Χαράλαμπος Κ. Σιαηλής ν. Αυγή Παναγιώτη Γεωργίου, Αρ. Αγωγής :- 103/05, 6η Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 103/05 Μεταξύ :- Χαράλαμπος Κ. Σιαηλής Ενάγων Και Αυγή Παναγιώτη Γεωργίου Εναγόμενη Ημερομηνία :- Δευτέρα 6η Ιουνίου 2011 Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 20/5 /2011 Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Χρ. Γεωργιάδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Μ. Πατσαλίδου ) Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια :- κος. Γ. Κουκούνης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Ενδιάμεση Απόφαση
- Η αγωγή αυτή ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης της στις 13/5/2011 ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση αναφορικά με την ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης ως προς τη κατάθεση της γραπτής δήλωσης του Μ. Ε. 3 ουσιαστικά ως το σύνολο της κύριας εξέτασης του.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση είχε σχέση με ένσταση ως προς το ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης γραπτής δήλωσης δεν συνάδει με τα δικόγραφα του ενάγοντα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση μπορούσε να γίνει μερικώς δεκτή και ότι αν δεν γίνονταν ο ανάλογες διαγραφές από τη γραπτή δήλωση αυτή δεν θα μπορούσε να υιοθετηθεί από τον Μ. Ε. 3 ως το σύνολο της κύριας εξέτασης του.
- Μετά και από τη αποδοχή της προαναφερόμενης ένστασης ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα δήλωσε ότι θα εξέταζε το περιεχόμενο αυτής της ενδιάμεσης απόφασης και θα έκρινε αναλόγως εάν θα προχωρούσε σε αίτημα τροποποίησης. Όπως και έπραξε μετά από μία εβδομάδα με τη καταχώρηση στις 20/5/2011 της αίτησης υπό εξέταση. Βεβαίως ως προς την ακροαματική διαδικασία στις 13/5/2011 αυτή συνέχισε με την προφορική κατάθεση του Μ. Ε. 3 δίχως όμως η κύρια εξέταση του να είχε ολοκληρωθεί αυθημερόν.
- Η αίτηση τροποποίησης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του γιού του ενάγοντα ο οποίος όχι μόνο επίσης ασκεί τη δικηγορία αλλά όπως φαίνεται και από το φάκελο της διαδικασίας είναι ο δικηγόρος ο οποίος καταχώρησε την αγωγή στις 14/1/
- Ο δε κ. Χρήστος Μ. Γεωργιάδης διορίστηκε ως επιπρόσθετος δικηγόρος του ενάγοντα όπως φαίνεται και από σχετική ειδοποίηση εντός του φακέλου ημερομηνίας 4/10/
- Συνεπώς, ακόμη και μετά από αυτό το χρονικό σημείο, ο ενόρκως δηλών εξακολουθούσε να είναι ένας από τους δικηγόρους του ενάγοντα.
- Βεβαίως στις 20/5/2011, ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση καταχωρήθηκε ειδοποίηση εντός του φακέλου της αγωγής με την οποία ο ενόρκως δηλών ειδοποιούσε ότι παραιτήθηκε από δικηγόρος του ενάγοντα.
- Η πραγματικότητα είναι ότι ο συγκεκριμένος δικηγόρος μετά και από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ουδέποτε χειρίστηκε αυτή την αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως σύμφωνα και με τη Δ.3 θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποιαδήποτε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου δεν έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα μέχρι αυτή να καταχωρηθεί και επιδοθεί στους υπόλοιπους διαδίκους.
- Παρατηρώ ότι τουλάχιστον εντός του φακέλου της αγωγής δεν υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης προς το γραφείο επίδοσης της εναγομένης. Ούτε και είναι δυνατό να καθοριστεί, διατηρώντας υπόψη τη ταυτόχρονη καταχώρηση της ειδοποίησης και της αίτησης, κατά πόσο ο ενόρκως δηλών είχε όντως παύσει να είναι ο δικηγόρος του ενάγοντα προ της υπογραφής της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Η αναφορά στο θέμα αυτό γίνεται καθότι έχει τεθεί ως μέρος της ένστασης το γεγονός της υπογραφής της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης από δικηγόρο του ενάγοντα. Θέμα το οποίο εξετάζεται πιο κάτω ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι όντως επηρεάζει την αποδεκτότητα της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε προς υποστήριξη της αίτησης.
- Η εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εναντίον της αίτησης τροποποίησης με 40 συνολικά λόγους ένστασης. Θεωρώ ότι ο αριθμός των λόγων ένστασης θα μπορούσε με λίγη προσπάθεια να είχε περιοριστεί σημαντικά και να αποφευγόταν η επανάληψη παρόμοιων θέσεων εντός ξεχωριστών λόγων ένστασης. Ως επίσης και ουσιαστικά η προβολή επιχειρηματολογίας δια μέσω αυτών των λόγων ένστασης. Επιπλέον, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης αποτελείται εξ ολοκλήρου - με εξαίρεση των εισαγωγικών και τελικών παραγράφων - από επανάληψη λέξη προς λέξη όλων των λόγων ένστασης.
- Ξεφεύγει πραγματικά η διατύπωση της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης από το σκεπτικό του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του
- Βεβαίως το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο της ένστασης ως έχει όσο και εάν αυτό όπως διαπιστώνεται πραγματικά πλατειάζει αχρείαστα. Θα μπορούσε κάλλιστα η εναγόμενη να είχε θέσει πιο συνοπτικά τόσο τους λόγους ένστασης όσο και να αποφύγει την επανάληψη τους υπό μορφή μαρτυρίας ενώ στη συνέχεια να τους υποστηρίξει με επιχειρηματολογία. Όπως βεβαίως και έγινε στη συνέχεια με μακρά αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εντός της οποίας, πέραν από ορισμένες παρατηρήσεις σε σχέση με την αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης, ουσιαστικά επαναλαμβανόταν - προφορικά πλέον - για τρίτη φορά το περιεχόμενο των λόγων ένστασης.
- Αναφέρει σχετικά ο Νικήτας Δ. στη σελίδα 97 της Πολιτικής Έφεσης 10932, ημερομηνίας 28/1/2002, Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ. ά.
(2002)1Α Α. Α. Δ. 92 τα ακόλουθα, :- «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.»
- Αναφορικά με το θέμα το οποίο έχει τεθεί ως προς το ότι ο ενόρκως δηλών ανεπίτρεπτα ως δικηγόρος του ενάγοντα έδωσε μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης παρατηρώ τα εξής. 11.
- Αναφέρεται σε μία από τις αυθεντίες επί της οποίας στηρίζεται το Δικαστήριο για να αντλήσει καθοδήγηση αναφορικά με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την αίτηση, ότι η πρακτική αυτή είναι ανεπιθύμητη (βλ. σχετικά τη σελίδα 1041 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 7695, ημερομηνίας 21/11/1991, Thanos Hotels Ltd v. Δημήτριου Ιωάννου
(1991)1 Α. Α. Δ. 1036). 11.2. Βεβαίως η βασική αυθεντία επί του συγκεκριμένου θέματος είναι η απόφαση Re Efthymiou
(1987)1 C. L. R. 329 όπου ουσιαστικά αποφασίστηκε ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του δικηγόρου με αυτή του μάρτυρα στην ίδια διαδικασία. Το θέμα όμως έτυχε εξέτασης και σε μία πρόσφατη απόφαση στην Πολιτική Έφεση 130/2009 (Σχ. με 131/2009), ημερομηνίας 29/1/2010, Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva. Αναφέρονται σχετικά σε αυτή την απόφαση από τον Κληρίδη Δ. τα ακόλουθα (η οποιαδήποτε υπογράμμιση κειμένου εντός αυτής της απόφασης είναι δική μου),:- «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α. Α. Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στην προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. . Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.»
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στη νομολογία μας, σε σχέση με το θέμα το οποίο εγείρεται προς εξέταση με τον εικοστό-έκτο λόγο ένστασης, διαπιστώνω ότι ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί παρά και το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών δεν παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί ο ίδιος είναι ο ομνύων και όχι ο ίδιος ο ενάγων ή έστω και οποιοσδήποτε άλλος αντί ο ενάγων. Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι με βάση την εντύπωση την οποία ο ίδιος ο ενόρκως δηλών έχει ως προς την παύση του από δικηγόρος του ενάγοντα θα μπορούσε εντούτοις ως ο προηγούμενος δικηγόρος του ενάγοντα να δώσει μαρτυρία διατηρώντας υπόψη και το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή και τις αναφορές του ενόρκως δηλούντος ως προς τη καταχώρηση από τον ίδιο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και την υπογραφή της έκθεσης απαίτησης δίχως να γίνουν αντιληπτά τα κατ΄ ισχυρισμό λάθη εντός αυτής.
- Εν πάση περιπτώσει έστω και εάν ο ενόρκως δηλών δεν παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί ο ίδιος είναι ο ομνύων και όχι ο ίδιος ο ενάγων ή έστω και οποιοσδήποτε άλλος αντί ο ενάγων και ενώ δεν διαπιστώνεται να προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος γιατί η ένορκη δήλωση δεν έχει γίνει από τον ίδιο τον ενάγοντα αλλά, σύμφωνα με τον ίδιο τον ενόρκως δηλούντα, από τον μέχρι τότε δικηγόρο του, διευκρινίζω το εξής. Ότι δεν τίθεται θέμα εξέτασης της επάρκειας κάποιας εξήγησης ως προς το θέμα αυτό καθότι πολύ απλά δεν προσφέρεται καν προς εξέταση η οποιαδήποτε εξήγηση. Τα όσα δε αναφέρονται εντός της παραγράφου 1 της ένορκης δήλωσης δεν αποτελούν εξήγηση αλλά αναφορά σε εξουσιοδότηση από τον ενάγοντα και στους λόγους με βάση τους οποίους ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προτείνει ουσιαστικά ότι είναι κατάλληλο άτομο για να δώσει ενόρκως μαρτυρία.
- Ελλείψει όμως ακόμη και αυτής της εξήγησης δεν θα συμφωνήσω ότι η αίτηση δεν βασίζεται σε μαρτυρία η οποία είναι δυνατό υπό τις περιστάσεις να κριθεί ως παραδεκτή προς υποστήριξη της αίτησης. Απλά η μαρτυρία αυτή θα μπορούσε να κριθεί από το Δικαστήριο ως μαρτυρία η οποία δεν θα ήταν επιθυμητό να είχε δοθεί υπό την μορφή την οποία έχει δοθεί ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να είχε δοθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα. Δίχως όμως αυτό εν πάση περιπτώσει να οδηγούσε σε αποδοχή της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης ότι πλήττεται το δικαίωμα του ενάγοντα να στηρίξει την αίτηση του στην ένορκη δήλωση του μέχρι τότε δικηγόρου του (εάν δηλαδή θεωρηθεί ότι δεν είχε έγκυρα παραιτηθεί ο ενόρκως δηλών από δικηγόρος του ενάγοντα κατά το χρόνο υπογραφής της ένορκης δήλωσης).
- Στη συνέχεια θα εξετάσω άλλα θέματα τα οποία προκύπτουν ως αποτέλεσμα της καταχώρησης αυτής της αίτησης. Δεν πρόκειται να αναφερθώ ατομικά στο καθένα από τους 40 λόγους ένστασης αλλά ούτε και να αποπειραθώ προσπάθεια ομαδοποίησης αυτών των λόγων ένστασης σε ομάδες με κοινό αντικείμενο. Θεωρώ ότι δεν αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να επαναδιατυπώνει ενστάσεις οι οποίες δεν εμπεριέχουν εξειδικευμένους λόγους ένστασης σύμφωνα και με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Αντιθέτως θα επικεντρωθώ στην ουσία της αίτησης διατηρώντας υπόψη αυτούς τους λόγους ένστασης στο σύνολο τους, όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί, ως επίσης και τα όσα αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ως επίσης και τα όσα έχουν προταθεί υπό μορφή επιχειρηματολογίας τόσο υπέρ όσο και εναντίον της αποδοχής της αίτησης.
- Αναπόφευκτα η ουσία της αίτησης αποτελείται από εκτίμηση του Δικαστηρίου των παραγόντων οι οποίοι κρίνονται σημαντικοί σε σχέση με την έκβαση της αίτησης διατηρώντας υπόψη βεβαίως και σχετική νομολογία γενικά επί του θέματος της τροποποίησης δικογράφων. Εξετάζει κυρίως το Δικαστήριο γενικά τη γνησιότητα του αιτήματος του ενάγοντα. Έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσο το αίτημα του όντως έχει υποβληθεί ή δεν έχει υποβληθεί καλόπιστα.
- Βεβαίως δεν θα διαφωνήσω με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης ότι εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δεν υπάρχει αναφορά ότι η αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης προέκυψε μετά και από την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Κάτι το οποίο αναφέρεται εντός της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης. Έστω και με λανθασμένη ημερομηνία ως προς την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.
- Παράλληλα όμως δεν το θεωρώ ορθό ουσιαστικά το Δικαστήριο να προσποιηθεί ότι δεν ανέφερε τα όσα σχετικά ανέφερε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα στις 13/5/2011 ως προς τη πρόθεση του να εξετάσει μετά που θα εξασφάλιζε γραπτό αντίγραφο της ενδιάμεσης απόφασης κατά πόσο θα υπέβαλε αίτηση τροποποίησης ακριβώς σε σχέση με το περιεχόμενο αυτής της απόφασης. Όφειλε βεβαίως να στήριζε το αίτημα του ο ενάγων με σχετική μαρτυρία επί του θέματος και ούτε και παραγνωρίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτό όπως ένας δικηγόρος προσθέτει με την αγόρευση του μαρτυρία σε μία διαδικασία. Όμως έχοντας ιδία γνώση της διαδικασίας η οποία είχε προηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θα λάβω υπόψη μου, όπως δηλώθηκε σχετικά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα υπό μορφή ενδεχόμενης πρόθεσης, ότι η αίτηση αυτή προφανώς καταχωρήθηκε μετά και από εξέταση της αναγκαιότητας αυτή να είχε καταχωρηθεί ενόψει και της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στις 13/5/
- Εν πάση περιπτώσει εντός του πλαισίου εξέτασης της γνησιότητας του αιτήματος του ενάγοντα δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί τόσο το περιεχόμενο της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου η οποία αποτελεί ένα υπαρκτό δεδομένο αλλά και μέρος του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής όσο και η όση διαδικασία είχε προηγηθεί όχι μόνο από την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας αλλά και την ίδια την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
- Συνεπώς θα εξετάσω και το επιχείρημα το οποίο προσφέρεται τόσο προς υποστήριξη της γνησιότητας του αιτήματος του ενάγοντα όσο και της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στη καταχώρηση της αίτησης. Ότι δηλαδή η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από την ενδιάμεση απόφαση, η οποία όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση, «.έφερε στο φως το ελλειματικό, εσφαλμένο λεκτικό διατύπωσης των ισχυρισμών που αναγράφονται.» στην έκθεση απαίτησης.
- Σε σχέση με τη τροποποίηση ενός δικογράφου αναφέρονται γενικά και περιεκτικά τα ακόλουθα στη σελίδα 707 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 7994, ημερομηνίας 21/4/1992, Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1Α Α. Α. Δ.704 από τον Πική Δ. (όπως ήταν τότε),:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη και εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογική απόρροιας των διατάξεων του άρθρ. 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Βεβαίως, όπως και στη παρούσα περίπτωση, μία εξέταση της γνησιότητας του αιτήματος του ενάγοντα θα πρέπει να βασιστεί στα όσα αναφέρονται εντός της αίτησης προς υποστήριξη της ύπαρξης αυτού του στοιχείου.
- Αξίζει σε αυτό το σημείο της απόφασης να παραθέσει το Δικαστήριο πιο κάτω τη παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης πρώτα ως έχει και ακολούθως όπως αυτή θα διατυπωθεί μετά και από την αιτούμενη τροποποίηση σε περίπτωση κατά την οποία η αίτηση εγκριθεί. Η αιτούμενη τροποποίηση υποδεικνύεται με διαγραφή της επηρεαζόμενης λέξης και υπογράμμιση της προσθήκης της λέξης προς αντικατάσταση της ως επίσης και της φράσης η οποία ζητείται να προστεθεί.
- Ο ενάγων αφού επέμενε ή εναγόμενη στην αγορά των οποιονδήποτε λοιπών μεριδίων, τη παρότρυνση και επιμονή της εναγόμενης προέβη στην αγοράν των ¾ μεριδίων των αδελφών της εναγομένης Κυριάκου, Μαρούλλας και Δήμητρας, για το συνολικό ποσό των £720,000.- με πωλητήρια έγγραφα ημερ. 7 Ιουνίου 2004, στην εταιρεία NUTMEG HOLDINGS LTD την οποίαν συνέστησε τη προτρόπη, εντολή και επιμονή της εναγομένης και του συζύγου της κατέβαλε ο ενάγων το ποσόν της προκαταβολής εκ £45,000.- πλέον £12,000.- μεσιτικά δικαιώματα για εξασφάλιση της αγοράς, ετοίμασε τα αναγκαία πωλητήρια έγγραφα και προέβη, στην χαρτοσήμανση τούτων και στην συνέχεια τα κατέθεσε στο Κτηματολόγιο Πάφου.
- Ο ενάγων αφού επέμενε ή εναγόμενη στην αγορά των οποιονδήποτε λοιπών μεριδίων, τη παρότρυνση και επιμονή της εναγόμενης προέβη στην αγοράν των ¾ μεριδίων των αδελφών της εναγομένης Κυριάκου, Μαρούλλας και Δήμητρας, για το συνολικό ποσό των £720,000.- με πωλητήρια έγγραφα ημερ. 7 Ιουνίου 2004, στην εταιρεία NUTMEG HOLDINGS LTD την οποίαν συνέστησε τη προτρόπη, εντολή και επιμονή της εναγομένης και του συζύγου της κατέβαλε ο ενάγων το ποσόν της προκαταβολής εκ £45,000.- πλέον £12,000.- μεσιτικά δικηγορικά δικαιώματα για εξασφάλιση της αγοράς, ετοίμασε σε συνεργασία με τον δικηγόρο και αντιπρόσωπο των πωλητών τα αναγκαία πωλητήρια έγγραφα και προέβη, στην χαρτοσήμανση τούτων και στην συνέχεια τα κατέθεσε στο Κτηματολόγιο Πάφου.
- Στη συνέχεια παρατίθενται πιο κάτω οι λόγοι προς υποστήριξη του αιτήματος του ενάγοντα όπως αυτοί προκύπτουν τόσο από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης όσο και από την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης. Όχι βεβαίως παράθεση των επιχειρημάτων σε συνάρτηση με σχετική επί του θέματος νομολογία αλλά οι λόγοι όπως αυτοί άμεσα συνδέονται σύμφωνα με τη θέση του ενάγοντα με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση.
- Έχοντας υπόψη στο σύνολο τους τα όσα δεδομένα είτε έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου είτε αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου θεωρώ ότι η εξέταση και μόνο αυτών των λόγων θα είναι επαρκής προς πλήρη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. 24.
- Κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης αυτή διατυπώθηκε λανθασμένα. Δηλαδή, πρώτο, ο ενάγων (όπως αναφέρεται εντός της ένορκης δήλωσης είναι ο ενάγων και όχι ο ενόρκως δηλών δικηγόρος του ο οποίος συνέταξε την έκθεση απαίτησης) χρησιμοποίησε τη λέξη «μεσήτικα[1]» αντί την ορθή «δικηγορικά» και δεύτερο, ο ενάγων και πάλι παρέλειψε να διευκρινίσει ότι τα έγγραφα ετοιμάσθηκαν με την συνεργασία του ιδίου και του δικηγόρου και αντιπροσώπου των πωλητών. 24.
- Τα λάθη αυτά δεν έγιναν αντιληπτά από τον ενόρκως δηλούντα κατά την υπογραφή και καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. 24.
- Οι ισχυρισμοί της αιτούμενης τροποποίησης συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία και ειδικά αυτή του τεκμηρίου
- 24.
- Η εναγόμενη δεν θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που θα ήταν αν οι ισχυρισμοί που τώρα επιζητείται η διόρθωση τους είχαν εκτεθεί σωστά στην αρχική έκθεση απαίτησης. Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε συγκεκριμένη και ικανοποιητική εξήγηση για τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση από την τροποποίηση. 24.
- Είναι ανάγκη για τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων να εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. 24.
- Η τροποποίηση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί η εναγόμενη από τη δυνατότητα απάντησης εφόσον η ακροαματική διαδικασία δεν έχει λήξει. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι η κύρια εξέταση του Μ. Ε. 3, τον οποίον αφορούν οι νέοι ισχυρισμοί, δεν έχει συμπληρωθεί ακόμη. 24.
- Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας μετά από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. 24.
- Δεν έχει καταδειχθεί από την εναγόμενη εμφανής κακή πίστη του ενάγοντα. 24.
- Δεν έχει δειχθεί λόγος ότι η καθυστέρηση δημιουργεί οποιοδήποτε πλεονέκτημα για τον ενάγοντα ή μειονέκτημα για την εναγόμενη. 24.
- Καμία αδικία δεν θα προκληθεί στην εναγόμενη από την αιτούμενη τροποποίηση ενώ αντιθέτως εξυπηρετούνται οι σκοποί της δικαιοσύνης εφόσον με αυτό τον τρόπο θα δοθεί στον ενάγοντα η δυνατότητα να καθορίσει επακριβώς τα επίδικα ζητήματα και να παρουσιάσει πληρέστερα την υπόθεση του.
- Αναφορικά με τα όσα αναφέρονται στην υποπαράγραφο 24.1 αυτής της απόφασης πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ως προς τη βασιμότητα της προβαλλόμενης θέσης της κατ΄ ισχυρισμό λανθασμένης διατύπωσης της έκθεσης απαίτησης και συγκεκριμένα της παραγράφου
- 25.
- Η έννοια της λέξης «μεσιτικά» ως η αμοιβή ή προμήθεια που δίνεται στον μεσίτη για τη μεσολάβηση του διαφέρει τόσο πολύ από την έννοια της λέξης «δικηγορικά» που πραγματικά δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως γνήσια η θέση είτε του ενάγοντα είτε του ενόρκως δηλούντα ότι έγινε λανθασμένη χρήση της μίας λέξης αντί της άλλης. Θέτοντας το πολύ απλά η θέση αυτή, αποκλειστικά για σκοπούς εκδίκασης αυτής της αίτησης και δίχως να εξετάζεται σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο η ουσία της αγωγής, δεν κρίνεται πειστική. 25.
- Καθόλου εύλογη ή κατανοητή καν είναι η προβαλλόμενη θέση ότι είτε ο ενάγων δεν συνέταξε ορθά είτε ότι ο ενόρκως δηλών δεν αντιλήφθηκε ένα τέτοιο λάθος. Εύλογα θα ανέμενε το Δικαστήριο από ένα δικηγόρο με την πολυετή πείρα του ενάγοντα στην άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου όχι μόνο να γνώριζε τη διαφορά μεταξύ μεσιτικών δικαιωμάτων και δικηγορικής αμοιβής αλλά και τη διαφορά στη χρήση αυτών των δύο διαφορετικών λέξεων ή ακόμη και στο συνδυασμό άλλων λέξεων με αυτές τις δύο λέξεις. 25.
- Επιπλέον, παράδοξη πραγματικά θα ήταν και η προτεινόμενη διαμόρφωση της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης, εάν εγκρινόταν το αίτημα τροποποίησης, όπου πλέον θα υπήρχε αναφορά σε δικηγορικά «.δικαιώματα για εξασφάλιση της αγοράς.». Διερωτάται δηλαδή πραγματικά το Δικαστήριο τι είδους δικαιώματα και μάλιστα δικηγορικά είναι αυτό το ποσό το οποίο ο ενάγων κατ΄ ισχυρισμό κατέβαλε για εξασφάλιση της αγοράς. Δηλαδή, από πότε και βάσει ποίας κοινής λογικής καταβάλλονται δικηγορικά δικαιώματα για εξασφάλιση της οποιασδήποτε αγοράς; 25.
- Ακόμη και η σύνδεση της λέξης «δικηγορικά» με τη λέξη «δικαιώματα» δεν συνάδει με τη κοινή εμπειρία αυτής της συχνά χρησιμοποιούμενης φράσης σε δικαστικές διαδικασίες ή έστω ακόμη και με αναφορά σε αμοιβές για εξωδικαστηριακές υποθέσεις. Η λέξη η οποία συνήθως συνοδεύει ακολουθώντας τη λέξη «δικηγορικά» είναι η λέξη «έξοδα» και όχι «δικαιώματα». Η λέξη «δικαιώματα» ταιριάζει περισσότερο με ένα ποσοστό το οποίο εισπράττει κάποιος σε σχέση με κάποια εργασία ή δημιουργία του. 25.
- Ούτε και ομοιάζουν μεταξύ τους οι δύο λέξεις έτσι ώστε να δικαιολογείται η εκ παραδρομής λανθασμένη χρήση της μίας αντί της άλλης. Πόρρω απέχει η μία λέξη από την άλλη τόσο σε εμφάνιση όσο και από άποψης έννοιας ώστε να είχε χρησιμοποιηθεί η μία αντί η άλλη. 25.
- Πραγματικά όπως και να ιδωθεί η θέση τόσο του ενάγοντα όσο και του ενόρκως δηλούντος καθόλου δεν πείθει καν ως λογική. Αποφεύγει σκόπιμα το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της αξιοπιστίας ή ειλικρίνειας του ενάγοντα επί του συγκεκριμένου θέματος. Έργο το οποίο επιφυλάσσεται να εκτελέσει μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και όχι ασφαλώς σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο μίας συνεχιζόμενης διαδικασίας. Αυτό όμως το οποίο κρίνεται σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο είναι η βασιμότητα ενός ισχυρισμού προς υποστήριξη ενός σημαντικού αιτήματος σε σχέση με την πορεία εκδίκασης αυτής της αγωγής. 25.
- Επιπλέον, σε σχέση με την ίδια τη διατύπωση της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης ως έχει εάν αυτή διαβαστεί προσεχτικά, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι το εξής. 25.7.
- Αναφέρει ο ενάγων τα ποσά τα οποία κατ΄ ισχυρισμό κατέβαλε. Πρώτα το ποσό της προκαταβολής των £45.000,00 και ακολούθως το ποσό των μεσιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή το ποσό των £12.000,00 ενώ στη συνέχεια αλλάζοντας θέμα ουσιαστικά αναφέρεται στην ετοιμασία των εγγράφων. 25.7.
- Δηλαδή δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή καν ως πειστική η διασύνδεση της καταβολής ενός ποσού για την εξασφάλιση μίας αγοράς και η ετοιμασία των εγγράφων τόσο από τον ενάγοντα όσο και τον δικηγόρο και αντιπρόσωπο των πωλητών. 25.7.
- Πολύ απλά αυτό το οποίο φαίνεται ότι σαφώς εννοούσε ο ενάγων, όπως η παράγραφος 4 της έκθεσης απαίτησης είναι διατυπωμένη, είναι η καταβολή δύο ποσών και ο διαχωρισμός αυτής της πράξης καταβολής χρημάτων από την ετοιμασία των πωλητηρίων εγγράφων. 25.7.
- Παραθέτει δηλαδή κάποιες ενέργειες του ο ενάγων. Την αγορά των μεριδίων, τη καταβολή σχετικών ποσών προκαταβολής και μεσιτικών δικαιωμάτων (ή ουσιαστικά προμήθειας) και την ετοιμασία αναγκαίων εγγράφων, χαρτοσήμανσης τους και κατάθεσης τους στο Κτηματολόγιο. 25.7.
- Όλες ενέργειες του ίδιου του ενάγοντα δίχως καν να διαφαίνεται πουθενά η ανάμειξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου ως προς τη διενέργεια αυτών των πράξεων. Πραγματικά ούτε και η θέση ότι υπήρξε παράλειψη διευκρίνισης της ανάμειξης άλλου ατόμου στην ετοιμασία των εγγράφων πείθει το Δικαστήριο.
- Θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται στις υποπαραγράφους της προηγούμενης παραγράφου καλύπτουν και απορρίπτουν ουσιαστικά ως μη πειστική και τη θέση του ενόρκως δηλούντος ότι τα λάθη αυτά δεν έγιναν αντιληπτά από τον ίδιο κατά την υπογραφή και καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Εφόσον ο ίδιος, όπως ενόρκως ισχυρίζεται, γνώριζε προσωπικά και λόγω της σχέσης του με τον ενάγοντα και της εργασίας του τα γεγονότα για τα οποία ορκιζόταν, τότε πως παρέλειψε να αντιληφθεί κάτι τόσο σημαντικό ως προς τη λανθασμένη αναφορά σε μεσιτικά δικαιώματα αντί δικηγορικών εξόδων και τη πλήρη παράλειψη αναφοράς της ανάμειξης τρίτου προσώπου στην ετοιμασία των εγγράφων;
- Επιπλέον ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο υπονομεύει επιπρόσθετα τη βασιμότητα αμφότερων των πρώτων δύο λόγων προς υποστήριξη της αίτησης είναι και το δεδομένο ότι ασφαλώς δεν είναι λογικό να ιδωθεί η έκθεση απαίτησης σε απομόνωση από τα υπόλοιπα δικόγραφα. Καθότι η εναγόμενη καταχώρησε και έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης ενώ στη συνέχεια ο ενάγων καταχώρησε δια μέσω του ενόρκως δηλούντα δικηγόρου του απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Επομένως υπονομεύεται ακόμη περισσότερο η πειστικότητα της θέσης ως προς τη λανθασμένη διατύπωση. Καθώς με τη καταχώρηση και των επακόλουθων δικογράφων παρεχόταν μία επιπρόσθετη δυνατότητα αντίληψης της περιγραφόμενης ως λανθασμένης διατύπωσης. Καθόλου δεν αναφέρεται είτε ο ενάγων είτε ο ενόρκως δηλών στην ύπαρξη αυτής της επιπρόσθετης δυνατότητας.
- Ως προς τη θέση ότι οι ισχυρισμοί της αιτούμενης τροποποίησης συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία και ειδικά αυτή του τεκμηρίου 40 το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή ασφαλώς από το να καταφύγει σε εξέταση της ίδιας της μαρτυρίας και να εκτιμήσει κατά πόσο αυτή η θέση όντως ευσταθεί. Επί του προκειμένου δεν έχει βοηθηθεί από οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόδειξη από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα πέραν και από την αναφορά στο τεκμήριο
- Μετά από σχετική αναζήτηση εντός της δοθείσας μαρτυρίας προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις. 29.
- Αρχίζοντας με το τεκμήριο 40 αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι ναι μεν το τεκμήριο αυτό έγινε δεκτό μετά και από απόρριψη ένστασης αλλά αξίζει να υπενθυμίσω ότι η ένσταση είχε σχέση με θέμα το οποίο δεν αγγίζει άμεσα τη θέση προς εξέταση με αυτή την αίτηση. Η ένσταση είχε σχέση με την αναφορά του ενάγοντα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Ότι δηλαδή, όπως ο ενάγων ισχυρίστηκε, πληρώθηκε το ποσό το οποίο αναφέρεται σε αυτή την απόδειξη προς όφελος της εναγομένης. Δηλαδή, ότι το ποσό των £7.000,00 πληρώθηκε για λογαριασμό της Nutmeg Holdings Ltd. στον Μ. Ε. 3 και αφορούσε αγορά ακίνητης περιουσίας προς όφελος της εναγομένης. Ενώ η απόδειξη για τη πληρωμή του υπόλοιπου (από τις £12.000,00) ποσού των £5.000,00 δεν έγινε δεκτή ως τεκμήριο. 29.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ίδια η γραπτή δήλωση του ενάγοντα αποτελείται απλά από υιοθέτηση των ισχυρισμών οι οποίοι περιέχονται εντός των δικογράφων του. Επομένως, εφόσον επιδιώκεται τροποποίηση ενός από αυτά τότε πως συνάδει αυτή η μαρτυρία με την αιτούμενη τροποποίηση; 29.
- Παραμένοντας όμως στο θέμα των ίδιων των τεκμηρίων τα οποία κατέθεσε ο ενάγων ως μέρος της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αξίωσης του ελέγχεται ακόμη και με το περιεχόμενο αυτών η θέση ως προς το κατά πόσο η αιτούμενη τροποποίηση συνάδει με τη μαρτυρία η οποία έχει δοθεί. 29.3.
- Εντός του τεκμηρίου 19 (δηλαδή, ο κατάλογος εξόδων) αναφέρεται στον αύξοντα αριθμό 2 το ποσό των £12.000,00 στον Μ. Ε. 3 ο οποίος περιγράφεται ως δικηγόρος δίχως όμως να αναφέρεται για ποιο λόγο είχε πληρωθεί αυτό το ποσό. Ενώ στη συνέχεια στον αύξοντα αριθμό 16 αναφέρεται και πάλι το ίδιο ποσό αυτή τη φορά όμως για «προσφερθείσες υπηρεσίες για αγοράν μεριδίων κατόπιν εντολής και συμφωνίας, συναντήσεις κλπ.». Βεβαίως αυτή η διπλή αναφορά μόνο σύγχυση προκαλεί και καθόλου δεν ενισχύει τη θέση ως προς το ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνάδει με τη μαρτυρία η οποία έχει δοθεί. Ενώ επιπρόσθετη σύγχυση προκαλείται και από την αναφορά στο αύξοντα αριθμό 4 του τεκμηρίου
- Όπου αναφέρεται το ποσό των £3.100,00 για την «ετοιμασία 3 αγοραπωλητηρίων εγγράφων Δήμητρας, Κυριάκου και Μαρούλλας». 29.3.
- Όμως υπάρχει και μια άλλη αξιοσημείωτη αναφορά σε άλλο τεκμήριο, δηλαδή στο τεκμήριο 30 εντός του οποίου, αν και αυτό είναι συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα, υπάρχει η εξής αναφορά στη δεύτερη παράγραφο της επιστολής. Ότι ο ενάγων πλήρωσε το ποσό των £15.000,00 στο καθένα (δηλαδή, στο Κυριάκο, στη Μαρούλλα και στη Δήμητρα) ενώ πλήρωσε επίσης την προμήθεια του αντιπροσώπου τους για το ποσό των £12.000,
- 29.3.
- Υπάρχουν και άλλα έγγραφα τα οποία έχουν κατατεθεί και τα οποία είναι συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα. Διατηρώ δε υπόψη μου ότι σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 5 του περί των Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988 (ν. 67/88όπως αυτός τροποποιήθηκε) ανεξάρτητα από τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου το Δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σε οποιαδήποτε από αυτές. 29.3.
- Δεν θα προβώ σε οποιαδήποτε εκτενέστερη ανάλυση αυτής της μαρτυρίας η οποία επισκοπείται ουσιαστικά δίχως να αξιολογείται ή αναλύεται εις βάθος σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της δίκης, με σκοπό ασφαλώς να κριθεί η έκβαση της αίτησης και όχι αυτή της αγωγής. 29.
- Πέραν όμως και της κατάθεσης των οποιωνδήποτε τεκμηρίων από τον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης του αυτό το οποίο δεν είναι επίσης δυνατό να αγνοηθεί είναι οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από τον ίδιο σε σχέση με τους ισχυρισμούς οι οποίοι εμπεριέχονται εντός της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. 29.
- Ερωτήθηκε στις 28/9/2010 σε σχέση με τον ισχυρισμό της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης ότι εκτός από το ποσό της προκαταβολής πλήρωσε πλέον £12.000,00 μεσιτικά δικαιώματα. 29.5.
- Ερωτήθηκε τότε σε ποιο κτηματομεσίτη πλήρωσε αυτό το ποσό. Απάντησε ως εξής. Ότι δεν ήταν κτηματομεσίτης. Ήταν ο άνθρωπος ο οποίος έφερε τους πελάτες. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν ισχυρίζεται ο ενάγων ότι διεκδικούσε αυτό το ποσό διότι ετοίμασε τα πωλητήρια έγγραφα με τον δικηγόρο και αντιπρόσωπο των πωλητών. Αλλά ότι τα πλήρωσε σε κάποιο άνθρωπο διότι «έφερε» τους «πελάτες». Βεβαίως είναι άξιον απορίας γιατί υπάρχει αναφορά σε «πελάτες» αντί σε πωλητές αλλά αυτό δεν είναι θέμα το οποίο χρήζει περαιτέρω εξέτασης εντός αυτής της απόφασης. 29.5.
- Δεν παρέμεινε όμως μέχρι αυτού του σημείου μόνο η αντεξέταση του ενάγοντα. Τέθηκε και πάλι σε αυτόν αναφορά στο ποσό αυτό ως τα μεσιτικά δικαιώματα για εξασφάλιση της αγοράς και απάντησε ότι «τα πήρε» και στη συνέχεια ερωτήθηκε εάν τα πήρε χωρίς να είναι κτηματομεσίτης. Απάντησε τότε ότι δεν είναι κτηματομεσίτης ο άνθρωπος αλλά ασχολείται προσθέτοντας ότι ασχολήθηκε με αυτή την υπόθεση και ότι ο ίδιος (δηλαδή, ο ενάγων) πλήρωσε αυτό το ποσό. Πρόσθεσε επίσης ότι ενημέρωνε πάντα τους αντιδίκους του. 29.5.
- Ενέμεινε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης στην αντεξέταση του ενάγοντα επί αυτού του σημείου καλώντας τον να διευκρινίσει προς το Δικαστήριο εάν το ποσό αυτό πληρώθηκε ως κτηματομεσιτικά δικαιώματα. Απάντησε ευθέως ότι πλήρωσε αυτά τα λεφτά για να εξασφαλίσουν τη περιουσία που ήθελαν να πάρουν. 29.5.
- Ενώ στη συνέχεια όταν ερωτήθηκε αν δεν ήταν δικηγορικά και εάν ήταν μεσιτικά, κτηματομεσιτικά δικαιώματα, αν έτσι έπρεπε να γίνει αντιληπτή η θέση του, το Δικαστήριο παρενέβη στη διαδικασία καλώντας τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης να μην κάνει χρήση και των δύο λέξεων καθότι αυτό προκαλούσε σύγχυση και ερωτήθηκε τότε ο ενάγων από το Δικαστήριο αν δεν ήταν δικηγορικά, αν ήταν μεσιτικά. Απάντησε ως εξής. Ότι του ιδίου του ζήτησε αυτά τα πράγματα. Δεν του είπε ότι είναι κτηματομεσιτικά ή δικηγορικά. Του είπε «κοίταξε πρέπει να μου αφήσεις τόσα λεφτά για να προχωρήσω» και ο ίδιος του είπε «εντάξει». 29.5.
- Ερωτήθηκε τότε εάν ήταν σαν προμήθεια δηλαδή και μετά από απόρριψη ένστασης απάντησε όχι αλλά επειδή έκανε τα έγγραφα (δίχως όμως να αναφέρει ότι τα έκανε σε συνεργασία μαζί του) και ότι όπως ο ίδιος πίστευε ήταν η αμοιβή του η λογική. Ρητορικά ερώτησε ακολούθως, ο ίδιος ο ενάγων, εάν ήταν να πιάσει ο ίδιος να τα κάμει «τα αυτά» (προφανώς εννοώντας τα έγγραφα) προσθέτοντας ότι ήταν κοντά του οι πελάτες και ότι έκαμε τη συμφωνία, τα συμφωνητικά έγγραφα. 29.5.
- Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ενάγοντα κλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης να ξεκαθαρίσει ποιος ήταν ο δικηγόρος που ετοίμασε το τεκμήριο 20 το οποίο συναποτελείται από τρία πωλητήρια έγγραφα. Απάντησε ότι είναι ο συνάδελφος, λέγοντας ότι του διαφεύγει αυτή τη στιγμή και ακολούθως αναφέροντας το πρώτο όνομα, Ηλίας. Ερωτήθηκε τότε εάν έπρεπε να αντιληφθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης ότι τον πλήρωσε £12.000,00 για την αμοιβή του για την ετοιμασία των τριών πωλητηρίων εγγράφων. Απάντησε ότι ήταν μέσα στους όρους που έβαλαν. 29.
- Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ασφαλώς δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή η θέση του ενάγοντα ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνάδει με τη μαρτυρία η οποία ήδη έχει δοθεί.
- Ως προς τη θέση ότι η εναγόμενη δεν θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που θα ήταν αν οι ισχυρισμοί των οποίων επιζητείται η διόρθωση με την αιτούμενη τροποποίηση είχαν εκτεθεί σωστά στην αρχική έκθεση απαίτησης αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως βάσιμη. Ασφαλώς και η εναγόμενη θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση. Ιδιαίτερα δε μετά και από την ολοκλήρωση της προφορικής κατάθεσης του ενάγοντα και διατηρώντας υπόψη τον όλο χειρισμό της προβολής τόσο της υπεράσπισης όσο και της ανταπαίτησης της, κυρίως δια μέσω της αντεξέτασης του ενάγοντα, έχοντας σταθερά ως βάση μέχρι σήμερα τα δικόγραφα στην αρχική τους και παραμένουσα υφιστάμενη μορφή.
- Ούτε και η θέση ως προς την ύπαρξη αναγκαιότητας για τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων να εγκριθεί η αίτηση πείθει το Δικαστήριο ως βάσιμη. Ο ενάγων είχε την ευκαιρία να καθορίσει επακριβώς τα επίδικα θέματα τόσο μετά από την καταχώρηση της αγωγής του όσο και στο μεσοδιάστημα των 5 ετών περίπου μέχρι και την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αλλά και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια του ενός έτους και περίπου 3 μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Αξίζει επί αυτού του σημείου να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν έχει δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση αναφορικά με τη παράλειψη του να είχε προωθήσει νωρίτερα το οποιοδήποτε αίτημα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης και μάλιστα προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Ασφαλώς η καθυστέρηση από μόνη της δεν αποκλείει τη δυνατότητα έγκρισης αιτήματος τροποποίησης. Όμως θα πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να «.ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου» (βλ. σχετικά την απόφαση της αγωγής Ναυτοδικείου Αρ. 223/87, ημερομηνίας 22/2/1989, Φοινιώτης ν. Greenmar
(1989)1 Ε Α. Α. Δ.33 και συγκεκριμένα στη σελίδα 37). Εν πάση περιπτώσει αυτό το οποίο διαπιστώνεται με βάση τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου είναι ότι δεν προκύπτει η αναγκαιότητα όπως η αίτηση εγκριθεί για τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων.
- Ως προς την εισήγηση ότι η τροποποίηση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί η εναγόμενη τη δυνατότητα απάντησης εφόσον η ακροαματική διαδικασία δεν έχει λήξει ως επίσης ότι η κύρια εξέταση του Μ. Ε. 3 δεν έχει ολοκληρωθεί, κρίνω ότι αυτή η δυνατότητα από μόνη της δεν δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος του ενάγοντα. Αυτή θα ήταν η αναμενόμενη και δίκαιη εξέλιξη σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης και ασφαλώς δεν αποτελεί λόγο προς έγκριση του. Θα έπρεπε πρώτα ο ενάγων να έπειθε το Δικαστήριο όπως δεχτεί το αίτημα του ως δικαιολογημένο.
- Ούτε και η θέση ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 13/5/2011 πείθει το Δικαστήριο ως βάσιμη. Αξίζει απλά να υπενθυμίσω τα όσα αναφέρθηκαν από τον ίδιο τον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του στις 28/9/2010 (βλ. σχετικά τις υποπαραγράφους της υποπαράγραφου 29.5 αυτής της απόφασης). Δεν θα συμφωνήσω ότι περιέχει οτιδήποτε το νεώτερο η συγκεκριμένη απόφαση. Η αναφορά σε γνωστή νομολογία ως προς το ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία αποτελεί απλά υπενθύμιση βασικής αρχής ως προς τον τρόπο διεξαγωγής μίας ακροαματικής διαδικασίας. Ενώ η απόρριψη της εισήγησης όπως ουσιαστικά αγνοηθεί το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης υπό την έννοια χρήσης συγκεκριμένων λέξεων ασφαλώς δεν εμπεριέχει οτιδήποτε το οποίο είναι δυνατό υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ως πρωτόγνωρο ή απρόβλεπτο διατηρώντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας μέχρι και την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης. Όπως αναφέρεται σχετικά στη συγκεκριμένη απόφαση είναι «.απλές οι έννοιες οι οποίες εξάγονται από τη χρήση αυτών των λέξεων, έννοιες οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν, όπως και δεν μπορούν να αγνοηθούν οποιεσδήποτε λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνται εντός ενός δικογράφου».
- Αναφορικά με τη θέση ότι δεν έχει καταδειχθεί από την εναγόμενη κακή πίστη του ενάγοντα θεωρώ ότι αυτή δεν ευσταθεί καθότι η διαπίστωση του Δικαστηρίου, έχοντας ως βάση τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση, ως προς την έλλειψη γνησιότητας του αιτήματος του ενάγοντα αναδεικνύει από μόνη της την έλλειψη καλής πίστης του ενάγοντα ως προς την υποβολή του αιτήματος του.
- Η δε θέση ότι δεν έχει δειχθεί λόγος ότι η καθυστέρηση δημιουργεί οποιοδήποτε πλεονέκτημα για τον ενάγοντα ή μειονέκτημα για την εναγόμενη αγνοεί ουσιαστικά το εξής. Ότι το θέμα της καθυστέρησης δεν έχει σχέση απλά με την ανάδειξη δημιουργίας είτε πλεονεκτημάτων είτε μειονεκτημάτων για τους διάδικους. Το θέμα της καθυστέρησης αποτελεί σημαντικό παράγοντα σε περιπτώσεις υποβολής ενός αιτήματος τροποποίησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποτύχει πραγματικά ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις η μακρά καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του είναι δυνατό με οποιοδήποτε τρόπο να κριθεί ως δικαιολογημένη. Όπως αναφέρει σχετικά ο Πικής Δ. (όπως ήταν τότε) επίσης στη σελίδα 37 της απόφασης Φοινιώτης ν. Greenmar (βλ. πιο πάνω) το «.αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση.» ενώ όσο «.μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση». Αυτός είναι ο αναγνωρισμένος ρόλος του παράγοντα της καθυστέρησης σύμφωνα με τη νομολογία μας και όχι αποκλειστικά ή κυρίως η αποκόμιση ή μη πλεονεκτημάτων ή η επιβάρυνση των διαδίκων με μειονεκτήματα.
- Τέλος, ούτε και θα συμφωνήσω με τη θέση ότι καμία αδικία δεν θα προκληθεί στην εναγόμενη από την αιτούμενη τροποποίηση ενώ αντιθέτως θα εξυπηρετηθούν οι σκοποί της δικαιοσύνης παρέχοντας στον ενάγοντα τη δυνατότητα να καθορίσει επακριβώς τα επίδικα ζητήματα και να παρουσιάσει πληρέστερα την υπόθεση του. Σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της δίκης και μετά από τόση καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του ενάγοντα ο επαναπροσδιορισμός μέρους των επίδικων θεμάτων και μάλιστα μετά από την ολοκλήρωση της προφορικής κατάθεσης του ενάγοντα ασφαλώς θα προκαλέσει αδικία στην εναγόμενη. Η οποία μέχρι σήμερα έχει προβάλει τις δικές της θέσεις σύμφωνα και με τα όσα αρχικά ισχυρίστηκε ο ενάγων εντός της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης του. Ενώ εάν όντως το αίτημα του ενάγοντα ήταν πραγματικά να του δοθεί η ευκαιρία να καθορίσει επακριβώς τα επίδικα θέματα και να παρουσιάσει πληρέστερα την υπόθεση του τότε είχε άφθονο χρόνο στη διάθεση του από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής αλλά και μετά από την έναρξη της δίκης τόσο να αντιληφθεί επαρκώς τη πιθανή αλλά και τη δεδομένη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας η οποία καθοριζόταν από τα δικόγραφα στο σύνολο τους και να πράξει αναλόγως έγκαιρα.
- Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ως προς την αίτηση τροποποίησης του ενάγοντα δεν θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος του και διατηρώντας υπόψη την αιτιολόγηση της απόρριψης των λόγων τους οποίους ο ίδιος έχει προτείνει προς υποστήριξη του αιτήματος του η αίτηση απορρίπτεται.
- Λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση εναγόμενης εις βάρος του ενάγοντα αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αξίζει απλά να σημειωθεί ότι η λέξη «μεσιτικά» όπως ορθά αναγράφεται στην έκθεση απαίτησης με την αίτηση τροποποίηση έχει αναγραφεί «μεσητικά». Θεωρώ ότι η ανορθόγραφη αυτή αναγραφή της συγκεκριμένης λέξης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία και ούτε και έχει τεθεί ως λόγος ένστασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο