← Κύπρος

MICHAEL ONISIFOROU DEVELOPERS LIMITED ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής :- 1035/10, 9η Ιουνίου 2011

MICHAEL ONISIFOROU DEVELOPERS LIMITED ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής :- 1035/10, 9η Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1035/10 Μεταξύ :- MICHAEL & ONISIFOROU DEVELOPERS LIMITED Ενάγουσα Και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εναγόμενη Ημερομηνία :- Πέμπτη 9η Ιουνίου 2011 Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 31/3 /2010 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Δ. Καρακώστα για Λ. Λουκαϊδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Λ. Θεοφάνους ) Για Εναγόμενη -Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Μ. Παπαδημήτρη για κ. Α. Μαρκίδη και κ. Κ. Βελάρη (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Εξασφάλισε η ενάγουσα προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται η εναγόμενη από το να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό βάσει σχετικής εγγυητικής επιστολής.
  2. Καταχώρησε η εναγόμενη ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 4 συνολικά λόγους ένστασης και στη συνέχεια ακολούθησε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίστηκε σε επιχειρηματολογία μετά και από απόρριψη του αιτήματος της ενάγουσας όπως αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης.
  3. Ασφαλώς το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του τόσο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων όσο και την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων.
  4. Αξίζει να σημειωθεί το εξής σε σχέση με την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Έχοντας ως βάση τη μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος της η ενάγουσα σαφώς προέβαλε τις εξής δύο βασικές θέσεις. 4.
  5. Πρώτο, ότι η εναγόμενη είχε πρόθεση όπως πληρώσει το ποσό της εγγυητικής προς τους αγοραστές μιας οικίας, την οποία η ενάγουσα είχε πωλήσει σε αυτούς, δίχως η ενάγουσα να έχει παραβεί οποιοδήποτε όρο του σχετικού πωλητηρίου εγγράφου συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης και μεταβίβασης ξεχωριστού τίτλου και ενώ οι αγοραστές εξακολουθούν να κατέχουν την οικία δίχως αυτοί να έχουν προβεί σε οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής και ενώ δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εξαργύρωσης και πληρωμής της εγγυητικής (διευκρινίζω γενικά ότι η οποιαδήποτε υπογράμμιση κειμένου εντός αυτής της απόφασης είναι δική μου). 4.
  6. Δεύτερο, ότι νοουμένου ότι δεν θα είχε εγγραφεί υποθήκη προς όφελος της εναγομένης μέχρι τις 4/3/2010 και οι αγοραστές ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος τους δεν είχαν προχωρήσει με γραπτή απαίτηση μέχρι τις 4/4/2010 η εγγυητική θα ανανεωνόταν για μία επιπρόσθετη περίοδο ενός χρόνου με τους ίδιους όρους και θα έληγε την 4/4/
  7. Ουσιαστικά αυτό το οποίο η ενάγουσα ζητούσε από το Δικαστήριο να αποτρέψει με την έκδοση του επίδικου διατάγματος ήταν η αδικαιολόγητη πληρωμή της εγγυητικής επιστολής. Το Δικαστήριο στο στάδιο εξέτασης της μονομερώς υποβληθείσας αίτησης προς έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος ασφαλώς έκρινε ότι τηρούνταν οι απαραίτητες προϋποθέσεις στο σύνολο τους. Άλλωστε γι΄ αυτό εκδόθηκε και το αιτούμενο διάταγμα δίχως να ακουστεί προηγουμένως η πλευρά της εναγομένης. Ότι δηλαδή, πρώτο, υπήρχε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία, δεύτερο, ότι υπήρχε πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδιδόταν σε εκείνο το στάδιο το αιτούμενο διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν αυτού βεβαίως είχε κριθεί από το Δικαστήριο ότι ικανοποιείτο και ο παράγοντας του κατεπείγοντος έτσι ώστε να δικαιολογείτο η μονομερής υποβολή και έγκριση του αιτήματος της ενάγουσας.
  8. Πλέον έχει παρουσιαστεί και η εκδοχή της εναγομένης επί του συγκεκριμένου θέματος και είναι εντός αυτού του νέου πλαισίου που κρίνεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είτε θα διατάξει τη συνέχιση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος μέχρι και την εκδίκαση αυτής της αγωγής είτε θα διατάξει την ακύρωση του με την έκδοση αυτής της απόφασης.
  9. Ασφαλώς το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να λάβει υπόψη του τους λόγους ένστασης όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί και τους οποίους στη συνέχεια εξετάζει στο βαθμό στον οποίο ο καθένας από αυτούς χρήζει εξέτασης.
  10. Ουσιαστικά με τον πρώτο λόγο ένστασης η θέση της εναγομένης είναι ότι η ενάγουσα δεν έχει ικανοποιήσει τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  11. Αναφορικά με τα όσα έχουν αναφερθεί προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης παρατηρώ τα εξής. 8.
  12. Προβάλλεται η πιο πάνω θέση βασιζόμενη στα ακόλουθα επί μέρους σημεία. 8.1.
  13. Πρώτο, ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης περιορίζεται σε παράθεση γενικών γεγονότων τα οποία δεν υποδεικνύουν την ύπαρξη βάσης ή αιτίας αγωγής εναντίον της εναγομένης. 8.1.
  14. Δεύτερο, ουσιαστικά επαναλαμβάνοντας το πρώτο σημείο, ότι η ενάγουσα προβαίνει σε γενική περιγραφή γεγονότων η οποία δεν τη νομιμοποιεί να εγείρει την παρούσα αγωγή. 8.1.
  15. Τρίτο, ότι η ενάγουσα λανθασμένα αναφέρει ότι δεν προκάλεσε την εκταμίευση του ποσού της εγγυητικής. 8.
  16. Έχοντας πλέον το όφελος παρουσίασης των θέσεων και ισχυρισμών της εναγομένης στο σύνολο τους έστω και σε αντιπαράθεση με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη γενικότερα της θέσης της ενάγουσας ως προς τη βασιμότητα του αιτήματος της, κρίνω ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα διατηρώντας υπόψη τους εξής παράγοντες. 8.2.
  17. Προκύπτει από τη μαρτυρία την οποία η εναγόμενη έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη είχε τη νομική δυνατότητα όπως ενεργήσει ως αντιπρόσωπος των αγοραστών. Σύμφωνα με τον όρο 3 του τεκμηρίου 3 προς υποστήριξη της ένστασης η εναγόμενη μπορούσε και είχε την εξουσία όπως εξ ονόματος των αγοραστών και για λογαριασμό τους όπως ασκεί όλα ή οποιαδήποτε ανεξαίρετα τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από την εγγυητική επιστολή περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων υποβολής απαίτησης και είσπραξης ποσών πληρωτέων δυνάμει και ως η εγγυητική επιστολή προβλέπει. 8.2.
  18. Επιπλέον, σαφώς εντός της ίδιας της εγγυητικής επιστολής αναφέρεται ότι η απαίτηση πληρωμής δύναται να υποβληθεί είτε από τους αγοραστές είτε από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους. Συνεπώς η θέση της ενάγουσας ότι οι αγοραστές δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής δεν ευσταθεί. Καθότι δεν απαιτείτο όπως αυτή υποβληθεί από τους ίδιους προσωπικά αλλά αυτή θα μπορούσε να είχε υποβληθεί και από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους. Άλλωστε η δυνατότητα υποβολής απαίτησης από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των αγοραστών αναφέρεται και επί της εγγυητικής επιστολής. Εντούτοις όπως τα γεγονότα αρχικά παρουσιάστηκαν προς το Δικαστήριο κατά την μονομερή υποβολή της αίτησης δεν υπήρχε οποιαδήποτε αναφορά ως προς την υποβολή απαίτησης από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των αγοραστών. Δίχως βεβαίως αυτό να σημαίνει πως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα απέκρυψε οποιοδήποτε ουσιώδη γεγονός από το Δικαστήριο στο στάδιο προ της ενεργής εμπλοκής της εναγομένης στη διαδικασία. Επιπλέον, εντός της συμφωνίας εκχώρησης προς την εναγόμενη των δικαιωμάτων των αγοραστών του σχετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της ενάγουσας και των αγοραστών υπάρχει και σχετικός όρος (όρος 5) σύμφωνα με τον οποίο οι αγοραστές διορίζουν την εναγόμενη ανέκκλητα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους όπως στο όνομα τους και για λογαριασμό τους προβαίνει στη λήψη όλων των αναγκαίων δικαστικών ή άλλων μέτρων για οποιαδήποτε θέματα εγείρονται σε σχέση με το επίδικο πωλητήριο έγγραφο. Σημειωτέον ότι η ημερομηνία του πωλητηρίου εγγράφου είναι διαφορετική από αυτή η οποία αναφέρεται επί της εγγυητικής επιστολής κατά ένα μήνα ακριβώς. Όμως αμφότεροι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ουσιαστικά ότι η εγγυητική επιστολή έχει σχέση με τη συμφωνία πώλησης μεταξύ της ενάγουσας και των αγοραστών. Μάλιστα η ημερομηνία τόσο της αίτησης για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής όσο και η ίδια η εγγυητική επιστολή είναι 4/4/2007, δηλαδή 9 ημέρες πριν από την ημερομηνία η οποία αναφέρεται επί της συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και των αγοραστών. Θεωρώ ότι το θέμα αυτό, της διαφοράς δηλαδή της ημερομηνίας, δεν χρήζει οποιασδήποτε επιπρόσθετης εξέτασης εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας. Ούτε και έχει ευθέως τεθεί προς εξέταση από τους διαδίκους. 8.2.
  19. Όμως πέραν και από την ύπαρξη ή μη υποβολής απαίτησης πληρωμής από ή εκ μέρους των αγοραστών, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνεται ότι δεν ευσταθεί ούτε και η θέση της ενάγουσας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξαργύρωσης και πληρωμής της εγγυητικής. Μάλιστα με αυτή την εκ πρώτης όψεως διαπίστωση ενισχύεται η βασιμότητα του πρώτου λόγου ένστασης ως προς την ανυπαρξία ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής της ενάγουσας. Σαφώς αναφέρεται εντός της εγγυητικής επιστολής η ημερομηνία 4/3/2010 ως η ημερομηνία εγγραφής στα ονόματα των αγοραστών. Παράλειψη της ενάγουσας τήρησης αυτής της πράξης παρείχε αυτόματα στους αγοραστές το δικαίωμα υποβολής απαίτησης πληρωμής της εγγυητικής επιστολής. Αυτή η εκ πρώτης όψεως διαπίστωση είναι τόσο βασική ως προς την έκβαση αυτής της απόφασης έτσι ώστε να κρίνεται ότι αυτή θα πρέπει να αναπτυχθεί περισσότερο σε συνάρτηση και με τη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση.
  20. Αναφορικά με την προαναφερόμενη εκ πρώτης όψεως διαπίστωση παρατηρώ τα ακόλουθα σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος. 9.
  21. Αποτελεί βασική αρχή ότι η συμφωνία μεταξύ μίας τράπεζας η οποία εκδίδει εγγυητική επιστολή και του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδίδεται θα πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά από τη συναλλαγή με την οποία έχει σχέση. Συνεπώς ισχυρισμοί ως προς τη παράβαση της συναλλαγής η οποία σχετίζεται με την εγγυητική επιστολή δεν δικαιολογούν προσπάθεια παρεμπόδισης του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η εγγυητική (στο εξής θα καλείται ο «δικαιούχος») από το να υποβάλει απαίτηση ή της εκδότριας τράπεζας από το να προχωρήσει σε πληρωμή. Υπάρχει μία εξαίρεση σε περίπτωση όπου υπάρχει ισχυρισμός ως προς την ύπαρξη απάτης (βλ. σχετικά τις σελίδες 192 έως 193 της απόφασης του Phillips J., η οποία επικυρώθηκε και από το Court of Appeal, στην υπόθεση Deutsche Ruckversicherung AG v Wallbrook Insurance Co Ltd and others; Group Josi Re (formerly known as Group Josi Reassurance SA) v Wallbrook Insurance Co Ltd and others [1994] 4 All E. R. 181). 9.
  22. Επίσης, αναφέρει σχετικά ο Νικολάτος Δ. στη σελίδα 841 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 59/2007, ημερομηνίας 15/7/2008, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA TRAVEL MEDIA LTD.

(2008)1Β Α. Α. Δ. 837, τα ακόλουθα, :- «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής αναφέρθηκε στη νομική πτυχή των εγγυητικών επιστολών, όπως η επίδικη, και παρατήρησε ότι οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποία διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής.» 9.
  1. Αναφέρονται επίσης στην απόφαση Themehelp Ltd. v. West and others [1995] 4 All E. R. 215 στις σελίδες 218 έως 219, στο βαθμό στον οποίο αυτά είναι σχετικά, τα ακόλουθα, σε σχέση με περιπτώσεις όπου ήδη έχει υποβληθεί απαίτηση από τον δικαιούχο για τη πληρωμή ενός εγγυημένου ποσού. Εγγυητικές επιστολές υπόκεινται στη γενική αρχή ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αυτόνομες συμβάσεις η λειτουργία των οποίων δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από το Δικαστήριο για λόγους εξωγενείς προς την ίδια την εγγύηση. Η μοναδική εξαίρεση σε σχέση με την εφαρμογή αυτής της αρχής είναι η περίπτωση απάτης. Υπάρχει επίσης αναφορά εντός της ίδιας αυθεντίας (μεταξύ άλλων αναφορών και στη σελίδα 229 στη ξεχωριστή απόφαση του Evans L. J.) στην απόφαση United City Merchants (Investments) Ltd v Royal Bank of Canada [1982] 2 All E. R. 720 σε σχέση με την εξής διαπίστωση. Ότι πλέον, ως έχει καθιερωθεί η νομική πτυχή επί του συγκεκριμένου θέματος, ο δικαιούχος μιας γραπτής ανάληψης υποχρέωσης μίας τράπεζας να πληρώσει συγκεκριμένα ποσά όταν ικανοποιηθούν καθορισμένες προϋποθέσεις, δικαιούται να απαιτήσει πληρωμή από την τράπεζα όταν ικανοποιηθούν αυτές οι προϋποθέσεις ανεξάρτητα και από οποιεσδήποτε συμβατικές διαφορές οι οποίες μπορούν να υπάρχουν μεταξύ του ιδίου και του πελάτη της τράπεζας ο οποίος αιτήθηκε την έκδοση της τραπεζικής αυτής ανάληψης υποχρέωσης. Με μοναδική εξαίρεση αυτή της απάτης. 9.
  2. Αξίζει επίσης επί του ιδίου θέματος να παρατεθεί πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Bolivinter Oil SA v Chase Manhattan Bank and others [1984] 1 All E. R. 351, όπου ο Sir John Donaldson MR αναφέρει τα ακόλουθα, σε σχέση με την εμπορική σημασία μίας τραπεζικής εγγύησης:- «Before leaving this appeal, we should like to add a word about the circumstances in which an ex parte injunction should be issued which prohibits a bank from paying under an irrevocable letter of credit or a performance bond or guarantee. The unique value of such a letter, bond or guarantee is that the beneficiary can be completely satisfied that, whatever disputes may thereafter arise between him and the bank's customer in relation to the performance or indeed existence of the underlying contract, the bank is personally undertaking to pay him provided that the specified conditions are met. In requesting his bank to issue such a letter, bond or guarantee, the customer is seeking to take advantage of this unique characteristic. If, save in the most exceptional cases, he is to be allowed to derogate from the bank's personal and irrevocable undertaking, given be it again noted at his request, by obtaining an injunction restraining the bank from honouring that undertaking, he will undermine what is the bank's greatest asset, however large and rich it may be, namely its reputation for financial and contractual probity. Furthermore, if this happens at all frequently, the value of all irrevocable letters of credit and performance bonds and guarantees will be undermined.»
  3. Σαφώς στην υπόθεση υπό εξέταση από το Δικαστήριο με αυτή την ενδιάμεση διαδικασία, όπως πλέον έχουν διαμορφωθεί τα γεγονότα και σύμφωνα με μία εκ πρώτης όψεως εκτίμηση τους και δίχως το Δικαστήριο να καταλήγει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα αναφορικά με την έκβαση της ουσίας αυτής της αγωγής, αυτό το οποίο διαπιστώνεται να ισχύει είναι η κλασσική περίπτωση όπου η ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση της επίδικης τραπεζικής εγγύησης και οι δικαιούχοι αυτής της εγγύησης δια μέσω του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου τους, δηλαδή την εναγόμενη, έχουν υποβάλει απαίτηση πληρωμής αυτής της εγγύησης. Το γεγονός ότι ουσιαστικά είναι η ίδια η εναγόμενη η οποία εκ μέρους των αγοραστών υποβάλει αυτή την απαίτηση με απώτερο αποτέλεσμα ουσιαστικά η ίδια η εναγόμενη να πληρώνει τον εαυτό της το ποσό τη πληρωμή του οποίου η ίδια έχει εγγυηθεί προς όφελος των αγοραστών δεν έχει σημασία αναφορικά με τη δυνατότητα της έγκυρης υποβολής αυτής της απαίτησης. Όπως αναφέρεται σχετικά στον όρο 1 του τεκμηρίου 3, επισυνημμένου στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης (δηλαδή τη συμφωνία σε σχέση με εγγυητική επιστολή συνδεδεμένη με τραπεζική διευκόλυνση), με αντάλλαγμα την αποδοχή της εναγομένης όπως παρέχει και συνεχίσει να παρέχει προς τους αγοραστές δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πως δίνει πίστωση ή παρέχει διευκολύνσεις κατά την κρίση της υπό τους όρους χωριστών εγγράφων, οι αγοραστές συμφωνούν και αποδέχονται ανεκκλήτως όπως, σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο δυνάμει της εγγυητικής επιστολής το εν λόγω ποσό κρατηθεί από την εναγόμενη και χρησιμοποιηθεί από αυτή ως αν την ημέρα κατά την οποία το ποσό κατέστη πληρωτέο οι αγοραστές το έχουν πληρώσει προς την εναγόμενη έναντι του υπολοίπου των εν λόγω δανείων και/ή πιστώσεων και/ή τραπεζικής διευκόλυνσης. Επίσης, με την αίτηση προς έκδοση της εγγυητικής επιστολής (τεκμήριο 1 επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης) η ενάγουσα ρητά δηλώνει ότι η εναγόμενη δεν θα έχει οποιαδήποτε υποχρέωση ενημέρωσης της εκ των προτέρων ή εξασφάλισης της συγκατάθεσης της προ της πληρωμής της εγγύησης ενώ παράλληλα ανέκκλητα αποποιείται οποιουδήποτε δικαιώματος αμφισβήτησης τέτοιας πληρωμής είτε πριν γίνει είτε κατά ή μετά το χρόνο τέτοιας πληρωμής.
  4. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όπως αναφέρεται εντός της εγγυητικής επιστολής η εναγόμενη αναλαμβάνει να πληρώσει το ποσό της εγγύησης δίχως οποιαδήποτε αναφορά προς την ενάγουσα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την ενάγουσα αμέσως μετά την υποβολή απαίτησης πληρωμής είτε από τους αγοραστές είτε από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους. Επιπλέον, ανεξάρτητα και από την ημερομηνία μεταβίβασης η οποία αναφέρεται εντός της συμφωνίας πώλησης προς τους αγοραστές και η οποία έπεται πέραν του ενός έτους την ημερομηνία η οποία αναφέρεται εντός της εγγυητικής επιστολής αποδέχομαι ως ορθή τη θέση της εναγομένης ότι σε σχέση με τη τήρηση προϋπόθεσης πληρωμής της εγγυητικής επιστολής η σχετική ημερομηνία είναι αυτή η οποία αναφέρεται εντός αυτής και ότι αυτή αποκλειστικά έχει σημασία. Δηλαδή από αυτή την ημερομηνία και μόνο εξαρτάται και η τήρηση των προϋποθέσεων πληρωμής της εγγυητικής επιστολής. Ανεξάρτητα και από το περιεχόμενο της συμφωνίας πώλησης μεταξύ της ενάγουσας και των αγοραστών.
  5. Ουσιαστικά γίνεται δεκτή η θέση της καθ΄ ης η αίτηση εναγόμενης όπως αυτή προβάλλεται με βάση τον πρώτο λόγο ένστασης. Ότι, διατηρώντας υπόψη ότι η ενάγουσα δεν έχει καν θέσει προς εξέταση θέμα απάτης, αυτή όντως δεν έχει ικανοποιήσει με το αίτημα της τις δύο πρώτες προϋποθέσεις για τη διατήρηση σε ισχύ του ήδη εκδομένου διατάγματος. Είτε δηλαδή ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είτε ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της. Τονίζω βεβαίως ότι η διαπίστωση αυτή του Δικαστηρίου γίνεται δίχως να εξετάζεται η ουσία της αγωγής αλλά βάσει μίας πρώτης εκτίμησης των επίδικων θεμάτων αυτής όπως αυτά έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της αίτησης υπό εξέταση.
  6. Θεωρώ ότι η αποδοχή του πρώτου λόγου ένστασης είναι καθόλα επαρκής προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης δίχως να κρίνεται αναγκαία και η ξεχωριστή λεπτομερή εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Οι οποίοι λόγοι ένστασης εν πάση περιπτώσει αποτελούν προέκταση γενικότερα της θέσης της εναγομένης ως προς την έλλειψη βασιμότητας στο αίτημα της ενάγουσας τόσο για την έκδοση του επίδικου διατάγματος όσο και για τη διατήρηση του σε ισχύ. Μάλιστα εάν αυτοί εξεταστούν έστω και επιφανειακά ανεξάρτητα και από τη συγκεκριμένη διατύπωση τους και με βάση το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς τον πρώτο λόγο ένστασης διαπιστώνεται ότι αυτοί ευσταθούν υπό την εξής έννοια. Πρώτο, ότι η αίτηση υπό εξέταση αποτελεί προσπάθεια της ενάγουσας να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της βάσει της επίδικης εγγυητικής επιστολής. Δεύτερο, ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δημιουργεί λανθασμένη εικόνα προς το Δικαστήριο όχι τόσο ως προς τα αληθή αλλά ουσιαστικά ως προς τα ακριβή γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Τρίτο, ότι η εναγόμενη ορθά ενήργησε και νόμιμα υπέβαλε απαίτηση για είσπραξη του εγγυημένου ποσού δίχως παράλληλα να είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να πληροφορήσει την ενάγουσα αναφορικά με αυτή τους την ενέργεια.
  7. Επί του τελευταίου αυτού σημείου επειδή έχει τεθεί και θέμα κατά πόσο η εναγόμενη συμμορφώθηκε με τον τρόπο υποβολής αυτής της απαίτησης πληρωμής συμπληρώνω απλά ότι δεν διαπιστώνεται με βάση τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση αυτής της αίτησης ότι όντως δεν υπήρξε τέτοια συμμόρφωση έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η πληρωμή της επίδικης εγγυητικής επιστολής. Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας παρά και την αναφορά στη παράγραφο 15 ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις πληρωμής της εγγυητικής επιστολής δεν διαπιστώνεται να τίθεται ως επίδικο θέμα με την αγωγή ο ίδιος ο τρόπος υποβολής της απαίτησης πληρωμής. Έτσι ώστε δηλαδή να παρέχεται και η δυνατότητα στην ενάγουσα να προβάλει αυτό το θέμα ως λόγο με βάση τον οποίο είτε να δημιουργείται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα είτε έτσι ώστε να εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα. Η δε αναφορά στη παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης ως προς το περιεχόμενο ουσιαστικά της εγγυητικής επιστολής από μόνη της δεν δημιουργεί με επαρκή σαφήνεια την προβολή καν οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος αναφορικά με τον τρόπο υποβολής της απαίτησης πληρωμής.
  8. Ως εκ τούτου και με βάση το προαναφερόμενο σκεπτικό εντός αυτής της απόφασης κρίνω ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να παύσει να ισχύει και με την έκδοση αυτής της απόφασης διατάσσεται η ακύρωση του.
  9. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος της ενάγουσας αιτήτριας και υπέρ της εναγομένης καθ΄ ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής 1035/10 Προσωρινό Διάταγμα Θεοφάνους Μαρκίδης Βελάρης Πρώτο Κείμενο Απόφασης Υπό Συγγραφή Τέταρτη Διόρθωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.