← Κύπρος

Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Φωτάκης Φωτίου, Αρ. Αγωγής: 1207/2007, 7.6.2011

Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Φωτάκης Φωτίου, Αρ. Αγωγής: 1207/2007, 7.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1207/2007 Μεταξύ: Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγόντων Και Φωτάκης Φωτίου Εναγόμενου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.6.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κα Μίτλεττον για κ. Α. Κ. Χατζηιωάννου και κ. Χ. Καλογήρου (σήμερα και ο κ. Λ. Νεοφύτου για να ακούσει απόφαση). Για τον εναγόμενο: κα Μενοίκου για κ. Χ. Φωτίου Α Π Ο Φ Α Σ H Η ενάγουσα, είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου που παρέχει Τηλεπικοινωνιακές Υπηρεσίες στο κοινό, ενώ ο εναγόμενος καθ΄όλο τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν συνδρομητής της. Κατά ή περί το έτος 2002, κατόπιν αίτησης και δυνάμει συμφωνίας που έγινε επίσης κατά ή περί το έτος 2002, ο εναγόμενος έγινε πελάτης της ενάγουσας αφού η ενάγουσα ανέλαβε να του παρέχει Τηλεπικοινωνιακές Υπηρεσίες σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και τους Περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιακών Νόμους και Κανονισμούς. Η ενάγουσα παραχώρησε και/ή μεταβίβασε τις αιτηθείσες Τηλεπικοινωνιακές Υπηρεσίες στον εναγόμενο και παρείχε σε αυτόν τις συνδέσεις με αριθμούς 99340547 και

  1. Όλα τα πιο πάνω είναι παραδεχτά αφού ο εναγόμενος με την παρ. 2 της έκθεσης υπεράσπισης του παραδέχεται το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης της ενάγουσας. Ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι ο εναγόμενος ενώ χρησιμοποίησε τις παραχωρηθείσες Τηλεπικοινωνιακές Υπηρεσίες, παρέλειψε να καταβάλει το ποσό των €4821.67 (Λ.Κ.2822.-) περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α, που αντιστοιχεί στις χρεώσεις για συνδρομητικά τέλη, κλήσεις και άλλα έξοδα από τον Αύγουστο του 2003 έως και τον Νοέμβριο του
  2. Ο εναγόμενος, ενώ προβαίνει στις πιο πάνω παραδοχές, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η ενάγουσα του παρείχε τις πιο πάνω υπηρεσίες και δηλώνει ότι ουδέποτε έκανε χρήση των υπηρεσιών αυτών και διερωτάται πως είναι δυνατό η ενάγουσα να μην έχει τερματίσει τις παραχωρηθείσες προς αυτόν υπηρεσίες αμέσως μετά που ο λογαριασμός του μηνός Αυγούστου του 2003 κατέστη ληξιπρόθεσμος και πληρωτέος όπως επίσης και για τους υπόλοιπους μήνες αφού ισχυρίζεται ότι αυτοί δεν είχαν εξοφληθεί. Η Μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά 3 μάρτυρες. Εκ μέρους της ενάγουσας ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου (Μ.Ε1) και ο Γεώργιος Ιωαννίδης ενώ από την πλευρά του εναγόμενου, μαρτυρία έδωσε μόνο ο εναγόμενος (Μ.Υ.1). Η παρούσα υπόθεση, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207). Το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1. Τα όσα οι μάρτυρες της ενάγουσας και ο εναγόμενος, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφαση. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε λέχθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων στις αγορεύσεις τους. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Έχοντας με ιδιαίτερη προσοχή μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι μάρτυρες της ενάγουσας έχουν καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου σε αντίθεση με τον εναγόμενο. Η μαρτυρία των Μ.Ε. φέρει εκείνα τα στοιχειά της συνοχής, σταθερότητας και αυθορμητισμού που χαρακτηρίζει κάθε αξιόπιστη μαρτυρία. Τόσο ο Μ.Ε. 1 όσο και ο Μ.Ε.2 απαντούσαν με ευθύτητα, απλότητα, ήταν θετικοί και επεξηγηματικοί στις απαντήσεις τους, η μαρτυρία τους διέπετο από αυθορμητισμό και σαφήνεια ενώ δεν έχω αντιληφθεί να περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση ή τάση υπερβολής ή υπεκφυγής κατά τις απαντήσεις που έδιδαν τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση τους. Θεωρώ ότι στο δικαστήριο είπαν την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και όπως αυτοί τα γνώριζαν από την θέση που κατείχε ο καθένας τους στην ενάγουσα, τόσο σε σχέση με τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο όσο και κατά τον χρόνο που έδιναν μαρτυρία. Ο Μ.Ε.1 ήταν σε θέση να εξηγήσει και εξήγησε το ιστορικό της υπόθεσης του εναγόμενου, όπως αυτό προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου που είχε στην κατοχή του, ο οποίος του ανατέθηκε για σκοπούς είσπραξης των οφειλών του εναγόμενου. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην πορεία εγκατάστασης και χρήσης των δύο κυκλωμάτων κινητής και σταθερής τηλεφωνίας μέχρι και τον οριστικό τερματισμό τους που έγινε στις 24.11.2004 αφού στάληκαν στον εναγόμενο προηγουμένως προειδοποιητικές επιστολές. Επίσης ο μάρτυρας αυτός, αναφέρθηκε και σε ενδιάμεσο τερματισμό των πιο πάνω υπηρεσιών του εναγόμενου, σε προηγούμενο στάδιο λόγω καθυστερημένων οφειλών του. Εξήγησε, με πιο τρόπο ο εναγόμενος ενημερωνόταν για τις χρεώσεις κάθε μήνα, αναφέροντας ότι του αποστέλλονταν λογαριασμοί καθώς και αναλυτικός λογαριασμός εξερχόμενων και εισερχόμενων κλήσεων για το κινητό του τηλέφωνο. Κατάθεσε, μεταξύ άλλων, ως τεκμήριο (Τεκμήριο 3) συγκεντρωτική κατάσταση των χρεώσεων του εναγόμενου και εξήγησε τον λόγο που δεν έχουν τηρηθεί στα αρχεία της ενάγουσας αναλυτικές καταστάσεις χρεώσεων των κλήσεων (εξερχόμενων, εισερχόμενων) και των γραπτών μηνυμάτων του εναγόμενου, αλλά και τον τρόπο και διαδικασία αμφισβήτησης των χρεώσεων μετά την αποστολή των λογαριασμών. Ο Μ.Ε.2, με την μαρτυρία που, πρόσθεσε και συμπλήρωσε οποιαδήποτε κενά ή απορίες είχαν δημιουργηθεί μετά την μαρτυρία του Μ.Ε1, προς πλήρη κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της ενάγουσας, σε σχέση με τους προβληματικούς λογαριασμούς, την τήρηση αναλυτικών καταστάσεων, τον τρόπο χρέωσης των συνδρομητών, έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με τις χρεώσεις που καταγράφονται στο Τεκμήριο 3, παρουσίασε έντυπα (Τεκμήριο 8), στα οποία αναφέρονται οι χρεώσεις για κλήσεις από και στο εξωτερικό, οι τοπικές κλήσεις, μηνύματα SMS κ.α και εξήγησε τους λόγους μη αναγραφής στο τεκμήριο 3 των χρεώσεων σε σχέση με την σταθερή τηλεφωνία του εναγόμενου για τους μήνες Μάρτιο 2004 μέχρι και τον Οκτώβριο 2004,οι οποίοι σχετίζονταν με την αποσύνδεση της πιο πάνω τηλεφωνίας και παρουσίασε ως Τεκμήριο σχετική πιστωτική σημείωση (Τεκμήριο 6) Το γεγονός ότι δεν έχουν διατηρηθεί, όπως οι μάρτυρες της ενάγουσας έχουν αναφέρει αναλυτικές καταστάσεις αναφορικά με τις κλήσεις και τα μηνύματα του εναγόμενου αλλά και την διάρκεια αυτών, με αποτέλεσμα να υπάρχει αδυναμία παρουσίασης τους, δικαιολογείται, αφού συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια (Άρθρο 100
(1)του Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμος Ν. 112
(1)/2004), επιβάλλει, αυτή την υποχρέωση στην ενάγουσα μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος των 21 ημερών που παρέχεται προς αμφισβήτηση των χρεώσεων, ενώ ρητή υποχρέωση διατήρησης τους, για συγκεκριμένο όμως και πάλι χρονικό διάστημα, ρυθμίζεται και επιβάλλεται και πάλι νομοθετικά δυνάμει του Περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με σκοπό την Διεύρυνση Σοβαρών Ποινικών αδικημάτων Νόμου του 2007 Ν. 183
(1)/2007. Ο εναγόμενος μου δημιούργησε αρνητικές εντυπώσεις και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η εκδοχή του δεν περιέχει την αλήθεια. Η εντύπωση που μου δημιούργησε ήταν κακή. Η προσπάθεια του να ξεφύγει από ενδεχόμενη καταδίκη για καταβολή οποιοδήποτε ποσού υπήρξε εμφανής. Προσπαθούσε να καλυφθεί πίσω από την εξήγηση που ο ίδιος έδιδε, ότι είναι αδύνατο να χρωστά στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό αφού αυτοί αν δεν πληρώνονταν και υπήρχαν απλήρωτοι λογαριασμοί να εκκρεμούν, θα έπρεπε να διακόψει η ενάγουσα τις συνδέσεις που του παρείχε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την μη πληρωμή τους και όχι για περίοδο 15 μηνών. Αυτό, καθώς και άλλα που ανάφερε, έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του για εξόφληση που πρόβαλε, όχι στην υπεράσπιση του αλλά στην ένορκη κατάθεση του. Χαρακτηριστικά ο εναγόμενος, στη μαρτυρία του ανάφερε «ότι θέλουν ας αποδείξουν, εγώ εξόφλησα» Το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατά την μαρτυρία που πρόβαλε νέους μη δικογραφημένους ισχυρισμούς, αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης αναφοράς και ενασχόλησης στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων. Ο ισχυρισμός περί εξόφλησης δεν λαμβάνεται υπόψη αφού τέτοια δικογραφημένη θέση δεν υπάρχει (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 ΑΑΔ 836, Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) Πολιτική Έφεση 7367 ημερ. 14/1/1990, Καθητζιώτης ν. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 252 κ.α), την οποία όμως αν ο εναγόμενος είχε προβάλει με την έκθεση υπεράσπισης του θα ήταν διαφορετικός και ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας σε ότι αφορά το βάρος απόδειξης (βλ. Θεοδόση Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652, Προκοπίου ν. Παναγή
(1981)1 ΑΑΔ 657), λαμβάνεται όμως υπόψη κατά το στάδιο της αξιολόγησης, ως στοιχείο της ποιότητας της μαρτυρίας του εναγόμενου, της σταθερότητας των θέσεων του και συνεπακόλουθα της ίδιας της αξιοπιστίας του. Λογαριασμοί, αναλυτικές καταστάσεις, προειδοποιητικές επιστολές σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.1, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, και η οποία επιβεβαιώνεται από την ενώπιον μου γραπτή μαρτυρία (Τεκμήρια 2, 5, 6) αποστέλλονταν από τους ενάγοντες στην Διεύθυνση του εναγόμενου στην οδό Αγίου Ανδρέα 11, 8628, Κελοκέδαρα. Ο ίδιος ο εναγόμενος στην μαρτυρία που ανάφερε ότι κατά την περίοδο 2003 και 2004 του αποστέλλονται λογαριασμοί, τους οποίους επέμενε ότι πλήρωνε και για αυτό δεν χρωστά. Αρνήθηκε όμως ότι λάμβανε αναλυτικούς λογαριασμούς στην πιο πάνω διεύθυνση σε σχέση με την σύνδεση που αφορούσε την κινητή τηλεφωνία. Ο λόγος της πιο πάνω άρνησης του, είναι εμφανής, για να στηρίζει ο εναγόμενος την θέση του ότι δεν οφείλει το αξιούμενο ποσό και πως δεν γνώριζε πως αυτό προέκυψε. Ο εναγόμενος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι πρώτη φορά άκουσε, στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, στο Δικαστήριο, για αναλυτικούς λογαριασμούς, ενώ στο τεκμήριο 2, που είναι η σύμβαση με αρ. 598032 την οποία έχει υπογράψει, στις λεπτομέρειες υπηρεσίας γίνεται αναφορά στον αριθμό 99340547 καθώς και σε αναλυτικούς λογαριασμούς. Ο εναγόμενος, με την μαρτυρία του, ισχυρίζεται ουσιαστικά, ότι ενώ πλήρωνε όλους τους λογαριασμούς που του αποστέλλονταν από την ενάγουσα κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, η ενάγουσα ισχυρίζεται σήμερα και ότι της οφείλει το αξιούμενο ποσό. Ο ισχυρισμός για εξόφληση εν πάσει περιπτώσει δεν γίνεται αποδεκτός όπως πιο πάνω αναφέρω, και ο οποίος έγινε, κατά την άποψη μου, σε μια προσπάθεια του εναγόμενου «να θολώσει να νερά». Το γεγονός επίσης ότι ενώ στον εναγόμενο αποστέλλονταν λογαριασμοί, καταστάσεις, ειδοποιήσεις και δεν αντιδρούσε με οποιοδήποτε τρόπο, το βρίσκω περίεργο, αφού στην περίπτωση εξόφλησης, όπως ισχυρίζεται, αλλά και στην περίπτωση που χρεωνόταν για υπηρεσίες που δεν έχει λάβει ή χρησιμοποιήσει, θα ανάμενε κανείς, ως φυσιολογική συμπεριφορά, την αντίδραση, την αγανάκτηση και την διαμαρτυρία. Ούτε και όταν έγινε αποσύνδεση των υπηρεσιών, ενώ πλήρωνε τους λογαριασμούς του όπως ισχυρίστηκε, διαμαρτυρήθηκε με έντονο τρόπο ως θα ήταν λογικό, αφού επρόκειτο, όπως ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό του για ένα συνεπή πελάτη. Η συμπεριφορά του εναγόμενου, δεικνύει πολύ περισσότερο μια αδιαφορία ως προς τις οφειλές του και μια εκμετάλλευση του γεγονότος ότι δεν έγινε αποσύνδεση των υπηρεσιών που του παρείχε η ενάγουσα, προβάλλοντας το ακόμα και ως επιχείρημα στην έκθεση υπεράσπισης του αλλά και την ένορκη μαρτυρία του. Ο εναγόμενος, όπως παραδέχεται, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο είχε σύνδεση με την CYTA με τους αριθμούς τηλεφώνου 99340547 και 26442040 και όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία χρησιμοποιούσε τις πιο πάνω υπηρεσίες. Το άρθρο 20
(4)των περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών (Τηλεφωνικοί) (Τροποιητικοί) Κανονισμοί του 2000, στο οποίο παρέπεμψε και η συνήγορος της ενάγουσας, αναφέρει τα εξής: «Εάν ο συνδρομητής έχει αντιρρήσεις ως προς την ακρίβειαν των χρεωθέντων εις τον λογαριασμόν του τελών εκ πάσης φύσεως τηλεπικοινωνιακών ανταποκρίσεων, δύναται ούτος, κατόπιν αιτήσεως του αποσταλλμένης εις την Αρχήν εντός 21 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέος ο λογαριασμός του, να ζητήσει διασαφηνίσεις ως προς την ορθότητα των χρεωθέντων τελών. Εις την περίπτωση ταύτην η Αρχή εξετάζει επισταμένως τον λογαριασμό του συνδρομητού και, εάν με διαπιστωσθή ότι η χρέωσις είναι ορθή ο του επόμενου μηνός λογαριασμός χρεούται με πρόσθετον τέλος, οριζόμενο εν τω τιμολόγιω, δια την απασχόλησιν της αρμόδιας υπηρεσίας της Αρχής προς παροχήν εις τον συνδρομητή αναλυτικών στοιχείων. Εάν δε ήθελε διαπιστωθή εσφαλμένη χρεώσις του συνδρομητού, τότε ούτος πιστούται με τα εκ της εσφαλμένης χρεώσεως τέλη και με ουδέν πρόσθετον τέλος επιβαρύνεται δει την εξέτασιν του λογαρισμού του.» Αφού στον εναγόμενο αποστέλλονταν λογαριασμοί, και συνεπώς ο εναγόμενος ελάμβανε γνώση των χρεώσεων που η ενάγουσα ζητά σήμερα με την αγωγή της, είχε κάθε δικαίωμα να κάνει χρήση της πιο πάνω διαδικασίας πράγμα που δεν το έπραξε. Ο ισχυρισμός ότι εξόφλησε τους λογαριασμούς που του αποστέλλονταν, δεν μπορεί να γίνε δεκτός για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει. Η ενάγουσα έχει παρουσιάσει ικανή μαρτυρία αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου από τον εναγόμενου ποσού (βλ. Τεκμήρια 3 και 8), ποσό το οποίο προκύπτει από την χρήση των δύο πιο πάνω συνδέσεων που του παρείχε. Κατά την άποψη δεν προκύπτει ανάγκη και υποχρέωση απόδειξης της κάθε κλήσης ή μηνύματος που έγινε από τους δύο πιο πάνω αριθμούς και το ποσό της χρέωσης τις κάθε κλήσης και μηνύματος, όπως ο συνήγορος του εναγόμενου ανάφερε στην αγόρευση του. Είναι αρκετό ότι το ποσό των χρεώσεων προέκυψε από την χρήση των αριθμών για τον σκοπό τον οποίο παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο και ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε τις χρεώσεις αυτές ποτέ προηγουμένως με την προβλεπόμενη και ενδεδειγμένη διαδικασία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει πετύχει την αξίωση της εναντίον του εναγόμενου και συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €4821.67 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνει το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.