Επί τοις αφορώσι τον Λευτέρη Χαραλάμπους, Αρ. Αίτησης: 232/2010, 04.05.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κίτσιου, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 232/2010 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι τον Λευτέρη Χαραλάμπους (Α.Τ. 728116) Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου 8, Πέγεια, Πάφος --------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27.12.2010 για υποκατάσταση επίδοση αίτησης για Διάταγμα Παραλαβής Περιουσίας με δημοσίευση σε εφημερίδα Ημερομηνία: 04.05.2011 Εμφανίσεις Για Αιτητές: κ. Μαρίνος Μιτίδης για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 08.07.2010 καταχωρήθηκε από τους Marfin Popular Bank Public Company Ltd (στο εξής οι αιτητές) αίτηση, με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Λευτέρη Χαραλάμπους, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν εντοπίστηκε για να του επιδοθεί η σχετική αίτηση. Στις 27.12.2010 οι αιτητές καταχώρησαν μονομερή αίτηση (στο εξής η επίδικη αίτηση), με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος, το οποίο να επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση στο Λευτέρη Χαραλάμπους (στο εξής ο καθ΄ ου η αίτηση) δια δημοσιεύσεως σε μία ημερήσια εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Νομική βάση της επίδικης αίτησης είναι ο Περί Πτωχεύσεως Νόμος Κεφ. 5, άρθρα 3, 4, 5 και 6, οι Περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί Κ. 51
(1)
(2)και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Γερασίμου, η οποία εργάζεται ως δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των αιτητών. Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, στις 27.05.2010 προηγήθηκε προσωπική επίδοση στον καθ΄ ου η αίτηση, της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 374/10, την εν λόγω επίδοση έκανε ο Χάρης Αντωνίου, ιδιώτης επιδότης ωστόσο, ο καθ΄ ου η αίτηση τώρα εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου 8, Πέγεια, Πάφος, και διαμένει σε άγνωστη διεύθυνση. Επισυνάπτεται σχετικό αντίγραφο της ειδοποίησης του επιδότη. Επειδή δεν μπορεί να γίνει επίδοση προσωπικά, δια της δημοσίευσης σε καθημερινή εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας ο καθ΄ ου η αίτηση θα λάβει γνώση της αίτησης. Τέλος, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, είναι πρόδηλο ότι ο καθ΄ ου η αίτηση αποφεύγει εσκεμμένα την επίδοση και ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Μέσα από την αγόρευσή τους οι συνήγοροι των αιτητών επικαλούνται τους Κανονισμούς 25 και 51
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, τη Δ.5
(9)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και αγγλική νομολογία και το σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 3, σελίδα 201, εισηγούμενοι ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Νομική πτυχή Η υποχρέωση επίδοσης της αγωγής είναι συνυφασμένη με συνταγματική επιταγή ως προς το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να έχει κάθε πολίτης, δηλαδή να δίδεται η ευκαιρία σε κάθε διάδικο να ακουστεί πριν την έκδοση δικαστικής απόφασης. Για το σκοπό αυτό λειτουργεί η πρόνοια της Διαταγής 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα προκειμένου να δίδεται η ευκαιρία να λάβει γνώση κάθε πολίτης για διαδικασία που αρχίζει εναντίον του στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή όταν τηρηθεί τότε το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει τη διαδικασία στην απουσία διαδίκου, ο οποίος δεν εμφανίζεται. Μέσα από την πάροδο του χρόνου διαφάνηκε πως η υποκατάστατη επίδοση μέσω δημοσίευσης του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί αποδεκτό τρόπο για καλή επίδοση εφόσον βέβαια τηρούνται ουσιαστικές προϋποθέσεις και το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Οι εν λόγω προϋποθέσεις συνίστανται στα ακόλουθα: (α) Να είναι αδύνατη η επίδοση είτε προσωπικά στον εναγόμενο είτε σε κάποιο άλλο πρόσωπο και όπως προβλέπεται στη Δ.5 Κ. 2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. (β) Η διεύθυνση του εναγόμενου να είναι άγνωστη και να πιστεύεται ότι ο εναγόμενος αποφεύγει την επίδοση. (γ) Με την υποκατάστατη επίδοση θα υπάρχουν εύλογες πιθανότητες ότι το κλητήριο ένταλμα θα περιέλθει σε γνώση του εναγόμενου. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 στην πράξη δεν παρέχεται διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον υπάρχει καλός λόγος να πιστεύεται ότι η δημοσίευση θα περιέλθει σε γνώση του εναγόμενου. Τις θέσεις αυτές έχει υιοθετήσει και επαναλάβει πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10/2006 Sabine Zehil v. Neil Roberts ημερομηνίας 05.06.2009, το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται στη συνέχεια: "Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι το σημαντικό στοιχείο στην υπόθεση, είναι ότι ο Εφεσίβλητος ενήργησε σύμφωνα με το διάταγμα του δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση. Δεν συμφωνούμε. Πρωταρχικός σκοπός ήταν να περιέλθει στην αντίληψη της Εφεσείουσας η αίτηση για διάλυση του γάμου της. Ο Εφεσίβλητος σε κάποιο στάδιο, ενώ γνώριζε ότι η αίτηση θα μπορούσε να επιδοθεί μέσω των δικηγόρων της Εφεσείουσας, το απέκρυψε από το δικαστήριο. Επέμενε να στηριχθεί στη δημοσίευση σε Κυπριακή εφημερίδα, έστω και αν δεν είχε κανένα απολύτως στοιχείο που να δείχνει ότι η Εφεσείουσα διέμενε στην Κύπρο. Το δικαστήριο λανθασμένα ενέκρινε το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, εφόσον: (α) καμία μαρτυρία δεν δόθηκε ότι υπήρχε πρακτική δυσκολία στο να γίνει προσωπική επίδοση, (β) κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου σχετικά με τις προσπάθειες που έγιναν για προσωπική επίδοση και ότι είχαν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες για προσωπική επίδοση ή ότι η Εφεσείουσα σκόπιμα απέφευγε επίδοση και (γ) καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε που να δείχνει ότι η δημοσίευση σε αγγλόφωνη εφημερίδα στην Κύπρο, εύλογα θα έφερνε σε γνώση της Εφεσείουσας την αίτηση διαζυγίου. Η δημοσίευση, ως μέθοδος επίδοσης, συνήθως επιλέγεται όταν ο ακριβής τόπος διαμονής του διαδίκου είναι άγνωστος. Όμως προτού εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι υπάρχουν εύλογες πιθανότητες να περιέλθει στην αντίληψη του διαδίκου. Λόγω της δραστικότητας του μέτρου και των συνεπειών, αυτού του είδους η υποκατάσταση επίδοση εγκρίνεται με φειδώ και ως έσχατη ανάγκη (Βλ. Lazard Bros & Co v. Banque Industrielle de Moscow
(1932)146 L.T. 240)." Οι πιο πάνω αρχές, βέβαια, όπως διαφαίνεται, αφορούν σε αίτημα υποκατάστατης επίδοσης κλητηρίου εντάλματος, ωστόσο, σύμφωνα με τον Κανονισμό 25 και 51
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, προβλέπεται η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει υποκατάστατη επίδοση, πτωχευτικής αίτησης, συνεπώς οι αρχές και οι κατευθυντήριες γραμμές που προαναφέρθηκαν ισχύουν και στην περίπτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, σε κάθε δε περίπτωση παραμένει ως κύριο στοιχείο η γνώση του διαδίκου για τη διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον του ενώπιον Δικαστηρίου. Συμπέρασμα Δικαστηρίου Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές από τη μια και την προσαχθείσα μαρτυρία από πλευράς αιτητών από την άλλη, κρίνεται ότι ενώ το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει πρακτική δυσκολία για να επιδοθεί, στον καθ΄ ου η αίτηση, προσωπικά η επίδικη αίτηση, δεν ισχύει το ίδιο, δηλαδή ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα να λάβει γνώση της αίτησης ο καθ΄ ου η αίτηση με τη δημοσίευση. Η προσωπική πεποίθηση της ενόρκως δηλούσας, Χριστιάνας Γερασίμου, ότι με τη δημοσίευση θα περιέλθει η αίτηση σε γνώση του καθ΄ ου η αίτηση δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο, αφού δεν υποστηρίζεται από γεγονότα τα οποία εξ αντικειμένου να δημιουργούν εύλογες πιθανότητες για κάτι τέτοιο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν τέθηκε μαρτυρία αν ο καθ΄ ου η αίτηση διαμένει στην Κύπρο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, η αναφορά του επιδότη σε σχετική του ειδοποίηση, (Τεκμήριο Δ επί της ένορκης δήλωσης της Χριστιάνας Γερασίμου) ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει εγκαταλείψει τη δοθείσα διεύθυνση, δεν δημιουργεί από μόνη της και αυτόματα συμπέρασμα ότι αυτός αποφεύγει την επίδοση. Παρατηρείται δε πως ενώ η υποκατάστατη επίδοση είναι αποδεκτός τρόπος επίδοσης, η έγκριση της εξαρτάται από τον τρόπο που ζητείται να γίνει, αλλά και από τα στοιχεία που υποστηρίζουν τον αιτούμενο τρόπο, τα οποία πάντοτε θα πρέπει να οδηγούν στις εύλογες πιθανότητες να λάβει γνώση ο διάδικος για τη διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον του. Τέλος, πέραν των πιο πάνω και των όσων έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts (ανωτέρω), και τα οποία έχουν ήδη ληφθεί υπόψη, το Δικαστήριο αφού έχει λάβει περαιτέρω υπόψη του τη φύση της πτωχευτικής διαδικασίας και τα δραστικά αποτελέσματα ή συνέπειες που θα έχει ένα διάταγμα παραλαβής σε περίπτωση που αυτό εκδοθεί (αφού θα είναι το επόμενο βήμα μετά την επίδοση της αίτησης ) χωρίς να λάβει γνώση ο καθ΄ ου η αίτηση, και με ότι αυτό θα συνεπάγεται στις συναλλαγές του ή και στην προστασία των συναλλαττομένων μ΄ αυτόν όπου πιθανόν να μην συναλλάσσονται μαζί του αν γνώριζουν ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, κρίνεται ότι δεν είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Με γνώμονα τις πιο πάνω σκέψεις και αρχές δικαίου που ισχύουν και διέπουν το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι η επίδικη αίτηση δεν δύναται να επιτύχει και ως εκ τούτου, απορρίπτεται. (Υπ.) ........... Δ. Κίτσιος, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Bankruptcy/ Interim Αναφορά: Πτωχεύσεις - Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση με δημοσίευση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο