Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Χρήστος Κυριάκου Δημητρίου, Αρ. Αγωγής: 2053/09, 08.06.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. I. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2053/09 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd Εναγόντων Και Χρήστος Κυριάκου Δημητρίου, από την Πάφο Εναγόμενος ------------------------- Ημερομηνία: 08.06.2011 Αίτηση ημερομηνίας 22.10.2010 για διαγραφή Ανταπαίτησης Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Κωνσταντίνου για κους Α. Μαρκίδη, Β. Βελάρη και Αντώνης Πασχαλίδης & Σία (κα Μ. Παπαδημήτρη κατά την απόφαση) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Σία (κος Στ. Πολεμίτης κατά την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Το αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί η αίτηση ημερομηνίας 22.10.2010 (στο εξής η επίδικη αίτηση) την οποία καταχώρησαν οι Ενάγοντες-Αιτητές ζητώντας την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: 1. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσοντος την διαγραφή (strike out) των κάτωθι παραγράφων της φερόμενης ως "Ανταπαίτησης" ως αχρείαστων και/ή σκανδαλωδών (unnecessary or scandalous) και/ή ως μη αποτελούντων "Ανταπαίτηση" (disclosing no cause of action) και/ή δυνάμενων να προκαλέσουν αμηχανία και/ή παρακωλύσουν και/ή κωλυσιεργήσουν την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας: (α) Παράγραφος 11, της φερόμενης ως "Ανταπαίτησης" συμπεριλαμβανομένων όλων των υποπαραγράφων αυτής υπό στοιχεία (Α-Β) (β) Παράγραφος 12 της φερόμενης ως "Ανταπαίτησης" συμπεριλαμβανομένων των υποπαραγράφων (Α-Ε). 2. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσοντος την διαγραφή (strike out) ως άστοχης ή ενοχλητικής (frivolous or vexatious) της Ανταπαίτησης του Εναγομένου. Επίσης στην επίδικη αίτηση γίνεται αναφορά πως τα γεγονότα που αυτή στηρίζεται προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης και προφανώς αυτός είναι ο λόγος που η επίδικη αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Νομική βάση της επίδικης αίτησης είναι η Δ.19 Κ.26, Δ.27 Κ.3, Δ.48 Κ.1, 2, 3 και 9(
- j)και (ο), η Δ.64 καθώς επίσης οι εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Στην πιο πάνω αναφερόμενη επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 27.01.2011 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους: Α. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται στις αναφερόμενες στην Αίτηση τους ημερομηνίας 22.10.2010 θεραπείες. Β. Με βάση την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου δικογράφου του Καθ΄ ου η Αίτηση, ήτοι της Ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, δεν στοιχειοθετείται πως το εν λόγω δικόγραφο στερείται πραγματικού ή νομικού ερείσματος, ούτως ώστε να καθίσταται το αίτημα για διαγραφή της Ανταπαίτησης δικαιολογημένο. Γ. Ουδένα στοιχείο παρουσιάζεται από τους Αιτητές στην Αίτηση τους ημερομηνίας 22.10.2010, το οποίο να καταδεικνύει πως, το συγκεκριμένο δικόγραφο του Καθ΄ ου η Αίτηση, ήτοι η Ανταπαίτηση, είναι αχρείαστη και/ή σκανδαλώδες και/ή δεν αποτελεί Ανταπαίτηση και/ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία και/ή να παρακωλύσει και/ή να κωλυσιεργήσει την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας ("unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε διαγραφή της. Δ. Κανένα στοιχείο δεν παρουσιάζεται από τους Αιτητές στην Αίτηση τους ημερομηνίας 22.10.2010, το οποίο να καταδεικνύει ότι, η Ανταπαίτηση του Καθ΄ ου η Αίτηση είναι άστοχη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious), που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε διαγραφή της (strike out). Ε. Η παρούσα Αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 22.10.2010 δεν συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση, όπως ορίζουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σφάλμα το οποίο δεν αποτελεί απλή παρατυπία που μπορεί να διορθωθεί κατ΄ επίκληση συγκεκριμένου δικονομικού μέτρου αλλά μοιραία οδηγεί σε ακυρότητα ολόκληρης της Αίτησης των Αιτητών. Ζ. Σε περίπτωση που επιτραπεί από το Σεβαστό Δικαστήριο η εξαιτούμενη υπό των Αιτητών διαγραφή της Ανταπαίτησης του Καθ΄ ου η Αίτηση, ο τελευταίος θα αποστερηθεί το συνταγματικό του δικαίωμα για παρουσίαση και προώθηση της Ανταπαίτησης του. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του Καθ΄ ου η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του στην οποία αφ΄ ενός αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία προκύπτουν από το φάκελο και το ιστορικό της υπόθεσης, αφ΄ ετέρου αφορούν σε επανάληψη δικογραφημένων ισχυρισμών του με έκφραση γνώμης ως προς την ουσία της εκδοχής του, και ως εκ τούτου, αφού δεν αφορούν σε γεγονότα όπως επιβάλλεται να γίνεται κατά τη σύνταξη των ενόρκων δηλώσεων (βλέπε Δ.39 Κ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) το Δικαστήριο δεν θα αναφερθεί σ΄ αυτό το στάδιο στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η Αίτηση πλην όμως θα επανέλθει όπου κριθεί αυτό αναγκαίο. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Κατά την αγόρευση των Αιτητών έγινε αναφορά στις πρόνοιες της Δ.19 Κ.26 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και στην ερμηνεία αυτής όπως εφαρμόστηκε από την αγγλική νομολογία, παρατηρώντας ότι δεν εντόπισε κυπριακή νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος. Βασική εισήγηση των Αιτητών είναι ότι ενώ υπάρχει Ανταπαίτηση αυτή δεν υποστηρίζεται από γεγονότα και ισχυρισμούς, ως επίσης δεν υιοθετούνται τα γεγονότα-ισχυρισμοί της Υπεράσπισης, συνεπώς τέτοια Ανταπαίτηση δεν δύναται να προχωρήσει και θα πρέπει να διαγραφεί. Μέσα από την αγόρευση της η πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση κάνει αναφορά στις αρχές που διέγραψε η νομολογία επί του επίδικου ζητήματος. Παρατηρήθηκε κατ΄ αρχήν πως η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο. Περαιτέρω εκφράστηκε η θέση ότι τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές για τη διαγραφή της Ανταπαίτησης δεν εξειδικεύονται και ούτε αποδείχθηκε πως θα επηρεαστεί η δίκαιη δίκη, συνεπώς δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβεί σε ασφαλές συμπέρασμα περί των όσων επικαλούνται οι Αιτητές. Τέθηκε ακόμη θέμα παρατυπίας στην Αίτηση για το λόγο ότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση όπως προβλέπουν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τελική εισήγηση του Καθ΄ ου η αίτηση είναι πως δεν δικαιολογείται η διαγραφή της Ανταπαίτησης του καθ΄ ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τέθηκαν νομολογιακά. Νομική πτυχή: Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως νομική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.19 Κ.26 και η Δ.27 Κ.3. Από απλή ανάγνωση των δύο πιο πάνω διατάξεων προκύπτει πως η Δ.27 Κ.3 δεν ρυθμίζει τη διαγραφή ισχυρισμού σε δικόγραφο αλλά, διαγραφή ολόκληρου δικογράφου αγωγής λόγω μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος. Με την επίδικη αίτηση ζητείται τόσο η διαγραφή ισχυρισμών από την Ανταπαίτηση όσο και ολόκληρη η Ανταπαίτηση. Συνακόλουθα η ενασχόληση και με τις δύο προαναφερόμενες διαταγές προβάλλει αναγκαία. Παρατίθεται στη συνέχεια η Δ.19 Κ.26 η οποία προβλέπει περί διαγραφής ή τροποποίησης οποιουδήποτε ζητήματος ή θέματος σε δικόγραφο: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action". Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε ζήτημα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να προκαλέσει βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη της αγωγής". Η πιο πάνω διάταξη της Δ.19 Κ.26 έχει την καταγωγή της στους αγγλικούς θεσμούς ήτοι στο O.19 r.27 συνεπώς τα όσα σχετικά αναφέρονται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο ως προς την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Προκύπτει δε μέσα από το πιο πάνω σύγγραμμα, πως, αναφορικά με μη αναγκαίο ή περιττό ισχυρισμό, εάν ένα θέμα διατυπώνεται αχρείαστα και είναι πλήρως μη ουσιώδες, με τέτοιο τρόπο που ο αντίδικος θα πρέπει να απαντήσει σ΄ αυτό και επομένως προκύπτουν θέματα άσχετα με τα επίδικα, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη δημιουργία εξόδων ή ταλαιπωρία ή καθυστέρηση στη δίκη, τότε το άσχετο θέμα θα πρέπει να διαγραφεί. Επίσης αναφορικά με σκανδαλώδες θέμα, αναφέρεται πως ισχυρισμοί περί ανεντιμότητας και εξύβρισης δεν κρίνονται ως σκανδαλώδη κατ΄ ανάγκη και εάν αυτοί σχετίζονται με τα επίδικα θέματα δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις. Περαιτέρω όσον αφορά στο ότι οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, προκύπτει πως τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι διατεθειμένα να δίδουν φιλελεύθερη ερμηνεία σ΄ αυτές τις λέξεις. Ωστόσο εάν ένας διάδικος δεν κάνει ξεκάθαρο στο δικόγραφο του ποιους ισχυρισμούς αποδέχεται και ποιους αρνείται τότε το δικόγραφο του θα κριθεί ότι προκαλεί αμηχανία. Επιπρόσθετα των πιο πάνω θα πρέπει να αναφερθεί πως το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς την εφαρμογή της Δ.19 Κ.26 θα πρέπει αφ΄ ενός μεν να λαμβάνει υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη παρουσίαση της υπόθεσης του και πρόσβαση στο δικαϊκό σύστημα, και αφ΄ ετέρου το σεβασμό στους κανόνες της διαδικασίας οι οποίοι θα πρέπει να τηρούνται ούτως ώστε να εξυπηρετείται ορθά η έννοια της απόδοσης δικαιοσύνης κατόπιν βέβαια διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Οι τελευταίοι αυτοί κανόνες θέτουν τα όρια στη διατύπωση των δικογράφων. H Δ.27 Κ.3 έχει επίσης τεθεί σαν βάση στην υπό εκδίκαση αίτηση, κρίνεται ορθό να παρατεθεί αυτούσιο το λεκτικό της σχετικής διάταξης: «Order 27 K.3 "The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleading to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to entered accordingly as may be just». Είναι σαφές ότι με βάση την πιο πάνω διαταγή τα Δικαστήρια έχουν εξουσία υπό κάποιες προϋποθέσεις βέβαια, να αναστείλουν ή να απορρίψουν αγωγή ή να εκδώσουν οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρούν δίκαιη. Βασικές δε προϋποθέσεις είναι να συντρέχουν λόγοι περί μη αποκάλυψης μέσα από το δικόγραφο εύλογης αιτίας αγωγής ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο και ενοχλητικό (frivolous and vexatious). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διαταγή αυτή αντλεί την καταγωγή της μέσα από τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς Δ.25 Θ.4. Κρίνεται επίσης ορθό να παρατεθεί αυτούσιο απόσπασμα της απόφασης στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd v. In Re the Companies Law Cap 113, Πολιτική Έφεση 7883, ημερομηνίας 28.02.1991,από τη σελίδα 255 προκειμένου για την εφαρμογή της γενικής αρχής με την οποία θα πρέπει να κρίνει το Δικαστήριο μια παρόμοια και σχετική αίτηση για διαγραφή δικογράφου: «Η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος του διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει τέτοιο δικαίωμα μέσα από το άρθρο 30 παράγραφος 1». Ειδικότερα, όσον αφορά την έννοια του αγώγιμου δικαιώματος αυτή μπορεί να αναζητηθεί μέσα από σωρεία αυθεντιών όπως είναι το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση και Bullen & Leake. Επιπρόσθετα γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice, 1958, σελ. 575, όπου αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται σύντομα όχι βέβαια πριν την καταχώρηση έκθεσης απαίτησης. Στο εν λόγω σύγγραμμα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση A.G. Duchy of Lancaster v. L & M. W. Ry,
(1982)3 Ch. 274. Επιπλέον στο σύγγραμμα του Stuart Sime A Practical Approach to Civil Procedure
(1994)3η έκδοση, σελ. 364, αναφέρονται τα εξής: «Applications to strike out should normally be made promptly and within the time for delivering the next pleading. This is because a successful application will obviate or alter the need for further pleadings, and unless the application is made early, unnecessary costs will inevitably be incurred. (In Halliday v. Shoesmith
(1993)1 W.L.R. 1 CA).." Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, καθ΄ ότι τα δικόγραφα αποτελούν το κύριο δικονομικό μέσο που χρησιμοποιείται από τους διαδίκους για την έγγραφη προβολή των αντίστοιχων θέσεων τους. Εξάλλου τα δικόγραφα αποτελούν το υπόβαθρο της δίκης που έπεται. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως η διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλ. Carl - Zeis - Stiftung v. Rayner & Another
(1969)3 All E.R. 697 και Fasili v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679). Σχετική επί του θέματος είναι και η υπόθεση Λοίζος Λουκά ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Πολιτική Έφεση 9512, ημερομηνίας 10.09.99. Ο διάδικος δε ο οποίος επιζητεί τη διαγραφή έχει βεβαίως και το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο (unnecessary) ή σκανδαλώδες (scandalous) ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεραίνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ένα σημαντικό ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο το αμφισβητούμενο θέμα είναι σχετικό. Εάν ένα θέμα είναι σχετικό τότε θα επιτραπεί να προσκομισθεί και μαρτυρία για απόδειξη του και αντιστρόφως. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R. 8 Ch. λέχθηκαν τα εξής: «.The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed». Ως προς το εάν ένα δικόγραφο προκαλεί βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents and Pleadings σελ. 147 (12η έκδοση) το οποίο είναι σε συνοχή με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice 1958. «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Το γεγονός ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν εξυπακούει ταυτόχρονα και λόγο για διαγραφή. Επίσης ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ικανό για να δυσχεραίνει τη διαδικασία απλά και μόνο επειδή περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι ή διατυπώνονται διαζευκτικά. Ομοίως κρίθηκε ότι η πολυλογία δεν προκαλεί αφ΄εαυτής αμηχανία. (Βλ. Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 787 και Vector Onega A.G. v. Του πλοίου M/V Girvas κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 16 όπου λέχθηκε επίσης ότι οι φράσεις «tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial» της Διαταγής 19 Θ.26 έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια ούτως ώστε να μη περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα τα δικόγραφα του. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί: Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως στη συνέχεια κάνει σύντομη αναφορά στο ουσιαστικό περιεχόμενο των δικογράφων της υπόθεσης, ούτως ώστε να γίνουν αντιληπτά τα όσα θα ακολουθήσουν υπό τύπο συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Η απαίτηση των Εναγόντων - αιτητών εναντίον του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση είναι για το ποσό των €65.241,36 πλέον τόκους το οποίο προέρχεται σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, από υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού τον οποίο οι Ενάγοντες διατηρούσαν για τον Εναγόμενο στα πλαίσια συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 28.08.2000 το οποίο του παραχώρησαν προκειμένου αυτός να δύναται να συμμετέχει σε Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού των Εναγόντων. Στις 24.06.2010 ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση καθώς και Ανταπαίτηση. Μέσα από την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αποδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 28.08.2000 (προφανώς εκ λάθους γίνεται λόγος για συμφωνία 22.08.2000) ωστόσο ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν σε ανατοκισμούς παράνομα και σε άλλες παράνομες χρεώσεις κατά παράβαση της σύμβασης. Αναφέρει δε ότι λόγω των αντισυμβατικών και/ή παράνομων ενεργειών ή παραλείψεων των Εναγόντων θα ανταξιώσει θεραπείες εναντίον τους. Επιπλέον δε ο Εναγόμενος προς υπεράσπιση του αναφέρει τα ακόλουθα:
- Εκ της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, ο Εναγόμενος, πλην των ισχυρισμών των Εναγόντων ότι, ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός του Εναγόμενου συμφωνήθηκε όπως φέρει τόκο μέχρι 9% ετησίως, τους οποίους ο Εναγόμενος παραδέχεται, ο Εναγόμενος, κατά τα λοιπά, αρνείται κατηγορηματικά και απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος των ισχυρισμών των Εναγόντων, όπως τούτοι αναφέρονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, ενώ ταυτόχρονα, ισχυρίζεται προς υπεράσπιση του πως, το τελικώς επιβληθησόμενο από τους Ενάγοντες επιτόκιο, στα πλαίσια της επίδικης Συμφωνίας, ημερ. 22.8.2000, ως επίσης και οι ανατοκισμοί που ελάμβαναν χώρα εκ μέρους των Εναγόντων, στα πλαίσια της ίδιας Συμφωνίας, ήταν και/ή είναι παράνομοι και αντί-συμβατικοί. Καλεί δε ο Εναγόμενος τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Λόγω δε των πιο πάνω αντισυμβατικών και/ή παρανόμων ενεργειών και/ή παραλείψεων των Εναγόντων σε βάρος του Εναγομένου, ο τελευταίος πρόκειται να αξιώσει ανταπαιτητικά θεραπείες εναντίον τους.
- .......Πράγματι, ο Εναγόμενος, συμφώνησε γραπτώς ή και προφορικώς να ενεχυριάσει προς τους Ενάγοντες, τις αναφερόμενες στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων υπέγραψε στις 31.08.2000 το αναφερόμενο στην παράγραφο 8 πληρεξούσιο έγγραφο, ως επίσης και το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών, ημερ. 30.08.2000, το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης τους, αλλά και την έγγραφη συμφωνίας ημερ. 31.8.
- Επιπλέον δε, ο Εναγόμενος, συμφωνεί πως ενεχυρίασε προς όφελος των Εναγόντων, για σκοπούς εξασφάλισης του χρέους του προς αυτούς, τις μετοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης απαίτησης τους. Σε καμιά περίπτωση όμως, δεν αποδέχεται ο Εναγόμενος πως, οιαδήποτε από τα έγγραφα αυτά, εμπεριείχε και/ή εμπεριέχει, οιοδήποτε επαχθή όρο, όπως αυτοί που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες πως εμπεριέχονται, σε κάθε ένα από τα προαναφερόμενα στην παρούσα παράγραφο ξεχωριστά, στις προειρημένες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης τους. Τουναντίον, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται προς υπεράσπιση του πως, οι μόνοι όροι που εμπεριείχαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, είναι πως ο Εναγόμενος, θα ενεχυρίαζε τις μετοχές του, προς όφελος των Εναγόντων και πως μόνο σε περίπτωση κατά την οποία έπαυε για οποιοδήποτε λόγο ο Εναγόμενος, να παρέχει τις προαναφερόμενες στην παράγραφο 12 εξασφαλίσεις προς τους Ενάγοντες, τότε οι τελευταίοι, θα δικαιούνταν, να εγείρουν οιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του για σκοπούς εξόφλησης του όποιου οφειλόμενου μέχρι της στιγμής ποσού χρημάτων, προς αυτούς. Κάτι που βεβαίως ουδέποτε έλαβε χώρα εκ μέρους του Εναγόμενου, ο οποίος τήρησε την προειρημένη βάση της συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών του.
- Επιπλέον δε, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται προς υπεράσπιση του πως, οι Ενάγοντες, κατέστησαν ρητώς και/ή σιωπηρώς εξ επαγωγής (constructive trustees) και μέσω απολήγοντος εμπιστεύματος (resulting trustees), εμπειστευματοδόχοι του Εναγόμενου, με τον οποίο συμφώνησαν μεταξύ άλλων όπως, κρατούν τις μετοχές προς όφελος του, ως δικαιούχοι των μετοχών αυτών (beneficiary) και όπως, φροντίζουν όπως οι ρηθείσες μετοχές, διατηρούν πάντα τις μέγιστες δυνατές αποδόσεις και/ή αγοραστική αξία και/ή τιμή πώλησης, υπό τας περιστάσεις, διατηρώντας μάλιστα ακέραια την ευθύνη οι ίδιοι, για τους σκοπούς που αναφέρονται πιο πάνω.
- ...... Περαιτέρω και/ή εναλλακτικά όμως, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε αποδειχθεί στο δικαστήριο πως, ο Εναγόμενος όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην τράπεζα, είναι η θέση του τελευταίου πως, οι Ενάγοντες, θα μπορούσαν κάλλιστα, υπό την ιδιότητα τους ως εμπιστευματοδόχοι των μετοχών αυτών, να προσχωρήσουν, ενεργώντας προς όφελος του δικαιούχου Εναγομένου, σε πώληση, μετά από λήψη της αναγκαίας συγκατάθεσης από τον Εναγόμενο, τμήματος των μετοχών αυτών και/ή όλες τις προειρημένες μετοχές, για σκοπούς εξόφλησης του υπό αναφορά κατ΄ ισχυρισμό χρέους του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες και για σκοπούς μείωσης της ζημιάς τους (mitigation of their loss). Για αυτή την παράλειψη δε των Εναγόντων να πράξουν ως ανωτέρω, ο Εναγόμενος, θ΄ αξιώσει ανταπαιτητικά την επιδίκαση θεραπειών υπέρ του. (Οι υπογραμμίσεις στις παραγράφους 4 και 9 ανωτέρω είναι από το Δικαστήριο). Σε συνέχεια δε των πιο πάνω ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση στην Ανταπαίτηση του ζητά τα ακόλουθα:
- Λόγω της επιβολής καταχρηστικού και/ή αντισυμβατικού και/ή παρανόμου επιτοκίου και/ή ανατοκισμού εκ μέρους των Εναγόντων σε βάρος του Εναγομένου, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας ημερ. 22.8.2000, ως αναφέρεται ανωτέρω, στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης του Εναγομένου, ο τελευταίος αξιοί ανταπαιτητικά. Α) Αναγνωριστική απόφαση, με την οποία ν΄ αναγνωρίζεται ότι, η μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου Συμφωνία ημερ. 22.08.2000, διέπεται από τον περί Τόκου Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας, που θεσπίστηκε το 1977 και πως οποιοδήποτε επιβληθησόμενο επιτόκιο, πέραν του 9% ή οποιοσδήποτε ανατοκισμός στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας είναι παράνομος και/ή αντισυμβατικός. Β) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να ακυρώνεται η επιβολή οποιουδήποτε παρανόμως επιβαλλομένου επιτοκίου, ως επίσης και παράνομου ανατοκισμού επιτοκίου, στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας ημερ. 22.08.
- Λόγω της παράλειψης των Εναγόντων, να ενεργήσουν ως εξ επαγωγής και/ή μέσω απολήγοντος εμπιστεύματος εμπιστευματοδόχοι, των υπό ενεχυρίαση μετοχών του Εναγομένου, που αναφέρονται στην παρ. 12 της παρούσας αγωγής ήτοι: α. 5,000 μετοχές της εταιρείας Options Cassoulides Plc β. 5,000 μετοχές της εταιρείας Jupiter Portfolio Investment Public Company Ltd γ. 908 μετοχές της εταιρείας Athina Cyprus Public Company Ltd δ. 3,131 μετοχές της εταιρείας Hellenic Bank Public Co Ltd ε. 5,000 μετοχές της Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ζ. 119 μετοχές της εταιρείας Cyprint Plc για σκοπούς προστασίας και/ή διατήρησης πάντοτε, των μέγιστων δυνατών αποδόσεων και/ή αγοραστικής αξίας και/ή τιμής πώλησης, υπό τας περιστάσεις των προειρημένων μετοχών, διατηρώντας μάλιστα ακέραια την ευθύνη οι ίδιοι, για τους σκοπούς που αναφέρονται πιο πάνω, ο Εναγόμενος αξιοί ανταπαιτητικώς Α) Αναγνωριστική Απόφαση, με την οποία ν΄ αναγνωρίζεται πως, οι Ενάγοντες στις δοσμένες περιστάσεις, ενήργησαν κατά παράβαση των θεσμίων και/ή συμβατικών και/ή των νομίμων καθηκόντων τους, ως εμπιστευματοδόχοι των μετοχών του Εναγόμενου που ήταν δικαιούχος τους και δεν έπραξαν οτιδήποτε και/ή έδρασαν κατά τρόπο ελλειπή και/ή ανεπαρκή, για σκοπούς προστασίας της απόδοσης της τιμής των μετοχών αυτών και/ή της αγοραστικής αξίας και/ή της τιμής πώλησης τους, προκαλώντας έτσι ζημιά οικονομικής φύσης προς τον Εναγόμενο. Β) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάττονται οι Ενάγοντες ν΄ αποδώσουν αναλυτική κατάσταση λογαριασμού της τιμής αγοράς και πώλησης όλων των πιο πάνω αναφερομένων μετοχών προς τον Εναγόμενο καθ΄ όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Περαιτέρω και/ή Εναλλακτικά και/ή σε περίπτωση που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο πως ο Εναγόμενος όφειλε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων στους Ενάγοντες, στα πλαίσια της μεταξύ τους Συμφωνίας ημερ. 22.8.2000 Γ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάττονται οι Ενάγοντες, όπως, αφαιρέσουν από το τελικώς και αληθώς οφειλόμενο ποσό χρέους χωρίς οποιεσδήποτε παράνομες και αντισυμβατικές επιβαρύνσεις και/ή επιτόκια, το συνολικό ποσό από το προϊόν πώλησης των εν λόγω μετοχών, κατά τον χρόνο που αυτές είχαν την υψηλότερη απόφαση και/ή τιμή πώλησης τους και όπως μετά ταύτα, σε περίπτωση που μετά την πώληση αυτή, πληρωθεί μέρος του ρηθέντος χρέους του Εναγόμενου και παραμείνει οποιοδήποτε τελικώς οφειλόμενο ποσό, διαταχθεί ο Εναγόμενος να το πληρώσει προς τους Ενάγοντες, ενώ στην περίπτωση που θα υπάρχει περίσσευμα από την πληρωμή του εν λόγω χρέους επιστραφεί στον Εναγόμενο. Θα πρέπει στο στάδιο αυτό να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, μετά από την καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, δεν έχει καταχωρηθεί Απάντηση στην Υπεράσπιση αλλά ούτε και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Ακολούθησε η καταχώρηση της επίδικης αίτησης στις 22.10.2010 από πλευράς των Εναγόντων - Αιτητών. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Σ΄ αυτό το στάδιο και πριν το Δικαστήριο διατυπώσει το τελικό συμπέρασμα του διαπιστώνει πιο κάτω τα εξής: (α) Η θέση από πλευράς του Καθ΄ ου η Αίτηση, ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να κριθεί αντικανονική και άκυρη, επειδή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Κρίνεται ότι σ΄ αυτό το ζήτημα η πλευρά του Αιτητή έχει ακολουθήσει τις πρόνοιες της Δ.48 Κ.9(j) και (ο) των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου προνοείται πως για αιτήσεις που στηρίζονται στη Δ.19 Κ.26 και Δ.27 Κ.3, αντίστοιχα, δεν απαιτείται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, η δε πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση δεν υπέδειξε ποια διάταξη των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας παραβιάστηκε. (β) Προχωρώντας επί της ουσίας της επίδικης αίτησης παρατηρείται και διαπιστώνεται ότι, όσον αφορά στους ισχυρισμούς της επίδικης αίτησης περί αχρείαστου δικογράφου, ενοχλητικού και/ή μη αποτελούντων Ανταπαίτηση και/ή δυνάμενων να προκαλέσουν αμηχανία και/ή να κωλυσιεργήσουν τη δίκαη διεξαγωγή της δίκης, και/ή άλλως πως περί σκανδαλώδους δικογράφου, έχοντας κατά νου τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας, ούτε συγκεκριμένη εισήγηση υπήρξε αλλά ούτε και οποιοδήποτε επιχείρημα ή άλλο στοιχείο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Αιτητών, που να υποστηρίζει ή να είναι ικανό να στηρίξει ανάλογο συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Συνεπώς ως προς αυτά τα ζητήματα το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο για διαγραφή είτε των παραγράφων 11 και 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, είτε ολόκληρης της Ανταπαίτησης. Παραμένει συνακόλουθα των πιο πάνω, να αξιολογηθεί και να αποφασισθεί το επιχείρημα και η θέση που ανέπτυξαν οι Αιτητές στην αγόρευση τους, ότι απαιτούνται γεγονότα και ισχυρισμοί που να στοιχειοθετούν την Ανταπαίτηση διαφορετικά δεν υπάρχει θέμα εκδίκασης Ανταπαίτησης, αφού δεν υιοθετούνται τα γεγονότα της Υπεράσπισης. Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση, προβάλλει ως καίριο το ερώτημα, αν τηρήθηκαν οι κανόνες διατύπωσης των δικογραφημένων ισχυρισμών του Καθ΄ ου η Αίτηση με αναφορά στα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά και τα όσα διατυπώνονται στο Annual Practice του 1958 (σελίδες 443, 444, 575, 576). Κρίνεται ότι συνολικά ειδωμένο το δικόγραφο του Καθ΄ ου η Αίτηση συνιστά περίπτωση στην οποία δεν έγινε η καλύτερη ίσως δυνατή διατύπωση, όχι όμως περίπτωση, στην οποία να δικαιολογείται η διαγραφή είτε των παραγράφων 11 και 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, είτε ολόκληρης της Ανταπαίτησης. Ειδικότερα για το εν λόγω συμπέρασμα του Δικαστηρίου λήφθηκαν υπόψη τα πιο κάτω: (α) Παρ΄ όλο που δεν υιοθετούνται ρητά πριν την Ανταπαίτηση οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Υπεράσπιση, εντούτοις, στην παράγραφο 7 και 9 του δικογράφου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση αποδίδει ευθύνη στους Ενάγοντες για την ύπαρξη του υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού, επίσης αποδίδει σ΄ αυτούς παραλείψεις με βάση συγκεκριμένους ισχυρισμούς και δηλώνει ρητά ότι στη βάση αυτών των παραλείψεων θα διεκδικήσει θεραπείες με ανταξίωση, συνεπώς ουσιαστικά υπάρχουν στοιχεία και ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζει την Ανταπαίτηση του. Πιθανό αυτά τα στοιχεία να χρήζουν λεπτομερειών, αυτό όμως είναι στοιχείο το οποίο διορθώνεται, πλην όμως δεν είναι ικανό για διαγραφή ολόκληρης της Ανταπαίτησης. (β) Τα ίδια σχόλια ως ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση όπου ζητείται αναγνωριστική απόφαση και Διάταγμα (Α και Β της Ανταπαίτησης) στηριζόμενα στην παράγραφο 4 του δικογράφου του Καθ΄ ου Αίτηση ο οποίος κάνει λόγο ρητά για αντισυμβατική συμπεριφορά εκ μέρους των Εναγόντων-Αιτητών για την οποία πρόκειται να αξιώσει ανταπαιτητικά θεραπείες, και τις οποίες προφανώς ζητά στην Ανταπαίτηση του. Σε συνέχεια με τα πιο πάνω δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως οι ισχυρισμοί περί ανατοκισμού ή αντισυμβατικών χρεώσεων εμπεριέχουν νομικά ζητήματα πλέον εφ΄ όσον η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 28.08.2000 και κατά συνέπεια και το περιεχόμενο της, είναι αποδεκτά από τον Καθ΄ ου η Αίτηση. Τέλος, επισημαίνεται πως η απόφαση BIRMINGHAM ESTATES COMPANY v. SMITH (1879 B 462) την οποία επικαλέστηκαν οι Αιτητές δεν κρίνεται ότι τους βοηθά, αντίθετα, διαφαίνεται πως παρ΄ όλο που η εκεί Ανταπαίτηση διαγράφηκε ήταν για άλλο λόγο, παραμένει όμως από την ενασχόληση του ζητήματος μέσα από την απόφαση, πως είναι αρκετό αν ο διάδικος που εγείρει Ανταπαίτηση αναφέρει σ΄ αυτήν ότι η Ανταπαίτηση του στηρίζεται σε γεγονότα ή ισχυρισμούς της Υπεράσπισης παραπέμποντας σε συγκεκριμένες παραγράφους. Αυτό γίνεται στην πράξη από τον Καθ΄ ου η Αίτηση όταν στην Ανταπαίτηση του παραπέμπει με την παράγραφο 11 στην παράγραφο 4 αλλά και αντίστροφα από την παράγραφο 9 θέτει ισχυρισμούς και γεγονότα προετοιμάζοντας το έδαφος για την σχετική Ανταπαίτηση της παραγράφου
- Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν θα είναι δίκαιο να εκδοθεί Διάταγμα για διαγραφή της Ανταπαίτησης του Καθ΄ ου η Αίτηση και να στερηθεί του Συνταγματικού του δικαιώματος να προβάλει τις δικές του θέσεις έναντι του αντιδίκου του, ζητώντας θεραπείες για τις οποίες θα αποφανθεί το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης της Ανταπαίτησης. Συνακόλουθα η επίδικη αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών και προς όφελος του Καθ΄ ου η Αίτηση, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) .............. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για διαγραφή Ανταπαίτησης - Δ.19 Κ.26, Δ.27 Κ.3 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο