοχή του Ενάγοντα για τον Εναγόμενο 2, πως υπάρχει μία σοβαρή αντίφαση στην εκδοχή του Ενάγοντα, αφού από τη μία ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 έδωσε διαταγή για να κρατηθεί μέχρι την εξάντληση του εικοσιτετραώρου στο τέλος όμως εκ των πραγμάτων ο Ενάγοντας απολύθηκε στις επτάμισυ περίπου ώρες. Ενόψει όλων των πιο πάνω η αγωγή δεν δύναται να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα και προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παράνομη κράτηση - Παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων - Άρθρο 11 Συντάγματος - κράτηση μετά από σύλληψη για 7.30 ώρες cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.