← Κύπρος

Σε ότι αφορά τον Χάρη Φωτίου, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 1224/2009, 6 Μαΐου 2011

Σε ότι αφορά τον Χάρη Φωτίου, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 1224/2009, 6 Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 1224/2009 Σε Πτώχευση: Σε ότι αφορά τον Χάρη Φωτίου, από την Πάφο. -------------------------------- ΄Ενορκη Δήλωση που επενεργεί σαν Αίτηση Παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερομηνίας 10.12.2009 Ημερομηνία: 6 Μαΐου 2011 Εμφανίσεις: Για Χρεώστη-Αιτητή: κ. Ιωάννου για κ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου Για Πιστωτή-Καθ' ων η αίτηση: κα Κωνσταντίνου για κ.κ Χρίστο Πουργουρίδη και Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 30.11.2009, o Πέτρος Ζένιου, εν τοις εφ΄ εξής «Ο Πιστωτής» καταχώρισε αίτηση (request) στον Πρωτοκολλητή για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εν τοις εφ΄ εξής «η Ειδοποίηση» προς τον Χάρη Φωτίου, 1ης Απριλίου 16, Julia Court, 2ος όροφος, Γραφ. 204-205, Πάφος, εν τοις εφ΄ εξής «ο Χρεώστης». Με την εν λόγω Ειδοποίηση εζητείτο από τον Χρεώστη όπως εντός 7 ημερών από την επίδοσή της σ΄ αυτόν, ικανοποιήσει συγκεκριμένο εξ αποφάσεως χρέος, που ο Πιστωτής εξασφάλισε στην Αγωγή αρ. 476/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εν τοις εφεξής «η αγωγή 476/2005», η οποία απόφαση εξεδόθη την10.12.2008 και αντίγραφό της επισυνάφθηκε στην αίτηση. Περαιτέρω, εφίσταται η προσοχή του, στο γεγονός ότι η μη συμμόρφωσή του, με την απαίτηση της Ειδοποίησης, συνεπάγεται τη διάπραξη πράξης πτώχευσης από αυτόν, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή για ποσό ίσο ή μεγαλύτερο του οφειλόμενου ποσού, την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει κατά την διαδικασία ακρόασης της αγωγής στην οποία εξεδόθη η απόφαση. Η πιο πάνω ειδοποίηση πτώχευσης επεδόθη στον Χρεώστη προσωπικά στις 8.12.2009 ο οποίος αντέδρασε και εντός 3 ημερών όπως προνοεί ο Καν. 40

(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών, καταχώρισε Ένορκη Δήλωση εξαιτούμενος τον παραμερισμό της Ειδοποίησης. Ο Χρεώστης προς υποστήριξη του αιτήματος του, προβάλλει τ' ακόλουθα στην Ένορκη Δήλωσή του: Ότι το εξ' αποφάσεως χρέος στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, αμφισβητείται αφού έχει καταχωρηθεί η έφεση με αριθμό 31/2009 η οποία εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο προς εκδίκαση. Ότι ο Χρεώστης εναντίον του Πιστωτή και κάποιου κ. Κωστάκη Κωνσταντίνου, δικηγόρου, έχει ανταξίωση για την οποία πρόθεση του, ήταν να καταχωρήσει αγωγή με την οποία θα διεκδικεί αποζημιώσεις για ποσό πολύ μεγαλύτερο από το εξ αποφάσεως χρέος, στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή. Επειδή δε το αγώγιμο δικαίωμα του Χρεώστη για την ανταξίωση του προέκυψε κατά τη διάρκεια της εκδίκασης και ακροαματικής διαδικασίας στην αγωγή 476/2005, αφού τα εν λόγω πρόσωπα κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό απόδειξης ζημιών και εξόδων του Πιστωτή στην εν λόγω αγωγή και λόγω του σταδίου στο οποίο προέκυψε το γεγονός αυτό, είναι η θέση του Χρεώστη ότι δεν μπορούσε να προβάλει την ανταπαίτηση του στην εν λόγω αγωγή. Ότι η Αίτηση και η ειδοποίηση είναι νομικά αβάσιμη καθότι πάσχει νομικά και ουσιαστικά και καταχωρήθηκε εναντίον του Χρεώστη κακόπιστα, καταχρηστικά, εκδικητικά και κατά των χρηστών ηθών και με μόνο σκοπό τον εκβιασμό του. Ο Πιστωτής παρά το ότι είχε σχετικό δικαίωμα δεν ζήτησε να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση στην Ένορκο Δήλωση του Χρεώστη περιοριζόμενος στα όσα εκτίθενται στην Αίτηση του για έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ημερομηνίας 30.11.2009 στην οποία επισυνάπτεται και πιστό αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή 476/
  1. Η Ένορκος Δήλωση του Χρεώστη ορίστηκε για ακρόαση στις 18.1.2010 και εν συνεχεία αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες. Όπως δε φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.9.2010, ο χρόνος διάπραξης της πράξης πτώχευσης παρατάθηκε μέχρι να ακουστεί και αποφασιστεί το ζήτημα της Ενόρκου Δηλώσεως (Καν. 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών). Περαιτέρω στις 28.1.2010 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο Χρεώστης διατασσόταν να παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της Ενόρκου Δηλώσεως για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της. Κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας του ο Χρεώστης υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση του το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως του και περαιτέρω αντεξετάστηκε από το συνήγορο του Πιστωτή. Στην αντεξέταση του ανέφερε: · Ότι είναι δικηγόρος και ότι παρουσιάζεται στο Ε. Δ. Πάφου καθημερινά. · Ότι η ανταξίωση του προέκυψε κατά την εκδίκαση της αγωγής 476/2005 και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Πιστωτή που έλαβε χώρα στα πλαίσια της ακρόασης. · Ότι η απόφαση στην αγωγή 476/2005 εκδόθηκε στις 10.12.
  2. · Ότι παρά το γεγονός πως η ανταξίωση του προέκυψε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Πιστωτή, που ήταν ο πρώτος μάρτυρας της δίκης και πριν την έκδοση της απόφασης, δεν ζήτησε να τροποποιήσει την υπεράσπιση του και να προβάλει την ανταπαίτηση του, καθότι δεν υπάρχει πρόνοια στους κανονισμούς που να τον υποχρέωνε να το πράξει. · Ότι η ανταξίωση του στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι ο Πιστωτής με το τρίτο πρόσωπο κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό την απόδειξη απαίτησης για ζημιές και έξοδα που είχε υποστεί, την οποία όμως αξίωση ο Πιστωτής απέσυρε κατά τη διάρκεια της ακρόασης και πριν την έκδοση απόφασης στην αγωγή. Περαιτέρω, ότι ο Πιστωτής κρίθηκε αναξιόπιστος σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. · Ότι καταχώρησε αγωγή την υπ' αριθμό 3849/2009 Ε. Δ. Πάφου εν τοις εφεξής «η αγωγή 3849/2009», εναντίον του Πιστωτή, στην οποία καταχωρήθηκε και η Έκθεση Απαίτησης μετά την επίδοση του κλητήριου εντάλματος. · Εν συνεχεία κατέθεσε εκ συμφώνου φωτοτυπία της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή 3849/09 και δηλώθηκε και εγκρίθηκε σαν αποδεκτό γεγονός ότι: «η χρονολογία «2010» που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου 1, που είναι η Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή 3849/09, οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος αφού η ορθή ημερομηνία είναι 2009». · Ότι καταχωρήθηκε από πλευράς του Πιστωτή, Εναγόμενου στην αγωγή 3849/2009, αίτηση για απόρριψη της λόγω μη προώθησης, την οποία αίτηση ημερομηνίας 14.5.2010, κατέθεσε σαν Τεκμήριο
  3. Δήλωσε περαιτέρω ότι καθυστέρησε να καταχωρήσει την Έκθεση Απαίτησης του στην εν λόγω αγωγή διότι ανέμενε να ετοιμαστούν τα αποστενογραφημένα πρακτικά της αγωγής 476/
  4. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας αγόρευσαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Ο συνήγορος του Χρεώστη, στη δική του αγόρευση επικαλέστηκε τις πρόνοιες του άρθρου 3(ζ), του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, αναφορικά με το τι πρέπει να αποδείξει χρεώστης στον οποίο επιδίδεται ειδοποίηση πτώχευσης για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για να εκδώσει διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης. Πρόσθετα επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα ο ίδιος ο Χρεώστης αναφέρει στην ένορκο του δήλωση εισηγούμενος ότι όπως προέκυψε και από την αντεξέταση του Χρεώστη, έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται ότι αυτός έχει ανταξίωση εναντίον του Πιστωτή η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στην αγωγή 476/2005 και η οποία έχει πιθανότητα επιτυχίας όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης της αγωγής 3849/2009, Τεκμήριο
  5. Επεσήμανε περαιτέρω αλλά και αναγνώρισε, πώς το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης όπου προς τούτο γίνεται επίκληση ύπαρξης ανταπαίτησης, ανταγωγής ή δικαίωμα συμψηφισμού, έχει και βαρύνει τον χρεώστη. Σε σχέση με το ζήτημα της δυνατότητας να εγερθεί η ανταπαίτηση στην αγωγή 476/2005, στην οποία εξεδόθη η απόφαση επί της οποίας εδράζεται η Ειδοποίηση, ανέφερε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει καθ' ότι η αξίωση προέκυψε σε πολύ προχωρημένο στάδιο της εκδίκασης της εν λόγω αγωγής και ότι αυτή αφορούσε κι άλλο πρόσωπο και όχι μόνο τον Χρεώστη. Εν κατακλείδι πρόσθεσε ότι παρά την προσπάθεια του δεν εντόπισε απόφαση παρά την πλούσια νομολογία επί του θέματος, που να πλησιάζει τα γεγονότα της υπό εξέταση αίτησης και το νομικό σημείο το οποίο εγείρει και επικαλείται ο Χρεώστης για παραμερισμό της Ειδοποίησης. Ο συνήγορος του Πιστωτή στη δική του αγόρευση την οποία ετοίμασε γραπτώς, αντίγραφο της κατέθεσε στο Δικαστήριο η οποία σημειώθηκε σαν έγγραφο Γ. Α. 1, και επίσης έδωσε στον συνήγορο του Χρεώστη, την οποία και ανέγνωσε, παραπέμπει αρχικά το Δικαστήριο στο ιστορικό που οδήγησε στην καταχώρηση της Ειδοποίησης και στο τι επακολούθησε μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση Ενόρκου Δηλώσεως από πλευράς του Χρεώστη. Εισηγείται περαιτέρω ότι η καταχώρηση έφεσης που προσβάλει απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν είναι αρκετή χωρίς διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της, για να την καταστήσει μη τελεσίδικη. Προς τούτο δε με παρέπεμψε σε σχετική νομολογία. Ακολούθως επικαλούμενος αριθμό αποφάσεων και νομικών αυθεντιών με τις οποίες καθορίστηκαν οι αρχές και οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει χρεώστης για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης με την καταχώρηση σχετικής ενόρκου δηλώσεως δυνάμει του Θ. 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, εισηγείται ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί οι εν λόγω προϋποθέσεις ούτε και ο Χρεώστης έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε προς τούτο στους ώμους του. Συγκεκριμένα είναι η θέση του συνηγόρου του Πιστωτή ότι: α. Δεν παρατίθεται καμία λεπτομέρεια ή αποδεικτικά στοιχεία που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αξιολογήσει τις πιθανότητες επιτυχίας της προβαλλόμενης ανταξίωσης του Χρεώστη. β. Ο Χρεώστης δεν καθορίζει ούτε τη φύση αλλά ούτε και το ποσό που διεκδικεί με την προβαλλόμενη ανταξίωση του αφού οι σχετικές αναφορές στην ένορκη του δήλωση είναι εντελώς γενικές και αόριστες. γ. Παρά το ότι γίνεται αναφορά πώς η ανταξίωση του προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής 476/2005, ο Χρεώστης δεν δίνει καμία εξήγηση γιατί δεν μπορούσε να εγείρει την εν λόγω ανταξίωση εντός των πλαισίων της υπό αναφορά αγωγής και στο στάδιο που αυτή προέκυψε. Ακόμη εισηγείται ο συνήγορος του Πιστωτή ότι η προβαλλόμενη ανταξίωση του Χρεώστη δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας αφού δεν υπέστηκε καμία απολύτως ζημιά από την προσπάθεια που έγινε για να αποδειχθεί η αξίωση του Πιστωτή που στηριζόταν στα κατ' ισχυρισμό πλαστογραφημένα έγγραφα. Πρόσθετα και πέραν των όσων αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Πιστωτή επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του Χρεώστη στην αγόρευση του για να δικαιολογηθεί η μη προβολή της ανταπαίτησης εντός των πλαισίων της αγωγής 476/2005, δεν μπορούν να θεραπεύσουν την παράληψη του Χρεώστη να αναφέρει στην Ένορκο του Δήλωση και να δείξει λόγο γιατί δεν προχώρησε σε αυτό το διάβημα, καθότι ο συνήγορος δεν δίνει μαρτυρία στο στάδιο των αγορεύσεων. Προς τούτο με παρέπεμψε στην απόφαση που εδόθη στην Ειδοποίηση Πτώχευσης 1431/2009 Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 20.1.2010. Το σύνολο των όσων έχουν αναφέρει οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου, έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο του και γι αυτό δεν έκρινα σκόπιμο να το παραθέσω και επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Έχοντας θέσει το επικαλούμενο πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπό εξέταση υπόθεσης, όπως εκτίθεται ανωτέρω, θα πρέπει τώρα να εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσονται από την Νομοθεσία, Κανονισμούς και Νομολογία έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων θεραπειών δια της Ενόρκου Δηλώσεως - Αίτησης. Το νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει τόσο την παρούσα διαδικασία και τα όσα υποστηρίζονται με την Ένορκη Δήλωση που καταχωρήθηκε είναι ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5, άρθρο 3 καθώς και οι Περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί. Στο άρθρο 3
(1)του Κεφ. 5 προβλέπεται ότι χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε καθεμιά από τις πιο κάτω περιπτώσεις: «(α) . . . . . (β) . . . . . (γ) . . . . . (δ) . . . . . (ε) . . . . . (στ) . . . . .. (ζ) αν ο πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. (η) . ..... (θ) . .....» Από την πιο πάνω πρόνοια της υποπαραγράφου (ζ), συνάγεται σαφώς η διαδικασία προώθησης ειδοποίησης πτώχευσης και τι δύναται να προβάλει προς αντίκρουση της, χρεώστης . Ακόμη με βάση τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ο χρεώστης δύναται να καταχωρήσει εντός του καθοριζομένου χρόνου από την προς αυτόν επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, που στην περίπτωση προσώπου που διαμένει στην Κύπρο είναι τρείς ημέρες από την επίδοση, ένορκο δήλωση. Η καταχώρηση της τοιαύτης ένορκης δήλωσης ως προνοείται στον Κανονισμό 41, επενεργεί ως αίτηση για την ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Σε τέτοια διαδικασία τα μόνα ζητήματα που μπορούν να εξεταστούν είναι τα εξαντλητικά αναφερόμενα στον Καν. 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών τα οποία και επεξηγούνται στην οπισθογράφηση της ειδοποίησης. Αυτά είναι, ως και η υποπαράγραφος (ζ) του αρθρ.3 του Κεφ.5 καθορίζει, η ύπαρξη ανταπαίτησης, συμψηφισμού, η ανταξίωσης που ισούται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή του ποσού που διατάχθηκε ο χρεώστης να πληρώσει και τα οποία ο χρεώστης δεν ηδύνατο να εγείρει στην αγωγή ή διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή η διαταγή (βλέπε υπόθεση Νίκος Λάρκος ν. Ελένη Παναγή Κατσιαρή
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 694 στην οποία επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι με το Κ.40 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, οι λόγοι οι οποίοι μπορούν να εγερθούν ως ένσταση σχετίζονται μόνο με την ύπαρξη ανταπαίτησης από μέρους του καθ΄ου η ειδοποίηση-χρεώστη, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που δεν μπορούσε να εγείρει στη διαδικασία που λήφθηκε η επίδικη απόφαση). Ο χρεώστης, βεβαίως, δύναται να εγείρει κατά της ειδοποίησης πτώχευσης και άλλα ζητήματα που δεν προνοούνται στον Καν. 40
(2)(πιο πάνω), όχι όμως καταχωρώντας ένορκη δήλωση, αλλά θέτοντας σε κίνηση άλλη διαδικασία με αίτηση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η Έκδοση, σελ. 38, ο χρεώστης δύναται να αποταθεί με αίτηση (motion), αλλά όχι με τη συνοπτική διαδικασία της καταχώρισης ένορκης δήλωσης δυνάμει του Καν. 189 των Αγγλικών Πτωχευτικών Κανονισμών, για τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης στη βάση άλλων λόγων, όπως π.χ. παρατυπία, κακή επίδοση, πληρωμή του χρέους κλπ. (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημήτρη Δημητρίου Π.Ε.278/2006,
(2008)1 Α, Α.Α.Δ σελ. 425). Είναι φανερό από τα πιο πάνω και το λεκτικό τόσο του Νόμου όσο και των Κανονισμών ότι ο χρεώστης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις, για να δικαιούται στην ακύρωση της ειδοποίησης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι:- (
  1. i)Η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή αιτήματος συμψηφισμού . (
  2. ii)Το ύψος των προαναφερομένων θα πρέπει να είναι ίσο ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ΄ αποφάσεως χρέους . (iii) Οι εγειρόμενες αξιώσεις να μην μπορούσαν να εγερθούν στη διαδικασία όπου είχε ληφθεί το εξ΄ αποφάσεως χρέος. Στο σύγγραμμα του Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η Έκδοση, αναφέρεται στις σελ. 37-38, ότι ο χρεώστης θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκη δήλωση που να "δεικνύει με εύλογο βαθμό λεπτομέρειας", τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης, έτσι που να ικανοποιήσει το λεκτικό του Αγγλικού Bankruptcy Rule 139, ότι «sufficient cause is shown». Ο Κανονισμός αυτός της Αγγλίας είναι παρόμοιος με τον Κανονισμό 41 των δικών μας Κανονισμών, εκτός από τη χρήση των πιο πάνω λέξεων και την εναπόθεση του θέματος εάν εγείρεται εκ πρώτης όψεως επαρκής λόγος για την ακύρωση της ειδοποίησης, στον εκεί Πρωτοκολλητή, ο οποίος θα ορίσει μεταγενέστερη ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης. Στην Κύπρο είναι το ίδιο το Δικαστήριο που θα πρέπει να κρίνει απαρχής την ορθότητα των ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης και να κρίνει την αίτηση με βάση το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5. Με βάση αυτό, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί («satisfied»), ότι η ειδοποίηση είναι ορθό να ακυρωθεί. Όσον αφορά την απόδειξη και την ύπαρξη των αναγκαίων προϋποθέσεων κρίνω ότι μπορεί να αντληθεί βοήθεια και καθοδήγηση από την πρακτική στην Αγγλία. Έχει κριθεί στην Αγγλική νομολογία ότι η ειδοποίηση θα πρέπει να ακυρωθεί εάν υπό το φως ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί από τους διαδίκους "υπάρχει γνήσιο θέμα προς εκδίκαση ανταξίωσης κλπ." («genuine triable case of set off etc.»), η δε φράση "γνήσιο θέμα προς εκδίκαση" έχει προτιμηθεί από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Re A Debtor, (991 of 1962)
(1963)1 W.L.R. 51, από την φράση όπως «εκ πρώτης όψεως υπόθεση». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Williams στη σελ. 38, δεν υπάρχει συγκεκριμένος βαθμός απόδειξης σ΄ αυτές τις υποθέσεις γιατί κάθε υπόθεση θα πρέπει να κριθεί από τα δικά της γεγονότα εάν ικανοποιεί κατ΄ αρχάς το στοιχείο της γνήσιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ανακεφαλαίωση της σχετικής νομολογίας έγινε από το Δικαστή Warner στην υπόθεση In re Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank PLC.
(1984)1 W.L.R. 353, στη σελ. 362, όπου αναφέρεται επίσης ότι το βάρος της απόδειξης εναπόκειται στο χρεώστη. Όπως το έθεσε το Δικαστήριο αναφορικά με την ανταξίωση που εφαρμόζεται βέβαια με την ίδια δύναμη και για την ανταπαίτηση:- «First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or, as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case» Σε μετάφραση: «Κατ' αρχάς η ένορκος δήλωσης ή οι ένορκοι δηλώσεις πρέπει να δείχνουν ότι αυτός έχει ανταπαίτηση εναντίον του πιστωτή η οποία πρέπει να είναι γνήσια. Για να ικανοποιήσει αυτήν την προϋπόθεση η ανταπαίτηση πρέπει να προωθείται με καλή πίστη και πρέπει να έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας ή, όπως επίσης έχει λεχθεί, πρέπει να δίνει δικαίωμα σε αγώγιμο ζήτημα. Σε σχέση δε με το τελευταίο ζήτημα δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας όσο αφορά το βαθμό της απόδειξης που χρειάζεται. Εξαρτάται από την κάθε περίπτωση και επί των συγκεκριμένων γεγονότων και περιστάσεων αυτής της υπόθεσης.» Η ανταπαίτηση που εγείρεται πρέπει επίσης να συνδέεται με την αρχική απαίτηση του πιστωτή και να αναφέρεται σ΄ αυτόν με την ίδια ιδιότητα που έλαβε την απόφαση - (βλέπε Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 2, σελ. 282, παρ. 525, και Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 3, σελ. 172, παρ. 272 και την υπόθεση Re Molesworth,
(1907)51 Sol. J. 563, C.A.) και National Westminster Bank Ltd v. Hales-owen Presswork and Assemblies Ltd
(1972)1 All ER 641 στην σελ. 663. Επίσης η ανταπαίτηση επί της οποίας βασίζεται ο χρεώστης πρέπει να είναι αποτελεσματική κατά τον χρόνο της αίτησης και να μην είναι απλά μία που θα καταστεί αποτελεσματική μετά την πτώχευση (βλέπε Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 3, σελ. 173 παρ.272) Ακόμη στην υπόθεση In Re A DEBTOR, No 80 of 1957,
(1958)1 Chancery Division, σελ. 81, το Αγγλικό Εφετείο, στην απόφαση του δικαστή Roxburgh, στη σελ.99, επισημαίνει τα εξής: «........................................ But not every demand will suffice. A demand made in bad faith would not be good enough. The debtor must satisfy the court that he has a genuine demand. .......................................... But in my opinion a demand must be more than bona fide: the court must be satisfied that it has a reasonable probability of success.» Σε μετάφραση: « Όμως δεν είναι κάθε απαίτηση που θα είναι ικανοποιητική. Μία απαίτηση γενόμενη κακή τη πίστει, δεν θα είναι αρκετά καλή. Ο χρεώστης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει γνήσια απαίτηση. ........................................ Όμως κατά γνώμη μου μία απαίτηση πρέπει να είναι και περισσότερο από καλή τη πίστει: Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας.» Θα πρέπει επομένως τα γεγονότα τα οποία ο χρεώστης θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου να είναι τέτοια που να τοποθετούν την απαίτησή του μέσα στο πλαίσιο των Κανονισμών και των αρχών της νομολογίας που διατυπώθηκαν πιο πάνω. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι μόνες προϋποθέσεις που ένας χρεώστης δικαιούται να εισηγηθεί στο Δικαστήριο, για ακύρωση της ειδοποίησης, είναι ότι έχει ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό. Βλ. Λάρκος ν. Κατσιαρή, ανωτέρω. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου σε συνάρτηση με την νομική πτυχή, δικαιολογούν και ικανοποιούν στο βαθμό που απαιτείται το αίτημα του Χρεώστη επί τη βάση των λόγων πού επικαλείται, την ακύρωση και παραμερισμό της Ειδοποίησης. Ο πρώτος λόγος που προβάλλει ο Χρεώστης για τον παραμερισμό της Ειδοποίησης, είναι το γεγονός πως έχει καταχωρίσει έφεση κατά της απόφασης επί της οποίας εδράζεται η Αίτηση και η Ειδοποίηση. Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Το άρθρο 6
(4)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, προνοεί ότι: «Όταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος.» Το λεκτικό του άρθρου προδίδει πως το ζήτημα εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής και όχι στο στάδιο της ειδοποίησης πτώχευσης. Η μη συμμόρφωση προς την ειδοποίηση πτώχευσης και η τέλεση πράξης πτώχευσης είναι δεδομένες και επιτελεσθείσες καταστάσεις στο χρόνο που το δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια σε σχέση με το ζήτημα. Ακόμη όμως και εάν μπορούσε να προβληθεί ο λόγος αυτός στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αυτός δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνος του την πτωχευτική διαδικασία σε αδράνεια λόγω του ότι δεν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης. Σύμφωνα με την Δ.35 θ.18, των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών: «Η έφεση δεν θα επενεργεί ως αναστολή της διαδικασίας ή της διαδικασίας σύμφωνα με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση εκτός στο βαθμό που θα διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο ή Δικαστής ενός ή του άλλου Δικαστηρίου. Και καμιά ενδιάμεση ενέργεια ή διαδικασία θα ακυρώνεται εκτός αν διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.» Τέλος και σέ αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επίσης νομολογηθεί ότι η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης της απόφασης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd
(2003)1 (B) Α.Α.Δ. 808. Τα ίδια επισημαίνονται και στο σύγγραμμα Williams & Hunter (ανωτέρω), στη σελ. 33 όπου στην παράγραφο με το τίτλο «Appeal does not stay execution» αναφέρονται τα εξής: «An appeal does not constitute a stay of execution, but the court may stay or dismiss a petition founded on non-compliance with a bankruptcy notice, where the judgment is under appeal: see section 5
(4)post.» Σε μετάφραση: «Η έφεση δεν συνιστά αναστολή εκτέλεσης, όμως το Δικαστήριο δύναται να αναστείλει ή να απορρίψει μία αίτηση που βασίζεται σε μη συμμόρφωση με μία ειδοποίηση πτώχευσης, όπου η απόφαση έχει εφεσιβληθεί: βλέπε τμήμα 5
(4)στη συνέχεια.» Συνακόλουθα και έχοντας και κατά νού και το λεκτικό του ίδιου του άρθρου 3.1 (ζ) του Κεφ.5, δεν γίνεται αποδεκτός ο λόγος αυτός σαν ικανοποιητικός για να ακυρωθεί και παραμεριστεί η παρούσα Ειδοποίηση. Σαν τρίτο λόγο ο Χρεώστης επικαλείται πως η αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης, είναι κακόπιστη, εκδικητική, καταχρηστική, κατά των χρηστών ηθών, πάσχει νομικά και ουσιαστικά αποκλειστικό σκοπό έχει τον εκβιασμό του. Παρά το ότι ο συγκεκριμένος λόγος δεν έχει προωθηθεί καθόλου από τον Χρεώστη, ούτε κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του αλλά και της αντεξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και στο στάδιο της αγόρευσης του συνηγόρου του, κρίνω ότι θα πρέπει να εκφράσω την θέση του Δικαστηρίου ωσάν να είχε προωθηθεί δεόντως και τούτο για να τεθεί ολοκληρωμένη η κρίση του Δικαστηρίου. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το περιεχόμενο του Κανονισμού 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, στην παρούσα διαδικασία τα μόνα ζητήματα που μπορούν να εξεταστούν εξαντλητικά είναι τα όσα αναφέρονται στον εν λόγω Κανονισμό. Συνακόλουθα ούτε και αυτό το ζήτημα μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αλλά ούτε και ετέθησαν περιστάσεις που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν τέτοια κατάληξη. Έχω αφήσει τελευταίο προς εξέταση τον δεύτερο λόγο που προβάλλει ο Χρεώστης προς υποστήριξη του αιτήματος του για παραμερισμό της Ειδοποίησης. Με αυτόν επικαλείται ότι εναντίον του Πιστωτή και τρίτου προσώπου έχει ανταξίωση της οποίας το ποσό ξεπερνά κατά πολύ το εξ αποφάσεως χρέος του στην αγωγή 476/
  1. Σύμφωνα με τα όσα επικαλείται ο Χρεώστης τόσο στην Ένορκο του Δήλωση όσο και με τα όσα ανέφερε κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας του, αυτός εδράζει τον ισχυρισμό του για ανταπαίτηση, στην αξίωση του που προβάλλει στην αγωγή 3849/
  2. Η βάση της αγωγής αυτής όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης που κατατέθηκε στο Δικαστήριο σαν Τ.1, είναι η προσπάθεια να εξαπατηθεί ο Χρεώστης από τον Πιστωτή, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας στην αγωγή Ε. Δ. Πάφου υπ' αριθμό 578/2006 εν τοις εφεξής «η αγωγή 578/2006». Ήτοι ως ισχυρίζεται ο ίδιος ο Χρεώστης, στην προσπάθεια να κατατεθεί από τον Πιστωτή σαν τεκμήριο στο στάδιο που αυτός έδιδε μαρτυρία στην εν λόγω αγωγή, εγγράφων για να αποδείξει απαίτηση του για πληρωμή δικηγορικών εξόδων. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε και ο Πιστωτής απέσυρε την αξίωση του γι αυτήν. Το περιεχόμενο όμως της έκθεσης απαίτησης της αγωγής 3849/2009,Τ.1, παρουσιάζει μία σοβαρή αντίφαση και ανακολουθία με το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως και της μαρτυρίας του Χρεώστη ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην μέν Ένορκο Δήλωση του αλλά και στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, ο Χρεώστης επικαλείται ότι η προσπάθεια εξαπάτησης του έγινε στην αγωγή 476/2005, η οποία βεβαίως αποτελεί και την βάση της αξίωσης που ζητείται να ικανοποιήσει ο Χρεώστης με την Ειδοποίηση, ενώ στην έκθεση απαίτησης στην αγωγή 3849/2009, ο Χρεώστης επικαλείται άλλη αγωγή, ήτοι την αγωγή 578/
  3. Αυτό ουσιαστικά αποστερεί το Δικαστήριο από την δυνατότητα να εξετάσει αν και κατά πόσο η κατ΄ισχυρισμό αξίωση που προκλήθηκε στην αγωγή 578/2006 αφορά αξίωση: (α) εναντίον του Πιστωτή, και (β) κατά πόσο μπορούσε να εγερθεί εντός των πλαισίων της εν λόγω αγωγής και κυρίως εντός των πλαισίων της αγωγής 476/2005 που εδώ ενδιαφέρει. Δεν αναφέρεται τίποτα στην ένορκο δήλωση του Χρεώστη αλλά ούτε και στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του που να έχει σχέση με την αγωγή 578/2006 και συνακόλουθα δεν μπορώ να εξετάσω περαιτέρω το συγκεκριμένο ζήτημα. Αυτή η αντίφαση και κενό κρίνω ότι είναι αρκετή για να απορρίψω τον λόγο αυτό και αβίαστα καταλήγω ότι δεν έχει αποδείξει ο Χρεώστης πώς δεν ήταν σε θέση να προβάλει την αξίωση του στην αγωγή 476/2005, η απόφαση της οποίας αποτελεί και την βάση της αξίωσης της Ειδοποίησης. Ανεξάρτητα όμως με την πιο πάνω κατάληξη μου και έχοντας υπόψη την λοιπή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, αλλά και την θέση του Πιστωτή και του συνηγόρου του, με την οποία ουσιαστικά γίνεται αποδεκτό ότι τα όσα κατ' ισχυρισμό προκάλεσαν την προσπάθεια εξαπάτησης του Χρεώστη από τον Πιστωτή, έλαβαν χώρα στα πλαίσια της αγωγής 476/2005, προχωρώ για σκοπούς πλήρους απόφανσης επί όλων των εγειρόμενων ζητημάτων, να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι τρείς πιο πάνω προϋποθέσεις σε σχέση με την ανταπαίτηση, για να ακυρωθεί και παραμεριστεί η Ειδοποίηση. Οι λέξεις «he could not set up in the action ...» που συναντώνται στον Κανονισμό 40
(2), πρέπει να ερμηνευθούν με τη συνήθη και φυσική έννοιά τους έτσι που οι λέξεις «δεν ηδύνατο» να ικανοποιούνται μόνο εάν η αδυναμία έγερσης της ανταπαίτησης στην αγωγή, κρινόμενη με αντικειμενικά κριτήρια και όχι με την υποκειμενική δήλωση του χρεώστη, να δεικνύεται ως εύλογα υπαρκτή. Αντιμετωπιζόμενη από αυτή τη θεώρηση, είναι εμφανές ότι η θέση του Χρεώστη προσκρούει στη έλλειψη ικανοποιητικών στοιχείων. Δεν έχω ικανοποιηθεί από την ενώπιον μου μαρτυρία και τεκμήρια ότι ο Χρεώστης δεν ηδύνατο να εγείρει την ανταπαίτηση του από την κατ' ισχυρισμό προσπάθεια εξαπάτησης του από τον Πιστωτή και το άλλο πρόσωπο, στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής 476/
  1. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αλλά ούτε και εντοπίζω οτιδήποτε στους σχετικούς κανονισμούς, για τους οποίους έχω και αντλώ Δικαστική Γνώση, που να εμπόδιζε τον Χρεώστη να προχωρούσε με την σχετική τροποποίηση και έτσι να έθετε την ανταξίωση του εντός των πλαισίων της εν λόγω αγωγής. Όσο αφορά τις άλλες δύο προϋποθέσεις επισημαίνω κατ' αρχάς ότι στην αγωγή 3849/2009 ο Χρεώστης δεν αναφέρει οποιοδήποτε ποσό περιοριζόμενος στην διεκδίκηση τιμωρητικών, επαυξημένων και παραδειγματικών αποζημιώσεων και επίσης τα έξοδα του για μία δικάσιμο χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιεί τι ποσό είναι πού αξιώνει. Συνακόλουθα δεν μπορεί να διακριβωθεί κατά πόσο το ποσό που κατ' ισχυρισμό δικαιούται ο Χρεώστης να λάβει υπό μορφή ανταπαίτησης, έστω κι αν δικαιούται αποζημιώσεις, είναι ίσο η υπερβαίνει το ποσό της αξίωσης που έχει κληθεί να καταβάλει με την Ειδοποίηση. Το βάρος δε απόδειξης ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, επισημαίνω και πάλιν ότι έχει ο Χρεώστης, κάτι που εν προκειμένω και για την συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν έχει αποσείσει. Περαιτέρω και σε σχέση με το κατά πόσο η αξίωση που προβάλλεται στην αγωγή 3849/2009 είναι γνήσια και έχει λογικές πιθανότητες επιτυχίας επισημαίνω τα εξής: Η κατ' ισχυρισμό ύπαρξη ανταπαίτησης από πλευράς του Χρεώστη είναι προφανές ότι βασίζεται και αέχει σαν βάση το αστικό αδίκημα της απάτης, βλέπε άρθρο 36 του Κεφ.
  2. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο: «
  3. Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.» Στο δε σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Volume 31, σελ. 650 - 651, παρ. 1069 και 1070 αναφέρονται τα εξής: «
  4. What Constitutes inducement. The inducement which the representee is required to establish means an inducement which was both the result and the object of the representation. Neither element suffices without the other. Σε μετάφραση: «
  5. Τι συνιστά προτροπή. Η προτροπή την οποία ο εξαπατηθείς απαιτείται να αποδείξει, σημαίνει μία προτροπή η οποία ήταν τόσο το αποτέλεσμα όσο και το αντικείμενο της παράστασης. Κανένα από τα δύο αυτά στοιχεία είναι ικανοποιητικό χωρίς να συντρέχει και το άλλο.»
  6. Intention to induce without result. There is nothing actionable in a proved intention to induce which fails of its effect altogether. A naked lie, or a lie in gross as it has otherwise been expressed, an attempt to overreach, which misses its mark, comes to nothing.» Σε μετάφραση: «
  7. Πρόθεση προτροπής χωρίς αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει τίποτα αγώγιμο σε περίπτωση που αποδεικνύεται πρόθεση προς προτροπή η οποία αποτυχαίνει να επιφέρει το εν γένει αποτέλεσμα. Ένα απλό ψέμα ή ένα ψέμα γενικά όπως αλλιώς έχει λεχθεί, μία προσπάθεια να επιτευχθεί το αποτέλεσμα, η οποία αποτυχαίνει το στόχο της, οδηγεί στο τίποτα.» Επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 655 στην παράγραφο 1079 στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Alteration of Position» αναφέρονται τα εξής: «
  8. Necessity for showing alteration of position. In order to sustain any action or proceeding for misrepresentation it is necessary for the representee to establish that he was induced by it, not merely to alter his mind, but to alter his position that is to say, to effect a change in his material or temporal interests or situation.» Σε μετάφραση: «
  9. Αναγκαιότης να καταδειχθεί διαφοροποίηση της θέσης. Για να επιτύχει μία αγωγή ή διαδικασία για ψευδή παράσταση είναι απαραίτητο για τον εξαπατηθέντα να αποδείξει ότι έχει πεισθεί από αυτήν, όχι απλά να αλλάξει την σκέψη του αλλά και ότι άλλαξε η θέσης του, ήτοι ότι επήλθε μία αλλαγή σε ουσιαστικό ή πρόσκαιρο του συμφέρον ή κατάσταση.» Επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 664 στις παραγράφους 1091 και 1092 στο κεφάλαιο με τον τίτλο «The Action For Damages» αναφέρονται τα εξής: «
  10. Constituent elements of the action of deceit. In any action of deceit the burden is on the representee of alleging and (except insofar as any of them are either expressly or impliedly admitted before or at the trial) proving all of the following matters:
(1)that the alleged representation consisted of something said, written or done which amounts in law to a representation;
(2)that the defendant was the representor;
(3)that the plaintiff was the representee;
(4)that the representation was false;
(5)inducement and materiality;
(6)alteration of position;
(7)fraud; and
(8)damage. Of these matters, the first six are common to all forms of proceeding for misrepresention, and have already been the subject of full discussion. The circumstances in witch a representation is fraudulent have also been previously mentioned, and the subject of damage is considered later. The concurrence of fraud and damage is essential, if damages are to be recovered, and neither is sufficient without the other. Σε μετάφραση: «1091.Τα συστατικά στοιχεία της αγωγής για απάτη. Σε μία αγωγή για απάτη το βάρος είναι στον εξαπατηθέντα που την επικαλείται (εκτός και μέχρις ότου όλα η οποιαδήποτε από τα συστατικά αυτά στοιχεία, ρητά ή εμμέσως γίνουν αποδεκτά πριν ή κατά την δίκη), να αποδείξει όλα από τα πιο κάτω στοιχεία.
  1. Ότι η κατ' ισχυρισμό παράσταση συνίσταται σε κάτι που λέχθηκε, γράφτηκε ή έγινε το οποίο συνιστά σύμφωνα με το δίκαιο, παράσταση.
  2. Ότι ο Εναγόμενος ήταν το πρόσωπο που προέβη στην παράσταση.
  3. Ότι ο Ενάγοντας ήταν το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η παράσταση.
  4. Ότι η παράσταση ήταν ψεύτικη.
  5. Προτροπή και υλοποίηση.
  6. Αλλαγή της θέσης.
  7. Δόλος.
  8. Ζημιά. Από τα πιο πάνω στοιχεία τα πρώτα έξι είναι κοινά σε όλους τους τύπους διαδικασίας για ψευδή παράσταση και έχουν ήδη γίνει αντικείμενο πλήρους συζήτησης. Οι περιπτώσεις στις οποίες μία παράσταση είναι δόλια έχει επίσης προηγουμένως αναπτυχθεί και το στοιχείο της πρόκλησης ζημιάς αναπτύσσεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Η συνύπαρξη δόλου και ζημιάς είναι ουσιώδης, εάν θα επιδικαστούν αποζημιώσεις και κανένα από αυτά είναι ικανοποιητικό χωρίς την ύπαρξη του άλλου.»
  9. What actionable damage includes. In an action for fraudulent misrepresentation the only damage which the law recognises is actual and temporal injury, that is, some loss of money or money's worth, or some tangible detriment capable of being quantified and assessed. It does not include mental distress, unless accompanied by physical effects, nor mere loss of social advantages to which no money value can be attached.» Σε μετάφραση: «
  10. Τι περιλαμβάνει αγώγιμη αποζημίωση. Σε αγωγή για ψευδή παράσταση η μόνη ζημιά την οποία το δίκαιο αναγνωρίζει είναι πραγματική και προσωρινή βλάβη ήτοι κάποια απώλεια χρημάτων ή που αποτιμάται σε χρήμα ή κάποια απτή βλάβη ικανή να καταστεί μετρήσιμη και να υπολογιστεί. Δεν συμπεριλαμβάνει ψυχική αναστάτωση εκτός αν συνοδεύεται από φυσικά αποτελέσματα και ούτε απλή απώλεια κοινωνικών πλεονεκτημάτων για τα οποία καμία αποτιμητή σε χρήμα αξία μπορεί να αποδοθεί.» Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs, 12th Edition, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Fraud and Misrepresentation» στη σελ.451, αναφέρονται τα εξής: «The plaintiff must prove that in consequence of acting upon the misrepresentation he has suffered damage which is the gist of the action (see Smith v. Chadwick
(1884)9 App.Cas. 187, per Lord Blackburn at 196), though such damage need not take the form of actual financial loss (Mafo v. Adams
(1970)1 Q.B. 548, C.A.), and may include any consequential loss which is not too remote (Doyle v. Olby (Ironmongers) Ltd,
(1969)2 Q.B. 158, C.A.).» Σε μετάφραση: «Ο Ενάγον πρέπει να αποδείξει ότι σαν επακόλουθο του να ενεργήσει επί της ψευδούς παράστασης έχει υποστεί ζημιά κάτι το οποίο είναι πεμπτουσία της αγωγής (βλέπε Smith v. Chadwick
(1884)9 App.Cas. 187, απόφαση του Λόρδου Blackburn στη σελ.196), παρόλο που αυτές οι ζημιές δεν είναι απαραίτητο να είναι και να αποτελούν πραγματική οικονομική απώλεια (Mafo v. Adams
(1970)1 Q.B. 548, C.A.), και μπορούν να περιλαμβάνουν οποιαδήποτε συνεπακόλουθη απώλεια η οποία δεν είναι πολύ απομακρυσμένη(Doyle v. Olby (Ironmongers) Ltd,
(1969)2 Q.B. 158, C.A.)» Tέλος στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 20th Edition, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Deceit», στην σελίδα 1212, στίς παραγράφους 18-39 και 18-40, αναφέρονται τα εξής: «18-39 Proof of damage Deceit is not actionable per se: damage, in other words is of the gist of the action. Moreover, it is up to the claimant to prove his loss. Nevertheless, there is authority that where a claimant proves that he has been deceived into expending money the burden shifts to the defendant if he wishes to argue that the expenditure did not in fact amount to a loss to the claimant. Σε μετάφραση: «18-
  1. Απόδειξη της ζημίας. Απάτη δεν είναι αγώγιμη αφ' εαυτής: απώλεια είναι με άλλα λόγια η πεμπτουσία μίας τέτοιας αγωγής. Πρόσθετα εναπόκειται στον απαιτητή να αποδείξει την απώλεια του. Παρ' όλα αυτά υπάρχει ενδεχόμενο ότι όπου ο απαιτητής αποδεικνύει ότι έχει εξαπατηθεί στο να δαπανήσει λεφτά το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο αν θέλει να αποδείξει και ισχυριστεί ότι η δαπάνη δεν προκάλεσε στην πραγματικότητα απώλεια στον απαιτητή.» 18-40 Types of loss recoverable The damage recovered in deceit cases is normal pecuniary loss: but it may take the form of personal injury, loss of property, inconveniences or discomfort, or substantial mental distress.» Σε μετάφραση: «18-
  2. Είδη αγώγιμης απώλειας. Η ζημιά που δύναται να διεκδικηθεί σε υποθέσεις απάτης είναι κανονικά χρηματική: όμως μπορεί να πάρει και την μορφή προσωπικής βλάβης, απώλειας περιουσίας, ταλαιπωρίας ή αναστάτωσης, ή ουσιαστικής ψυχικής ταλαιπωρίας.» Εν όψει όλων των πιο πάνω είναι πασιφανές ότι για να εγερθεί αγωγή για απάτη θα πρέπει: · πρώτιστα από την ψευδή παράσταση η οποία έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα αυτός να εξαπατήθηκε πράγματι, · αυτός να ενήργησε με βάση αυτή, και · εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά. Στην υπό εξέταση υπόθεση και από τα όσα έχουν αναφερθεί από τον ίδιο τον Χρεώστη στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, αλλά και από τα όσα περιέχονται στην Ένορκο του Δήλωση, διαπιστώνεται εύκολα ότι όχι μόνο αυτός δεν ενήργησε επί τη βάση των όσων απετέλεσαν κατά τους ισχυρισμούς του ψευδή παράσταση και προσπάθεια - απόπειρα, να εξαπατηθεί, αλλά και ότι δεν υπέστηκε οποιαδήποτε ζημία. Η απόπειρα απάτης και εξαπάτησης και δεί χωρίς την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς, είναι ξεκάθαρο από τα ανωτέρω ότι δεν δίνει δικαίωμα έγερσης αγωγής. Πρόσθετα η αξίωση του Χρεώστη η οποία βασίζεται στην αγωγή 3849/2009, κρίνω ότι δεν είναι γνήσια. Σε αυτό κατέληξα διότι πέραν όλων όσων αναφέρω πιο πάνω, η στοχεύουσα προς δημιουργία οποιασδήποτε βάσης αγωγής συμπεριφορά και το στοχευμένο του τρόπου με τον οποίο ενήργησε ο Χρεώστης, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ενώ είχε όπως ισχυρίζεται στην Ένορκο του Δήλωση ανταξίωση η οποία προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία στην αγωγή 476/2005, όχι μόνο δεν την προέβαλε όπως θα ηδύνατο να πράξει στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής για τους λόγους πού εκθέτω ανωτέρω, αλλά πρόσθετα ανέμενε την καταχώρηση και προς αυτόν επίδοση της Ειδοποίησης για να προχωρήσει στην καταχώρηση της αγωγής 3849/
  3. Αυτό προκύπτει και από την ίδια την Ένορκο Δήλωση στην οποία ο Χρεώστης αναφέρει ότι προτίθεται να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του Πιστωτή κι όχι ότι καταχώρησε. Επισημαίνω δε ότι ο Χρεώστης σε σχετική ερώτηση στην αντεξέταση του γιατί δεν προχώρησε στην τροποποίηση των δικογράφων του για να συμπεριλάβει σε αυτά και την ανταξίωση του, αντί οποιασδήποτε πειστικής και στοιχειοθετημένης απάντησης, ανέφερε ότι δεν υπάρχει κάποιος κανονισμός πού να τον υποχρέωνε προς τούτο. Ακόμη όμως και μετά την καταχώρηση της αγωγής 3849/2009, με την έκθεση απαίτησης του που καταχώρησε στις 5.10.2010, Τ.1, διεκδικεί αποζημιώσεις για ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστηκε σε άλλη αγωγή, ήτοι την 578/
  4. Αυτή του η συμπεριφορά κρίνω ότι είναι αρκετή για να μην με ικανοποιήσει και δεν με ικανοποιεί, για το γνήσιο της ανταξίωσης του, βάρος το οποίο βάρυνε, όπως και ο συνήγορος του αποδέκτηκε στην αγόρευση του, τον ίδιο. Συνακόλουθα και έχοντας κατά νού όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι: (α) Ο Χρεώστης δεν έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή 3849/2009, που σύμφωνα με τον ίδιο είναι η αξίωση επί της οποίας βασίζει τον ισχυρισμό του για γνήσια ανταπαίτηση, αφού από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχει καν αγώγιμο δικαίωμα. (β) Η κατ' ισχυρισμό ανταξίωση του Χρεώστη δεν είναι γνήσια. (γ) Η κατ' ισχυρισμό ανταξίωση του Χρεώστη μπορούσε να εγερθεί και να προβληθεί εντός των πλαισίων της αγωγής 476/2005, ήτοι στην αγωγή στην οποία εξεδόθη η απόφαση επί της οποίας εδράζεται η απαίτηση του Πιστωτή. Ως εκ των ανωτέρω, η Ένορκη Δήλωση - Αίτηση Παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση Πιστωτή και εναντίον του Αιτητή - Χρεώστη, όπως ταύτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσο αφορά το ζήτημα του χρόνου διάπραξης της πράξης πτώχευσης από τον Χρεώστη και σε συμφωνία με τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, η διαδικασία της Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα που εκδίδεται η παρούσα απόφαση, αφού με την καταχώρηση της Ένορκης Δήλωσης εκ μέρους του Χρεώστη που επενεργεί ως αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης, το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να την εξετάσει και να διαπιστώσει την συμφωνία ή ασυμφωνία της Ένορκης Δήλωσης με την σχετική Νομοθεσία, τους σχετικούς Κανονισμούς και την Νομολογία. Ο χρόνος για πληρωμή και συμμόρφωση του Χρεώστη στην Ειδοποίηση, ήταν στη βάση του άρθρου 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, 7 ημέρες και καταγράφεται και στην Ειδοποίηση. Όπως όμως προειπώθηκε ο χρόνος διάπραξης της πράξης πτώχευσης παρατάθηκε από το Δικαστήριο δυνάμει του Κανονισμού 41 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, με επακόλουθο να μην έχει ακόμα συντελεστεί αφού στις 10.12.2009 και εντός του καθοριζομένου χρόνου, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση Ένορκος Δήλωση. Συνεπώς είναι μόνο μετά την τελική διαπίστωση και κρίση του Δικαστηρίου που μπορεί να θεωρηθεί ότι διαπράττεται η θα διαπραχθεί η πράξη πτώχευσης. Κατά συνέπεια και εφόσον αποφάσισα ως ανωτέρω την απόρριψη της Ενόρκου Δηλώσεως με αναπόδραστη συνέπεια η Ειδοποίηση Πτώχευσης να παραμένει σε ισχύ, η επιμέτρηση και συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος των επτά ημερών προς συμμόρφωση του Χρεώστη σε αυτήν, που καθορίζεται από το άρθρο 3.1(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, ενεργοποιείται από σήμερα. (Υπ.) .......... Τ. Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.