← Κύπρος

Αντωνέλλα Ιονίκα (άλλως Αντωνία Κωνστάντα Βασίλη Χριστοδούλου) ν. Κωνσταντίνος Ζουρίδης, Αρ. Αγωγής :- 1150/10, 12η Μαΐου 2011

Αντωνέλλα Ιονίκα (άλλως Αντωνία Κωνστάντα Βασίλη Χριστοδούλου) ν. Κωνσταντίνος Ζουρίδης, Αρ. Αγωγής :- 1150/10, 12η Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A60 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1150/10 Μεταξύ :- Αντωνέλλα Ιονίκα (άλλως Αντωνία Κωνστάντα Βασίλη Χριστοδούλου) Ενάγουσα Και Κωνσταντίνος Ζουρίδης Εναγόμενος Ημερομηνία :- Πέμπτη 12η Μαΐου 2011 Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 14/4 /2010 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κος. Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη και Σια (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κ. Μ. Γεωργιάδης ) Για Εναγόμενο -Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Π. Φιλίππου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κ. Ν. Νικήτα ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Εξασφάλισε η ενάγουσα προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η οποιαδήποτε πράξη αποξένωσης, διάθεσης, μεταβίβασης, υποθήκευσης ή πώλησης ενός διώροφου διαμερίσματος (στο εξής θα καλείται το «ακίνητο») το οποίο μεταβιβάστηκε στο όνομα του εναγομένου στις 11/1/2008 από τον πατέρα του ο οποίος παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας. Στο όνομα της οποίας βεβαίως μέχρι τότε η συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία ήταν εγγεγραμμένη.
  2. Ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 5 συνολικά λόγους ένστασης και στη συνέχεια ακολούθησε ακροαματική διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας αμφότεροι οι διάδικοι, ως οι ενόρκως δηλούντες προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης, αντεξετάστηκαν. Ασφαλώς το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του τόσο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων όσο και τα όσα είχαν λεχθεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δίχως να κρίνεται απαραίτητη η έστω και περιληπτική σύνοψη αυτής της γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας εντός αυτής της απόφασης. Καθότι σημασία δεν έχει η επανάληψη της μαρτυρίας αλλά ο εντοπισμός σε αυτή των οποιωνδήποτε καθοριστικών για την έκβαση αυτής της απόφασης σημείων.
  3. Ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας διατηρώ υπόψη μου ότι ουσιαστικά αυτή θα πρέπει να αποφεύγεται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην εξετάζει την ουσία της αγωγής και να καταλήγει έστω και φαινομενικά σε διάγνωση της. Αποφεύγει συνειδητά δηλαδή το Δικαστήριο να επεκταθεί σε θέματα αξιοπιστίας των μαρτύρων οι οποίοι αντεξετάστηκαν σε αυτό το προκαταρκτικό στάδιο της αγωγής (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 11133, ημερομηνίας 27/6/2003, C. T. Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ

(2003)1Β Α. Α. Δ. 853, 866 έως και 867).
  1. Με την απόφαση αυτή πέραν και από τη συγκεκριμενοποίηση του έργου του Δικαστηρίου από τους λόγους ένστασης επί των οποίων βασίζεται η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του εναγομένου εξετάζεται επίσης από το Δικαστήριο και το βασικό ερώτημα κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις προς διατήρηση σε ισχύ του ήδη εκδομένου διατάγματος ή εάν αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί η τροποποιηθεί. Ερώτημα στο οποίο σε μερικό βαθμό αναφέρεται και ο πρώτος λόγος ένστασης.
  2. Δύο βασικά δεδομένα τα οποία προκύπτουν από την ακροαματική διαδικασία η οποία προηγήθηκε και τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση των λόγων ένστασης και του βασικού προαναφερόμενου ερωτήματος είναι τα εξής. 5.
  3. Το γεγονός ότι το ακίνητο το οποίο επηρεάζεται από το προσωρινό διάταγμα αποτελεί το αντικείμενο αυτής της αγωγής. 5.
  4. Η θέση του εναγομένου ότι ο ίδιος δεν έχει πρόθεση όπως πωλήσει το ακίνητο το οποίο αγόρασε ως επένδυση και ότι πρόθεση του είναι να το ενοικιάζει.
  5. Οφείλω επίσης να διευκρινίσω ότι κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος το Δικαστήριο ασφαλώς έκρινε ότι εκ πρώτης όψεως ικανοποιούνταν οι απαραίτητες προϋποθέσεις προς έκδοση του. Διαφορετικά δεν θα είχε προχωρήσει στην έκδοση του μετά και από την υποβολή μονομερούς αιτήματος προς το σκοπό αυτό.
  6. Ότι δηλαδή, πρώτο, υπήρχε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία, δεύτερο, ότι υπήρχε πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδιδόταν σε εκείνο το στάδιο το αιτούμενο διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δόθηκε βεβαίως η ευκαιρία στον εναγόμενο κατά την ακροαματική διαδικασία να προβάλει την ένσταση του σε σχέση και με την ύπαρξη αυτών των προϋποθέσεων κατά την έκδοση του διατάγματος.
  7. Εισηγείται βεβαίως με τον πρώτο λόγο ένστασης ο εναγόμενος ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Εντούτοις αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων δεν ανατρέπεται με βάση την όση μαρτυρία ή επιχειρηματολογία ο εναγόμενος παρουσίασε και προέβαλε προς υποστήριξη περί του αντιθέτου. Βεβαίως η διαπίστωση αυτή δεν αποκλείει και εξέταση από το Δικαστήριο του ερωτήματος κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη συνέχιση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος.
  8. Αν και με την επιχειρηματολογία του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου επικεντρώθηκε κυρίως στον τέταρτο λόγο ένστασης (δηλαδή ουσιαστικά ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος) εντούτοις, σε σχέση και με τον πρώτο λόγο ένστασης, αναφέρθηκε επίσης στην έλλειψη του παράγοντα του κατεπείγοντος κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος και επιπλέον στην απουσία ουσιαστικά του κινδύνου μεταβίβασης του ακινήτου. Δηλαδή, στην απουσία της τρίτης προϋπόθεσης της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη διατήρησης σε ισχύ του επίδικου διατάγματος. Βεβαίως δεν παρέλειψε να εισηγηθεί ότι έστω και εάν ο ίδιος δεχτεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εντούτοις δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ενάγουσας στην αγωγή της.
  9. Αναφορικά με αυτές τις θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου παρατηρώ τα εξής. 10.
  10. Κατ΄ αρχάς, ως προς την εισήγηση ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα, έχοντας εξετάσει αυτή τη θέση με προσοχή, θεωρώ ότι αυτή δεν ευσταθεί. 10.
  11. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με την εισήγηση ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει το πωλητήριο έγγραφο με το οποίο αγοράστηκε το ακίνητο. 10.
  12. Διερωτώμαι πραγματικά ποια είναι η σημασία αυτής της ούτω καλούμενης παράλειψης αποκάλυψης. Με την αίτηση της η ενάγουσα επισύναψε ως τεκμήριο Α φωτοαντίγραφο της δήλωσης μεταβίβασης του ακινήτου ημερομηνίας 26/1/
  13. Στην οποία αναφέρεται ότι η δικαιοπάροχος εταιρεία σε προγενέστερη ημερομηνία (δηλαδή, στις 8/7/1999) συμφώνησε να μεταβιβάσει στην ενάγουσα το ακίνητο. Ενώ στο φωτοαντίγραφο της δήλωσης μεταβίβασης υπάρχει σχετική σημείωση όπως η εκτίμηση γίνει με βάση την ημερομηνία του πωλητηρίου εγγράφου. Πραγματικά δεν θεωρώ ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει την ύπαρξη ενός πωλητηρίου εγγράφου. Ενώ δεν έχει καν διαφανεί με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης ότι είχε οποιαδήποτε σημασία αναφορικά με την έκβαση της αίτησης της ενάγουσας είτε αρχικά είτε σήμερα η μη αποκάλυψη του περιεχομένου αυτού του πωλητηρίου εγγράφου. 10.
  14. Εντός της παραγράφου 12 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης της η ενάγουσα σαφώς αναφέρει ότι το ακίνητο αγοράστηκε «επ΄ ονόματι» της με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8/7/1999, ως επίσης ότι το τίμημα πώλησης για την αγορά είχε πληρωθεί από τον Ευστάθιο Ζουρίδη. Πραγματικά διερωτώμαι ως προς τη σημασία της αναφοράς στην επιχειρηματολογία υπέρ της ένστασης ως προς το ότι στο τεκμήριο 2 επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρεται το όνομα κάποιου Παναγιώτη Χριστοδούλου ως πρωτοφειλέτη ή ότι η ενάγουσα παρουσιάζεται ως ενυπόθηκος οφειλέτης σύμφωνα με σχετική δήλωση υποθήκευσης (δηλαδή το τεκμήριο 2) ημερομηνίας 4/2/
  15. 10.
  16. Ούτε καν ο ίδιος ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την αναφορά αυτού του ονόματος είτε εντός της ένορκης δήλωσης του είτε κατά την αντεξέταση του. Απάντησε σαφώς σε μία από τις πρώτες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση του ότι δεν μπορούσε να δώσει κάποια εξήγηση και ούτε και γνώριζε εάν είχε προκύψει κάποιο δάνειο προς μη διάδικο. Πως επομένως αναμένεται από το Δικαστήριο ελλείψει καν αυτής της επεξηγηματικής ουσιαστικά μαρτυρίας να είναι σε θέση να αποδεχτεί αυτή τη θέση; 10.
  17. Ούτε και είναι δυνατό, σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, να αγνοηθεί η εκ πρώτης όψεως εύλογη θέση η οποία προβλήθηκε από την ενάγουσα, κατά την αντεξέταση της, ως προς το ότι όλες οι τραπεζικές πράξεις διεκπεραιώνονταν από τον Ευστάθιο Ζουρίδη. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη την κοινά αποδεκτή επαγγελματική ιδιότητα του ιδίου κατά τον ουσιώδη χρόνο. 10.
  18. Ούτε και είναι δυνατό να θεωρηθεί, έστω και εκ πρώτης όψεως, παρά δηλαδή και την αποφυγή αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία, ότι η προβολή άγνοιας της ενάγουσας για ένα γεγονός το οποίο συνέβη πέραν των 10 ετών προ της ημερομηνίας αντεξέτασης της, αναδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο προσπάθεια της ιδίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να αποκρύψει οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός από το Δικαστήριο. 10.
  19. Πραγματικά, όπως διαπιστώνεται, δεν αναδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο, αναφορικά είτε με αυτό είτε με οποιοδήποτε άλλο θέμα, η οποιαδήποτε παράλειψη της ενάγουσας να αποκαλύψει οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός κατά την αρχική υποβολή του αιτήματος της για την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Έτσι ώστε να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η εγκυρότητα της βάσης επί της οποίας στηρίχτηκε το Δικαστήριο προς έκδοση του επίδικου διατάγματος ή να κριθεί ότι παρέχεται οποιοδήποτε έδαφος επί του οποίου θα πρέπει να ακυρωθεί η συνέχιση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος. 10.
  20. Παραδείγματος χάριν, ότι ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου καταχώρησε εμπόδιο στο ακίνητο. Η ίδια η ενάγουσα με το τεκμήριο Ζ στην αίτηση της αποκάλυψε αυτές τις προσπάθειες παραθέτοντας ταυτόχρονα στη παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης της τη σχετική πληροφόρηση την οποία είχε από τον δικηγόρο της ως προς την ενημέρωση του από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου ότι δεν εμποδίζονται μεταβιβάσεις ακινήτων ακόμη και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει πλαστογραφία δίχως διάταγμα Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 5 της ένστασης ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου βάσει μίας επιστολής της Αστυνομίας θεώρησε ότι υπήρχε επιβάρυνση επί του ακινήτου δεν αναδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο ότι η ενάγουσα απέκρυψε το γεγονός αυτό από το Δικαστήριο ή ακόμη ότι είτε η ίδια είτε ο δικηγόρος της γνώριζε αυτό το γεγονός έτσι ώστε να ήταν όντως σε θέση να το αποκρύψει. 10.
  21. Η οποία μάλιστα επιβάρυνση σύμφωνα με το τεκμήριο 5 είχε τοποθετηθεί επί του ακινήτου μία μόλις μέρα πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ποιος θα ήταν πραγματικά ο λόγος με βάση τον οποίο παρά και το γεγονός ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι υπήρχε ένα τέτοιο εμπόδιο να προχωρούσε καν με την καταχώρηση της αίτησης της την αμέσως επόμενη μέρα; Ή αν το γνώριζε όντως να μην το λάμβανε υπόψη σε σχέση με τη προώθηση της αίτησης της; Παραδείγματος χάριν, εξηγώντας ότι ένα τέτοιο εμπόδιο βάσει σχετικής νομικής συμβουλής δεν ήταν αρκετό ή ικανοποιητικό υπό τις περιστάσεις. Διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να δεχτεί το Δικαστήριο τη θέση ότι τα όσα αναφέρει η ενάγουσα στη παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης της δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. 10.
  22. Γενικά τόσο ο δεύτερος λόγος ένστασης ως προς το ότι η αίτηση «.στηρίζεται σε λανθασμένα και ή ανεπαρκή και ή ψευδή και ή παραπλανητικά γεγονότα.» όσο και ο τρίτος λόγος ένστασης ως προς το ότι η αιτήτρια «.δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.» δεν στοιχειοθετούνται με βάση τις περιορισμένες δυνατότητες αξιολόγησης μαρτυρίας οι οποίες παρέχονται σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. 10.
  23. Κατ΄ επέκταση διατηρώντας υπόψη και την ομοιότητα η οποία παρατηρείται μεταξύ αυτών των λόγων ένστασης και τόσο του τρίτου όσο και του τέταρτου λόγου ένστασης (ως προς το ότι δηλαδή η αιτήτρια «.δεν αποκαλύπτει ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση.» και ότι «.παραπλανεί το Δικαστήριο.») ούτε και αυτοί οι λόγοι ένστασης είναι δυνατό να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. 10.
  24. Ουσιαστικά ο μοναδικός λόγος ένστασης ο οποίος απομένει προς εξέταση από το Δικαστήριο στο βαθμό στον οποίο αυτός αναφέρεται όχι μόνο στις προϋποθέσεις έκδοσης αλλά ουσιαστικά και συνέχισης σε ισχύ του επίδικου διατάγματος είναι ο πρώτος λόγος ένστασης. 10.
  25. Όπως ήδη έχει κριθεί (βλ. σχετικά τη παράγραφο 8 αυτής της απόφασης) η αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων προς έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν ανατρέπεται με βάση την όση μαρτυρία ή επιχειρηματολογία ο εναγόμενος παρουσίασε και προέβαλε προς υποστήριξη περί του αντιθέτου. Συνεπώς το ερώτημα το οποίο απομένει είναι κατά πόσο μετά και από τη παρουσίαση των θέσεων του εναγομένου επί του προκειμένου θα πρέπει να παραμείνει ή όχι σε ισχύ το επίδικο διάταγμα. 10.
  26. Αν και γενικότερα κρίνεται ότι συνυπήρχαν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις προς έκδοση του επίδικου διάταγμα θεωρώ ότι θα ήταν ορθότερο και πιο δίκαιο όπως αναφερθεί το Δικαστήριο και σε συγκεκριμένη θέση επί του θέματος η οποία προτάθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου. Δηλαδή, ως προς τη θέση ότι απουσίαζε ο παράγοντας του κατεπείγοντος κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος. 10.
  27. Σε σχέση δηλαδή με τους σχετικούς επί του θέματος ισχυρισμούς όπως αυτοί προβλήθηκαν από την ενάγουσα εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης της. Ότι δηλαδή είχε λάβει σχετικές πληροφορίες από ιδιοκτήτες διπλανού διαμερίσματος αναφορικά με τη διευθέτηση πώλησης του επίδικου ακινήτου. 10.
  28. Πρότεινε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου ότι διαφοροποίησε τους ισχυρισμούς της κατά την αντεξέταση της η ενάγουσα όμως πραγματικά δεν έχω πεισθεί ότι η οποιαδήποτε διαφοροποίηση ή ουσιαστικά διευκρίνιση είναι δυνατό να κριθεί ότι ανατρέπει την ουσία του βασικού ισχυρισμού της ως προς την ύπαρξη του κινδύνου πώλησης του επίδικου ακινήτου. 10.
  29. Ενώ οι ισχυρισμοί του εναγομένου στη παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης του περί του αντιθέτου ασφαλώς δεν ενισχύονται με οποιοδήποτε τρόπο από την απλή προβολή του ισχυρισμού ότι το συγκεκριμένο ζεύγος προθυμοποιήθηκε να έλθει στο Δικαστήριο και να καταθέσει ενόρκως ότι ούτε είδαν για πολύ καιρό αλλά ούτε μίλησαν με την ενάγουσα και της είπαν αυτά που ισχυρίζεται. Καθότι ούτε και υπέγραψαν οποιαδήποτε σχετική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ούτε και κατά συνέπεια προσφέρθηκαν προς αντεξέταση. 10.
  30. Αλλά κυρίως αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ότι ασφαλώς δεν είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο ότι ενισχύεται με οποιοδήποτε τρόπο η βασιμότητα του οποιουδήποτε ισχυρισμού ενός ενόρκως δηλούντα απλώς και μόνο διότι με την ένορκη δήλωση του αναφέρεται στην ύπαρξη μαρτυρίας η οποία όμως ουδέποτε παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου είτε προς αμφισβήτηση από τον αντίδικο είτε προς έλεγχο από το Δικαστήριο. Και αν ακόμη θεωρηθεί ότι αυτή η μαρτυρία αποτελεί αποδεκτή εξακοής μαρτυρία εντός της ένορκης δήλωσης του εναγομένου τότε με τον ίδιο τρόπο και η αναφορά της ενάγουσας στη δική της ένορκη δήλωση αποτελεί και αυτή αποδεκτή εξακοής μαρτυρία. Απλά δεν διαπιστώνεται ότι προσφέρεται οποιοσδήποτε λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει την εξακοής μαρτυρία του εναγομένου ως πειστικότερη από την εξακοής μαρτυρία της ενάγουσας. 10.
  31. Πραγματικά με τα όσα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα η ενάγουσα είχε θέσει υπόψη του Δικαστηρίου κατά την υποβολή της αίτησης της δεν ήταν δυνατό να αποκλειστεί ο κίνδυνος μεταβίβασης του ακινήτου. Κίνδυνος ο οποίος παρά και την ευκαιρία η οποία έχει δοθεί στον εναγόμενο να παρουσιάσει τις δικές του θέσεις δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί ούτε και σήμερα. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι ο κίνδυνος αυτός έχει σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής. Στη συνέχιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του οποίου αποσκοπεί και το επίδικο διάταγμα με τη διατήρηση του status quo. 10.
  32. Βεβαίως επί αυτού του θέματος έχει δηλώσει σαφώς θέση ο εναγόμενος, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξισορρόπηση του επηρεασμού των συμφερόντων και θέσεων των διαδίκων από τη διατήρηση η μη σε ισχύ του επίδικου διατάγματος και την οποιαδήποτε επακόλουθη ζημιά η οποία ενδεχομένως θα προκύψει επί αυτών. Ότι δηλαδή δεν έχει πρόθεση να πωλήσει το επίδικο παρά μόνο να το ενοικιάζει. Ούτε και έχει ισχυριστεί ότι επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από το διάταγμα ή συγκεκριμένα ότι εμποδίζεται από το διάταγμα με οποιοδήποτε τρόπο ως προς το να πωλήσει ή υποθηκεύσει ή μεταβιβάσει ή διαθέσει ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το ακίνητο. Ουσιαστικά αυτό το οποίο εύλογα συνάγεται από το Δικαστήριο σε σχέση με τη συγκεκριμένη δήλωση του εναγομένου είναι ότι ο ίδιος δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τη διατήρηση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος. 10.
  33. Βεβαίως η δήλωση αυτή του εναγομένου από μόνη της δεν εξαλείφει τον κίνδυνο μεταβίβασης του ακινήτου όπως αυτός αρχικά διαπιστώθηκε και εξακολουθεί να θεωρείται από το Δικαστήριο ότι υφίσταται μέχρι και σήμερα. Όμως δεν είναι δυνατό η θέση αυτή του εναγομένου να αγνοηθεί ως δεσμευτική ουσιαστικά για τον ίδιο αναφορικά με τις προθέσεις του σε σχέση με το επίδικο ακίνητο.
  34. Ως προς το γενικότερο συμπέρασμα αναφορικά με την ικανοποίηση των βασικών προϋποθέσεων προς έκδοση του επίδικου διατάγματος θεωρώ ότι έστω και επιγραμματικά θα πρέπει το Δικαστήριο να αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίο διαπιστώθηκε η ύπαρξη αυτών των προϋποθέσεων. Προτού στη συνέχεια εξετάσει και το ερώτημα κατά πόσο το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ με αναφορά στο κατά πόσο αυτές οι προϋποθέσεις εξακολουθούν να τηρούνται.
  35. Κατ΄ αρχάς δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι με την αγωγή της ενάγουσας εγείρεται κάποιο σοβαρό θέμα προς εκδίκαση. Ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι ήταν ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου και ότι κατόπιν πλαστογραφίας της υπογραφής της βρέθηκε εν αγνοία της και δίχως τη συγκατάθεση της να μην είναι πλέον ιδιοκτήτρια. Ήδη η ενάγουσα έχει παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία ως προς το ότι οι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης της έχουν κάποια βάση στη πραγματικότητα δίχως βεβαίως να κρίνεται με αυτή τη διαπίστωση ότι θα ήταν δυνατό επίσης με αυτή τη μαρτυρία να κριθεί σε αυτό το στάδιο ότι όλα τα όσα ισχυρίζεται εντός αυτής ανταποκρίνονται και στη πραγματικότητα. Κρίνεται δηλαδή ότι η ενάγουσα έχει καταδείξει μία συζητήσιμη υπόθεση με βάση την έκθεση απαίτησης της.
  36. Δεύτερο, δεν αποκλείεται με βάση τα όσα στοιχεία έχει παρουσιάσει η ενάγουσα να δικαιούται και σε θεραπεία είτε ακύρωσης της επίδικης μεταβίβασης είτε σε επιδίκαση αποζημιώσεων. Κρίνεται δηλαδή ότι υπάρχει η πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι αυτή η ύπαρξη αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά ταυτόχρονα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο είναι το επίπεδο απόδειξης πολιτικής αγωγής. Έχει καταδείξει δηλαδή η ενάγουσα ότι έχει μία ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
  37. Ενώ, τρίτο, εάν το επίδικο διάταγμα δεν είχε εκδοθεί και ο εναγόμενος είχε προχωρήσει σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Καθώς δηλαδή το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε με στόχο τη διατήρηση των πραγμάτων στην υφιστάμενη τους κατάσταση αμέσως προ της έγερσης της αγωγής της ενάγουσας. Δηλαδή θεωρήθηκε από το Δικαστήριο κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονέμει πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδιδόταν το επίδικο διάταγμα και στη συνέχεια η ενάγουσα πετύχαινε στην απόδειξη της αγωγής της.
  38. Κυρίως σκοπός του επίδικου διατάγματος κατά την έκδοση του ήταν η διατήρηση της κατάστασης η οποία υπήρχε κατά την καταχώρηση της αγωγής, δηλαδή το χρονικό σημείο ουσιαστικά στο οποίο προέκυψε η επίδικη διαφορά, και η διατήρηση της επίδικης περιουσίας, δηλαδή του επίδικου ακινήτου, μέχρι και την εκδίκαση της αίτησης. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι το θέμα το οποίο προέκυπτε ως προς τις θεραπείες την επιδίκαση των οποίων διεκδικούσε η ενάγουσα δεν ήταν απλώς θέμα υπολογισμού αποζημιώσεων αλλά επιπλέον και ακύρωσης μεταβίβασης ενός ακινήτου και επανεγγραφής του στο όνομα της. Δηλαδή υπό αυτή την έννοια η ζημία την οποία θα μπορούσε να υποστεί η ενάγουσα σε περίπτωση κατά την οποία δεν εκδιδόταν το επίδικο διάταγμα θα ήταν ανεπανόρθωτης φύσης καθότι πλέον το Δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.
  39. Ουσιαστικά αυτό το οποίο είχε διαπιστωθεί κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος ήταν ότι ικανοποιούνται τόσο οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) όσο και οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  40. Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την ύπαρξη αυτών των προϋποθέσεων κατά το στάδιο έκδοσης του επίδικου διατάγματος εξακολουθεί να παραμένει η ίδια και σήμερα εφόσον ο εναγόμενος με την ένσταση του έχει αποτύχει να πείσει το Δικαστήριο διαφορετικά.
  41. Πλέον εφόσον αυτές οι προϋποθέσεις ικανοποιούνται το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο το επίδικο διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ. Κατά πόσο δηλαδή η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης θα πρέπει να επεκταθεί πέραν της εκδίκασης της αίτησης μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής.
  42. Οφείλει το Δικαστήριο επί αυτού του ερωτήματος να εξετάσει και κάποιες θέσεις τις οποίες ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου προέβαλε ως προς τη ζημιά την οποία υφίσταται από την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Εισηγήθηκε μάλιστα ότι ο εναγόμενος «.είναι ο μόνος ο οποίος διακινδυνεύει να υποστεί ζημιά από την έγερση της αγωγής». Ανεξάρτητα και από τον τρόπο με τον οποίο έχει διατυπωθεί αυτή η θέση με γενικότερη αναφορά στην ύπαρξη της αγωγής παρά του επίδικου διατάγματος το Δικαστήριο την εξετάζει με αναφορά στο ερώτημα κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να παραμείνει σε ισχύ το επίδικο διάταγμα. Έχει προσκομίσει μαρτυρία ο εναγόμενος σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα έχει υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο εξασφαλίζοντας δάνειο από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εξοφλήθηκε από τον ίδιο. Ανεξάρτητα και από το ερώτημα κατά πόσο όντως έχει αποδειχτεί με τη μαρτυρία την οποία ο εναγόμενος παρουσίασε ότι ο ίδιος εξόφλησε αυτό το δάνειο, το Δικαστήριο εξετάζει την εξής θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου. Ότι δηλαδή ουσιαστικά ο εναγόμενος εξόφλησε δάνειο της ενάγουσας και κατά συνέπεια είναι ο ίδιος ο οποίος θα υποστεί ζημιά και όχι η ενάγουσα.
  43. Βεβαίως, διατηρώντας υπόψη τη γενικότερη εκδοχή της ενάγουσας και δίχως η αξιοπιστία της να αξιολογείται σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της αγωγής, το πρώτο εύλογο ερώτημα το οποίο προκύπτει με βάση αυτή τη θέση είναι το εξής. Εάν ο εναγόμενος εν αγνοία του και δίχως τη συγκατάθεση της ενάγουσας εξόφλησε ένα δάνειο της ενάγουσας το οποίο εξασφαλιζόταν με το ακίνητο το οποίο στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο, τότε η ενάγουσα σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας έχει ως συνέπεια οποιαδήποτε υποχρέωση να αναγνωρίσει και αποδεχτεί αυτή την εξόφληση; Υπό την έννοια δηλαδή να θεωρήσει ότι εάν η ίδια πετύχει στην αγωγή της τότε ο εναγόμενος θα υποστεί ζημιά καθότι ο ίδιος θα έχει εξοφλήσει ένα δάνειο έτσι ώστε να μεταβιβαζόταν το επίδικο ακίνητο στο όνομα του και ότι συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να λάβει υπόψη τη ζημιά την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί αντί αυτή την οποία ήδη η ενάγουσα έχει φαινομενικά υποστεί με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου εν αγνοία της και δίχως τη συγκατάθεση της;
  44. Θεωρώ ότι η απάντηση και στα δύο αυτά ερωτήματα θα πρέπει να είναι αρνητική. Ενδεχομένως ο εναγόμενος, εάν όντως ευσταθεί η θέση του ότι αυτός ήταν ένας αθώος αγοραστής, να έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον είτε της εταιρείας η οποία του μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο είτε του ίδιου του πατέρα του ή ακόμη και του πιστοποιούντα υπαλλήλου ο οποίος πιστοποίησε την υπογραφή της ενάγουσας στο επίδικο πληρεξούσιο.
  45. Όμως δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο η θέση ότι κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ ή όχι θα πρέπει να δοθεί περισσότερη βαρύτητα σε αυτή την κατ΄ ισχυρισμό ζημιά του εναγομένου και όχι στη ζημιά την οποία εκ πρώτης όψεως υφίσταται η ενάγουσα με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου εν αγνοία και ενάντια στη θέληση της, σύμφωνα βεβαίως με τους ισχυρισμούς της εντός της έκθεσης απαίτησης της.
  46. Ενώ εν πάση περιπτώσει η ζημιά αυτή του εναγομένου εύκολα μπορεί να υπολογιστεί υπό μορφή αποζημιώσεων. Εάν βεβαίως ο εναγόμενος προτίθεται να προωθήσει ανταπαίτηση εναντίον της εναγομένης.
  47. Επιπλέον επί παραπλήσιου ζητήματος θεωρώ πραγματικά ότι θα ήταν πρόωρο να γίνει δεκτή η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ως προς την αδυναμία έκδοσης διατάγματος επανεγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα της ενάγουσας. Όπως αυτή η θέση βασίζεται στην εισήγηση αναφορικά με την έλλειψη αναγκαίων διαδίκων. Σημασία έχει σε αυτό το στάδιο της αγωγής τόσο το γεγονός ότι η ενάγουσα διεκδικεί τις θεραπείες έκδοσης διαταγμάτων ακύρωσης της επίδικης μεταβίβασης και επανεγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα της όσο και η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν είναι δυνατό εκ πρώτης όψεως να αποκλειστεί η δυνατότητα επιδίκασης αυτών των θεραπειών.
  48. Συνεπώς επί του ερωτήματος κατά πόσο το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ ή όχι σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα υπό τις περιστάσεις και κυρίως το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής αλλά και την ίδια τη θέση του εναγομένου ότι ο ίδιος δεν πρόκειται να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη η οποία απαγορεύεται από το επίδικο διάταγμα αλλά απλά έχει πρόθεση να ενοικιάσει το επίδικο ακίνητο, κρίνω ότι είναι ορθότερο και πιο δίκαιο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όπως διατηρηθεί η κατάσταση η οποία υπήρχε όταν προέκυψε η διαφορά μεταξύ των διαδίκων με την καταχώρηση της αγωγής και όπως το επίδικο διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής.
  49. Επομένως το επίδικο διάταγμα καθίσταται απόλυτο μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  50. Ενώ ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος του εναγομένου καθ΄ ου η αίτηση και υπέρ της ενάγουσας αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής 1150/10 Προσωρινό Διάταγμα Βραχίμη Φιλίππου Δεύτερη Διόρθωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.