← Κύπρος

Αναφορικά με τον Γεώργιο Σάββα Νεοκλέους, Αρ. Αγωγής Αίτησης :- 38/2005, 12η Μαΐου 2011

Αναφορικά με τον Γεώργιο Σάββα Νεοκλέους, Αρ. Αγωγής Αίτησης :- 38/2005, 12η Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής Αίτησης :- 40738/200805 Μεταξύ :- 1.Γρηγόρης Δημητρίου Γρηγορίου 2.1.Ανδρέας Δημητρίου Γρηγορίου Ενάγοντες Και Φωστήρα Σπύρου άλλως Φωστήρα Γεωργίου Χαραλάμπους ΕναγόμενηΑναφορικά με τον Γεώργιο Σάββα Νεοκλέους από την Μεσόγη Ημερομηνία :- Πέμπτη 212η Μαΐου Οκτωβρίου 2011 Αίτηση Τροποποίησης Ακύρωσης Διατάγματος Παραλαβής ημερομηνίας 1220/510/2010 Για τους Ενάγοντες τον Χρεώστη - ΑιτητέςΑιτητή :- κος. Ανδρέας ΖύμπηλοςΗ. Κονναρής (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κ. Μυτίδης ) Για την Εναγόμενη Πιστώτρια - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Λ. Χατζηνεοφύτου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .......... ) Ενδιάμεση Απόφαση 1. Αιτείται ο πτωχεύσας ακύρωση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ενώ συζευκτικά και διαζευκτικά αιτείται την αποκατάσταση του. 2. Βάση του αιτήματος του είναι ότι το διάταγμα παραλαβής κακώς εξεδόθη. 3. Η αιτήτρια καταχώρησε ένσταση εναντίον της αποδοχής του αιτήματος ενώ ο Επίσημος Παραλήπτης, όπως δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 9/7/2010 μετά από παρουσίαση και σχετικής έκθεσης του, δεν έχει θέση επί του συγκεκριμένου θέματος καθότι αγνοεί τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε για την έκδοση του επίδικου διατάγματος παραλαβής. 4. Η έκθεση του Επίσημου Παραλήπτη προφανώς προετοιμάστηκε προς συμμόρφωση του με τον κανονισμό 72

(1)των περί Πτώχευσης Κανονισμών (στο εξής θα καλούνται οι «Κανονισμοί»). 4.1. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον κανονισμό 72
(1)για τους σκοπούς της αίτησης ακύρωσης του διατάγματος παραλαβής η έκθεση αποτελεί prima facie μαρτυρία του περιεχομένου της. 4.
  1. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη παράγραφο 2 αυτής της έκθεσης η καθ΄ ης η αίτηση σύμφωνα και με την έκθεση κατάστασης του πτωχεύσαντα είναι πλήρως ασφαλισμένη πιστώτρια για το ποσό των €119.600,
  2. 4.
  3. Βεβαίως η παράγραφος 2 της έκθεσης παραπέμπει σχετικά στην έκθεση κατάστασης την οποία ο ίδιος ο πτωχεύσας ετοίμασε (σύμφωνα και με τον κανονισμό 73 των Κανονισμών) και υπέγραψε στις 11/7/2005 και την οποία ο Επίσημος Παραλήπτης με επιστολή ημερομηνίας 21/7/2005 απέστειλε προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ενώ αυτή στη συνέχεια τοποθετήθηκε εντός του φακέλου της αίτησης πτώχευσης. 4.
  4. Ένα επιπρόσθετο σχετικό στοιχείο (διατηρώντας υπόψη και τα όσα προνοούνται σχετικά από το άρθρο 31 του σχετικού Νόμου) είναι η αναφορά στη παράγραφο 6 της έκθεσης του Επίσημου Παραλήπτη ότι μέχρι και την ημερομηνία ετοιμασίας της έκθεσης δεν είχε ληφθεί στο γραφείο του οποιαδήποτε εξοφλητική απόδειξη. Προφανώς από τους πιστωτές του πτωχεύσαντος.
  5. Το επίδικο διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε την 1/6/2005 μετά από παράλειψη του πτωχεύσαντος να είχε τότε εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την αίτηση για την έκδοση του. Η πράξη πτώχευσης επί της οποίας βασίστηκε η αίτηση ήταν η παράλειψη του πτωχεύσαντος να είχε συμμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο με σχετική ειδοποίηση πτώχευσης.
  6. Η θέση του πτωχεύσαντος επί της οποίας βασίζει το αίτημα του είναι πολύ απλή. Το εξ αποφάσεως χρέος σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η σχετική ειδοποίηση πτώχευσης ήταν εξασφαλισμένο με δύο υποθήκες και η εξ αποφάσεως πιστώτρια δεν αποποιήθηκε της εξασφάλισης της και απέκρυψε το γεγονός αυτό στην αίτηση πτώχευσης. Αναφέρει επίσης στην ένορκη δήλωση του ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου κάλυπτε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό.
  7. Αξίζει να σημειωθεί το εξής δεδομένο. Η καθ΄ ης η αίτηση δεν αμφισβητεί με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός ότι όντως κατά το χρόνο της καταχώρησης της αίτησης έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εξ αποφάσεως χρεώστη υπήρχαν δύο υποθήκες οι οποίες όμως, όπως ισχυρίζεται, δεν εξασφάλιζαν «πλήρως» το εξ αποφάσεως χρέος (βλ. σχετικά τις παραγράφους 6 και 8 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης).
  8. Παρατηρείται όμως ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν παραδέχεται ότι απέκρυψε οποιαδήποτε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα κατά την υποβολή της αίτησης έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως ο πτωχεύσας ισχυρίζεται στη δική του ένορκη δήλωση (παράγραφος 3).
  9. Επί αυτού του θέματος (δηλαδή, αυτό της κατ΄ ισχυρισμό απόκρυψης στοιχείων από το Δικαστήριο) η καθ΄ ης η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο δεδομένο ότι η ύπαρξη των υποθηκών φαινόταν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Όντως με την αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής η καθ΄ ης η αίτηση είχε επισυνάψει και αντίγραφο της επίδικης απόφασης εντός της οποίας αναμφίβολα υπάρχει αναφορά σε δύο υποθήκες.
  10. Βεβαίως όμως καμία αναφορά ως προς την ύπαρξη των υποθηκών δεν υπάρχει εντός του κειμένου της αίτησης έκδοσης διατάγματος παραλαβής. Αυτό το οποίο εισηγείται ουσιαστικά η καθ΄ ης η αίτηση είναι ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να είχε παρατηρήσει, εάν αυτό μελετούσε προσεχτικά όλα τα έγγραφα από τα οποία αποτελείτο στο σύνολο της η αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής, ότι εντός της επίδικης απόφασης της αγωγής 468/04 υπήρχε και αναφορά σε δύο υποθήκες. Ως επίσης ότι, όπως επίσης εκ πρώτης όψεως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, οι υποθήκες αυτές είχαν σχέση με το άτομο του πτωχεύσαντος.
  11. Όμως όσο λογική και να φαίνεται η θέση της καθ΄ ης η αίτηση αυτό δεν αλλοιώνει το εξής βασικό δεδομένο. Δεδομένο το οποίο ούτε η ίδια δεν αμφισβητεί. Ότι δηλαδή καμία αναφορά δεν υπάρχει εντός του κειμένου είτε της αίτησης έκδοσης διατάγματος παραλαβής είτε της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ότι η ίδια η αιτήτρια είναι εξασφαλισμένη πιστώτρια.
  12. Μάλιστα όχι μόνο δεν υπάρχει μία τέτοια αναφορά αλλά όπως η καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται στη παράγραφο 3 της αίτησης προς έκδοση διατάγματος παραλαβής ούτε η ίδια ούτε και οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους της κατέχει οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρεώστη ή επί οποιουδήποτε μέρους αυτής για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέος του. Επομένως εύλογα θα μπορούσε να προωθηθεί ως θέση ότι η καθ΄ ης η αίτηση όχι μόνο παρέλειψε να αναφερθεί στην ύπαρξη της συγκεκριμένης εξασφάλισης αλλά επίσης ότι με αυτή την αναφορά απέκρυψε την ύπαρξη της.
  13. Έστω όμως και να θεωρηθεί ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν απέκρυψε οποιαδήποτε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα κατά την υποβολή της αίτησης της ή ότι η ύπαρξη των υποθηκών φαινόταν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ή ότι εκ παραδρομής αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχε η οποιαδήποτε εξασφάλιση. Ακόμη και σε αυτή τη περίπτωση δεν παύει να προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο η καθ΄ ης η αίτηση είχε συμμορφωθεί με τις σχετικές πρόνοιες του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφάλαιο 5 (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»).
  14. Καθότι σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 5 του σχετικού Νόμου (εντός του οποίου αναφέρονται οι όροι βάσει των οποίων πιστωτής δύναται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης) αν «.ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του.».
  1. Δηλαδή, αυτό το οποίο απαιτείται από τον σχετικό Νόμο δεν είναι απλώς η αναφορά ή έστω να υπάρχει σε κάποιο σημείο ενός επισυνημμένου εγγράφου αναφορά στην ύπαρξη εξασφάλισης επί της περιουσίας του χρεώστη. Βεβαίως, όπως διαπιστώνεται, τέτοια αναφορά δεν υπάρχει στη σχετική αίτηση σε ρητή μορφή είτε επί του σώματος της αίτησης είτε εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της.
  2. Γενικά όμως αυτό το οποίο οφείλει βάσει ρητής νομοθετικής πρόνοιας ο αιτητής να κάνει σε μία τέτοια περίπτωση είναι είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των υπόλοιπων πιστωτών είτε να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του. Βεβαίως, λογικά, για να είναι σε θέση να το κάνει αυτό θα πρέπει προηγουμένως να έχει ήδη αναφερθεί και στην ύπαρξη μίας τέτοιας εξασφάλισης.
  3. Επομένως σαφώς σύμφωνα και με τα όσα προνοούνται σχετικά από το εδάφιο
(2)του άρθρου 5 του σχετικού Νόμου αυτό όφειλε η καθ΄ ης η αίτηση να είχε κάνει και όχι απλώς να είχε επισυνάψει επί της αίτησης της ένα αντίγραφο της απόφασης εντός της οποίας να υπάρχει αναφορά στην ύπαρξη δύο υποθηκών. Οι οποίες προφανώς να έχουν σχέση με το άτομο του πτωχεύσαντος. 18. Συνεπώς με βάση τα δεδομένα αυτής της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν με σαφήνεια από το περιεχόμενο του φακέλου δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η καθ΄ ης η αίτηση κατά την καταχώρηση και γενικότερα στη συνέχεια κατά την υποβολή και προώθηση της αίτησης της για την έκδοση διατάγματος παραλαβής παρέλειψε, σε οποιοδήποτε στάδιο, να τηρήσει το επιτακτικό καθήκον το οποίο της επέβαλε το εδάφιο
(2)του άρθρου 5 του σχετικού Νόμου.
  1. Σαφώς δηλαδή διαπιστώνεται παράβαση της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας από την καθ΄ ης η αίτηση σε σχέση με την αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος παραλαβής και το οποίο είχε τις όσες αλυσιδωτές συνέπειες είχε οδηγώντας και στην έκδοση διατάγματος με το οποίο στις 7/2/2007 ο πτωχεύσας είχε κηρυχτεί σε πτώχευση από το Δικαστήριο μετά και από αίτηση του Επίσημου Παραλήπτη.
  2. Επομένως το βασικό ερώτημα το οποίο πλέον προκύπτει σε σχέση με την έκβαση αυτής της απόφασης είναι το εξής. Ποίες θα πρέπει να είναι οι συνέπειες αυτής της παράλειψης της καθ΄ ης η αίτηση και της παράλληλης κατ΄ επέκταση παράβασης ρητής νομοθετικής πρόνοιας; Ερώτημα βεβαίως το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί έχοντας ως βάση τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω ο πτωχεύσας αιτείται ακύρωση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ενώ συζευκτικά και διαζευκτικά αιτείται την αποκατάσταση του.
  3. Το Δικαστήριο έχει αναζητήσει δική μας νομολογία επί του ερωτήματος το οποίο αναφέρεται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο δίχως όμως να έχει εντοπίσει οποιαδήποτε αυθεντία η οποία να επιλαμβάνεται παρόμοιας περίπτωσης. Αντλείται όμως καθοδήγηση από δύο ιδιαίτερα βοηθητικές επί του θέματος αυθεντίες Αγγλικής νομολογίας οι οποίες έχουν εντοπιστεί από το Δικαστήριο[1].
  4. Οι αυθεντίες αυτές είναι οι ακόλουθες. Πρώτη είναι η υπόθεση Re A Debtor (No 6 of 1941, Northampton County Court), Ex parte the Debtor V The Petitioning Creditor and The Official Receiver [1943] 1 All E. R. 553 και δεύτερη η υπόθεση Re a debtor (No 39 of 1974), ex parte Okill and another v Gething and another [1977] 3 All E. R. 489 (στο εξής θα καλείται η «υπόθεση Okill»). Αξίζει γενικότερα σε σχέση με το ερώτημα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η ανάγνωση και μελέτη των συγκεκριμένων αυθεντιών. Όμως δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθεί το Δικαστήριο σε εκτεταμένη αναφορά είτε των γεγονότων τους είτε όλων των σημείων τα οποία εξετάστηκαν σε αυτές. Εντός αυτών των αυθεντιών αναλύεται ταυτόσημη νομοθετική πρόνοια όπως και η πρόνοια υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αλλά και άλλες ταυτόσημες νομοθετικές πρόνοιες του Bankruptcy Act
  5. Αυτό το οποίο έχει σημασία σε σχέση με τη καθοδήγηση η οποία αντλείται από το Δικαστήριο είναι τα ακόλουθα σημεία. 22.
  6. Η σημασία η οποία δίδεται ως προς τη συμμόρφωση με την επιτακτική πρόνοια αναφοράς εντός της αίτησης προς έκδοση διατάγματος παραλαβής της ύπαρξης ασφάλειας προς όφελος του αιτούντος πιστωτή. 22.1.
  7. Όπως είχε εγερθεί προς εξέταση στο Court of Appeal το εξής σημείο υπό μορφή ένστασης στην υπόθεση Re A Debtor (No 6 of 1941, Northampton County Court). Ότι δηλαδή δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί στον αιτητή για έκδοση διατάγματος παραλαβής στη συγκεκριμένη περίπτωση - εφόσον αυτός ήταν εξασφαλισμένος πιστωτής - να είχε στηρίξει την αίτηση του σε εξασφαλισμένο χρέος δίχως παράλληλα να αναφέρει τις προθέσεις του αναφορικά με την εξασφάλιση την οποία κατείχε. 22.1.
  8. Παρομοίως στην υπόθεση Okill προτάθηκε η εξής βασική και πολύ απλή θέση. Η οποία και αντικατοπτρίζει ουσιαστικά τα όσα προνοούνται σχετικά από το άρθρο 5
(2)του σχετικού Νόμου. Ότι δηλαδή όταν ο πιστωτής ο οποίος εξαιτείται την έκδοση διατάγματος παραλαβής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής οφείλει να αναφέρει στην αίτηση του την αξία της εξασφάλισης του ή ότι είναι διατεθειμένος να την παραδώσει προς όφελος όλων των πιστωτών του χρεώστη. 22.
  1. Η επισήμανση ως προς το ότι η εξουσία ακύρωσης αποτελεί διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά το άρθρο 31 του σχετικού Νόμου). 22.
  2. Αναδεικνύεται επίσης ως επιπρόσθετη διακριτική εξουσία η δυνατότητα τροποποίησης ουσιαστικά της αίτησης προς έκδοση διατάγματος παραλαβής έτσι ώστε να διορθώνεται η παράλειψη του πιστωτή να αναφερθεί στην ύπαρξη ασφάλειας (βλ. σχετικά το άρθρο 93
(3)του σχετικού Νόμου). 23. Παράλληλα βεβαίως, ανεξάρτητα δηλαδή και από την οποιαδήποτε νομολογιακή ανάλυση του, δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί η επιτακτική διατύπωση του άρθρου 5
(2)του σχετικού Νόμου. Στην Αγγλική και αρχική μορφή του άρθρου αυτού γίνεται χρήση της λέξης "must" ενώ με την επίσημη μετάφραση γίνεται χρήση της λέξης «οφείλει». Σαφώς δηλαδή δημιουργείται υποχρέωση και επιβάλλεται καθήκον στον πιστωτή ο οποίος είναι εξασφαλισμένος είτε να δηλώσει στην αίτηση του ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του είτε να δώσει εκτίμηση αυτής της ασφάλειας.
  1. Αναφορικά με τη θέση του πτωχεύσαντος ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου κάλυπτε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν αλλά και ούτε έχουν τεθεί από τον ίδιο τον πτωχεύσαντα επαρκή στοιχεία με βάση τα οποία να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι όντως η θέση αυτή ευσταθεί. Συνεπώς ελλείψει σχετικής μαρτυρίας ή στοιχείων υπό άλλης μορφής (παραδείγματος χάριν, βάσει του περιεχομένου του φακέλου της αίτησης πτώχευσης) το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξετάσει τις οποιεσδήποτε πιθανές νομικές συνέπειες μίας τέτοιας περίπτωσης. Ούτε βεβαίως και κρίνεται απαραίτητο για το Δικαστήριο να προβεί σε θεωρητική ανάλυση ενός τέτοιου ενδεχόμενου. Όφειλε ο πτωχεύσας ως ο αιτητής σε αυτή τη διαδικασία να είχε προσκομίσει επαρκή μαρτυρία με βάση την οποία να παρεχόταν στο Δικαστήριο η ανάλογη δυνατότητα νομικής ανάλυσης. Ούτε και θεωρώ ότι η έκθεση κατάστασης την οποία ο ίδιος ο πτωχεύσας ετοίμασε την 11/7/2005 αποτελεί επαρκή βάση επί της οποίας να στηριχτεί το Δικαστήριο έτσι ώστε να γίνει δεκτή η θέση του ως προς το ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου κάλυπτε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό.
  2. Αναφορικά με τη δυνατότητα τροποποίησης ουσιαστικά της αίτησης προς έκδοση διατάγματος παραλαβής έτσι ώστε να διορθώνεται η παράλειψη του πιστωτή να αναφερθεί στην ύπαρξη ασφάλειας παρατηρώ τα εξής. Κατ΄ αρχάς η ίδια η καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει εγείρει τέτοιο θέμα ενώ θα μπορούσε να επικαλεστεί τη συγκεκριμένη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με τη καταχώρηση σχετικής αίτησης. Έτσι ώστε έστω και αναδρομικά να αιτηθεί από το Δικαστήριο τη διόρθωση της αρχικής της παράλειψης με την καταχώρηση της αίτησης προς έκδοση διατάγματος παραλαβής. Υπάρχει αναφορά στη δυνατότητα αυτή στη σελίδα 493 στην απόφαση της υπόθεσης Okill. Μάλιστα η πρωτόδικη απόφαση απόρριψης αυτού του αιτήματος ανατράπηκε κατ΄ έφεση.
  3. Διαπιστώνεται μεν η προαναφερόμενη παράβαση της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας από την καθ΄ ης η αίτηση (βλ. σχετικά τη παράγραφο 19 αυτής της απόφασης) παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να αγνοήσει και τα εξής δεδομένα σε σχέση με τις ενέργειες του ίδιου του πτωχεύσαντος. 26.
  4. Πρώτο, το γεγονός ότι ενώ μετά από επίδοση της είχε λάβει γνώση της ύπαρξης της αίτησης έκδοσης διατάγματος παραλαβής εντούτοις παρέλειψε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να θέσει υπόψη του το γεγονός ότι η καθ΄ ης η αίτηση ήταν εξασφαλισμένη πιστώτρια ή ακόμη και το ενδεχόμενο η εξασφάλιση της να ήταν τέτοια έτσι ώστε η αίτηση της να μην ικανοποιούσε όλους τους απαραίτητους όρους προς έκδοση διατάγματος παραλαβής. 26.
  5. Δεύτερο, το γεγονός ότι ο ίδιος ο πτωχεύσας περίπου ένα μήνα μετά και από την έκδοση του διατάγματος παραλαβής δήλωνε επίσημα ότι η καθ΄ ης η αίτηση ήταν πλήρως ασφαλισμένη ως πιστώτρια. 26.
  6. Τρίτο, το γεγονός ότι ο πτωχεύσας καταχώρησε την αίτηση υπό εξέταση σχεδόν 5 ολόκληρα χρόνια μετά και από την έκδοση του επίδικου διατάγματος παραλαβής. 26.
  7. Τέταρτο, το γεγονός ότι σύμφωνα και με την έκθεση του Επίσημου Παραλήπτη ο πτωχεύσας δεν έχει εξοφλήσει οποιοδήποτε από τους πιστωτές του.
  8. Διατηρώντας υπόψη όλα τα δεδομένα τα οποία αναφέρονται πιο πάνω και εξισορροπώντας αφενός τη διαπίστωση της παράβασης ρητής νομοθετικής πρόνοιας από την καθ΄ ης η αίτηση και αφετέρου τη διαπίστωση της αρχικής παράλειψης και επακόλουθης καθυστέρησης του πτωχεύσαντος για υπέρμετρο χρονικό διάστημα να εγείρει προς εξέταση το θέμα αυτής της παράβασης και ασκώντας τη διακριτική εξουσία η οποία παρέχεται προς το Δικαστήριο ως προς την έγκριση ή απόρριψη της αίτησης του πτωχεύσαντος κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το αίτημα του πτωχεύσαντος δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό.
  9. Ο μοναδικός λόγος ο οποίος προτείνεται και στοιχειοθετείται από τον πτωχεύσαντα για την έγκριση του αιτήματος του είτε με την ακύρωση του επίδικου διατάγματος παραλαβής είτε την αποκατάσταση είναι το δεδομένο της παράλειψης της καθ΄ ης η αίτηση να συμμορφωθεί με το άρθρο 5
(2)του σχετικού Νόμου. Ο πτωχεύσας δεν έχει καν επεκταθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως προς τις πραγματικές συνέπειες αυτής της παράλειψης έτσι ώστε αυτές να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Υπό την έννοια δηλαδή κατά πόσο οι συνέπειες οι οποίες ακολούθησαν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής θα ήταν διαφορετικές εάν δεν είχε προηγηθεί αυτή η παράλειψη συμμόρφωσης με το άρθρο 5
(2)του σχετικού Νόμου.
  1. Ούτε και αναδεικνύεται από τα γεγονότα υπό εξέταση να υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα η οποία να κρύβεται πίσω από τη παράλειψη της καθ΄ ης η αίτηση. Ενώ μετά και από πάροδο σχεδόν 5 ετών από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος παραλαβής ο πτωχεύσας καταχώρησε μία αίτηση δίχως οποιαδήποτε επαρκή αναφορά στις πραγματικές συνέπειες αυτής της έκδοσης ιδιαίτερα δε σε συνάρτηση με τη παράλειψη της καθ΄ ης η αίτηση να είχε αναφερθεί στην ύπαρξη της σχετικής εξασφάλισης.
  2. Ο ίδιος παρέλειψε να εμφανιστεί κατά την εκδίκαση της αίτησης προς έκδοση του επίδικου διατάγματος παραλαβής και να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Ενώ η οποιαδήποτε άγνοια του σχετικού Νόμου από τον ίδιο δεν μπορεί να αντικριστεί από το Δικαστήριο ως μία αόριστη έννοια αλλά θα έπρεπε να είχε συνδεθεί με την εξάλειψη πλέον αυτής της άγνοιας μετά και από λήψη σχετικής νομικής συμβουλής και στη συνέχεια να είχε αναδειχτεί η σκοπιμότητα της έκδοσης του οποιουδήποτε διατάγματος είτε ακύρωσης του επίδικου διατάγματος παραλαβής είτε αποκατάστασης του.
  3. Έχει αποτύχει ο πτωχεύσας με την αίτηση του υπό τη μορφή την οποία αυτή έχει υποβληθεί, σε σχέση δηλαδή με το περιεχόμενο της, να πείσει το Δικαστήριο ότι η διακριτική του εξουσία θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος του. Ουσιαστικά δεν έχει είτε υποδείξει είτε αποδείξει οποιοδήποτε άλλο λόγο με βάση τον οποίο το αίτημα του θα πρέπει να γίνει δεκτό πέραν από την απλή ανάδειξη της παράλειψης της καθ΄ ης η αίτηση να είχε συμμορφωθεί με τη συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια. Έστω και εάν η πρόνοια αυτή έχει επιτακτικό χαρακτήρα.
  4. Ούτε και έχει πεισθεί το Δικαστήριο ότι πρόθεση της καθ΄ ης η αίτηση κατά το στάδιο της υποβολής της αίτησης προς έκδοση του επίδικου διατάγματος παραλαβής ήταν να εξαπατήσει ή παραπλανήσει το Δικαστήριο αποκρύπτοντας ένα δεδομένο το οποίο το ίδιο το Δικαστήριο θα μπορούσε να εντοπίσει με προσεχτικότερη ανάλυση του υλικού το οποίο προσφερόταν προς απόδειξη της αίτησης. Δίχως παράλληλα να θεωρείται ότι το Δικαστήριο είχε μία τέτοια υποχρέωση. Σε αντικατάσταση δηλαδή της νομοθετικά επιβαλλόμενης υποχρέωσης της καθ΄ ης η αίτηση. Απλά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι η καθ΄ ης η αίτηση παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη σχετική νομοθετική πρόνοια έχοντας υπόψη κάποιο απώτερο στόχο.
  5. Επομένως η αίτηση του πτωχεύσαντος δεν κρίνεται δικαιολογημένη και απορρίπτεται.
  6. Διατηρώντας όμως υπόψη όχι μόνο το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης αλλά και το δεδομένο ότι η καταχώρηση της προέκυψε από παράλειψη της καθ΄ ης η αίτηση να είχε συμμορφωθεί με βασική υποχρέωση της σύμφωνα και με το άρθρο 5
(2)του σχετικού Νόμου θεωρώ ότι θα ήταν πιο δίκαιο και ορθό όπως τα έξοδα της αίτησης να μην επιδικαστούν υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση πιστώτριας ανεξάρτητα και από το αποτέλεσμα εκδίκασης της. 35. Η μοναδική διαταγή ως προς τα έξοδα η οποία κρίνω ορθό όπως εκδοθεί και η οποία εκδίδεται είναι αναφορικά με τα έξοδα του Επίσημου Παραλήπτη σε σχέση με την ετοιμασία της έκθεσης του ημερομηνίας 18/6/2010 ως επίσης και σε σχέση με τις εμφανίσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα αυτά θα πρέπει να καταβληθούν από τη περιουσία του πτωχεύσαντος η οποία ήδη βρίσκεται υπό τη διαχείριση του Επίσημου Παραλήπτη. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής 38/05 Αίτηση Ακύρωσης Διατάγματος Παραλαβής Κονναρής Χατζηνεοφύτου Απόφαση Τρίτη Διόρθωση [1] Είχα επίσης την ευκαιρία να μελετήσω και την απόφαση της υπόθεσης Barclays Bank Plc v Mogg [2003] EWHC 2645 (Ch) η οποία εξετάζει πρόνοιες μεταγενέστερης νομοθεσίας (Insolvency Act 1986) αλλά σε σχέση με παρόμοια θέματα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.