← Κύπρος

ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΛΕΜΟΝΙΑΤΗ ν. BARFORD CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2051/10, 16.05.2011

ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΛΕΜΟΝΙΑΤΗ ν. BARFORD CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2051/10, 16.05.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2051/10 Μεταξύ: ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΛΕΜΟΝΙΑΤΗ από την Πάφο Ενάγουσας - και -

  1. BARFORD CO LIMITED από την Πάφο
  2. SOLITAIRE LEISURE CO LIMITED από την Πάφο
  3. GEORGE JAMES STUART WALKER από το Ηνωμένο Βασίλειο
  4. SUSAN WALKER από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία : 16.05.2011 Αίτηση ημερομηνίας 18.06.2010 για προσωρινό διάταγμα Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Μ. Φούρναρη Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ε. Ερωτοκρίτου για Ε. Ερωτοκρίτου & Σία ------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο στην παρούσα αγωγή η Ενάγουσα διεκδικεί από τους Εναγόμενους το ποσό των €48.606,63 το οποίο αποτελεί, κατ΄ ισχυρισμό της, υπηρεσίες δικηγόρου για ετοιμασία αγοραπωλητηρίων έξι

(6)ακινήτων, ως επίσης αμοιβή για παρεμφερείς εργασίες και διαβήματα. Επιπλέον υπάρχει ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 είχαν δώσει οδηγίες στην Ενάγουσα όπως αυτή εγγραφεί ως μέτοχος των Εναγόμενων 1 και 2 (εταιρειών) και να κατέχει τις μετοχές ως καταπίστευμα για λογαριασμό του Εναγόμενου 3, ακόμη δε να διοριστεί ως Διευθυντής στις Εναγόμενες 1 και 2 αλλά και να διορίσει πρόσωπο της εμπιστοσύνης της ως γραμματέα. Κατ΄ ισχυρισμό στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ακόμη ότι οι Εναγόμενοι, ενώ η Ενάγουσα τους χρέωνε κατά το έτος 2005 μέχρι το έτος 2010 για την αμοιβή της, δεν κατέβαλαν ως όφειλαν το ποσό των €48.606,63, δίδονται δε λεπτομέρειες όλων των εργασιών από το 2005 ύψους €76.238,
  1. Στις 18.06.2010 η Ενάγουσα (στο εξής η Αιτήτρια) αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο και εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 (στο εξής Καθ΄ ων η Αίτηση) όπως μη πωλήσουν ή μεταβιβάσουν ή επιβαρύνουν ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν ή διαθέσουν μία έπαυλη αρ. 76 στο έργο Secret Valley στο Χα-Ποτάμι στα Κούκλια της Επαρχίας Πάφου μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία η οποία στήριξε την αίτηση προέρχεται από την υπάλληλο και υπεύθυνη στο λογιστικό τμήμα στο δικηγορικό γραφείο της Αιτήτριας. Η ενόρκως δηλούσα κάνει αναφορά στα στοιχεία της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων δίδοντας επιμέρους λεπτομέρειες για το ύψος του ποσού των €76.238,
  2. Επειδή ως αναφέρεται πληρώθηκε συνολικά το ποσό των €37.519,00 παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €34.719,02 πλέον τόκους 8% από 20.03.2005 μέχρι 30.02.2010 με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας να είναι €48.606,
  3. Συνεχίζοντας η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι μετά από διαφωνία των διαδίκων το 2009 η Ενάγουσα-Αιτήτρια προχώρησε στη μεταβίβαση των μετοχών που αυτή κατείχε στο όνομα του Εναγόμενου 3 και τον διόρισε διευθυντή και γραμματέα στις Εναγόμενες 1 και 2 - Εταιρείες. Γίνεται επίσης αναφορά ότι οι Εναγόμενοι 1 είχαν πρόθεση να αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία την οποία απέκτησαν στην Κύπρο με αποτέλεσμα να εμποδιστεί η Αιτήτρια στην ικανοποίηση της απαίτησης της. Ακόμη γίνεται αναφορά ότι οι Εναγόμενοι 1 έχουν αρκετά χρέη και αρκετές αγωγές εναντίον τους που θα επιφέρουν την πληρωμή αρκετά σημαντικών ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό των Εναγόμενων 3 και
  4. Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση οι Εναγόμενοι 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 11.11.2010 προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  5. Τόσο στην μονομερή αίτηση όσον και στο εκδοθέν Διάταγμα η εναγομένη αρ. 1 περιγράφεται ως BADFORD αντί του σωστού ονόματος που είναι BARFORD και ως εκ τούτου θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή το Διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στρέφεται εναντίον ανύπαρκτου προσώπου.
  6. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω η Εναγομένη - καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1 αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα και δεν μπορούν τα περιουσιακά της στοιχεία ιδιαίτερα μη επίδικα να δεσμεύονται προς ικανοποίηση πιθανών υποχρεώσεων τρίτων.
  7. Η αιτήτρια δεν απεκάλυψε συγκεκριμένα και/ή όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου παράλειψη εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  8. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η αιτήτρια δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και σκόπιμα παραλείπει να αναφερθεί σε ουσιώδης λεπτομέρειες και γεγονότα που γνωρίζει και/ή όφειλε να γνωρίζει.
  9. Η αιτήτρια δεν απεκάλυψε και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο κατά την έκδοση του Διατάγματος στην μονομερή αίτηση της με αποτέλεσμα να ανατρέπεται η βάση επί της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα το οποίο καθίσταται ακυρωτέο.
  10. Δεν αποκαλύπτεται ότι προκαλείται οιανδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ή ζημιά στην αιτήτρια που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως με χρηματική αποζημίωση που είναι και η μόνη θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας της.
  11. Η Εναγόμενη - καθ΄ ης η αίτηση 1 είναι φερέγγυα, δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου και μπορεί να ικανοποιήσει πλήρως οιανδήποτε αξίωση της Ενάγουσας - αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της.
  12. Η αιτήτρια δεν έχει καθόλου καλή υπόθεση και δεν αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα ή προοπτική να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή.
  13. Δεν ικανοποιούνται οι υπό του Νόμου προϋποθέσεις και ιδιαίτερα η τρίτη προϋπόθεση αφού ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημία θα προκληθεί στην αιτήτρια εάν δεν οριστικοποιηθεί το Διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης - καθ΄ ης η αίτηση
  14. Και εάν ακόμα συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς οριστικοποίηση του αιτούμενου Διατάγματος το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να αρνηθεί και το οριστικοποιήσει και να απορρίψει την αίτηση επειδή η αιτήτρια δεν ενέργησε έγκαιρα και με την δέουσα δυνατή σπουδή.
  15. Το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή η αρχή της διατήρησης τους status quo ευνοούν την απόρριψη της αίτησης και του προσωρινού Διατάγματος που εξεδόθη μονομερώς και/ή το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να αρνηθεί στις αιτήτρια το αιτούμενο Διάταγμα και/ή την οριστικοποίηση του ως ενδιάμεση θεραπεία πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση της.
  16. Αδικαιολόγητα και χωρίς να συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ζητείται το αιτούμενο Διάταγμα.
  17. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της αιτήτριας δεν έγινε νομότυπα και σύμφωνα με την νομολογία τα δε γεγονότα είναι αόριστα και ασαφή αφού δεν αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών τους και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
  18. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού η έκδοση και διατήρηση του προσωρινού διατάγματος εναντίον της Εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση 1 δεν μπορεί να συσχετισθεί με τις ανάγκες της υπόθεσης και τις τελικές αξιώσεις της Ενάγουσας όπως διαγράφονται μέσα από τα δικόγραφα της.
  19. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 18/6/10 δεν αποκαλύπτει οποιονδήποτε λόγο που θα επέτρεπε ή θα δικαιολογούσε βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και/ή τον παράγοντα του κατεπείγοντος και/ή η ένορκη δήλωση δεν ικανοποιεί τα κριτήρια που επιβάλλει η νομοθεσία. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 4, είναι στην αγγλική γλώσσα και έχει μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα από την επίσης ενόρκως δηλούσα δικηγόρο κα Αντιγόνη Φακοντή. Μέσα από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 4 τίθενται τα εξής σημεία: πρώτον ότι το εκδοθέν διάταγμα αναφέρει λανθασμένα το όνομα της Εναγόμενης
  20. Η δε Εναγόμενη 1 ουδέποτε ανέλαβε οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι της Ενάγουσας αφού οτιδήποτε έχει διαμειφθεί για τη σύσταση της Εναγόμενης 1 ήταν προ της σύστασης της και δεν είχε νομική οντότητα, συνεπώς ούτε υποχρεώσεις αλλά ούτε και η περιουσία της (έπαυλη) που βρίσκεται στο όνομα της είναι δυνατό να δεσμευθεί. Γίνεται λόγος περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων πριν την εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος, ειδικότερα σε στοιχεία που δείχνουν ότι η διαφορά της Ενάγουσας είναι μόνο με τον Εναγόμενο 3 και ο οποίος για συγκεκριμένο λόγο κατέφυγε σε καταγγελία της Ενάγουσας στο πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων. Ακόμη αναφέρεται ότι η Ενάγουσα όφειλε να αποταθεί πρώτα στην Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και η αρχή της διατήρησης του status quo ευνοούν τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. Γίνεται επίσης αναφορά στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 4, σε επιχειρήματα με τα οποία θα ασχοληθεί το Δικαστήριο στη συνέχεια, αφού δεν αφορούν γεγονότα. Τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση επισυνάπτονται έγγραφα ως τεκμήρια, στα οποία επίσης το Δικαστήριο θα αναφερθεί όταν και εφόσον κριθεί αναγκαίο για σκοπούς αιτιολόγησης της απόφασης του. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Σημειώνεται δε πως ήταν επιθυμία της πλευράς της Ενάγουσας να αντεξετάσει την ενόρκως δηλούσα επί της ένστασης - Εναγόμενη 4, αυτό όμως δεν κατέστηκε δυνατό καθ΄ ότι προφανώς αυτή ζει στην Αγγλία και δεν της επιδόθηκε σχετικό διάταγμα για παρουσίαση της στο Δικαστήριο προς αντεξέταση. Μέσα από τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις δικές τους θέσεις και επιχειρήματα με αναφορά και παραπομπή σε σχετική νομολογία. Η πλευρά της Αιτήτριας θεωρεί ότι η συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος δεν επιφέρει οποιεσδήποτε επιπτώσεις στους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η αίτηση. Αναγνωρίζεται ότι υπάρχει τυπογραφικό λάθος ως προς το όνομα των Εναγομένων 1, στοιχείο το οποίο δεν θα πρέπει να επηρεάσει την τύχη του διατάγματος. Έγινε δε αναφορά για την μη εμφάνιση της ενόρκως δηλούσας επί της ένστασης για να αντεξετασθεί παρά το ότι της στάληκε διάταγμα για αντεξέταση. Τέλος απορρίπτονται οι θέσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση για απόκρυψη στοιχείων και ζητείται η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος. Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η Αίτηση μέσω του συνηγόρου τους αναφέρθηκαν πρώτιστα σε απόσπασμα πρόσφατης νομολογίας ως προς την κατάχρηση έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων τα οποία εξασφαλίζονται μονομερώς. Υπήρξε επιμονή στο θέμα του λανθασμένου ονόματος του διατάγματος που εκδόθηκε και ότι αυτό πλέον αφορά είτε ανύπαρκτο πρόσωπο είτε πρόσωπο μη διάδικο. Από δε την Έκθεση Απαίτησης συνάγεται ότι οι όποιες υποχρεώσεις δημιουργήθηκαν έναντι της Αιτήτριας δεν είναι από τους Καθ΄ ων η Αίτηση αφού ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο πριν την σύσταση τους ως Εταιρεία. Νομική πτυχή: Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ. 6 ως επίσης στο Νόμο 3
(1)/92 άρθρα 2, 4, 5 και 9 καθώς και στις αρχές του MAREVA INJUCTION. Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο Ν 31
(1)/92 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση όπου έχει δεσμευθεί ακίνητη περιουσία, καθ' ότι ο εν λόγω νόμος αφορά σε δέσμευση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων και όχι ακίνητης περιουσίας. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην αγόρευση της η δικηγόρος των Αιτητών δεν έκανε αναφορά, και ορθά πρέπει να λεχθεί, στο άρθρο 4 του Κεφ. 6, γι' αυτό το λόγο ούτε το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με το θέμα που αυτό αφορά, εκτός από του να παραπέμψει στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη,
(1994)1 ΑΑΔ 694 από τη σελίδα 701. «... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Το άρθρο 32
(1)έχει ως εξής: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν), ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ΄ αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.». Το άρθρο 32 του Ν.14/60 αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων και συγκεκριμενοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Οι υποθέσεις Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 CLR 585, ιδιαίτερα όμως η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, είναι μόνο μερικές που ενδεικτικά αναφέρονται. Έχει νομολογιακά αποσαφηνισθεί ότι οι ακόλουθες τρεις βασικές προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν πριν το Δικαστήριο αποφασίσει ν΄ ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων υπέρ της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις έχει εξηγηθεί ότι ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα ή τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία επεξηγείται στη νομολογία ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι (Πολιτική Έφεση 8502, ημερ. 19.3.96) και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estated Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 CLR 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 ALL E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι η προστασία του Ενάγοντα για να αποζημιωθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο Εναγόμενος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει εάν είναι δυνατό ποιος, από τους δύο διάδικους θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται πριν την έκδοση του διατάγματος είναι κατά πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο Ενάγοντας θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί προς την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή μη ένα προσωρινό διάταγμα, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 CLR 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98 της 8.10.98). Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 11133 ημερομηνίας 29.06.2003, το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα: Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω νομικών αρχών και κανόνων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφ΄ όσον αυτές αμφισβητούνται και κατά ακολουθία εάν δικαιολογείται η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ. (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση: Στηριζόμενο το Δικαστήριο στα όσα προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας όπου αυτή απαιτεί υπόλοιπο αμοιβής της ύψους €48.606,63, για προσφερθείσες ως ισχυρίζεται υπηρεσίες, ανεξάρτητα της υποχρέωσης καταβολής ή κατά πόσο οφείλεται από όλους ή μερικούς εκ των καθ΄ ων η αίτηση, η πλευρά της αιτήτριας έχει ικανοποιήσει-αποδείξει ότι όντως ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία: Εξετάζοντας τις πιθανότητες να δικαιούται η αιτήτρια σε θεραπεία και την προοπτική επί αυτού του θέματος, κρίνεται ορθό να γίνουν οι εξής επισημάνσεις: Από το περιεχόμενο των παραγράφων 5, 6 και 7 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, διαφαίνεται μια κατεύθυνση προς την υποστήριξη της θέσης για απαίτηση όχι εναντίον μόνο των Εναγομένων 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση, αλλά απαίτηση εναντίον όλων των Εναγομένων κυρίως όμως των Εναγομένων 3 και 4. Είτε αυτό είναι η πραγματικότητα ή όχι διαφαίνεται πως οι Εναγόμενοι 3 και 4 ήταν αυτοί που φέρονται να έδιναν εντολές στην Ενάγουσα για όλες τις προσφερθείσες υπηρεσίες, βεβαίως, δεν αποκλείεται μ΄ αυτή την παρατήρηση να αποδειχθεί στο τέλος της δίκης ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν λειτουργούσαν μόνο προσωπικά αλλά εκπροσωπούσαν πιθανό και τις Εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες. Στην τελευταία περίπτωση όμως θα έπρεπε να υπάρχει μια ξεκάθαρη απαίτηση για τον κάθε Εναγόμενο ξεχωριστά και όχι συνολικά και γενικά εναντίον όλων των Εναγομένων. Πιθανό μέρος της απαίτησης να αφορά και τους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση, έχει όμως σημασία το ύψος της απαίτησης εναντίον τους και αφού τούτο δεν καθορίζεται δεν μπορεί παρά να λειτουργεί ως αρνητικό στοιχείο στην υπόθεση της Αιτήτριας. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας. Η γενική δε και αόριστη αναφορά στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ότι οι Εναγόμενοι πλήρωσαν έναντι τα ποσά που συμποσούνται στο ποσό των €41.529,00 χωρίς να δίδονται λεπτομέρειες από ποιους συγκεκριμένους Εναγόμενους έγιναν οι πληρωμές και ποιους από αυτούς αφορούσαν, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε απόδειξης είσπραξης ή τιμολογίου τα οποία ίσως να έδιναν περισσότερο φως στο υπό συζήτηση θέμα κρίνονται ως στοιχεία αρνητικά και δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση για κάποιο συγκεκριμένο ποσό, πόσο μάλλον για το ποσό των €48.606,63 αν και δεν αποκλείεται βέβαια να αποδειχθεί ότι κάποιο ποσό θα πρέπει να πληρωθεί στο τέλος της δίκης. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω ως στοιχείο το οποίο ενισχύει τους προβληματισμούς και σκέψεις του Δικαστηρίου λειτουργεί και η αλληλογραφία της Aιτήτριας η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση της, με τον Εναγόμενο 3, η οποία αφ΄ ενός αφήνει την εντύπωση ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που έδιδε οδηγίες στην Ενάγουσα-Αιτήτρια, αφετέρου σ΄ αυτήν την αλληλογραφία δεν γίνεται αναφορά και διαχειρισμός του χρέους ή οφειλής των υπόλοιπων Εναγομένων αλλά ούτε και παρουσιάστηκε άλλη αλληλογραφία προς αυτή την κατεύθυνση. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω αλλά σε συνέχεια μ' αυτά, προκαλεί δυσκολία στην ικανοποίηση της υπό συζήτηση προϋπόθεσης το γεγονός ότι διεκδικούνται €13.887,61 τόκοι ως μέρος της απαίτησης (από τις €48.606,53) χωρίς να δίδεται μαρτυρία ή να γίνεται παραπομπή σε οποιαδήποτε βάση ή έρεισμα ή επίκληση κάποιας νομικής διάταξης ή συμφωνίας για διεκδίκηση τέτοιου ποσού και πώς προκύπτει. Συνακόλουθα των προαναφερόμενων κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε η εν λόγω προϋπόθεση. (γ) Η μη έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφορικά με αυτήν την προϋπόθεση το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Είναι ωστόσο σημαντικό να επισημανθεί πως στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231 έχει αναφερθεί ότι ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Θα μπορούσε συνεπώς να ειπωθεί κατ΄ αρχήν για την παρούσα υπόθεση, πως οποιαδήποτε ζημιά έχει επέλθει ή θα επέλθει (π.χ. τόκοι) στην αιτήτρια θα μπορούσε να εκτιμηθεί σε χρήμα, άλλωστε η ίδια την έχει ήδη αποτιμήσει σε €48.606,63 περιλαμβανομένων τόκων. Στο στάδιο αυτό υπεισέρχεται ως σχετική παράμετρος και θα εξετασθεί, το ζήτημα που έθεσε η πλευρά των Εναγομένων 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση ως προς την φερεγγυότητα τους. Η απουσία ικανοποιητικής μαρτυρίας από την αιτήτρια ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και γι΄ αυτό θα πωλήσουν τα ακίνητα τους με σκοπό να μεταφέρουν χρήματα στο εξωτερικό λειτουργεί κατ' αρχήν ως αρνητικό στοιχείο. Παρατηρείται ακόμη ότι αφ΄ ενός δεν τέθηκαν στοιχεία από πλευράς Αιτήτριας, ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν αγωγές εναντίον τους που θα κληθούν να πληρώσουν μεγάλα χρηματικά ποσά, και ότι σε περίπτωση που πετύχει η αγωγή δεν θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν την απόφαση, αφ΄ ετέρου η μαρτυρία των Καθ΄ ων η Αίτηση για την οποία δεν υπήρξε αντεξέταση, ότι είναι φερέγγυα εταιρεία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να την αγνοήσει αφού είναι καθ΄ όλα σχετική για την κρίση του. Το γεγονός δε ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν πέτυχε να επιδώσει διάταγμα αντεξέτασης στην Εναγόμενη 4 - ενόρκως δηλούσα στην ένσταση δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε προς όφελος της Αιτήτριας αλλά ούτε και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση. Συνακόλουθα των πιο πάνω ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη και καθορισμένη απαίτηση εναντίον των καθ' ών η αίτηση, αλλά απαίτηση με ανεπαρκή στοιχεία καθορισμού της και συγκεκριμενοποίηση της, αφού οι καθ' ών η αίτηση αντιμετωπίζουν απαίτηση γενικά μαζί με τους υπόλοιπους Εναγόμενους. Πέραν των πιο πάνω που ως διαφαίνεται δεν είναι ικανοποιητικά για την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης και ανεξάρτητα αυτών, το Δικαστήριο εξετάζει το κατά πόσο είναι πρόσφορο να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα βάση του ισοζυγίου των επιπτώσεων. Με δεδομένο πλέον το στοιχείο της αδυναμίας να επιτύχει η αγωγή, ως έχει μέχρι σήμερα, στη βάση αξίωσης για €48.606,63 εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση, κρίνεται ότι προβάλλει ως άδικο για τους Καθ΄ ων η Αίτηση να παραμείνει σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα και ουσιαστικά θα στερηθούν του δικαιώματος τους να διαθέσουν το ακίνητο τους το οποίο προφανώς είναι αρκετά μεγαλύτερης αξίας (έπαυλη) συγκρινόμενο με την όποια απαίτηση τυχόν αποδείξει η αιτήτρια. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση SPIDERTRADE COM. FINANCE LIMITED v. Kώστα Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο Εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Στην παρούσα υπόθεση όπου η δέσμευση δεν αφορά σε στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, δεν αποδείχθηκε ως εξηγήθηκε πιο πάνω, ισχυρή αιτία αγωγής για την απαίτηση των €48.606,63 αλλά ούτε και άμεσος ή απτός κίνδυνος απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων και χρημάτων από τους καθ' ων η Αίτηση, δεδομένου και του ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν την έδρα τους στην Κύπρο και ασκούν δραστηριότητες με ακίνητη περιουσία στο όνομα τους, συνεπώς δεν υπάρχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις. Υπενθυμίζεται δε πως στην υπόθεση MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1759 επισημάνθηκε πως η έκδοση προσωρινού διατάγματος έξω από τα όρια του άρθρου 4 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης Ενάγοντα. Ένα άλλο θέμα το οποίο βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το όνομα των Καθ΄ ων η Αίτηση το οποίο είναι αποδεκτό και από την πλευρά της Αιτήτριας ότι είναι λανθασμένο. Το στοιχείο αυτό επισημάνθηκε από την πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση από την αρχή, ωστόσο η πλευρά της Αιτήτριας η οποία το έχει αναγράψει λανθασμένα στον τίτλο της επίδικης αίτησης απ' ότι αναγράφεται στον τίτλο της αγωγής δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα διόρθωσης του με αποτέλεσμα το Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε και έχει δεσμεύσει ακίνητη περιουσία των Καθ΄ ων η Αίτηση, αναφέρεται είτε σε λανθασμένο όνομα είτε σε νομικό πρόσωπο που δεν είναι διάδικος, συνεπώς δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί, είτε ακόμα η εφαρμογή του θα δημιουργήσει περαιτέρω σύγχυση ή προβλήματα. Βεβαίως το όλο ζήτημα περιπλέκεται επιπλέον αφού και στην επιστολή που στάλθηκε από την αιτήτρια προς τον Εναγόμενο 3 (τεκμήριο επί της Ένορκης δήλωσης της αιτήτριας) γίνεται λόγος για εταιρεία με όνομα BADFORD LTD και όχι BARFORD CO LTD που είναι οι Εναγόμενοι 1 - Καθ' ών η αίτηση. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 08.07.2010 ακυρώνεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας, και προς όφελος των καθ' ων η αίτηση, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) ............. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Προσωρινό διάταγμα δέσμευσης ακινήτου που δεν ήταν αντικείμενο της επίδικης διαφοράς - Ακύρωση Διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.