← Κύπρος

Φρόσω Χριστοδούλου Τσαγκάρη άλλως Φρόσω Ιωάννη Μάρκου ν. Kolodni Arnon, Αρ. Αγωγής: 3793/06, 25.5.2011

Φρόσω Χριστοδούλου Τσαγκάρη άλλως Φρόσω Ιωάννη Μάρκου ν. Kolodni Arnon, Αρ. Αγωγής: 3793/06, 25.5.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3793/06 Μεταξύ: Φρόσω Χριστοδούλου Τσαγκάρη άλλως Φρόσω Ιωάννη Μάρκου εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και Kolodni Arnon από το Ισραήλ Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερ. 8.12.2010 Ημερομηνία: 25.5.2011 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ρ. Ευσταθίου για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη, Ν. Πιριλλίδη & Συνεργάτες Για Εναγόμενο - Καθ' ού η Αίτηση: κ. Χρ. Σιμιλλίδης για Τάσσο Παπαδόπουλο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Παύλο Γ. Ευθυμίου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στη Δ.25 θ. 1-6, Δ.48 θ.1-9, Δ.57

(2), Δ.64 θ.1 και 2 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποία αναφέρει ότι η ζητούμενη τροποποίηση αφορά την προσθήκη ενός καθαρά νομικού θέματος αλλά και γεγονότων τα οποία δεν ηγέρθηκαν ρητά στα δικόγραφα, τα οποία όμως είναι απαραίτητο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης να εγερθούν. Πρόκειται, όπως αναφέρει, για καλή τη πίστη παράληψη για θέμα που ήδη εγείρεται όπως φαίνεται στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η Αιτήτρια επιχειρεί την εισαγωγή νέας νομικής βάσης στα δικόγραφα της, η Αιτήτρια είναι κακόπιστη και έρχεται στο Δικαστήριο με όχι καθαρά χέρια. Η αίτηση καταχωρείται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και είναι παράτυπη και αντικανονική. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Σιμιλλίδη, δικηγόρου και συνεργάτη στο γραφείο του κ. Παύλου Ευθυμίου, ενός εκ των δικηγόρων του Εναγομένου. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Σιμιλλίδης επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αναφέρει περαιτέρω ότι ενδεχόμενη αποδοχή της αίτησης θα προκαλέσει περαιτέρω βλάβη και ζημιά στον Εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης του με σκοπό να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και τις δικές του θέσεις και γεγονότα σε σχέση με τους νέους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Οι δυο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία επιτρέπει την τροποποίηση δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και η οποία ασκείται με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους θα θεωρείτο δίκαιο. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφέρθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και επαναλήφθηκαν και διατυπώθηκαν με σαφέστατο τρόπο από το Δικαστή Πική όπως ήταν τότε στην Αγωγή Ναυτοδικείου Φοινιώτης ν. Greenmare Navigation Ltd
(1989)1Ε) Α.Α.Δ. 33. Στις σελίδες 36-37 αναφέρει ο Δικαστής Πικής: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής: α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται σε κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη δικαιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα αυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η αρχή αυτή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α..Α.Δ. 560 όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να βρίσκεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας πάντα υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L) v. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση 11215 ημερ. 22.2.2002 υιοθετήθηκε η αρχή που είχε τεθεί από τη νομολογία πως όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και αποφασιστικής σημασίας. Εξαιρέσεις σε τροποποίηση δικογράφου αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα και εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Άννα Latouf Agini ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11). Σύμφωνα επίσης με τη νομολογία το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δε σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί (βλ. SABA & CO. T.M.P. ν. T.M.P. Agent
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει την τροποποίηση εκεί που η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα η οποία και θα ήταν πολύ εύκολο να συμπεριλαμβανόταν σε μια νέα αγωγή. Το ουσιαστικό είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν για να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 105). Είναι γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση είναι παλιά. Καταχωρήθηκε στις 21.12.
  1. Όπως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης έχουν μεσολαβήσει διάφορες αιτήσεις και η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 2.3.
  2. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καταχωρήθηκε στις 28.5.2010 και η Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 10.6.
  3. Στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι «η Ανταπαίτηση δεν ευσταθεί καθότι η επίδικη συμφωνία έπαυσε να υφίσταται και εν πάση περιπτώσει δεν τηρήθηκαν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, ούτε και δικαιούται ο Ενάγων (αντιλαμβάνομαι είναι λανθασμένη αναγραφή και εννοεί ο Εναγόμενος) να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο καθότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νομοθεσία και/ή δεν εγκρίθηκε σχετικό αίτημα του και/ή απερρίφθη. Ανεξάρτητα τυχόν απαίτηση για ειδική εκτέλεση είναι εκπρόθεσμη και ο Εναγόμενος δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί ειδική εκτέλεση.» Με τη ζητούμενη τροποποίηση η Ενάγουσα ζητά να προσθέσει τα πιο κάτω: «2.Α.
(1)Περαιτέρω και ή διαζευκτικά η Ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 232 όπως τροποποιήθηκε (ο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος) και δυνάμει του άρθρου 2(δ) αγωγή για ειδική εκτέλεση πρέπει να εγείρεται εντός έξι μηνών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης ή αν προβλέπεται στη σύμβαση ή εξυπακούεται μεταγενέστερη ημερομηνία για τη δήλωση μεταβίβασης η εξάμηνη προθεσμία αρχίζει να υπολογίζεται από την εν λόγω ημερομηνία.
(2)Περαιτέρω η Ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι με δεδομένο ότι τερμάτισε τη σύμβαση και ή με δεδομένο ότι η σύμβαση προνοούσε για μεταβίβαση ρητά και ή εξυπακουόμενα πολύ ενωρίτερο της εξαμήνου προθεσμίας η οποία παρήλθε κατά πολύ πριν την καταχώρηση της Ανταπαίτησης η σύμβαση δυνάμει του άρθρου 7
(1)(α) και ή 7
(1)(β) του εν λόγω έχει εκπνεύσει και συνεπώς δεν υφίσταται σαν επιβάρυνση επί του ακινήτου.
(3)Περαιτέρω η Ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι σύμφωνα με το επίδικο συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας κατά ή περί 30.4.1999 συμφωνήθηκε ότι η μεταβίβαση θα γινόταν με την εξόφληση του τιμήματος πωλήσεως δηλαδή κατά ή περί τις 20.5.1999 όπερ και εγένετο και ή μέχρι την 20.5.1999 οπότε η εξάμηνη προθεσμία είχε λήξει έξι μήνες μετά την 20.5.1999.
(4)Περαιτέρω και ή διαζευτικά η Ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι ούτως ή άλλως εφόσον ετερμάτισε την επίδικη σύμβαση κατά ή περί την 17.5.2006 η προθεσμία των έξι μηνών αν δεν έχει εκπνεύσει ως ανωτέρω εξέπνευσε έξι μήνες μετά την 17.5.2006 και συνεπώς η Ανταπαίτηση περί Ειδικής Εκτέλεσης η οποία καταχωρήθη κατά ή περί τις 28.5.2010 σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι δεν είναι εκπρόθεσμη.
(5)Περαιτέρω και ή διαζευτικά η παρούσα αγωγή επιδόθει στον Εναγόμενο στις 3.12.2009 ο οποίος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μετά των δικηγόρων 14.12.2009 και συνεπώς τερμαίρεται ότι ούτως ή άλλως από την επίδοση της αγωγής 3.12.2009 και του σημειώματος εμφάνισης και πάλι εξέπνευσε η εξάμηνος προθεσμία.
(6)Περαιτέρω και ή διαζευτικά ο Εναγόμενος ουδέποτε κάλεσε την Ενάγουσα να προσέλθει στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση ως οι σχετικές πρόνοιες της πιο πάνω Νομοθεσίας και συνεπώς δεν δικαιούται σε ειδική εκτέλεση ούτως ή άλλως.» Εξετάζοντας τα όσα η Αιτήτρια θέλει να προσθέσει στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση παρατηρώ ότι αναφέρεται σε λεπτομέρειες για το χρόνο έγερσης της αγωγής για ειδική εκτέλεση και τον ισχυρισμό της ότι η προθεσμία αυτή έχει εκπνεύσει και έτσι η Ανταπαίτηση περί ειδικής εκτέλεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι εκπρόθεσμη. Ενόψει των πιο πάνω δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Ευθυμίου ότι με τη ζητούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας νομικής βάσης στα δικόγραφα της Ενάγουσας αφού υπάρχει ως γενική βέβαια αναφορά στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο ισχυρισμός ότι η Ανταπαίτηση δεν ευσταθεί, δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης και τυχόν απαίτηση για ειδική εκτέλεση είναι εκπρόθεσμη. Δεν θα συμφωνήσω επίσης ότι η αίτηση γίνεται σε αδικαιολόγητα καθυστερημένο χρόνο αφού όπως είπα η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 2.3.2010 και δεν έχει ακόμη ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Η καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της υπόθεσης οφείλεται σε άλλες ενδιάμεσες διαδικασίες που προηγήθηκαν. Οι ζητούμενες τροποποιήσεις δεν αλλάζουν ουσιαστικά την πορεία της Υπεράσπισης του Εναγόμενου και επομένως δεν θεωρώ ότι η πλευρά του θα τεθεί σε δυσμενή θέση και θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του. Δεν μπορώ επίσης να διακρίνω οποιαδήποτε κακοπιστία στην υποβολή της αίτησης. Θα μπορούσε η αίτηση να είχε καταχωρηθεί σε ενωρίτερο χρόνο, όμως αυτός ο παράγοντας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας ενόψει του γεγονότος όπως είπα ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει. Είναι ο ισχυρισμός της Φρόσως Χριστοδούλου ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση γιατί θα πρέπει να αναφερθούν οι σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας ρητά παρόλο που γίνεται αναφορά σε μη συμμόρφωση στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω το αίτημα δικαιολογημένο και εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα όπως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα δημιουργηθούν από το αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Καθ' ού η Αίτηση και σε βάρος της Ενάγουσας - Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της δίκης. (Υπ) ........................................... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.