ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ Ν. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΓΙΑΤΣΑΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 31/2007, 11.05.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 31/2007 Μεταξύ: ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ Ν. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ από την Πάφο Αιτητές/Εφεσείοντες - και -
- ΓΙΑΤΣΑΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Πάφο
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Καθ΄ ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι ------------------------ Ημερομηνία: 11.05.2011 Για Εφεσείοντες: κ. Ε. Κορακίδης (κα Π. Πέτρου κατά την απόφαση) Για Εφεσίβλητους 1: κα Πατσαλίδου για κ.κ. Χρ. Γεωργιάδη και Ε. Γεωργιάδου (κος Α. Παπαχαραλάμπους κατά την απόφαση) Για Εφεσίβλητο 2: κ. Μελάς και κα Ε. Κόκκινου (κος Α. Χ"Κύρου κατά την απόφαση) ------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.02.2007 οι Εφεσείοντες καταχώρησαν την παρούσα έφεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ζητώντας από το Δικαστήριο τα πιο κάτω: Α. Παραμερισμό ή/και αντικατάσταση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 10.01.2007 με την οποία επιλύει τη συνοριακή διαφορά μεταξύ των τεμαχίων 259 και 258 του Φ/Σχ. 45/52 του χωριού Μεσόγη. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο σαν δίκαιη και λογική να χορηγήσει. Η έφεση στηρίζεται στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, άρθρα 58, 61 και 80 και στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του
- Οι λόγοι οι οποίοι στηρίζουν την παρούσα έφεση είναι οι ακόλουθοι: "
- Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 10/1/07 είναι αποτέλεσμα λανθασμένων μετρήσεων.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 10/1/07 είναι μεροληπτική.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 10/1/07 είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν τήρησε τους τύπους που απαιτεί ο Νόμος, το Σύνταγμα και οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 10/1/07 στερείται αιτιολογίας ή/και επαρκούς αιτιολογίας ή/και η αιτιολογία που δίνεται είναι λανθασμένη.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν έκαμε επαρκή έρευνα.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας τελούσε σε πλάνη αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν ενήργησε καλόπιστα.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας τελούσε σε νομική πλάνη και ερμήνευσε λανθασμένα το ισχύον δίκαιο." Τα γεγονότα που οι Εφεσείοντες στηρίζουν την έφεση τους προκύπτουν από ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, Αρχιμήδη Φιλιππίδη και έχουν συνοπτικά στην ουσία τους ως ακολούθως: Ως αναφέρεται, η αιτήτρια/εφεσείουσα είναι ιδιοκτήτρια του κτήματος με αριθμό τεμαχίου 258 του Φ/Σ 45/52 του χωριού Μεσόγη το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο 259 του Φ/Σ 45/52 ιδιοκτησία της καθ΄ ης η αίτηση/εφεσίβλητης αρ.
- Στα πλαίσια εξέτασης αίτησης με αριθμό ΑΔΛ 12/03 για διόρθωση του κοινού συνόρου μεταξύ των πιο πάνω κτημάτων ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2, αντί να προχωρήσει στην πιο πάνω διόρθωση, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 03.06.2005 με την οποία καλούσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν αίτηση για συνοριακή διαφορά. Αντίγραφο της πιο πάνω επιστολής επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α. Στη συνέχεια τα ενδιαφερόμενα μέρη, παραπλανημένα από την πιο πάνω επιστολή, υπέβαλαν αίτηση συνοριακής διαφοράς προσδοκώντας ότι το ζήτημα των συνόρων τους θα επιλυόταν δίκαια και λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων στους φακέλους του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος. Ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 ακολούθως απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 10.01.2007 η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια/εφεσείουσα κατά ή μετά την 15.01.2007 με την οποία κοινοποιούσε την απόφαση του για τη συνοριακή διαφορά μεταξύ των πιο πάνω τεμαχίων. Η επιστολή ημερομηνίας 10.01.2007 επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β. Σύμφωνα με τη θέση των εφεσειόντων, ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2, παρέλειψε να λάβει υπόψη το σχέδιο και τις μετρήσεις που υπήρχαν σε κτηματολογικό φάκελο του 1944, δυνάμει του οποίου προέκυψαν τα πιο πάνω κτήματα και από τον οποίο μπορούσε να βασιστεί για να καταλήξει σε ακριβή συμπέρασμα και περιορίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο το οποίο δεν είναι ακριβές, αφού δεν αντιστοιχεί στο σχέδιο με τις μετρήσεις του πιο πάνω φακέλου του
- Με την πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση του καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 το εμβαδόν του κτήματος της αιτήτριας/εφεσείουσας μειώνεται σημαντικά. Ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 όφειλε να εξετάσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να καταλήξει σε ακριβή και δίκαια συμπεράσματα και εφόσον είχε διαπιστώσει ότι υπήρχε λάθος στο εν χρήσει κτηματικό σχέδιο όφειλε να το διορθώσει στα πλαίσια της αίτησης ΑΔΛ 12/03 και να μην μεθοδεύσει την εξέταση συνοριακής διαφοράς με βάση το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο. Στην πιο πάνω έφεση καταχωρήθηκε από τους Εφεσίβλητους αρ. 1 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία στηρίζεται στα άρθρα 58, 61 και 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου και στους Περί Ακίνητης ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 -
- Η ένσταση των Εφεσίβλητων 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Κλεοπάτρας Ιωάννου, διευθύντριας τους, στην οποία αυτή αναφέρει ότι αρνείται τα όσα προβάλλει στην ένορκη του δήλωση ο Αρχιμήδης Φιλιππίδης, και δηλώνει, ότι αυτός στερείται οποιωνδήποτε γνώσεων που να τον καθιστούν εμπειρογνώμονα για τα όσα ειδικά θέματα αναφέρεται και τις πηγές των οποίων δεν αποκαλύπτει. Τέλος χαρακτηρίζεται ως ορθό το περιεχόμενο της απόφασης ημερομηνίας 10.01.2007 του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Κάνει επίσης λόγο για εκπρόθεσμη καταχώρηση της επίδικης έφεσης. Επίσης στην επίδικη έφεση καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης από τον Εφεσίβλητο αρ. 2 η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους περιλαμβανομένων και προδικαστικών ενστάσεων ως ακολούθως: "(α) Η παρούσα αίτηση/έφεση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του καθ΄ ου η Αίτηση Εφεσίβλητου αρ.
- (β) Λανθασμένα αντικανονικά και κατά παράβαση των προνοιών του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμων Κεφ. 224 και των κανονισμών του 1956, έχει καταστεί διάδικος ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας. (γ) Δεν έχει δοθεί οιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου για προσθήκη του Διευθυντή ως διαδίκου σύμφωνα με τους Κανονισμούς περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας του 1956 και ειδικότερα του Κανονισμού 5
(2)." Διαζευκτικά και άνευ βλάβης: "
- Ο εφεσίβλητος/καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 ενήργησε ορθά, νόμιμα και μέσα στα όρια της εξουσίας που καθορίζονται από τα άρθρα 50 και 58 του Κεφ. 224 και οι άλλοι σχετικοί νόμοι και όχι αυθαίρετα. Είναι δε ο μόνος αρμόδιος για επίλυση συνοριακών διαφορών.
- Ο τίτλος ιδιοκτησίας με αριθμό εγγραφής 5891 της εφεσείουσας και με αριθμό εγγραφής 6433 εφεσίβλητης αρ. 1 που καλύπτουν τα τεμάχια 258 και 259 αντίστοιχα βασίζονται επί του εν χρήσει Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου και συνεπώς η έκταση που καλύπτουν είναι η έκταση των τεμαχίων 258 και 259 με τα οποία συσχετίζονται όπως προβλέπεται στο άρθρο 50 του Κεφ. 224 και όχι αυτή που κατέχεται επί τόπου.
- Ο εφεσίβλητος/καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 ισχυρίζεται ότι εντός των πλαισίων και των αρμοδιοτήτων του και κατόπιν επισταμένης έρευνας, λεπτομερειακών και ακριβών καταμετρήσεων που έγιναν επί τόπου στα επίδικα κτήματα καθορίστηκε το κοινό σύνορο μεταξύ του τεμαχίου 259 Φ/Σχ. 45/52 που είναι ιδιοκτησία της καθ΄ ης η αίτηση 1 και του τεμαχίου αρ. 258 που είναι ιδιοκτησία της αιτήτριας/εφεσείουσας.
- Ο εφεσίβλητος/καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η επιτόπια έρευνα, η μελέτη των σχετικών φακέλων, των τοπογραφικών σχεδίων και του κτηματικού Μητρώου απέδειξε ότι η διαφιλονικούμενη έκταση αποτελεί μέρος του κτήματος με αρ. τεμ. 259 ιδιοκτησίας της καθ΄ ης η αίτηση/εφεσίβλητης
- Ο Διευθυντής αιτιολόγησε πλήρως την απόφαση του." Οι λόγοι ένστασης του Εφεσίβλητου αρ. 2 υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση των Ανδρέα Κωνσταντίνου και Χ. Παπασάββα, Κτηματολογικού Λειτουργού και Χωρομέτρη αντίστοιχα, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Στην ένορκη του δήλωση ο Α. Κωνσταντίνου αναφέρει ότι ο τότε ιδιοκτήτης της εταιρείας Αρχιμήδης Ν. Φιλιππίδης και Σία Λτδ, Αρχιμήδης Ν. Φιλιππίδης κατέθεσε στις 14/12/01 την αίτηση Β1306/01 για οριοθέτηση των ακινήτων με αρ. τεμαχίων 257 και 258 του Φ/Σχ. 45/52 με αρ. εγγραφής 5839 και 5891 αντίστοιχα. Κατά την διεξαγωγή της Χωρομετρικής εργασίας ο χωρομέτρης διαπίστωσε ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά στο κοινό σύνορο των τεμαχίων 258 και 259 του Φ/Σχ. 45/52 και εφάρμοσε την απόσταση που αναφέρεται στο σχεδιάγραμμα με καταχώρηση 2 του φακέλου διαχωρισμού Α 1747/44 των δύο τεμαχίων. Κατά τον έλεγχο της χωρομετρικής εργασίας ο Χαρτογραφικός Λειτουργός υιοθέτησε ότι υπάρχει λανθασμένο σχεδίασμα και στη συνέχεια δόθησαν οδηγίες από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου και ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΔΛ 12/03 για διόρθωση του λανθασμένου σχεδιάσματος με το άρθρο 61 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.
- Δυνάμει του φακέλου ΑΔΛ 12/03 πραγματοποιήθηκε επιτόπια εξέταση στις 22.10.04, αλλά οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των τεμαχίων 258 και 259 του Φ/Σχ. 45/52 αρνήθησαν να συγκατατεθούν για την διόρθωση του λάθους και η υπόθεση στάληκε στο Διευθυντή για οδηγίες. Ο Διευθυντής αρνήθηκε να προβεί σε διόρθωση του λάθους, βάσει του άρθρου 61 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 και έδωσε οδηγίες όπως πληροφορηθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι οι διαφορές τους αφορούν διεκδίκηση κυριότητας σε ακίνητη ιδιοκτησία πράγμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και σε πρώτο στάδιο πρέπει να υποβάλουν αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.
- Οι ενδιαφερόμενοι αφού ειδοποιήθηκαν γραπτώς σύμφωνα με τις οδηγίες υπέβαλαν τις αιτήσεις ΑΧ 1167/05 από μέρους της Εταιρείας Αρχιμήδης Ν. Φιλιππίδη και Σία Λτδ και ΑΧ 1134/05 από μέρους της Εταιρείας Γιάτσας Εστέιτς Λτδ. Αφού στάληκαν στις 9/8/2005 οι σχετικές ειδοποιήσεις που προνοούνται από το Νόμο, έγινε επιτόπια εξέταση της συνοριακής διαφοράς στις 9/9/2005 από τον Χωρομέτρη Μάριο Λαδιά και το μάρτυρα, στην παρουσία του Αρχιμήδη Φιλιππίδη, εκπροσώπου της αιτήτριας/εφεσείουσας εταιρείας Αρχιμήδης Ν. Φιλιππίδης και Σία Λτδ και της Κλεοπάτρας Ιωάννου εκπροσώπου της καθ΄ ης η αίτηση/εφεσίβλητης 1 εταιρείας Γιάτσας Εστέιτς Λτδ. Αφού υποδείχθηκε στους ενδιαφερόμενους το διαφιλονικούμενο μέρος, ο χωρομέτρης προέβηκε σε χωρομετρική εργασία και τοποθέτησε τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου των πιο πάνω κτημάτων. Η χωρομετρική εργασία που έγινε, ελέγχθηκε από το λειτουργό Χαρτογραφήσεων και βρέθηκε ότι ήταν απόλυτα ορθή. Ως εκ τούτου ο Διευθυντής εξέδωσε την απόφαση του ημερομηνίας 10/1/2007 την οποία έστειλε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη με συστημένο ταχυδρομείο και στην οποία η διαφιλονικούμενη λωρίδα φαίνεται με κίτρινο χρώμα. Η πιο πάνω διαδικασία ακολουθείται από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε όλες τις υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Τοποθετούνται επί τόπου ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου των ακινήτων και στην συνέχεια αποστέλλονται στους ενδιαφερόμενους ειδοποιήσεις με τις οποίες τους κοινοποιείται η απόφαση του διευθυντή. Τα όργανα μέτρησης που χρησιμοποίησε ο Χωρομέτρης για επίλυση της συνοριακής διαφοράς είναι τα συνήθη όργανα που χρησιμοποιεί ο Κλάδος Χωρομετρίας για την εξέταση τέτοιου είδους υποθέσεων. Οι καταμετρήσεις για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς λήφθηκαν από σταθερά σημεία στη γύρω περιοχή με βάση το εν χρήσει σχέδιο και τους φακέλους που αφορούν τα επηρεαζόμενα τεμάχια. Πρόσθετα της ένορκης δήλωσης του Ανδρέα Κωνσταντίνου προς υποστήριξη της ένστασης του Εφεσίβλητου αρ. 2 επισυνάπτεται και ένορκη δήλωση από τον Χαράλαμπο Παπασάββα, ο οποίος επαναλαμβάνει με τις αναφορές του τα όσα ανέφερε στην ένορκη του δήλωση ο Ανδρέας Κωνσταντίνου. Όπως ξεκαθαρίζει η χωρομετρική εργασία για την παρούσα υπόθεση έγινε από τον Μάριο Λαδιά, ωστόσο ο τελευταίος ασχολείται πλέον στον ιδιωτικό τομέα και ανατέθηκε σ΄ αυτόν, ως χωρομέτρης που είναι στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, για να εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η ακροαματική διαδικασία της έφεσης διεξάχθηκε με την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων επί της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης του Εφεσιβλήτου αρ.
- Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους ουσιαστικά κινήθηκε στα πλαίσια των όσων έχουν αναφέρει στις ένορκες τους δηλώσεις πλέον κάποιων διευκρινιστικών στοιχείων σε θέματα ουσίας όμως, στα οποία θα παραπέμψει το Δικαστήριο στη συνέχεια. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα των διαδίκων που εκπροσωπούν. Ειδικότερα, από την πλευρά της εφεσείουσας υποβλήθηκε εισήγηση ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία διαφάνηκε, ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αγνόησε το σχέδιο του διαχωρισμού από τον οποίο προέκυψαν τα επίδικα ακίνητα και έλαβε υπόψη μόνο το εν χρήσει σχέδιο. Ακόμη ήταν η εισήγηση ότι προέκυψε από τη μαρτυρία των Κτηματολόγου όσο και του Χωρομέτρη, πως όταν υπάρχει προηγουμένως χωρομετρική εργασία λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση αίτησης συνοριακής διαφοράς. Περαιτέρω εκφράστηκε η θέση ότι δεν έγινε επαρκής έρευνα εκ μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου διότι αυτός τελούσε σε πλάνη περί τα πράγματα και εξέδωσε μία απόφαση μη επαρκώς δικαιολογημένη. Επιπλέον προβλήθηκαν ως στοιχεία για ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή, ότι ο τελευταίος με το να κατευθύνει την εφεσείουσα να καταχωρήσει αίτηση για συνοριακή διαφορά την ξεγέλασε και δεν ενήργησε σωστά και ως εκ τούτου η απόφαση του δεν ήταν αποτέλεσμα χρηστής διοίκησης και καλής πίστης αλλά ενάντια στα άρθρα 50 και 51 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου του Νόμου
- Από την πλευρά των Εφεσίβλητων αρ. 1 τέθηκαν αρκετοί λόγοι για απόρριψη της επίδικης αίτησης, κατ΄ αρχήν τέθηκε θέμα εκπρόθεσμης καταχώρησης και τούτο επειδή η επιστολή του Διευθυντή ημερομηνίας 03.06.2005 εμπεριέχει απόφαση άρνησης διόρθωσης λάθους και αυτή θα έπρεπε να προσβληθεί. Περαιτέρω επισημάνθηκε ότι στην επίδικη αίτηση δεν γίνεται αναφορά στην αξία της μείωσης του εμβαδού του κτήματος της Εφεσείουσας συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί κατά πόσο έχει δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα να εκδικάσει την επίδικη αίτηση. Όσον αφορά στην ουσία της επίδικης αίτησης υποβλήθηκε η θέση ότι και αν ακόμη είχε διαπιστωθεί λάθος εκ μέρους του Διευθυντή αυτός δεν μπορούσε να το πράξει διότι οι διαφορές που αφορούν κυριότητα ακίνητης ιδιοκτησίας, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και δεν αποφασίζεται από το Διευθυντή. Τέλος υποβλήθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε πως ο Διευθυντής ενήργησε μεροληπτικά ή ότι παραβίασε τις αρχές περί καλής πίστης και χρηστής διοίκησης, η δε απόφαση του ήταν πλήρως αιτιολογημένη αφού από το σκεπτικό της αποκαλύπτεται ο συνειρμός ο οποίος οδήγησε σ΄ αυτήν με τέτοια σαφήνεια ή ποιότητα, που κατέστηκε δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τέλος η πλευρά του Εφεσίβλητου 2 υπόβαλε εισήγηση για απόρριψη της έφεσης καθ΄ ότι από πλευράς Κτηματολογίου υιοθετήθηκε το εν χρήσει σχέδιο διότι δεν μπορούσαν να ακολουθηθούν οι μετρήσεις του φακέλου του 1944 (Α.1747/44) και ελλείψει άλλων στοιχείων υιοθετήθηκε το εν χρήσει σχέδιο. Έγινε ωστόσο αποδεκτό ότι ενόψει της διαφοροποίησης στα σύνορα των δύο επίδικων ακινήτων αυτό θα έπρεπε να γίνει με απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Μέσα από την ακροαματική διαδικασία έχοντας πλέον υπόψη το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αλλά και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν προς υποστήριξη των ισχυρισμών της κάθε πλευράς, ως επίσης τη μαρτυρία στο σύνολο της όπως προέκυψε από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων (Α. Κωνσταντίνου και Χ. Παπασάββα), το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η πλευρά της Εφεσείουσας παρουσίασε πειστική εκδοχή και συνάδουσα με τις δικογραφημένες θέσεις της. Σημειώνεται πως τα όσα ανέφερε ο Διευθυντής των Εφεσειόντων δεν αμφισβητήθηκαν ή κλονίστηκαν κατά τη δίκη, το δε περιερχόμενο των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν είναι αποδεκτό και από τους Εφεσίβλητους 1 και
- Περιπλέον το περιεχόμενο της αντεξέτασης των δύο ενόρκως δηλούντων στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του Εφεσίβλητου 2, ενίσχυσε και επιβεβαίωσε τις θέσεις και ισχυρισμούς του Διευθυντή των Εφεσειόντων. Συνακόλουθα η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε εκ μέρους των Εφεσειόντων γίνεται αποδεκτή ως επίσης αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Εφεσίβλητου
- Θα πρέπει στο στάδιο αυτό να επισημανθεί ότι από πλευράς Εφεσίβλητης 1 δεν τέθηκαν οποιαδήποτε διαφορετικά γεγονότα με την ένορκη δήλωση της Διευθύντριας της, παρά μόνο υποστηρίζεται η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ως επίσης, στην ένορκη δήλωση της, παρατίθενται θέσεις και επιχειρήματα τα οποία θα αξιολογηθούν στη συνέχεια κατά το συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, με βάση πλέον με την αποδεκτή μαρτυρία, τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα οποία διέπουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου επί των γεγονότων έχουν ως ακολούθως: Οι Εφεσείοντες είναι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 258 του Φ/Σχ. 45/52 του χωριού Μεσόγη το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο 259 του Φ/Σχ. 45/52 που είναι ιδιοκτησία των Εφεσίβλητων
- Στα πλαίσια εξέτασης αίτησης με αριθμό ΑΔΛ12/03 για διόρθωση του κοινού συνόρου των πιο πάνω ακινήτων ο Εφεσίβλητος 2 (στο εξής ο Διευθυντής) απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 03.06.2005 με την οποία καλούσε τους ιδιοκτήτες των δύο πιο πάνω τεμαχίων (Εφεσείοντες και Εφεσίβλητους 1 αντίστοιχα) να υποβάλουν αίτηση για συνοριακή διαφορά καθ΄ ότι η διαφορά τους αφορούσε σε διεκδίκηση κυριότητας σε ακίνητη ιδιοκτησία. Ακολούθησε στη συνέχεια αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς οπότε ο Εφεσίβλητος 2, απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 10.01.2007 η οποία παραλήφθηκε από τους Εφεσείοντες στις 15.01.2007 κοινοποιώντας τους την απόφαση του για την αιτούμενη επίλυση συνοριακής διαφοράς. Μεταξύ άλλων ο Εφεσίβλητος 2 ενημερώνει, με την απόφαση του ότι έγινε χωρομετρική εργασία η οποία ελέχθηκε ως ορθή από το Λειτουργό Χαρτογραφήσεων και αφού περαιτέρω διερευνήθηκε η διαφορά στο σύνορο των δύο επίδικων τεμαχίων, αποφάσισε ότι η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώματα στο σχέδιο το οποίο επισυνάπτει, αποτελεί μέρος του τεμαχίου 259 του Κυβερνητικού Σχεδίου 45/52 και είναι μέρος της εγγραφής 6433 επ΄ ονόματι της εταιρείας Γιάτσας Εστέϊτς Λτδ (δηλαδή των Εφεσίβλητων 1). Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα δύο πιο πάνω επίδικα τεμάχια προέκυψαν από διαχωρισμό ενός τεμαχίου το 1944 και αφού είχε γίνει σχετικό σχέδιο διαχωρισμού το οποίο ετοιμάστηκε από τον τότε Κτηματολογικό Λειτουργό. Περαιτέρω σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των Α. Κωνσταντίνου και Χ. Παπασάββα, Κτηματολογικού Λειτουργού και Χωρομέτρη στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, αντίστοιχα, αποτελεί εύρημα πως στις υποθέσεις συνοριακής διαφοράς όταν υπάρχει προγενέστερη χωρομετρική εργασία ή σχέδιο λαμβάνονται υπόψη πριν την έκδοση απόφασης από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Τέλος με βάση την ίδια μαρτυρία αποτελεί εύρημα ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του σχεδίου του διαχωρισμού που προέκυψαν τα δύο επίδικα τεμάχια (258 και 259) με το εν χρήσει σχέδιο. Η χωρομετρική εργασία για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς διεξάχθηκε από τον Μάριο Λαδιά ο οποίος δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο οποίος φαίνεται να έλαβε υπόψη το φάκελο διαχωρισμού του 1944 γι΄ αυτό και διαπίστωσε το πιο πάνω λάθος ή τη διαφορά μεταξύ των δύο σχεδίων. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, κρίνεται ορθό να επισημανθεί σ' αυτό το στάδιο πως το βάρος απόδειξης, ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν είναι ορθή, βαρύνει την εφεσείουσα-αιτήτρια (βλέπε υπόθεση Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619). Περαιτέρω είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι στα πλαίσια της εκδίκασης έφεσης-αίτησης το Δικαστήριο δεν περιορίζεται σε έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του Διευθυντή, αλλά επεκτείνεται και στο θέμα της ορθότητας τους (βλέπε υπόθεση Αθανασάκη και άλλοι ν. Χ"Μάμα και άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 208). Στην υπόθεση Νικολάου κ. ά. v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Πολιτικές Εφέσεις 11384 και 11385)
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1676 κρίθηκε ότι η εξουσία του Διευθυντή ως αυτή προνοείται στο άρθρο 61 του Κεφ. 224 δεν περιλαμβάνει επίλυση διαφορών οι οποίες αφορούν σε ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Στην υπόθεση Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ. ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 308 επαναλήφθηκε η θέση ότι κατά την επίλυση συνοριακών διαφορών τα εν χρήσει σχέδια αποτελούν αυθεντικό οδηγό ανεξαρτήτως του βαθμού ακρίβειας που μπορεί να έχουν. Έχει ωστόσο ξεκαθαριστεί, με πρόσφατη απόφαση, στην υπόθεση Ελένης Ν. Κυριάκου ν. Ν. Παπαστεφάνου, Πολιτική Έφεση 301/2006, ημερομηνίας 10.04.2010, πως οι επί τόπου μετρήσεις αποτελούν προϋπόθεση για τον έλεγχο της ορθότητας απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Συμπεράσματα του Δικαστηρίου: Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της επίδικης αίτησης-έφεσης κρίνεται ορθό όπως αποφασιστούν τα ζητήματα που οι πλευρές των Εφεσίβλητων 1 και 2 εγείρουν ως προδικαστικά θέματα: (α) Ισχυρίζεται κατ΄ αρχήν η πλευρά των Εφεσίβλητων 1 ότι η έφεση είναι εκπρόθεσμη καθότι δικαίωμα έφεσης υπήρχε έναντι της επιστολής του Διευθυντή ημερομηνίας 03.06.2005, η οποία συνιστά απόφαση. Απορρίπτεται ως μη ορθή αυτή η θέση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν χρειάζεται να αποφασίσει αν η επιστολή ημερομηνίας 03.06.3005 συνιστά απόφαση απλά παραπέμπει προς προβληματισμό των Εφεσιβλήτων 1 στην υπόθεση Α. Πιτσιλλίδη ν. Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Πολιτική Έφεση 228/07, ημερομηνίας 22.01.2010. Ωστόσο είναι ξεκάθαρο ότι στην απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 10.01.2007 υπήρχε δικαίωμα έφεσης και οι Εφεσείοντες το άσκησαν εμπρόθεσμα. Εάν είχαν τέτοιο δικαίωμα ή όχι στην επιστολή ημερομηνίας 03.06.2005 κρίνεται ως ξεχωριστό ζήτημα από το επίδικο. Επισημαίνεται δε επιπλέον πως τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται μέσα από την ειδοποίηση ένστασης των Εφεσιβλήτων 1 ή στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. (β) Ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρουν οι Εφεσίβλητοι 1 είναι πως οι Εφεσείοντες δεν αναφέρουν στην αίτηση τους την αξία του εμβαδού που επηρεάζεται το ακίνητο τους. Ούτε αυτή η θέση γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται καθ΄ ότι ουδείς κανονισμός ή οποιαδήποτε πρόνοια ή νομολογία επέβαλλε τέτοια υποχρέωση ή αναφορά στην επίδικη αίτηση εκ μέρους των Αιτητών-Εφεσειόντων. (γ) Ο Εφεσίβλητος 2 εγείρει θέμα λανθασμένης συμπερίληψης του ως διάδικου στην επίδικη αίτηση. Σύμφωνα με τα κρατούντα στη νομολογία ο Εφεσίβλητος 2 έχει δίκαιο και ως εκ τούτου η θέση του γίνεται αποδεκτή. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Λαμπριανού ν. Μιχαήλ κ.α.
(2001)1(Δ) Α.Α.Δ. 1779 όπου ερμηνεύθηκε ο Κ.5
(2)των Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχής, Εγγραφής και Εκτίμησης) Κανονισμών, ο Διευθυντής καθίσταται διάδικος μόνο ως προς τις ρητά καθορισμένες διαδικασίες, στις οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνεται η έφεση-αίτηση για ακύρωση απόφασης του σχετικά με συνοριακή διαφορά. Συνακόλουθα των αμέσως πιο πάνω αναφερθέντων η έφεση εναντίον του Εφεσίβλητου 2 δεν δύναται να προχωρήσει και θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώντας επί της ουσίας της επίδικης έφεσης λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, νομικών αρχών και πραγματικών γεγονότων που διέπουν την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Εφεσείοντες έχουν αποδείξει ότι ο Εφεσίβλητος 2 κατά την λήψη της απόφασης του ημερομηνίας 10.01.2007 αγνόησε σημαντικά στοιχεία που συνδέονται με την αιτιολόγηση αλλά και ορθότητα της απόφασης του. Ως τέτοια στοιχεία είναι τα ακόλουθα: (α) Ενώ υπήρχε προγενέστερο σχέδιο διαχωρισμού κατά το 1944, διαφάνηκε από τη μαρτυρία των Α. Κωνσταντίνου και Χ. Παπασάββα, Κτηματολόγου και Χωρομέτρη αντίστοιχα, στο Τμήμα του Εφεσίβλητου αρ. 2, ότι το εν λόγω σχέδιο αγνοήθηκε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και οι δύο πιο πάνω μάρτυρες ανάφεραν ότι όταν υπάρχει προηγουμένως χωρομετρική εργασία ή σχέδιο τότε λαμβάνεται υπόψη. Διαπιστώνεται επίσης ότι δεν αναφέρεται οπουδήποτε ή προέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι λήφθηκε υπόψη το σχέδιο διαχωρισμού αλλά αγνοήθηκε για κάποιους συγκεκριμένους λόγους, οπότε θα έπρεπε να εξηγηθούν είτε στην απόφαση του Διευθυντή είτε κατά την ακροαματική διαδικασία, κάτι που δεν συνέβηκε αφού δεν κατέθεσε ο Χωρομέτρης που προέβηκε στη χωρομετρική εργασία, η οποία αποτέλεσε και τη βάση για την έκδοση της απόφασης του Εφεσίβλητου 2. Πρόσθετα δε ο Χωρομέτρης Χ. Παπασάββας ο οποίος κατέθεσε εκ μέρους του Εφεσίβλητου 2 δεν έδωσε απάντηση σ΄αυτό το κενό. (β) Οι μάρτυρες Α. Κωνσταντίνου και Χ. Παπασάββας, Κτηματολόγος και Χωρομέτρης αντίστοιχα, αποδέκτηκαν στη μαρτυρία τους ότι υπάρχει λανθασμένο σχεδίασμα (Τεκμήριο 1) γι΄ αυτό και οι ιδιοκτήτες του επίδικου τεμαχίου αποτάθηκαν αρχικά για διόρθωση του λάθους. Το εν λόγω σχεδίασμα το οποίο έγινε κατά το διαχωρισμό του ενός ακινήτου το 1944 οπότε προέκυψαν τα δύο επίδικα τεμάχια, δεν συνάδει με το εν χρήσει σχέδιο, η δε ταύτιση τους ή συνοχή τους επηρεάζει τα σύνορα αλλά και το εμβαδόν των επίδικων ακινήτων, συνεπώς σε τέτοιες περιπτώσεις αρμόδια για καθορισμό της διαφοράς σύμφωνα με τη νομολογία (υπόθεση Ε. Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου
(1993)1 Α.Α.Δ. 844) είναι μόνο τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Το τελευταίο αυτό στοιχείο να σημειωθεί πως είχε αναφερθεί και στην επιστολή του Εφεσίβλητου 2 ημερομηνίας 03.06.2005, προς τους διαδίκους ωστόσο ο ίδιος αργότερα κατόπιν δικής του προτροπής αποφάνθηκε επί αίτησης συνοριακής διαφοράς. Βέβαια δεν παραγνωρίζεται η νομολογία στην υπόθεση Μάρκου ν. Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829 η οποία μνημονεύθηκε στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ελένης Ι. Μιχαήλ ν. Γ. Πότση κ.α., Πολιτική Έφεση 39/2008, ημερομηνίας 22.03.2011 όπου γίνεται λόγος για υποχρέωση του Διευθυντή να μην αφήσει ένα θέμα χωρίς επίλυση, ωστόσο τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν αφορούσαν λάθος σε αναγραφή της έκτασης των κτημάτων στον τίτλο ιδιοκτησίας όπου δεν θα επηρεαζόταν η αποτύπωση στο εν χρήσει σχέδιο. Θα πρέπει επίσης να τονισθεί ότι και οι πλευρές των Εφεσίβλητων συμφωνούν πως όπου η διαφορά επηρεάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς αρμόδια είναι μόνο τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Παρόμοια γεγονότα με διαχωρισμό ακινήτων και αργότερα διόρθωση λάθους από το Διευθυντή υπήρξαν και στην υπόθεση Γ.Κ. Νικολάου κ.α. ν. 1. Διευθυντή Κτηματολογίου και 2. Ευδοκίας Μ. Κωνσταντίνου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1676 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε την αναγκαιότητα επίλυσης της διαφοράς με αγωγή και επιβεβαιώθηκε. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω η απόφαση του Εφεσίβλητου 2 ημερομηνίας 10.01.2007 ακυρώνεται και παραμερίζεται. Περαιτέρω τα έξοδα της δίκης επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσειόντων και εναντίον των Εφεσίβλητων 1 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιπλέον η έφεση απορρίπτεται εναντίον του Εφεσίβλητου 2, οι Εφεσείοντες διατάσσονται να καταβάλουν τα έξοδα του Εφεσίβλητου 2, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Petition/Final Αναφορά: Έφεση εναντίον απόφασης Διευθυντή Κτηματολογίου - Επηρεασμός Ιδιοκτησιακού καθεστώτος - Εμβαδού- Ακύρωση απόφασης - Αρμόδια μόνο τα Δικαστήρια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο