← Κύπρος

Ανδρέα Εύζωνα κ.α. ν. P C MAVROS SONS LIMITED, Αρ. Αγωγής :- 555/10, 19η Μαΐου 2011

Ανδρέα Εύζωνα κ.α. ν. P C MAVROS SONS LIMITED, Αρ. Αγωγής :- 555/10, 19η Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 555/10 Μεταξύ :- Ανδρέα Εύζωνα Δήμητρας Εύζωνα Ενάγοντες Και P. C. MAVROS & SONS LIMITED Παναγιώτη Μαύρου ΓΑΛΑΤΙΑΝΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Πέμπτη 19η Μαΐου 2011 Αίτηση για διαγραφή ανταπαίτησης ημερομηνίας 22/4 /2010 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές :- κα. Μ. Εύζωνα (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............ ) Για Εναγόμενους -Καθ΄ ων η Αίτηση :- κα. Κ. Νικολάου για κο. Μ. Βασιλειάδη (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Β. Ιωάννου ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Αιτούνται οι ενάγοντες τη διαγραφή μέρους της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων καθότι οι αναφερόμενες προτάσεις «.είναι ανιαρές, ενοχλητικές, στερούνται καλής πίστεως και προσδοκίας επιτυχίας, αποσκοπούν να προκαλέσουν ταλαιπωρία και έξοδα στην άλλη πλευρά, σπατάλη χρόνου του Δικαστηρίου, τείνουν να περιπλέξουν, παρακωλύσουν και καθυστερήσουν την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης των εναγόντων και συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου».
  2. Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται κυρίως από τη Δ.19 θ. 26 και Δ.27 θ. 1, 2 και 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. 2.
  3. Σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 26 το Δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε θέματος σε οποιοδήποτε δικόγραφο το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο δύναται να τείνει να βλάψει (prejudice), εμποδίσει ή δυσχεραίνει (embarrass) ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση μίας αγωγής. 2.
  4. Σύμφωνα με τη Δ.27 θ. 3 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση κατά την οποία η αγωγή ή η υπεράσπιση καταδεικνύεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαια ή ενοχλητική, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή ή απόρριψη της αγωγής, ή να εκδώσει απόφαση ανάλογα όπως ενδεχομένως να είναι δίκαιο.
  5. Διατηρώντας υπόψη την αναφορά στη νομική βάση της αίτησης αξίζει επιπλέον να σημειωθεί σε σχέση με τη νομική πτυχή γενικότερα του θέματος μίας ανταπαίτησης όπως αυτή προκύπτει από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας, το εξής. Σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 3 ο εναγόμενος σε μία αγωγή δύναται να προβάλει υπό μορφή ανταπαίτησης εναντίον των αξιώσεων του ενάγοντα οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης και τέτοια ανταπαίτηση θα έχει την ίδια εφαρμογή όπως μία ανταγωγή έτσι ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει τελική απόφαση στην ίδια αγωγή, τόσο σε σχέση με την αρχική αξίωση όσο και την ανταξίωση.
  6. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 5 συνολικά λόγους ένστασης και στη συνέχεια ακολούθησε ακροαματική διαδικασία με προβολή επιχειρηματολογίας δίχως να έχει προηγηθεί αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.
  7. Κυρίως το αίτημα των εναγόντων βασίζεται στο γεγονός καταχώρησης μίας προηγούμενης αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Δηλαδή, την αγωγή 3501/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Στο εξής, χάριν ευκολίας και λόγω της εξ ανάγκης κατ΄ επανάληψη αναφοράς σε αυτή την αγωγή εντός αυτής της απόφασης και αποκλειστικά για σκοπούς αιτιολόγησης και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο, η αγωγή 3501/09 θα καλείται η «πρώτη αγωγή».
  8. Οι ενάγοντες μάλιστα έχουν επισυνάψει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και αντίγραφο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων στην πρώτη αγωγή. Επί αυτού του θέματος διευκρινίζεται το εξής. Το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσει την εγκυρότητα ή γνησιότητα του περιεχομένου του αντιγράφου το οποίο έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, δηλαδή του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης.
  9. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να καταγράψει αυτή τη διευκρίνιση καθότι με την αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης ως μέρος ουσιαστικά του επιχειρήματος ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει εκτός εάν ακούσει μαρτυρία (καθότι σύμφωνα με αυτή την εισήγηση δεν υπάρχει κοινά αποδεκτή πραγματική βάση επί της οποίας θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει «το νομικό σημείο») προτάσσεται η εξής θέση. Ότι δηλαδή με την αίτηση τους οι ενάγοντες επικαλούνται το περιεχόμενο άλλου φακέλου εκτός της παρούσης αγωγής. Πραγματικά δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου το Δικαστήριο να μην δεχτεί ότι το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης αποτελεί ακριβές αντίγραφο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην πρώτη αγωγή.
  10. Ως προς τα χρονικά δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση αξίζει να σημειωθούν τα εξής. Όπως δηλαδή αυτά προκύπτουν από το φάκελο της αγωγής. Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση στις 12/4/2010 ενώ την αμέσως επόμενη ημέρα καταχώρησαν επιστολή προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με την οποία ζητούσαν όπως η αγωγή οριστεί καθότι όλα τα διαδικαστικά έγγραφα αναφορικά με τους εναγόμενους έχουν περατωθεί. Παρά και τα δύο αυτά δεδομένα 10 ημέρες μετά από την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση καταχώρησαν την αίτηση υπό εξέταση. Με την οποία αίτηση ουσιαστικά ζητούν διαγραφή της ανταπαίτησης σε σχέση με την οποία ήδη 10 μέρες προηγουμένως είχαν καταχωρήσει το δικό τους δικόγραφο και ενώ στη συνέχεια είχαν μάλιστα δηλώσει ότι τα δικόγραφα είχαν κλείσει. Με την αναφορά τους δηλαδή ότι είχαν περατωθεί όλα τα διαδικαστικά έγγραφα και ότι γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο ζητούσαν τον ορισμό της αγωγής.
  11. Επιστρέφοντας στην νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση θεωρώ ως απαραίτητο μέρος της εξέτασης του αιτήματος των εναγόντων και προς πληρέστερη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης μία όσο το δυνατό πιο απλή και σύντομη περιγραφή του δικονομικού μηχανισμού της ανταπαίτησης ως επίσης και γενικότερα της έννοιας μίας ανταπαίτησης. Ορισμένα βασικά στοιχεία τα οποία προκύπτουν από μία εξέταση αυτής της νομικής πτυχής είναι τα ακόλουθα. Έστω και στο βαθμό στον οποίο αυτά τα βασικά στοιχεία όπως αυτά παρατίθενται πιο κάτω εμπεριέχουν εν μέρει επανάληψη αναφορών μεταξύ τους θεωρώ ότι η καταγραφή τους με τον πιο κάτω τρόπο ενδείκνυται έτσι ώστε να αποδίδεται μία πληρέστερη εικόνα της σημασίας και εφαρμογής του δικονομικού μηχανισμού της ανταπαίτησης. 9.
  12. Η απλή έννοια της ανταπαίτησης αναφέρεται σε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο μπορεί να εγείρει ένας εναγόμενος εναντίον ενός ενάγοντα. 9.
  13. Ουσιαστικά στη περίπτωση ανταπαίτησης ήδη οι διάδικοι είναι αντίδικοι και η ανταπαίτηση είναι η αξίωση την οποία εγείρει ένας εναγόμενος αντιδρώντας στην αξίωση του ενάγοντα και η οποία αξίωση του εναγομένου συμπεριλαμβάνεται στην ίδια διαδικασία με την αξίωση του ενάγοντα. 9.
  14. Μία ανταπαίτηση ισοδυναμεί με ανταγωγή και καταχωρείται ως τέτοια. 9.
  15. Αποτελεί η ανταπαίτηση μία αξίωση την οποία ο εναγόμενος εγείρει στην ίδια την αγωγή η οποία έχει καταχωρηθεί εναντίον του. 9.
  16. Εμπεριέχει η ανταπαίτηση στην έννοια της την ύπαρξη αξίωσης εναντίον αυτού ο οποίος ήδη έχει καταχωρήσει αξίωση. Επιλέγει ουσιαστικά ο εναγόμενος αντί να εγείρει ξεχωριστή αγωγή να καταχωρήσει ανταπαίτηση. 9.
  17. Ουσιαστικά παρέχεται η δυνατότητα σε ένα εναγόμενο να εγείρει σε οποιαδήποτε αγωγή ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα επί του οποίου θα μπορούσε να προωθήσει μία ανεξάρτητη αγωγή. 9.
  18. Μία ανταπαίτηση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μία ανεξάρτητη αγωγή (per Bowen L. J. Amon v. Bobbett

(1889)22 Q.B.D. 548). 9.
  1. Επίσης αν και το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει ξεχωριστή εκδίκαση αξίωσης και ανταπαίτησης τα θέματα γεγονότων τα οποία προκύπτουν από την αξίωση και ανταπαίτηση θα πρέπει ως γενικός κανόνας να εκδικάζονται μαζί καθώς αυτός μπορεί γενικά να θεωρείται και ως ο στόχος ενός εναγομένου ο οποίος έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση.
  2. Διατηρώντας υπόψη τόσο τους λόγους ένστασης όσο και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων δικηγόρων καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα. 10.
  3. Αναφορικά με τη δυνατότητα σύγκρισης η οποία παρέχεται μεταξύ της ανταπαίτησης αυτής της αγωγής με την ανταπαίτηση της πρώτης αγωγής το Δικαστήριο δέχεται ως ορθή τη θέση των εναγόντων ότι αυτή είναι εντελώς η ίδια. 10.
  4. Απορρίπτεται δηλαδή ως εσφαλμένη η θέση των εναγομένων ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει επί του αιτήματος των εναγόντων εκτός εάν πρώτα ακούσει μαρτυρία. Κρίνεται δηλαδή από το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία η οποία ήδη έχει τεθεί υπόψη του, υπό τη μορφή δηλαδή της επισυνημμένης στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της πρώτης αγωγής, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο του φακέλου αυτής της αγωγής, αποτελεί επαρκές υπόβαθρο επί του οποίου καθίσταται εφικτή η ορθή κατάληξη του Δικαστηρίου επί του αιτήματος των εναγόντων. 10.
  5. Ως προς τη γενική θέση η οποία προβάλλεται από τους εναγόμενους ότι η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις θεωρώ ότι το θέμα το οποίο προκύπτει με την αίτηση υπό εξέταση δεν είναι παρόμοιο με περιπτώσεις όπου αυτό το οποίο ζητείται ουσιαστικά είναι η διαγραφή ορισμένων ισχυρισμών από ένα δικόγραφο. Έτσι ώστε δηλαδή να τυγχάνει αυστηρής εφαρμογής η αρχή την οποία επικαλούνται οι εναγόμενοι. Ουσιαστικά αυτό το οποίο ζητούν οι ενάγοντες δεν είναι η διαγραφή διαφόρων ισχυρισμών από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων για οποιοδήποτε λόγο ο οποίος να έχει σχέση ουσιαστικά με τη διατύπωση ή περιεχόμενο αυτών των ισχυρισμών. Το επιχείρημα των εναγόντων είναι απλό. Εφόσον ήδη οι εναγόμενοι έχουν εγείρει με την πρώτη αγωγή την ίδια ανταπαίτηση τότε δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί η εκ δευτέρου έγερση της ίδιας ανταπαίτησης. 10.
  6. Κρίνω ότι η θέση των εναγόντων είναι βάσιμη. Εφόσον δηλαδή ήδη οι εναγόμενοι έχουν εγείρει με την πρώτη αγωγή την ίδια ανταπαίτηση τότε δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να εγείρουν για δεύτερη φορά μία πανομοιότυπη ανταπαίτηση. Η έγερση για δεύτερη φορά της ίδιας ανταπαίτησης πραγματικά δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Η ανταπαίτηση την οποία έχουν ήδη εγείρει οι εναγόμενοι με την πρώτη αγωγή θα εκδικαστεί κατά την εκδίκαση εκείνης της αγωγής δίχως να κρίνεται από το Δικαστήριο ως δίκαιο ή αναγκαίο όπως η ίδια ανταπαίτηση παράλληλα εκκρεμεί προς εκδίκαση σε αυτή την αγωγή. 10.
  7. Εν πάση περιπτώσει η ομοιότητα των επίδικων θεμάτων γενικότερα και στις δύο αγωγές εύλογα θα μπορούσε να οδηγήσει τους διάδικους σε καταχώρηση αίτησης συνένωσης αυτών των αγωγών. Σε μία τέτοια περίπτωση πλέον όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται από τους ενάγοντες και στις δύο αγωγές θα μπορούσαν να εξεταστούν διατηρώντας υπόψη από κοινού και την ανταπαίτηση η οποία ήδη έχει καταχωρηθεί στη πρώτη αγωγή. Βεβαίως τέτοια αίτηση δεν έχει καταχωρηθεί και ούτε και είναι δυνατό - σε περίπτωση καταχώρησης της - το αποτέλεσμα της να προδικαστεί. Απλά αναφέρω αυτό το ενδεχόμενο προς υποστήριξη γενικότερα της ορθότητας διαγραφής μίας όμοιας ανταπαίτησης σε περίπτωση όπου ήδη εκκρεμούν δύο αγωγές από τους ίδιους ενάγοντες εναντίον των ίδιων εναγομένων και όπου αυτοί έχουν επιλέξει να καταχωρήσουν την ίδια ακριβώς ανταπαίτηση και στις δύο περιπτώσεις. 10.
  8. Θέτοντας το διαφορετικά ήδη οι εναγόμενοι έχουν εγείρει την αγωγή ή ουσιαστικά την ανταγωγή τους εναντίον των εναγόντων. Δεν εξυπηρετεί σε οτιδήποτε η εκ νέου καταχώρηση της σε αυτή την αγωγή. Αντιθέτως οδηγεί σε κατάχρηση της διαδικασίας καθώς οι εναγόμενοι ζητούν από το Δικαστήριο να εξετάσει σε δύο ξεχωριστές αγωγές με τους ίδιους διαδίκους την ίδια ανταπαίτηση. Το οποίο ασφαλώς μόνο σε σύγχυση μπορεί να οδηγήσει αλλά και απώλεια πολύτιμου δικαστικού χρόνου για την εξέταση ενός αγώγιμου δικαιώματος το οποίο ήδη έχει ασκηθεί με την έγερση της ανταπαίτησης στην πρώτη αγωγή. 10.
  9. Ουσιαστικά οι εναγόμενοι για τον ίδιο σκοπό προωθούν δύο ξεχωριστές διαδικασίες. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ως αρχή ότι η έγερση ή προώθηση περισσοτέρων της μίας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μία διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 9173, ημερομηνίας 16/3/1995, Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α. Α. Δ. 217, στη σελίδα 223). 10.
  1. Ως προς τη γενική θέση η οποία προβάλλεται με τον τρίτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι αυτή δεν ευσταθεί. Πραγματικά δεν έχει υποδειχθεί από τους εναγόμενους προς το Δικαστήριο με ποίο τρόπο είτε η αίτηση είναι λανθασμένη είτε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 10.
  2. Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης ως προς το ότι η ίδια η αίτηση επιφέρει καθυστέρηση της διαδικασίας λόγω της καταχώρησης της δεν θα συμφωνήσω ότι έχει προκληθεί τέτοια καθυστέρηση από την καταχώρηση της αίτησης. Η αίτηση εκδικάστηκε σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά και από την καταχώρηση της και αφού ήδη εκκρεμούσε άλλη σχετική αίτηση (ημερομηνίας 8/4/10). Η οποιαδήποτε καθυστέρηση έχει προκύψει από τη καταχώρηση της αίτησης δεν έχει σχέση με τη δικονομική συμπεριφορά των εναγόντων αλλά με τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να είχε εκδώσει σε συντομότερο χρονικό σημείο αυτή την απόφαση. 10.
  3. Αναφορικά με τον πέμπτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι αυτός θα ήταν και ο μόνος λόγος ένστασης υπό τις περιστάσεις ο οποίος θα μπορούσε να κριθεί ότι ευσταθεί. Καθότι δηλαδή οι ενάγοντες παρά και τη καταχώρηση αυτής της αίτησης ήδη έχουν καταχωρήσει απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της οποίας ζητούν τη διαγραφή. 10.
  4. Όμως από μόνος του αυτός ο λόγος κρίνω ότι δεν είναι αρκετός έτσι ώστε το αίτημα των εναγόντων να μην κριθεί βάσιμο και δικαιολογημένο. Άλλωστε η ίδια η Δ.19 θ. 26 αναφέρει ρητά ότι το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας δύναται να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιοδήποτε δικόγραφο το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο δύναται να τείνει να βλάψει, εμποδίσει ή δυσχεραίνει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση μίας αγωγής. 10.
  5. Ασφαλώς θα ήταν ορθότερο ως επίσης και πιο λογικό οι ενάγοντες να μην είχαν καταχωρήσει το δικό τους δικόγραφο προς απάντηση στην υπεράσπιση των εναγομένων και υπεράσπιση σε μία ανταπαίτηση της οποίας στη συνέχεια θα ζητούσαν τη διαγραφή. Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί το γεγονός ότι τουλάχιστον μετά και από τη καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση δεν υπήρξε ιδιαίτερη καθυστέρηση στη καταχώρηση αυτής της αίτησης (βλ. σχετικά τη παράγραφο 8 αυτής της απόφασης). 10.
  6. Επιπλέον θεωρώ ότι το θέμα αυτό μπορεί μερικώς να ληφθεί υπόψη σε σχέση με τη διαταγή εξόδων η οποία θα εκδοθεί από το Δικαστήριο αναφορικά με τα όσα έξοδα θα προκληθούν από την έγκριση της αίτησης των εναγόντων. Επομένως κρίνω ότι ούτε ο πέμπτος λόγος ένστασης είναι δυνατό να γίνει δεκτός έτσι ώστε το αίτημα των εναγόντων να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
  7. Επομένως, με το σκεπτικό το οποίο εμπεριέχεται εντός αυτής της απόφασης κρίνω ότι το αίτημα των εναγόντων είναι δικαιολογημένο και ως εκ τούτου αυτό εγκρίνεται με την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση παράγραφος 1 (α) και (β).
  8. Επίσης, διατηρώντας υπόψη τη διαγραφή της ανταπαίτησης, θεωρώ ότι η αναφορά της φράσης «.και Απόφαση ως η Ανταπαίτηση» στο τέλος της παραγράφου 11 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης καθίσταται αχρείαστη και άνευ αντικειμένου. Ως εκ τούτου διατάσσεται η διαγραφή και αυτής της φράσης από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης.
  9. Παράλληλα βεβαίως διατάσσεται και η διαγραφή από την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των οποιωνδήποτε αναφορών στην ύπαρξη ανταπαίτησης των εναγομένων.
  10. Ανάλογα τροποποιημένο δικόγραφο των εναγομένων θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ενώ τροποποιημένο δικόγραφο των εναγόντων θα πρέπει επίσης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης του τροποποιημένου δικογράφου των εναγομένων.
  11. Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος των εναγομένων καθ΄ ων η αίτηση και υπέρ των εναγόντων αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής. Ενώ σε σχέση με τη καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα τα οποία θα προκληθούν. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής 555/10 Αίτηση Διαγραφής Ανταπαίτησης Εύζωνα Βασιλειάδης Πέμπτη και Τελική Διόρθωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.