← Κύπρος

Θεοδόσης Θεοδοσίου ν. James Matthew Speits, Αρ. Αγωγής: 39/2008, 18 Μαΐου 2011

Θεοδόσης Θεοδοσίου ν. James Matthew Speits, Αρ. Αγωγής: 39/2008, 18 Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 39/2008 Μεταξύ: Θεοδόσης Θεοδοσίου, από την Πάφο Ενάγοντα - και - James Matthew Speits, σε άγνωστη διεύθυνση Εναγόμενου -------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.8.2010 για αναστολή της διαδικασίας μέχρι την εξέταση του ενάγοντα από ορθοπεδικό γιατρό για λογαριασμό του εναγόμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2011 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κ. Ν. Νικολάου για κ. Λ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση κα Τούρβα) Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση: κα Δ. Καρακώστα και κ Α. Σοφοκλέους για κα. Λ. Θεοφάνους Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στις Δ.48 Θ. 1 - 4 Θ. 8 - 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας , στα άρθρα 31 και 32

(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Νομολογία, ο εναγόμενος ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει την εκδίκαση της παρούσας αγωγής μέχρις ότου ο ενάγοντας υποβληθεί σε ιατρική εξέταση για λογαριασμό του από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου από την Λεμεσό και/ή άλλο ορθοπεδικό ιατρό. Ως αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα στις 31/12/2006 στη οδό Αγήνωρος στην Πάφο, ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή και αξιώνει εναντίον του εναγόμενου, στον οποίο αποδίδει ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη, σωματικές και υλικές. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος, αρνείται την απαίτηση του ενάγοντα, ισχυριζόμενος ότι το δυστύχημα επισυνέβη λόγω δικής του αμελείας και/ή συντρέχουσας αμέλειας και ζητά απόρριψη της απαίτησης του, αρνείται επίσης τις σωματικές βλάβες και τις υλικές ζημιές που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη. Μέσα από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 10.1.2008 και όχι 10.1.2007 που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, αφού η αγωγή φέρει αριθμό 39/
  1. Η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα καταχωρήθηκε στις 14.5.
  2. Η αγωγή επιδόθηκε, δυνάμει διατάγματος, στην ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου, ο οποίος είναι αλλοδαπός, εγκατέλειψε την Κύπρο και διαμένει σε άγνωστη διεύθυνση. Εμφάνιση καταχωρήθηκε στις 3.2.2008 και η έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου στις 2.10.
  3. Τα Δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 7.10.2008 με την καταχώρηση της απάντησης στην έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου. Ο ενάγοντας, πριν την καταχώρηση της αγωγής, την 11.1.2007, εξετάστηκε από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος και ετοίμασε ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση της αίτησης). Η πιο πάνω ιατρική εξέταση του ενάγοντα έγινε 11 ημέρες μετά το δυστύχημα, ένα χρόνο πριν την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και 17 μήνες πριν από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 11.11.2008 και για σκοπούς συμβιβασμού στις 11.12.
  4. Την 21.11.2008 ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων, το ίδιο έπραξε και η πλευρά του ενάγοντα στις 9.12.
  5. Διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων τόσο εκ μέρους του ενάγοντα όσο και εκ μέρους του εναγόμενου εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 12.1.2009 και η αγωγή ορίστηκε ξανά για σκοπούς συμβιβασμού στις 13.2.2009, στις 20.3.2009 και στις 30.3.2009, ενώ για ακρόαση ορίστηκε πρώτη φορά στις 29.6.
  6. Ο ενάγοντας προέβη σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων στις 28.1.2009 και ο εναγόμενος στις 30.1.
  7. Την 26.2.2009, ο δικηγόρος του εναγόμενου, καταχώρησε ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων για επιθεώρηση και η δικηγόρος του ενάγοντα, με επιστολή ημερομηνίας 16/3/2009, τον πληροφόρησε ότι τα έγγραφα θα είναι έτοιμα για επιθεώρηση στις 18.3.
  8. Όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, στις 18.3.2009 ο δικηγόρος κ. Ν. Νικολάου από το Δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του εναγόμενου, μετέβη στο γραφείο της δικηγόρου του ενάγοντα και προέβη σε επιθεώρηση των εγγράφων και την επόμενη ημέρα τους δόθηκαν αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων, μεταξύ αυτών και του πιστοποιητικού του Δρ. Αλκ. Αλιβιάδους ημερομηνίας 2.8.
  9. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Α. Αλκιβιάδους, ο ενάγοντας κατά την 15.6.2007 χειρουργήθηκε με κάταγμα (Δεξ.) σκαφοειδούς. Η ακρόαση της αγωγής την 29.6.2009 αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου στις 17.11.2009, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε ξανά την 4.3.2009 όπου και πάλι για τον ίδιο λόγο αναβλήθηκε και ορίστηκε στις 22.9.
  10. Την 15/3/2010, ο δικηγόρος του εναγόμενου, εισηγήθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου, ότι ο ενάγοντας θα πρέπει να επαναξεταστεί από ιατρό της ασφαλιστικής εταιρείας του με ειδικότητα την ορθοπεδική χειρουργική (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της αίτησης) και η ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου με τηλεμοιότυπο ημερομηνίας 17.3.2010 συμφωνεί με την εισήγηση του δικηγόρου του εναγόμενου (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της αίτησης). Ο συνήγορος του εναγόμενου, ζήτησε δια επιστολή του ημερομηνίας 17.3.2010 (Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της αίτησης), από την δικηγόρο του ενάγοντα, όπως ο ενάγοντας σταλεί για επανεξέταση από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου, αλλά η δικηγόρος του ενάγοντα, με επιστολή της ημερομηνίας 23.3.2010 (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της αίτησης), τον πληροφόρησε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για 2η εξέταση του ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν θα επισκεφθεί τον κ. Ηλία Γεωργίου. Λόγω του ότι εκκρεμούσε η υπό κρίση αίτηση, ο εναγόμενος υπέβαλε γραπτή αίτηση με την οποία ζητούσε αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης που ήταν ορισμένη στις 22.9.2010 και στην οποία δεν υπήρξε ένσταση από την πλευρά του ενάγοντα. Στις παραγράφους 14 μέχρι και 23, η ενόρκως δηλούσα προβάλλει τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται δεύτερη ιατρική εξέταση του ενάγοντα από ιατρό της επιλογής του εναγόμενου. Υποστηρίζει, ότι η αναγκαιότητα επανεξέτασης του ενάγοντα από τον Δρ. Η. Γεωργίου ή από άλλο ορθοπεδικό προκύπτει, όπως τα έχω συνοψίσει, από τα ακόλουθα: α) Ο Δρ. Η. Γεωργίου κατά την ιατρική εξέταση στις 11.1.2007, που έγινε κατά το στάδιο αποθεραπείας του τραύματος και κατά την στιγμή που ο δεξιός καρπός του ενάγοντα βρισκόταν ακινητοποιημένος σε προσωρινό νάρθηκα, δεν μπορούσε να έχει εικόνα για την τελική κατάληξη του τραυματισμού του, ούτε για τις συνέπειες που αυτό θα μπορούσε να έχει στην καλή ή κακή εξάσκηση του επαγγέλματος του, ούτε για την εξέλιξη της θεραπείας και/ή της αποθεραπείας του ενάγοντα. (β) Ο Δρ. Η. Γεωργίου, δεν μπορούσε να εκφράσει σαφή και σίγουρη γνώμη για τις επιπλοκές που ήταν δυνατόν να παρουσιαστούν εξαιτίας της επιλογής του ενάγοντα να παραμείνει με απλό προσωρινό νάρθηκα ακινητοποίησης και να μην ακολουθηθεί η ορθή κατά την άποψη του ενδεικνυόμενη ιατρική θεραπεία με πλήρη ακινητοποίηση του δεξιού καρπού του με πλήρη σκαφοειδή γύψο ακινητοποίησης και/ή άλλης ιατρικής μη επιλογής που θα ακολουθούσε ο ενάγοντας κατά το χρονικό στάδιο αποθεραπείας του τραυματισμού του δεξιού σκαφοειδούς του. (γ) Τόσο ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου όσο και ο δικηγόρος του εναγόμενου, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν στο μέλλον ποια θα ήταν η πορεία της αποθεραπείας του ενάγοντα , ποιο είδος και ποια μέσα θα χρησιμοποιούσε και ποιος θα ήταν ο τελικός βαθμός επιτυχίας και/ή αποτυχίας των ιατρικών μεθόδων που θα ακολουθούσε. Ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο ενάγοντας θα αποφάσιζε να υποβληθεί σε επέμβαση και κατά την 11.1.2007 και δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιες θα ήταν οι συνέπειες της επέμβασης η οποία έγινε 5 μήνες αργότερα. (δ) Δεν μπορούσαν να διαβλέψουν στις 11.1.2007, τις συνέπειες που θα επέφερε το κάταγμα στην υγεία και/ή άνεση και/ή στην απασχόληση και/ή στην εργασία και/ή στις δραστηριότητες του ενάγοντα αφού δεν είχαν υπόψη τους ποια μελλοντική θεραπεία θα ακολουθούσε ο ενάγοντας και ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της . (ε) Ώστε να διαπιστωθεί εάν ο ενάγοντας ακολούθησε την ορθή συνιστώμενη θεραπεία για την αποθεραπεία του τραύματος αφού από το πιστοποιητικό του Δρ. Η. Γεωργίου διαφαίνεται ότι ενάγοντας δεν ακολούθησε αρχικά την ορθή θεραπεία κατά την διάρκεια της αποθεραπείας του καθότι ήθελε να επιστρέψει στην Αγγλία για συνέχιση των σπουδών του. (στ) Η θεραπεία του ενάγοντα έχει περατωθεί και είναι τώρα η πιο κατάλληλη περίοδος για να διαπιστωθεί με την εξέταση του αν πράγματι το κάταγμα άφησε οποιαδήποτε κατάλοιπα στην υγεία του. (ζ) Ο Δρ. Η. Γεωργίου, δεν θα μπορούσε κατά την πρώτη εξέταση του ενάγοντα να διαγνώσει τις τελικές συνέπειες που θα είχε ο τραυματισμός του στην υγεία του και πολύ περισσότερο στην εργασία του μεσολαβούσης μιας εγχείρησης με σκοπό την αποκατάσταση του σκαφοειδούς, μετά από χρονικό διάστημα 5 μηνών από την ιατρική εξέταση, αφού ο Δρ. Η. Γεωργίου και/ή άλλος ορθοπεδικός ιατρός δεν εξέτασαν τον ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο, για να διαπιστώσουν κάτω από ιατρικά κριτήρια και όρους την επιτυχία και/ή αποτυχία τέτοιας εγχείρησης. (η) Ο Δρ. Η. Γεωργίου δεν εξέτασε τον ενάγοντα μετά την ολοκλήρωση της εγχείρησης και της αποθεραπείας για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι και με την κατάλληλη ιατρική εξέταση, ποιες ήταν οι τελικές συνέπειες του τραυματισμού τον οποίο υπέστη ο ενάγοντα εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος. (θ) Ο Δρ. Η. Γεωργίου και/ή άλλος ορθοπεδικός δεν έχουν προβεί σε κατάλληλη εξέταση εκ μέρους του εναγόμενου για να διαπιστωθεί ποιες ήταν και/ή είναι οι ισχυριζόμενες μόνιμες βλάβες που υπέστη ο ενάγοντας. (ι) Λόγω των όσων ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης του στην παρ. 5 Α και στην παρ. 2 στην τελευταία σελίδα της Ε/Α του. (κ) Γιατί ο ενάγοντας ισχυρίζεται με σαφείς ισχυρισμούς ότι επήλθε μια χειροτέρευση της κατάστασης του κατά την διάρκεια της θεραπείας του, δηλαδή σε χρόνο μετά την εξέταση του Δρ. Η. Γεωργίου, υπάρχουν ισχυρισμοί για κάμψη της πηχ/κης 20%, περιορισμός ο οποίος θα είναι μόνιμος και ο οποίος θα προκαλεί δυσκολία κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, περαιτέρω περιλαμβάνονται ισχυρισμοί ότι θα συνεχίσει να έχει ταλαιπωρία από τα τραύματα του ως επίσης και μετατραυματικά συμπτώματα που θα το εμποδίζουν ουσιωδώς τόσο στην εργασία του όσο και στην απόλαυση των αγαθών, απολαύσεων και ανέσεων της ζωής. (λ) Χωρίς την αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εξεταστεί ο ενάγοντας από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου, δεν θα μπορεί να εξεταστεί η βασιμότητα και/ή η αλήθεια των ισχυρισμών του ενάγοντα, έτσι ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να καθορίσει την γραμμή της υπεράσπισης του και ούτε θα έχει τα κατάλληλα μέσα για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ούτε θα μπορέσει να προσκομίσει την κατάλληλη μαρτυρία έτσι ώστε να δοκιμαστεί η εγκυρότητα και η αξιοπιστία των ισχυρισμών του ενάγοντα, υπό τις περιστάσεις θα υπάρξει ανισότητα των όπλων και ο εναγόμενος θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του χωρίς τέτοια ιατρική εξέταση του ενάγοντα. Θα θιγεί το απαραίτητο στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης μεταχείρισης των διαδίκων και το δικαίωμα του εναγόμενου για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία περιλαμβάνει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  11. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη
  12. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ανύπαρκτη
  13. Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκή ομολογία που υποστηρίζει την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
  14. Ο εναγόμενος αμέλησε να καταχωρήσει έγκαιρα την υπο τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση του.
  15. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητή στην υποβολή του αιτήματος του.
  16. Η αναστολή εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογείται.
  17. Δεν συντρέχουν λόγοι για την αναστολή εκδίκασης της παρούσας αίτησης.
  18. Υπάρχει έλλειψη ισχυρών και επαρκών λόγων που να δικαιολογούν την εκ νέου ιατρική εξέταση του ενάγοντα
  19. Δεν υπάρχει εύλογο στη βάση της αίτησης αλλά υπάρχει εύλογο στην άρνηση του ενάγοντα στο αίτημα του εναγόμενου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ενάγοντα, το περιεχόμενο της οποίας δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, σχετική αναφορά γίνεται στη συνέχεια όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι των διαδίκων, είχαν την ευγενική καλοσύνη να παρουσιάσουν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, στις οποίες γίνεται ανάλυση τόσο των γεγονότων της υπόθεσης όσο και τις σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει λάβει υπόψη του, την αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς και το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ζήτημα της αναστολής της εκδίκασης αγωγής μέχρι ο ενάγοντας να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από γιατρό της εκλογής του εναγόμενου, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Από άποψης νομολογίας το θέμα έχει εξεταστεί μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις Πελοπίδας κ. Αριστοδήμου ν. Τάκη Πετάση
(1990)1 ΑΑΔ 112, Kyros Demosthenous v. Michael Antoniou
(1975)1 C.L.R. 1, Kyriakou and Another v. Stylianou
(1982)1 C.L.R 524. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Τάκη Πετάση (πιο πάνω) η διακριτική αυτή ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι αλληλένδετη με τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Αγγλική υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mill Ltd
(1969)2 All E.R. 127, υιοθετηθήκαν και έτυχαν εφαρμογής σε Κυπριακές αποφάσεις και σχετική αναφορά έχει γίνει σε όλες τις πιο πάνω αποφάσεις. Η φύση της δικαιοδοσίας και οι παράγοντες που σταθμίζονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξετάστηκαν και στη υπόθεση Kyriakou and Another v. Stylianou (πιο πάνω). Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις όπου ο ενάγων αρνείται όπως εξεταστεί ιατρικά το Δικαστήριο οφείλει να εξισορροπήσει δύο θεμελιώδη δικαιώματα. Πρώτο είναι το δικαίωμα του ενάγοντα στην προσωπική του ελευθερία και δεύτερο το δικαίωμα του εναγόμενου για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση, δικαίωμα, συνυφασμένο με την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες αυτοί αντισταθμίζονται με γνώμονα το δίκαιο μέσα από τη δικαστική λειτουργία, όπως προκύπτει από τη Starr v. National Goal Board
(1977)1 All Ε.R. 243. Το εύλογο της απαίτησης για ιατρική εξέταση, καθώς και οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η άρνηση του ενάγοντα, πρέπει να τύχουν προσεκτικής εξέτασης στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης μεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στο επίκεντρο της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου Megarity v. D.J. Ryan & Sons Ltd
(1980)2 All E.R 832. Η αρχή που αναγνωρίστηκε στην Edmeades και ακολουθήθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. επίσης Prescott v. Bulldog Tools Ltd
(1981)3 All E.R. 869), αποκαλύπτει μια τάση χαλάρωσης του στοιχείου της αντιπαράθεσης στη διεξαγωγή της δίκης (που αποτελεί βασικό γνώρισμα του αγγλικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης) και διεύρυνση των δικαστικών μέσων για την ανεύρεση της αλήθειας. Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι σύνθετο έργο και περιλαμβάνει την στάθμιση πολλών παραγόντων που άπτονται των δικαιωμάτων των αντιδίκων. Ένας από αυτούς είναι το δικαίωμα του αντιδίκου για τη διεξαγωγή της δίκης και τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα βάση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι το δικαίωμα του διαδίκου να ενημερώνεται έγκαιρα για τη θέση του αντιδίκου του ώστε με βεβαιότητα να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα αποδεικτικά μέσα και τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για την απόδειξη της υπόθεσης του. Η ανταλλαγή δικογράφων σε αυτό αποβλέπει. Είναι για τον λόγο αυτό που δικονομικά μέτρα που αποβλέπουν στον καθορισμό των εκατέρωθεν θέσεων πρέπει να λαμβάνονται, κατά κανόνα, πριν την έναρξη της δίκης. Η εξέταση, όπως λέχθηκε στην (Αριστοδήμου ν. Τάκη Πετάση (πιο πάνω), δεν επιβάλλεται με διαταγή του δικαστηρίου, που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιτότητα και ελευθερία του διαδίκου αλλά με την αναστολή της δίκης μέχρι ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Συναρτάται η τύχη της υπόθεσης του με τη συμφωνία του για ιατρική εξέταση ο,ποτεδήποτε τούτο κρίνεται αναγκαίο για την άρτια απονομή της δικαιοσύνης. (1ος λόγος της ένσταση) Ο πρώτος λόγος της ένστασης θεωρώ ότι είναι τόσο γενικός που δεν μπορεί να εξεταστεί αυτοτελώς αλλά σε συνάρτηση με τους υπολοίπους λόγους της ένστασης και παράλληλα με την εξέταση της αίτησης στα πλαίσια των προϋποθέσεων και αρχών που η νομολογία έχει θέσει αναφορικά με το θέμα αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τον τρίτο λόγο της ένστασης, που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη, όπως πιο πάνω αναφέρω, στην βάση των ενόρκων δηλώσεων, συνεπώς η μαρτυρία, ως αυτή έχει διαμορφωθεί αλλά και τα στοιχεία που προκύπτουν από τον ίδιο το φάκελο της δικογραφίας, θα αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία το δικαστήριο θα στηρίξει την κρίση του. (2ος λόγος της ένστασης) Ο δεύτερος λόγος της ένστασης αφορά την νομική βάση της αίτησης, όπου ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι αυτή είναι λανθασμένη και/ή είναι ανύπαρκτη. Όπως πιο πάνω αναφέρω η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στις Δ.48 Θ. 1 - 4 Θ. 8 - 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στα άρθρα 31 και 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Θεωρώ ότι αυτός ο λόγος της ένστασης δεν ευσταθεί. Δεν υπάρχει συγκριμένος νόμος ή κανονισμός που να ρυθμίζει επακριβώς το θέμα αυτό, το οποίο έχει ουσιαστικά προκύψει από την νομολογία και όχι από κάποιο θεσπισμένο κανονισμό ή νόμο. Η νομική βάση της αίτησης θεωρώ ότι καλύπτει το αίτημα και είναι αρκετή ώστε να στηρίξει την αίτηση του εναγόμενου. Συνεπώς ο λόγος αυτός της ένστασης κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται. (4ος και 5ος λόγος της ένστασης). Ο χρόνος που υποβάλλεται αίτηση για ιατρική εξέταση αντιδίκου, συνήθως γίνεται πριν την έναρξη της δίκης ενώ κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της πρέπει να δικαιολογείται. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα ισχυρότεροι πρέπει να είναι οι λόγοι που την υποστηρίζουν (βλ. Αριστοδήμου ν. Πετάση (πιο πάνω). Είναι η θέση της συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση, ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνεπάγεται επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ενάγοντα και στην παραβίαση αναφαίρετου συνταγματικού δικαιώματος του, αφού σύμφωνα με την Νομολογία το αίτημα για υποβολή σε ιατρική εξέταση του ενάγοντα πρέπει να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια του δικαιώματος του για τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με το πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί από την συνήγορο του καθ΄ου αίτηση, έχουν τονιστεί στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Πετάση (πιο πάνω), όπου το πρωτόδικο δικαστήριο δέχτηκε αίτηση του εναγόμενου, που υποβλήθηκε μετά το πέρας της υπόθεσης του ενάγοντα, για αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου ο ενάγων δεχθεί και υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρό της εκλογής του εναγόμενου, απόφαση η οποία κατ΄ έφεση κρίθηκε εσφαλμένη καθότι κανένας βάσιμος λόγος δεν έχει δοθεί που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd ν. Δημήτρη Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, ο εφεσίβλητος - ενάγοντας συγκατατέθηκε και εξετάστηκε από γιατρό της εκλογής των Εφεσειόντων μετά την καταχώρηση της αγωγής, στις 18.2.
  1. Στις 30.4.88 οι εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου ο εφεσίβλητος συγκατατεθεί σε δεύτερη εξέταση από τον ίδιο γιατρό αφού προηγουμένως είχαν ζητήσει την επανεξέταση του με επιστολή κάτι που απέρριψε ο Εφεσίβλητος - Ενάγοντας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Στην υπόθεση Thanos Hotels (πιο πάνω), λέχθηκε πως αναφορικά με το λόγο της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, στην υπόθεση Κυριάκου και Άλλος ν. Στυλιανού (πιο πάνω), αφήνεται να νοηθεί ότι ένας τέτοιος λόγος θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να δεχθεί την αναγκαιότητα μιας δεύτερης ιατρικής εξέτασης, ειδικά εάν υπήρχε οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους του Εφεσίβλητου - Ενάγοντα για χειροτέρευση της κατάστασης του. Στην υπόθεση Κυριάκου και Άλλος ν. Στυλιανού (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με μία δεύτερη εξέταση στη σελ 528: «We are in agreement with the trial Court that to justify a second or subsequent medical examination, at the instance of the defendants, facts must be disclosed, justifying such examination. Arguably, the onus cast on the defendants becomes heavier with every new application. The facts necessary of the defendants, must be such as were not available at the time of the first examination and could note reasonably be discerned.» Το θέμα της καθυστέρησης, όπως πιο πάνω αναφέρω, είναι ένας από τους βασικούς λόγους ένστασης. Έχοντας επίσης, υπόψη μου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση του ενάγοντα που υποστηρίζει την ένσταση του, φαίνεται ότι είναι και ο κύριος λόγος που αρνείται την εξέταση από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου, αφού δεν προβάλλει κανένα άλλο αντικειμενικό λόγο για την άρνηση του αυτή. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο αιτητής ζητά δεύτερη εξέταση του ενάγοντα αφού η πρώτη έχει γίνει πριν από την καταχώρηση της αγωγής στις 11.1.2007 από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου, ο οποίος ετοίμασε και ιατρικό πιστοποιητικό και όπως προκύπτει από το ενώπιον μαρτυρικό υλικό πριν ο ενάγοντας υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση του σκαφοειδούς. Στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, γίνεται αναφορά στην παρ. 5 Α στις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών του ενάγοντα, ότι χειρουργήθηκε για αποκατάσταση του σκαφοειδούς και ότι υπάρχει μόνιμος περιορισμός της κάμψης της πηχ/κής λόγω της ακινητοποίησης που υπέστη κατά την διάρκεια της νοσηλείας της συντριπτικής αγωγής. Τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα, ο εναγόμενος πληροφορήθηκε με την έκθεση απαίτησης που ο ενάγοντας καταχώρησε στις 14.5.
  2. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, το πιστοποιητικό του Δρ. Αλκ. Αλκιβιάδη ημερομηνίας 2.8.2007 που αναφέρεται στην πιο πάνω χειρουργική επέμβαση, στις επιπτώσεις και τα κατάλοιπα στην υγεία του ενάγοντα, είχαν εξασφαλίσει οι συνεργάτες του δικηγόρου του ενάγοντα από τις 18.3.2009, ενώ η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε σχεδόν 1 ½ χρόνο μετά. Δίδεται ως δικαιολογία, για την καθυστέρηση καταχώρησης της αίτησης, ότι ενώ το πιστοποιητικό, είχαν εξασφαλίσει οι συνεργάτες του δικηγόρου του ενάγοντα από τις 18.3.2009, δεν είχαν αντιληφθεί την σημασία και τον ρόλο του αναφορικά με την δίκαια κρίση της υπόθεσης και ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να ακολουθήσει επαναξέταση του ενάγοντα από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου, πράγμα που αντιλήφθηκε αμέσως ο δικηγόρος του εναγόμενου Λεωνίδας Γεωργίου, όταν το μελέτησε την 15.3.2010 ημερομηνία που το πιστοποιητικό ήρθε εις γνώση του. Παρατηρώ ότι, γίνεται μια προσπάθεια να δοθούν δικαιολογίες για τον χρόνο που διέρρευσε από την παράδοση του πιστοποιητικού του Δρ. Αλκ. Αλκιβιάδη προς τους δικηγόρους του εναγόμενου μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, ο ισχυρισμός όμως για χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση του σκαφοειδούς και για ανικανότητα, δεν είναι στοιχείο που περιήλθε εις γνώση των δικηγόρων του εναγόμενου μετά την παράδοση του πιο πάνω πιστοποιητικού, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντα είναι διατυπωμένος στην έκθεση απαίτησης του που καταχωρήθηκε στις 14.5.2008 και συνεπώς ήταν εις γνώση τους από τότε. Το ιατρικό πιστοποιητικό που παραδόθηκε στους δικηγόρους του εναγόμενου δεν αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό. Θα ήταν αναμενόμενο, ενόψει των πιο πάνω προβαλλόμενων στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμών του ενάγοντα, σε συνδυασμό και με τα όσα αναφέρονται στην ιατρική έκθεση του γιατρού που τον εξέτασε στις 11.1.2007, η ιατρική εξέταση του ενάγοντα από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου να επιδιώκετο αμέσως μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης του, όταν μάλιστα ήταν γνωστό ότι ο Δρ. Η. Γεωργίου κατά την ιατρική εξέταση της 11.1.2007, δεν μπορούσε να έχει εικόνα για την τελική κατάληξη του τραυματισμού του ενάγοντα, όπως υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση στην αίτηση. Οι δικαιολογίες που έχουν παρουσιαστεί, ακόμα και αν δεχτώ ότι πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα, δεν θεωρώ ότι τέτοιες που να δικαιολογούν την καθυστέρηση που έχει σημειωθεί στην υποβολή της αίτησης. Από τα ενώπιον μου στοιχεία το αίτημα θα έπρεπε λογικά να είχε υποβληθεί σε χρονικό σημείο μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα. Σε αυτό η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση έχει δίκαιο. Η αναγκαιότητα επανεξέτασης του ενάγοντα, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και καταγράφονται πιο πάνω, διαπιστώνω ότι πράγματι υπάρχει, έχουν τεθεί ενώπιον μου τέτοια στοιχεία και γεγονότα τα οποία θεωρώ ότι δικαιολογούν την επανεξέταση του από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου. Ειδικότερα δε, ότι η χειρουργική επέμβαση έγινε μετά την πρώτη εξέταση του και επίσης τίθεται ζήτημα ανικανότητας του ενάγοντα. Τα πιο πάνω δεν ήταν προβλεπτά κατά την πρώτη εξέταση. Το ζήτημα είναι καθαρά πλέον πως θα επηρεάσει η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, το αίτημα του εναγόμενου. Κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ομοιάζουν, εν μέρει, με αυτά της υπόθεσης Thanos Hotels (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Αν ένας εξετάσει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των Εφεσείωντων - Εναγομένων θα δει ότι οι λόγοι που προτάσσονται για την αιτούμενη δεύτερη εξέταση, είναι το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος - Ενάγοντας ισχυρίζεται ανικανότητα που εξακολουθεί να υφίσταται και το γεγονός ότι η δεύτερη ιατρική εξέταση επιβάλλεται λόγω του ότι έχουν παρέλθει πέραν των δύο ετών από την τελευταία ιατρική εξέταση του Εφεσίβλητου - Ενάγοντα. Ο εφεσίβλητος - Ενάγοντας στη δική του ένορκη δήλωση προτάσσει μεταξύ άλλων σαν λόγο για την άρνηση του το γεγονός ότι μια δεύτερη εξέταση συνεπάγεται ταξίδι με αυτοκίνητο από την Πάφο στη Λευκωσία, γεγονός που θα δημιουργήσει μεγάλη ταλαιπωρία λόγω ζάλης και εμετών που του προκαλεί ταξίδι μα αυτοκίνητο. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για ανικανότητα, έχουμε να παρατηρήσουμε πως τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι καινούργιο στοιχείο στην υπόθεσης, αλλά προφανώς ο ισχυρισμός που εμπεριέχεται στην οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης του Εφεσίβλητου - Ενάγοντα. Αναφορικά με το λόγο της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, στην υπόθεση Κυριάκου και Άλλος (πιο πάνω), αφήνεται να νοηθεί ότι ένας τέτοιος λόγος θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να δεχτεί την αναγκαιότητα μιας δεύτερης ιατρικής εξέτασης, ειδικά αν υπήρχε οποιαδήποτε ισχυρισμός του Εφεσίβλητου - Ενάγοντα για χειροτέρευση της κατάστασης του. Θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως στην περίπτωση αυτή κανένα νέο στοιχείο δεν έχει δοθεί από τους Εφεσείοντες - Εναγόμενους, που δείχνει κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα θα μπορούσε να πει, εξετάζοντας τα πιστοποιητικά του Δρα Σιμόπουλου, πως η κατάσταση της υγείας του Εφεσίβλητου - Ενάγοντα είχε μάλλον σταθεροποιηθεί από το χρόνο εξέταση του από τον πιο πάνω γιατρό» Το στοιχείο το οποίο διαφοροποιεί την υπό κρίση περίπτωση με την πιο πάνω υπόθεση, είναι ότι εδώ η πρώτη εξέταση έγινε πριν από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι ακρόαση της υπόθεσης ακόμα δεν έχει αρχίσει και ότι ο ενάγοντας σε αίτημα για αναβολή της ακρόασης της αγωγής, επειδή εκκρεμούσε αυτή η αίτηση, δεν έφερε ένσταση και δεν επικαλέστηκε τα όσα επικαλείται ως λόγους ένστασης στην αίτηση αναφορικά με την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης του. Κρίνοντας λοιπόν το ζήτημα της καθυστέρησης απομονωμένα, έχοντας υπόψη κυρίως ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει, θεωρώ πως αν κατά τα άλλα η αίτηση ευσταθεί, η παρατηρούμενη καθυστέρηση δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε απόρριψη της αίτησης. Δεν θεωρώ ειδικότερα, ότι η αίτηση αλλά και η έκδοση διατάγματος για εξέταση του ενάγοντα από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου, εφόσον κριθεί ότι είναι αναγκαία και δίκαιη και εξυπηρετεί το συμφέρον για απονομή της δικαιοσύνης, θα επηρεάσουν και θα περιορίσουν τα συνταγματικά του δικαιώματα του ενάγοντα για την διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Καθυστέρηση, οφείλω να αναφέρω πως, παρατηρείται και από την πλευρά του ενάγοντα τόσο σε σχέση με τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, σε συσχετικό με τον χρόνο που επισυνέβει το δυστύχημα αλλά και καθυστέρηση που δημιουργείται ενόψει της άρνησης του να εξεταστεί. Αναφορικά με το εύλογο της άρνησης του ενάγοντα να εξεταστεί από ιατρό της επιλογής του εναγόμενου, στο σύγγραμμα Blackstone' s "Civil Practice" 2008 στη σελίδα 743 αναφέρονται τα εξής: «Sometimes the claimant will refuse to consent because the proposed examination is particularly invasive, or even carries a risk of further injury. In these cases the court has to balance the need for the examination and proposed tests, for the proper preparation of the defendant's case, against the reasonableness of the claimant's objections on the degree of pain, risk to health and inconvenience (Prescott v. Bulldog Tools
(1981)3 All ER 89, see also Aspinall v. Sterling Mansell Ltd
(1981)3 All ER 866). Σε ελεύθερη μετάφραση: Ο ενάγοντας μπορεί να αρνηθεί την ιατρική εξέταση όταν αυτή είναι επεμβατική ή ενέχει κίνδυνο περαιτέρω τραυματισμού οπότε το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη από την μια την αναγκαιότητα της ιατρικής εξέτασης για την υπεράσπιση και από την άλλη το εύλογο της άρνησης του Ενάγοντα με βάση το βαθμό του πόνου και της ταλαιπωρίας καθώς και το ενδεχόμενο κινδύνου για την υγεία. Η άρνηση του ενάγοντα δεν εμπίπτει σε καμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις, χωρίς βέβαια να διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι αναφερόμενες πιο πάνω περιπτώσεις δεν είναι εξαντλητικού χαρακτήρα. Ούτε και πρόκειται για περίπτωση που εγείρετε θέμα προσωπικού λόγου ή κωλύματος για την άρνηση. Όπως προκύπτει από την επιστολή της δικηγόρου του ενάγοντα (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της αίτησης), αλλά και σύμφωνα με την ένσταση του, η άρνηση του οφείλεται στο ότι, όπως υποστηρίζει, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για δεύτερη ιατρική εξέταση. Έχω επίσης λάβει υπόψη μου ότι κατά την εξέταση αίτησης για εξέταση του ενάγοντα από ιατρό της επιλογής του εναγόμενου, πέραν από τα δικαίωμα του ενάγοντα δεν θα πρέπει να αγνοείται και το δικαίωμα του εναγόμενου να επιλέγει τους δικούς τους μάρτυρες. Λαμβάνοντας υπόψη μου, ότι στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη ιατρική εξέταση του ενάγοντα έγινε πριν ακόμα καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή και όταν ο ενάγων βρισκόταν στο στάδιο αποθεραπείας, 11 ημέρες μετά το δυστύχημα, ότι ακολούθησε χειρουργική επέμβαση, ότι υπάρχουν σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αλλά και το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Α.. Αλκιβιάδους κατάλοιπα και επιπτώσεις στην υγεία του ενάγοντα, ότι αυτά δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν κατά τον χρόνο της πρώτης εξέτασης που έτυχε από τον Δρ. Η. Γεωργίου, δηλαδή η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, μετά την πρώτη ιατρική εξέταση του αλλά και σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση, ότι σήμερα η εικόνα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του όπως φαίνεται έχει σταθεροποιηθεί και αφού έχω ισοζυγίσει τις ανάγκες διασφάλισης της ελευθερίας του ατόμου με το συμφέρον της δικαιοσύνης και για σκοπούς εξασφάλισης δικαιοσύνης και για τις δύο πλευρές έχω ικανοποιηθεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλει την αποδοχή της αίτησης Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η οποιαδήποτε διαδικασία στην αγωγή μέχρις ότου ο ενάγων εξεταστεί από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου. Τα όσα ακολουθούν, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος,
(1)Ο εναγόμενος θα πρέπει, εντός 15 ημερών από σήμερα να ενημερώσει γραπτώς την δικηγόρο του ενάγοντα το όνομα του γιατρού που θα εξετάσει τον ενάγοντα με σχετική γνωστοποίηση, αντίγραφο της οποία θα πρέπει να καταχωρηθεί στον φάκελο του δικαστηρίου με την οποία θα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την πληρωμή του κόστους μετάβασης του στον εν λόγω γιατρό ως επίσης και οποιαδήποτε απώλεια ημερομισθίου του ενάγοντα.
(2)Η περίοδος αναστολής θα ισχύει μέχρι ο ενάγων εξεταστεί από τον γιατρό της επιλογής του εναγόμενου ενώ αμέσως μετά την εξέταση του ενάγοντα και το αργότερο εντός 15 ημερών οι δικηγόροι του εναγόμενου οφείλουν όπως καταχωρήσουν σχετική γνωστοποίηση εντός του φακέλου της αγωγής αναφορικά με το γεγονός αυτό.
(3)Αντίγραφο του πιστοποιητικού που θα ετοιμάσει ο γιατρός που θα εξετάσει τον ενάγοντα να παραδοθεί στην δικηγόρο του ενάγοντα εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που αυτό θα συνταχθεί.
(4)Μετά τη καταχώρηση της γνωστοποίησης εξέτασης του ενάγοντα από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου, ο φάκελος της υπόθεσης να τεθεί από τον Πρωτοκολλητή ενώπιον του Δικαστηρίου για ορισμό.
(5)Στην περίπτωση που ο εναγόμενος ενεργήσει και συμμορφωθεί με το διάταγμα αλλά ο ενάγοντας επιλέξει να μην εξεταστεί από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου εντός χρονικού διαστήματος 3 μηνών από σήμερα, τότε ο εναγόμενος θα έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση με την οποία πλέον να αιτείται την απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα λόγω μη προώθησης της. Αναφορικά με το ζήτημα των εξόδων, θεωρώ δίκαιο, ενόψει και της παρατηρούμενης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης και ότι ουσιαστικά ο λόγος αυτός της ένστασης δεν έχει κριθεί ανεδαφικός παρά την επιτυχία της αίτησης, όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............ Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.