Χαράλαμπου Κ. Σιαηλή ν. Αυγής Παναγιώτη Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 103/05, 13 Μαϊου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 103/05 Μεταξύ: Χαράλαμπου Κ. Σιαηλή Ενάγοντα και Αυγής Παναγιώτη Γεωργίου Εναγομένης Ημερομηνία: 13 Μαϊου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ.Χρ. Γεωργιάδης. Για την Εναγομένη: Ο κ.Γ. Κουκούνης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Περί Απόδειξης Νόμου: ″Οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης του. Σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση κατατίθεται στο Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα, ή μέρος αυτής″. Δεν θα συμφωνήσω ότι η πρόνοια αυτή, πρόκειται περί μίας δικονομικής πρόνοιας υπό τη διαδικαστική της έννοια, δηλαδή αν και ουσιαστικά στην εφαρμογή της αυτή είναι και η εντύπωση η οποία γενικά δημιουργείται. Άλλωστε σύμφωνα με το Άρθρο 163 του Συντάγματος το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο για να θεσπίσει κανονισμούς οι οποίοι να ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι η Βουλή των Αντιπροσώπων. Απλά το άρθρο 25 παρέχει ένα δικαίωμα, αντί να καταθέτει προφορικά ένας μάρτυρας, όπως υιοθετεί γραπτή δήλωση του, είτε ως μέρος, είτε ως το σύνολο της κυρίως εξέτασης του. Επίσης υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με το άρθρο 37 του ίδιου Νόμου: ″Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται, οσάκις το κρίνει αναγκαίο, να εκδίδει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου και για τη ρύθμιση κάθε θέματος, το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού″. Μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί τέτοιοι κανονισμοί σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου
- Θα ήταν χρήσιμο αν αυτό είχε συμβεί. Όμως ως έχει η σημερινή κατάσταση λόγω και της ανυπαρξίας τέτοιων κανονισμών το κάθε Πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγείται στην ρύθμιση της διαδικασίας και εφαρμογής του συγκεκριμένου Νόμου σύμφωνα με την ερμηνεία η οποία δίδεται στην κάθε διάταξη του και ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Καταβάλλεται φυσικά σε κάθε περίπτωση μία όσο το δυνατό καλύτερη εφαρμογή του Νόμου υπό τις περιστάσεις. Συμφωνώ απόλυτα με τον κ.Γεωργιάδη ως προς την εξοικονόμηση χρόνου ο οποίος είναι δυνατό να επιτευχθεί με την εφαρμογή αυτού του άρθρου και ότι υπό αυτή την έννοια ασφαλώς αποτελεί επίτευγμα. Όμως το γεγονός ότι αντί προφορικής μαρτυρίας παρουσιάζεται γραπτή μαρτυρία η οποία υιοθετείται δεν αλλοιώνει τα δεδομένα ότι και πάλι παρουσιάζεται μαρτυρία, προσκομίζεται δηλαδή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και εξαλείφεται με αυτό τον τρόπο η δυνατότητα έγερσης ένστασης στην παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας, απλώς και μόνο διότι αυτή πλέον έχει λάβει γραπτή μορφή. Ως προς την ένσταση διατηρώ υπόψη μου σχετική νομολογία και αναφέρω σχετικά την υπόθεση Γεώργιος Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και συγκεκριμένα στις σελίδες 28 και 29 όπου ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως ήταν τότε κ.Πικής αναφέρει σχετικά τα εξής: ″Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία∙ δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής″. Υπάρχει αναφορά σε αυτή την απόφαση και στην απόφαση Θεοφάνη Γ. Καζάκου v. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.ά.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1626 και συγκεκριμένα στη σελίδα 1642 όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ.Ηλιάδης, ότι: ″Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης και το Δικαστήριο λαμβάνει πάντα υπόψη και αξιολογεί τη μαρτυρία που συνάδει με αυτά″. Η ένσταση του κ.Κουκούνη έχει σχέση ακριβώς με την εφαρμογή αυτής της αρχής, ότι δηλαδή η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω τα δικόγραφα τόσο κατά τη διάρκεια της ακρόασης όσο και μετά και επίσης να εξετάσω την επιχειρηματολογία και των δύο ευπαίδευτων δικηγόρων και καταλήγω στα εξής συμπεράσματα. Κατ΄ αρχάς δεν μπορώ να δεχτώ ως βάσιμη την εισήγηση ότι ουσιαστικά το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τη χρήση έστω και μίας λέξης από την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα. Υπάρχει στην παράγραφο 4 αναφορά σε μεσιτικά δικαιώματα η οποία σχετίζεται με ένα ποσό £12.
- Όσο ατυχής και να μπορεί να θεωρηθεί αναδρομικά αυτή η αναφορά, αυτή η αναφορά υπάρχει. Όπως επίσης υπάρχει η αναφορά ότι ο ενάγων ετοίμασε τα αναγκαία πωλητήρια έγγραφα. Είναι απλές οι έννοιες οι οποίες εξάγονται από τη χρήση αυτών των λέξεων, έννοιες οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν, όπως και δεν μπορούν να αγνοηθούν οποιεσδήποτε λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνται εντός ενός δικογράφου. Προσθέτω ότι ο ισχυρισμός της ετοιμασίας των αναγκαίων πωλητηρίων εγγράφων από τον ενάγοντα γίνεται σε σχέση με τον ίδιο και όχι με οποιονδήποτε άλλο. Μάλιστα ο ίδιος ο ενάγων με τη δική του γραπτή δήλωση περιορίστηκε πολύ απλά σε υιοθέτηση ως μαρτυρία όλων των γεγονότων και ισχυρισμών γεγονότων καθώς και όλες τις αρνήσεις γεγονότων ή ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του και στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Οφείλω επίσης να αναφέρω ότι δεν συμφωνώ με τη θέση ότι το Δικαστήριο αξιολογεί εκ των προτέρων την μαρτυρία του κ.Ηλία Ευθυμίου απλά και μόνο γιατί λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο των δικογράφων. Ασφαλώς η μαρτυρία αυτή υπό την μορφή της προτεινόμενης γραπτής δήλωσης έχει τεθεί ενώπιον μου, όμως διευκρινίζω ότι αυτή δεν αξιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα ότι η αναφορά στην έκθεση απαίτησης από μόνη της μπορεί να θεωρηθεί ως αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επομένως δέχομαι ως βάσιμη τη θέση ότι ο ισχυρισμός ο οποίος περιέχεται εντός της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα ότι ο ίδιος συνέταξε τα πωλητήρια έγγραφα είναι εκτός δικογράφων. Ως επίσης και οποιοσδήποτε ισχυρισμός ο οποίος προκύπτει βάση αυτού του ισχυρισμού αναφορικά με το ύψος της χρέωσης και τα κριτήρια τα οποία έλαβε υπόψη του για αυτή τη χρέωση. Θα συμφωνήσω όμως με τον κ.Γεωργιάδη ότι οι συνέπειες της υπογραφής των πωλητηρίων εγγράφων αποτελούν μαρτυρία η οποία προκύπτει από την υπογραφή αυτών από τον μάρτυρα και ότι δεν ήταν αναγκαία η αναφορά αυτών των ισχυρισμών στην έκθεση απαίτησης. Επίσης θα συμφωνήσω και με άλλη θέση του κ.Γεωργιάδη ως προς το ότι σε σχέση με τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα ότι οι χρεώσεις, οι αμοιβές όπως αναφέρει του ενάγοντα, ήταν λογικές, δεν είναι εκτός δικογράφων. Παρά και την αναφορά στην έκθεση απαίτησης σε συμφωνημένο οφειλόμενο υπόλοιπο με μοναδική και διαζευκτική αναφορά του οφειλόμενου ποσού ως εύλογου στις θεραπείες της αξίωσης, το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να αγνοήσει τους ισχυρισμούς της ίδιας της εναγομένης σε συγκεκριμένες παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της οι οποίες καθιστούν το εύλογο των χρεώσεων του ενάγοντα ως επίδικο θέμα. Και αναφέρω χαρακτηριστικά και διαβάζω χαρακτηριστικά τις παραγράφους 35, 36 και
- ″
- Ο ενάγων μετά που αποκαλύφθηκε για τις πιο πάνω ενέργειες και πράξεις του που ισοδυναμούν με αντιδεοντολογική συμπεριφορά και δεν συνάδουν προς την ιδιότητα του ως δικηγόρου της εναγόμενης, ήγειρε εκδικητικά υπέρογκες και εξωπραγματικές χρεώσεις σε βάρος της εναγόμενης, η οποία δεν δέχθηκε και ούτε δέχεται ότι οφείλει στον ενάγοντα τέτοια ποσά″. ″
- Ο ενάγων όφειλε νομικά εάν η εναγόμενη του όφειλε οποιοδήποτε κατ΄ αυτόν ποσό, να απευθυνόταν στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο με σχετικό κατάλογο ώστε να ψηφιζόταν εάν και εφόσον η εναγόμενη του όφειλε οποιοδήποτε ποσό και όχι να εγείρει την παρούσα αγωγή″. ″
- Η εναγόμενη αρνείται ότι ο ενάγων δικαιούται στα αξιούμενα ποσά τα οποία είτε η ίδια δεν του τα οφείλει είτε αυτά είναι εξωπραγματικά είτε δεν αποτελούν την δίκαιη και λογική αμοιβή του είτε δεν προσέφερε στην εναγόμενη υπηρεσίες ή και εκείνες που ισχυρίζεται ο ενάγων″. Συνεπώς η ένσταση γίνεται μερικώς δεκτή και αν δεν γίνουν οι ανάλογες διαγραφές από τη γραπτή δήλωση του μάρτυρα κρίνω ότι το περιεχόμενο αυτής δεν μπορεί να υιοθετηθεί από τον ίδιο ως το σύνολο της κυρίως εξέτασης του. (Υπ.) ............. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο