ΤΑΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 96/2008, 5 Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 96/2008 Μεταξύ: ΤΑΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ενάγοντα - Καθ΄ού η Αίτηση και ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ Εναγομένης - Αιτήτριας Αίτηση ημερομηνίας 11.1.2011 για αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας εναντίον των Εναγομένων- Αιτητών απόφασης Ημερομηνία: 5 Μαΐου 2011 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια - Εναγομένη: κα Ε. Τούρβα για κ.Λ. Γεωργίου. Για Καθ΄ ού η Αίτηση - Ενάγοντα: κα Θ. Φιλίππου για κ.Π. Τσαγκάρη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση, η πλευρά της Εναγομένης - Αιτήτριας επιδιώκει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εξεδόθη στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στις 26.11.2010, (στο εξής καλούμενη «η απόφαση») την οποία και εφεσίβαλε, μέχρι την εκδίκασή και/ή την αποπεράτωση της Έφεσης. Ο Ενάγοντας - καθ΄ ού η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, μετά την επίδοση στην πλευρά του της Αίτησης καταχώρισε εντός του καθοριζομένου υπό των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ημερομηνίας 3.2.
- Η Αίτηση εδράζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θ.1 - 9, Δ.35 θ.18, 19 και Δ.
- Επίσης στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9 και στην Νομολογία και Πρακτική των Δικαστηρίων. Το πραγματικό της υπόβαθρο τίθεται με την ένορκη δήλωση του Ευγένιου Γεωργίου, ημερομηνίας 11.1.2011, διευθυντή της ασφαλιστικής εταιρείας Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ (στο εξής καλουμένη «η Ασφαλιστική Εταιρεία») η οποία είναι κατά Νόμο υποχρεωμένη να καταβάλει για λογαριασμό της εναγόμενης το ποσό της πιο πάνω απόφασης στο οποίο έχει καταδικαστεί να πληρώσει στον ενάγοντα συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 Θ.18 - 19, Δ.39 Θ.1 - 21, Δ.40 Θ.1, 7, Δ.48 Θ.1 - 9, Δ.59, Δ.63, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 32 και 47, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στην Νομολογία, Πρακτική, αλλά και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό της υπόβαθρο τίθεται με την ένορκη δήλωση του κ.Τάσου Αναστασίου - Ενάγοντα, ημερομηνίας 1.2.2011, Καθ΄ ού η αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα προτάσσεται: (α) Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες και/ή καθόλου περιστάσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) ΌτιΗ αίτηση απώτερο στόχο και σκοπό έχει την καθυστέρηση της απόδοσης στον ενάγοντα του επιδικασθέντος προς όφελος του ποσό με την απόφαση ημερομηνίας 26.11.
- (γ) Ότι η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει μέσω της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, τα αληθή και/ή καθόλου γεγονότα και ειδικότερα ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας δεν είναι φερέγγυο και/ή αξιόχρεο άτομο προβάλλεται χωρίς να εκτείθενται υποστηρικτικά προς τούτο γεγονότα και στοιχεία. (δ) Ότι ο Ενάγοντας - Καθ΄ ού η αίτηση εργάζεται, έχει εισοδήματα και είναι σε θέση να επιστρέψει όλο και/ή μέρος του ποσού που θα του καταβάλει η Εναγομένη προς εξόφληση του ποσού της απόφασης και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (ε) Ότι μέχρις ότου εκδικαστεί η καταχωρηθείσα στις 11.1.2011έφεση από την Εναγόμενη, θα διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα με επακόλουθο ο Ενάγοντας να αποστερηθεί για όλο αυτό το χρονικό διάστημα τους καρπούς της επιτυχίας του. (στ) Ότι ο ισχυρισμός της Εναγομένης - Αιτήτριας περί καλής υπόθεσης και επιτυχίας της έφεσης προβάλλεται γενικά και αόριστα ενώ αντιθέτως η εκδοθείσα - προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ΄ όλα νομικά και νομολογιακά εμπεριστατωμένη. (ζ) Ότι το αντικείμενο της απόφασης είναι η καταβολή χρηματικού ποσού κάτι που εξυπακούει πως αν αυτή εκτελεστεί δεν θα προκληθούν μη ανατρέψιμες καταστάσεις σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. (η) Ότι η Εναγόμενη - Αιτήτρια στην έφεση της προσβάλλει μόνο το ύψος του ποσού των γενικών αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν υπέρ του Ενάγοντα με επακόλουθο να μην δικαιολογείται καθόλου αίτημα για αναστολή ολόκληρης της απόφασης στην οποία περιλαμβάνονται οι ειδικές αποζημιώσεις αλλά και τα έξοδα της δίκης. (θ) Ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση μέσω του ενόρκως δηλούντα για λογαριασμό της Αιτήτριας, στερείται γεγονότων και στοιχείων κατά τρόπο που να μην δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (ι) Ότι η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης δεν δικαιολογείται υπό τας περιστάσεις και/ή δεν είναι λογικά αναγκαία αφού αντικείμενο της έφεσης είναι μόνο το ύψος του χρηματικού ποσού που επιδικάστηκε προς όφελος του Ενάγοντα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων ύψους €5.500, πλέον τους σχετικούς τόκους ή μέρος αυτού, το οποίο εύκολα μπορεί να αναρτηθεί από την Εναγόμενη - Αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης της. Ο κ.Ευγένιος Γεωργίου στα πλαίσια της Ένορκης Δήλωσης του που συνοδεύει την Αίτηση, ημερομηνίας 11.1.2011, αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Ασφαλιστικής Εταιρείας στην Πάφο και έχει την ευθύνη χειρισμού των υποθέσεων που αφορούν την επαρχία Πάφου. Όσα εκθέτει στην ένορκη του δήλωση τα γνωρίζει από την προσωπική του πείρα και από τα όσα έχει πληροφορηθεί από την ίδια την Εναγόμενη αλλά και από τα στελέχη και τους δικηγόρους της Ασφαλιστικής Εταιρείας. Επίσης ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη για να προβεί στην ένορκο του δήλωση όπως επίσης και από την Ασφαλιστική Εταιρεία η οποία είναι και υπόχρεα να καταβάλει το ποσό της απόφασης. Η απόφαση αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην ένορκο του δήλωση σαν Τεκμήριο Α μαζί με το αντίγραφο της συνταχθείσας απόφασης σαν Τεκμήριο Β αλλά και της καταχωρηθείσας κατ΄ αυτής έφεσης σαν Τεκμήριο Γ, έχει πολλές πιθανότητες να παραμεριστεί αφού το χρηματικό ποσό που επιδικάστηκε για τις σωματικές βλάβες είναι έκδηλα υπερβολικό και εκτός των πλαισίων που έχουν καθοριστεί από τα Ανώτατο Δικαστήριο για αποζημιώσεις με παρόμοιας φύσης τραυματισμούς. Ακόμη είναι η θέση του κ.Γεωργίου ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία είναι αξιόπιστη και αξιόχρεη και είναι σε θέση να καταβάλει άμεσα το επιδικασθέν ποσό οποτεδήποτε κληθεί προς τούτο. Αντίθετα ισχυρίζεται ο κ.Γεωργίου ο Ενάγοντας δεν είναι φερέγγυο πρόσωπο, δεν έχει επαρκή κεφάλαια και περιουσία, έχει μεγάλα έξοδα μηνιαίως και σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις με επακόλουθο να μην είναι σε θέση σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση να επιστρέψει και/ή να αποζημιώσει την Εναγόμενη και πρακτικά την Ασφαλιστική Εταιρεία, σε περίπτωση που εισπράξει όλο το εξ αποφάσεως χρέος. Τούτο θα έχει σαν επακόλουθο η καταχωρηθείσα έφεση σε ενδεχόμενη επιτυχία της να καταστεί άνευ σημασίας γι΄ αυτό η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης πάντοτε με όρους που θα τεθούν από το Δικαστήριο να καθίσταται αναγκαία. Περαιτέρω ο κ.Γεωργίου δηλώνει ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία είναι πανέτοιμη σε περίπτωση που το Δικαστήριο αντιμετωπίσει θετικά το αίτημα της Εναγόμενης, είναι έτοιμη να προσφέρει ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση προς όφελος του Ενάγοντα και/ή να καταθέσει το ισόποσο της απόφασης ποσό στο Δικαστήριο αλλά και να καταβάλει άμεσα τα δικηγορικά έξοδα νοουμένου ότι ο συνήγορος του Ενάγοντα θα αναλάβει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου. Ακόμα και εναλλακτικά η Ασφαλιστική Εταιρεία είναι έτοιμη και πρόθυμη να καταβάλει στον Ενάγοντα άμεσα το ποσό των €3.550, πλέον τους επιδικασθέντες τόκους, ήτοι το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων για το οποίο δεν έχει ασκηθεί έφεση, να προσφέρει ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση και/ή να καταβάλει στο Δικαστήριο για λογαριασμό της Εναγομένης το ποσό των €5.500, πλέον τους επιδικασθέντες τόκους, ήτοι το ποσό για το οποίο ασκήθηκε η έφεση και αποτελεί τις γενικές αποζημιώσεις, καθώς επίσης και να πληρώσει άμεσα τα δικηγορικά έξοδα που έχουν επιδικασθεί νοουμένου ότι ο συνήγορος του Ενάγοντα αναλάβει δέσμευση να συμμορφωθεί με τις όποιες οδηγίες του Εφετείου μετά την εκδίκαση της έφεσης. Ακόμα ο κ.Γεωργίου στην ένορκη του δήλωση δηλώνει ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία είναι έτοιμη και πρόθυμη εφόσον δοθεί η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης υπό του Δικαστηρίου να καταβάλει ακόμα και το ποσό των γενικών αποζημιώσεων στον Ενάγοντα νοουμένου ότι θα δοθεί από μέρους του ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση ότι αυτός θα επιστρέψει ολόκληρο ή μέρος του ποσού ανάλογα με την τελική απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω η Ασφαλιστική Εταιρεία αποδέχεται και δηλώνει μέσω του κ.Γεωργίου ότι σε περίπτωση που εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα και τεθούν οποιοιδήποτε όροι, σε περίπτωση που οι όροι αυτοί δεν τηρηθούν τότε η εκτελεστότητα της απόφασης να επανέλθει σε πλήρη ισχύ. Εν κατακλείδι εισηγείται ο κ.Γεωργίου, ότι εν όψει και των όσων η Ασφαλιστική Εταιρεία δηλώνει, ήτοι ότι είναι πρόθυμη και έτοιμη να προσφέρει για σκοπούς διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας του Ενάγοντα διάφορες και διαζευκτικές εξασφαλίσεις, είναι δίκαιο και εύλογο και η κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί από το Δικαστήριο η διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της Εναγόμενης. Στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης του ο Ενάγοντας, αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα Αίτηση, όσο δε αφορά τα νομικά ζητήματα από τη νομική συμβουλή που πήρε από τον δικηγόρο του. Ακολούθως αρνείται ότι η Εναγόμενη - Αιτήτρια δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες, υιοθετεί πλήρως τους λόγους της ένστασης του και εισηγείται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος που έχουν καθιερωθεί από τη σχετική νομολογία. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι για την εκδίκαση της έφεσης θα απαιτηθεί μεγάλο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να στερηθεί για όλο αυτό το διάστημα τους καρπούς της επιτυχίας του κάτι άλλωστε που είναι και ο κύριος στόχος και σκοπός της Αιτήτριας. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του κ.Γεωργίου που περιέχονται στην ένορκο του δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι αυτοί δεν ευσταθούν καθ΄ ότι αυτός εργάζεται και έχει επαρκή εισοδήματα και οικονομική δυνατότητα για να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό του καταβληθεί προς εξόφληση του εξ αποφάσεως ποσού, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του κ.Γεωργίου ότι η έφεση έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, ο Ενάγοντας τους απορρίπτει αφού η εκδοθείσα απόφαση, επί τη βάση και της συμβουλής που έλαβε από το δικηγόρο του, είναι καθ΄ όλα νομικά και νομολογιακά εμπεριστατωμένη. Ακόμα σε σχέση με το ίδιο ζήτημα είναι η θέση του Ενάγοντα ότι τα όσα αναφέρει ο κ.Γεωργίου περί επιτυχίας της έφεσης είναι γενικά και αόριστα χωρίς να δίνεται οποιοσδήποτε υποστηρικτικός λόγος γιατί η έφεση έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι η έφεση προσβάλλει μόνο το μέρος της απόφασης που έχει σχέση με το ύψος του ποσού των γενικών αποζημιώσεων και αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που δεν δικαιολογεί το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης ολόκληρης της απόφασης στην οποία περιλαμβάνονται οι ειδικές αποζημιώσεις αλλά και τα έξοδα της δίκης. Ένας δε ακόμα λόγος ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, που δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, είναι και το ότι επειδή η απόφαση έχει σαν αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων, οι όποιες καταστάσεις δημιουργηθούν αν επιτύχει η έφεση δεν είναι τέτοιες που να μην είναι ανατρέψιμες αφού ο ίδιος είναι σε θέση να επιστρέψει το ποσό το οποίο αφορά η έφεση και που ανέρχεται σε €5.
- Εν κατακλείδι ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και αδικαιολόγητη με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας αφού ο μόνος τεκμηριωμένος ισχυρισμός της είναι το γεγονός της καταχώρησης της έφεσης που δεν είναι ικανός να δώσει έρεισμα στο Δικαστήριο για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αποποιήθηκαν στις 3.3.2011, του δικαιώματος τους να αντεξετάσουν η κάθε πλευρά τους ενόρκως δηλούντες στην Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις. Τις εν λόγω αγορεύσεις τους ετοίμασαν γραπτώς, αντίγραφα τους κατέθεσαν στο Δικαστήριο στις 23.3.2011 και θεωρήθησαν με κοινή δήλωση και των δύο πλευρών και έγκριση από το Δικαστήριο ως αναγνωσθείσες. Του μεν συνηγόρου της Αιτήτριας - Εναγόμενης η αγόρευση σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α, του δε συνηγόρου του Καθ΄ ού η αίτηση - Ενάγοντα η γραπτή αγόρευση σημειώθηκε σαν Έγγραφο Β. Το σύνολο των όσων αναφέρουν οι συνήγοροι έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και αναφορά σε αυτό στην παρούσα, θα γίνεται όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Ο συνήγορος της Αιτήτριας - Εναγόμενης, στην αγόρευση του επικαλέστηκε σε σχέση με τα γεγονότα, τις θέσεις που προβάλλονται στην Αίτηση και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει. Όσο αφορά την νομική πτυχή, επικαλέστηκε την σχετική νομολογία, παραπέμποντας σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο συνήγορος του Ενάγοντα - Καθ' ού η Αίτηση, στη δική του αγόρευση επίσης προέβαλε τις θέσεις και επιχειρήματα του Ενάγοντα όπως αυτά πηγάζουν από την ένσταση του και περαιτέρω αναφορικά με τη νομική πτυχή παρέπεμψε το Δικαστήριο στους σχετικούς περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Περαιτέρω κάνει αναφορά σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να ενισχύσει την εισήγηση του ότι η Εναγόμενη δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης εκείνων των προϋποθέσεων που έχουν ταχθεί από τη σχετική επί του θέματος νομολογία για να εξασφαλίσει την υπό του Δικαστηρίου προς όφελος της άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Προς τούτο εισηγείται ο συνήγορος του Ενάγοντα, θα έπρεπε επί τη βάση των όσων επίσης έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία παραπέμποντας και σε σχετικά αποσπάσματα από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα έπρεπε και επιβάλλετο η Εναγόμενη, εφόσον υπάρχει πλήρης διάσταση των γεγονότων που επικαλούνται οι δύο πλευρές, να αντεξετάσει τον Καθ΄ ου η αίτηση - Ενάγοντα επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του. Η μη αντεξέταση του Καθ΄ ού η Αίτηση - Ενάγοντα, από πλευράς της Εναγομένης, αφήνει τους ισχυρισμούς του αδιαμφισβήτητους ενώ τους δικούς της ατεκμηρίωτους με όλα τα θέματα τα οποία επικαλείται για να δικαιολογήσει την έκδοση προς όφελος της του αιτούμενου διατάγματος να αιωρούνται στη σφαίρα των γενικών και αορίστων ισχυρισμών. Αντιθέτως ο Ενάγοντας, εισηγείται ο συνήγορος του, με τα όσα αναφέρει στην ένορκο του δήλωση τεκμηριώνει πλήρως γιατί η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Κρίνω σκόπιμο και ορθό προτού εξετάσω περαιτέρω την Αίτηση να επισημάνω ότι η Αιτήτρια - Εναγόμενη και η Ασφαλιστική Εταιρεία μέσω του ενόρκως δηλούντος που υποστηρίζει την Αίτηση κ.Γεωργίου, σαφώς δηλώνει ότι συμφωνεί και αποδέχεται να της επιβληθούν συγκεκριμένοι όροι τους οποίους μάλιστα εκθέτει και εναλλακτικά, για να διασφαλίσει την υπό του Δικαστηρίου άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς όφελος της με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ακόμη συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι τα όσα ο ίδιος ο Ενάγοντας αναφέρει στην ένορκο του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτα αφού δεν έχει αντεξεταστεί, ενώ αντιθέτως παρά τη μη αντεξέταση του κ.Γεωργίου, το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του απορρίπτεται και αμφισβητείται από την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα. Οι επισημάνσεις μου αυτές γίνονται για να τονίσω το γεγονός ότι η έκβαση του αποτελέσματος της υπό εξέταση Αίτησης αναπόφευκτα θα στηριχθεί σε σχέση με τα γεγονότα αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών αφού όπως επισημαίνω και πιο πάνω, οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι θεραπείες που αιτείται η Εναγόμενη και το αιτούμενο διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης υποστηρίζεται επαρκώς, τόσο από τα γεγονότα όσο και από τη νομική πτυχή, έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του. Σε σχέση δε με την νομική πτυχή παραθέτω κατωτέρω τα όσα έχουν καθιερωθεί και αφορούν αιτήσεις παρόμοιας φύσεως με την υπό εξέταση. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 454 υπό τον τίτλο "Stay of execution pending appeal" γίνεται αναφορά στον βασικό κανόνα σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση, όπως αυτός απευθείας τίθεται με τον κανονισμό 18 της Δ.35 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρει σχετικά: "Except so far as the court below or the Court of Appeal may otherwise direct, an appeal does not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision of the court below, and no intermediate act or proceeding is invalidated by an appeal." Στην παράγραφο 451 του ως άνω αναφερόμενου συγγράμματος, υπό τον τίτλο "Stay of execution generally" αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλων ότι: ". . . On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself. The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness." Όπως εξάλλου υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual practice) του 1958, στη σελίδα 1697: "It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay (Becker - v - Earl´s Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Ratata [1897] P at p. 132; A. G. - v - Emerson
(1889)24 QBD pp.58,59), and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require." Σε σχέση με την αναστολή της εκτέλεσης αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, είναι αναγκαίο να σημειωθεί η θέση η οποία προβάλλεται στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 272, παράγραφος 455, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: "As a rule, a stay of execution as to costs pending an appeal is not granted when the respondent's solicitor undertakes to repay the cost paid to him if the applicant is successful on the appeal, but this practice is not invariable." Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων και της δυνατότητας αναστολής εκκρεμούσης της Έφεσης, στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958, σελίδα 1698, στην παράγραφο υπό τον τίτλο "Terms on which a stay is ordered" εντοπίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "These are in the discretion of the Court, but in regard to the payment of costs under the judgment or order appealed from they are usually that the costs shall be paid to the solicitor of the other side on his personal undertaking to return them if the appeal is successful." Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ανάμεσα στις ειδικές περιστάσεις που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του για την έγκριση αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης, αποτελεί το γεγονός ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τυχόν μη έγκριση του αιτήματος και κατά συνέπεια πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή κατ΄ άλλο τρόπο ικανοποίηση της απόφασης θα καθιστούσε τυχόν επιτυχία της Έφεσης άνευ αντικειμένου (nugatory) (βλ. Wilson - v - Church (no. 2)
(1879)12 Ch. D. 454, C.A., Metropolitan Real and General Property Trust Ltd - v - Slatters and Bodeca Ltd
(1941)1 All ER 310, C.A.) ή ακόμα τυχόν αφερεγγυότητα του Ενάγοντα θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αδυναμία επιστροφής του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, ή ακόμα, το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως δανειστής είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, εντασσόμενο βέβαια στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. υποθέσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου -v- Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147 και Πραξιτέλης Βογαζιανού -ν- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ, σελίδα 591). Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση Έφεσης, έχουν επίσης τεθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd - v - Kittalides κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων από το σεβαστό δικαστή (όπως ήταν τότε) κ. Στυλιανίδη ότι: «Η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:
- Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
- Το ένδικο μέσο της Έφεσης το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. (Βλ. μεταξύ άλλων Gruno - v - Ship "Algazera"
(1980)1 CLR 595, Essex Overseas - v - Legent Shipping
(1981)1 CLR 263, Phoenix - v - Al Khalaf Exhibition
(1981)1 CLR 673, Mavrochanna and Another - v - Michael
(1984)1 CLR 760, Charalambous - v - Nicolaides & Neophytou
(1985)1 CLR 737, Μέγας Χ"Ευαγγέλου - ν - Dorami Marine Limited και Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 172, Ναυτικός Όμιλος Πάφου - ν - Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Το Δικαστήριο, στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, με βάση τις πιο πάνω αρχές, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.» Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου - ν - Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592 ο σεβαστός πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, (Δικαστής όπως ήταν τότε) πραγματευόμενος το ζήτημα ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Η άσκηση Έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση Έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K and others - v - Kotsonis
(1986)1 CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο.» Σε κάθε περίπτωση στόχος του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων. Προς επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου επιβάλλεται η στάθμιση του κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και την ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της Έφεσης. Οι δύο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση συνήθως επιτυγχάνεται με την επιβολή τέτοιων όρων που να εξασφαλίζουν ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ των συγκρουόμενων συμφερόντων των δύο πλευρών (βλ. Ιωσηφάκης - ν - Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 394). Επανερχόμενος στα υπό ουσιαστική διερεύνηση ζητήματα της παρούσας Αίτησης και στην προσπάθεια εξισορρόπησης των συγκρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων των διαδίκων, θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν μπορεί με βεβαιότητα να γίνει πρόγνωση ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης εναντίον του μέρους της πρωτόδικης απόφασης που προσβάλλει. Επίσης στο παρόν στάδιο σπεύδω να σημειώσω ότι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό συζήτησης Αίτησης, κρίνω ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αρνητικό παράγοντα στην έκβαση της, αφού αυτή καταχωρήθηκε 45 ημέρες από την έκδοση της απόφασης, ήτοι δεν παρατηρείται καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ, αφού ούτε και έχει τεθεί τέτοια εισήγηση, ότι υπάρχει λόγος για να εξετάσω περαιτέρω την πτυχή αυτή. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη - Αιτήτρια δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους μέχρι σήμερα, ενώ υπόλογος και υπεύθυνη να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος, κάτι που αποτελεί κοινό τόπο, είναι η Ασφαλιστική Εταιρεία. Ακόμα και εφόσον τούτο δεν αμφισβητήθηκε, η Ασφαλιστική Εταιρεία είναι σε θέση να εξοφλήσει πλήρως ολόκληρο το ποσό της απόφασης αφού κρίνεται αξιόχρεη, αλλά σύμφωνα και με τη σαφή δήλωση του ενόρκως δηλούντα κ.Γεωργίου που υποστηρίζει την αίτηση, να εκπληρώσει και οποιουσδήποτε όρους ήθελε θέσει το Δικαστήριο πάντοτε επί τη βάση των αρχών της νομολογίας για να ασκηθεί προς όφελος της η διακριτική του ευχέρεια. Συνακόλουθα κρίνω ότι με τα δεδομένα τα οικονομικά όπως αυτά εκτίθενται και ίσχυαν κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση και η ένορκος δήλωση του κ.Γεωργίου, η Ασφαλιστική Εταιρεία είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει πλήρως το όποιο ποσό πρέπει να καταβάλει δυνάμει της απόφασης, για λογαριασμό της Εναγόμενης. Αυτό βεβαίως χωρίς η Ασφαλιστική Εταιρεία να είναι διάδικο μέρος και χωρίς από την ένορκο δήλωση του κ.Γεωργίου να μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ή κρίση αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της ίδιας της Εναγόμενης που είναι και η εξ αποφάσεως οφειλέτρια. Από την άλλη ο Ενάγοντας στην ένορκο του δήλωση σαφώς αναφέρει ότι και εισοδήματα έχει και ότι είναι σε θέση να επιστρέψει σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης είτε ολόκληρο το ποσό που αυτή αφορά και περιορίζεται στο ποσό των €5.500, ήτοι του ποσού που αφορά τις γενικές αποζημιώσεις είτε μέρος αυτού, θέση και ισχυρισμός ο οποίος έχει παραμείνει αδιαμφισβήτητος. Επισημαίνω βεβαίως ότι ούτε και ο Ενάγοντας παραθέτει λεπτομέρειες ή έστω και κάποια δεδομένα σε σχέση με τα εισοδήματα του ή ακόμα και με περιουσιακά του στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν, αντικειμενικά πάντα ιδωμένα, να διασκεδάσουν τις ανησυχίες της Εναγομένης - Αιτήτριας για την δυνατότητα του να επιστρέψει το ποσό της απόφασης που θα του καταβληθεί σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Υπό το φώς των πιο πάνω και έχοντας υπόψη την σχετική με το ζήτημα νομολογία, αλλά και μετά από συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων και αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας, διατάσσω την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εξεδόθη στις 26.11.2010 εναντίον της Εναγομένης- Αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, μέχρι πλήρους εκδίκασης της έφεσης που καταχώρησε εναντίον μέρους αυτής, με τους πιο κάτω όρους: (α) Η Εναγόμενη να καταθέσει στο Δικαστήριο είτε ολόκληρο το ποσό της απόφασης που αφορά τις γενικές αποζημιώσεις ύψους €5.500, πλέον τους τόκους μέχρι την ημερομηνία της τοιαύτης κατάθεσης, είτε τραπεζική εγγυητική για το εν λόγω ποσό της απόφασης, πλέον τους τόκους, ως εγγύηση, για την περίοδο από σήμερα μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση που έχει καταχωρήσει στις 30.12.2010, εναντίον του μέρους της πιο πάνω απόφασης που αφορά το εν λόγω ποσό ή μέχρι την με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τερματισμό της έφεσης. (β) Η Εναγόμενη να καταβάλει στον δικηγόρο του Ενάγοντα τα επιδικασθέντα έξοδα της αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος θα αναλάβει προσωπική υποχρέωση είτε ενώπιον του Δικαστηρίου σήμερα είτε ενώπιον του Πρωτοκολλητή, με σχετική γραπτή δήλωση του, ότι θα συμμορφωθεί αμέσως με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή που το Εφετείο ήθελε εκδώσει στα πλαίσια της έφεσης αναφορικά με τα έξοδα. (γ) Η Εναγόμενη να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €3.550,47, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 28.9.2006 μέχρι 14.10.2008, πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης, ήτοι το ποσό που αντιστοιχεί στις ειδικές αποζημιώσεις που έχουν επιδικαστεί προς όφελος του Ενάγοντα και συνιστά το μέρος της απόφασης που δεν έχει εφεσιβληθεί και δεν αμφισβητείται η ορθότητα της. Παρέχεται χρονικό διάστημα 20 ημερών στην Εναγόμενη για να συμμορφωθεί με τους όρους αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης. Σε περίπτωση παράλειψης της Αιτήτριας - Εναγόμενης να συμμορφωθεί προς τους όρους αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης εντός του πιο πάνω καθορισθέντος χρονικού διαστήματος, η απόφαση θα υπόκειται σε άμεση εκτέλεση. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του κανόνα που ισχύει σε παρόμοιες περιπτώσεις, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης - Αιτήτριας. Διατάσσω περαιτέρω όπως το διάταγμα ημερομηνίας 10.2.2011 που εξεδόθη στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 25.1.2011 με το οποίο διατάσσεται η αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που εξεδόθη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή το οποίο στις 23.3.2011 κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο μέχρι εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην παρούσα Αίτηση, παύσει από σήμερα να ισχύει και συνακόλουθα αυτό ακυρώνεται και παραμερίζεται με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας ─ Εναγομένης ως καθορίζεται στις προηγούμενες διαταγές. (Υπ.) ............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο