Ηλία Αριστοδήμου ν. Ιεράς Μονής Κύκκου δια του Ηγουμένου αυτής Νικηφόρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1292/2005, 9.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1292/2005 Μεταξύ: Ηλία Αριστοδήμου, από τη Λευκωσία Ενάγοντα και
- Ιεράς Μονής Κύκκου, δια του Ηγουμένου αυτής Νικηφόρου, από Λευκωσία
- Φίλιππου Αριστοδήμου, προσωπικά και/ή ως διαχειριστή της περιουσίας της Ιφιγένειας Αριστοδήμου, θανούσας, τέως από Στατό Πάφου Εναγομένων --------------------------- Ημερομηνία: 9.6.2011 Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Βορκάς (κα Καραγιαννίδου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη 1: κ. Κ. Βελάρης με κ. Χ. Βελάρη (κα Τούρβα για ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας κατασχώρησε την παρούσα αγωγή στις 6.5.
- Η Εναγόμενη 1, Ιερά Μονή Κύκκου, κατεχώρησε εμφάνιση στις 15.6.2005 και ο Εναγόμενος 2 στις 23.5.
- Στις 9.9.2005 την υπόθεση του Ενάγοντα ανέλαβε άλλος δικηγόρος από αυτόν που την κατεχώρησε. Η έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα κατεχωρήθη στις 29.1.
- Προκύπτει αβίαστα από το φάκελο της υπόθεσης ότι η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης είναι εκπρόθεσμη και κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διότι ο Ενάγοντας δεν ζήτησε με οποιαδήποτε αίτηση άδεια και/ή διάταγμα που να του δίδει δικαίωμα να καταχωρήσει εκπρόθεσμα την έκθεση απαίτησης του ή και ζήτησε να υπογραφεί από την πλευρά των Εναγομένων ότι δε υπάρχει ένσταση για τον εκπρόθεσμο της καταχώρησης. Το τι σημασία θα έχει αυτή η κατά παράβαση των Δικονομικών Θεσμών καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, στην τελική έκβαση της υπόθεσης θα συζητηθεί και θα αποφασισθεί αργότερα. Σε προηγούμενο στάδιο η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 απεσύρθη και η ακροαματική διαδικασία άρχισε και διεκπεραιώθηκε σε σχέση με την Εναγόμενη 1, Ιερά Μονή Κύκκου. Ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη 1 ποσό £700.000 σαν αποζημιώσεις για παράβαση των όρων γραπτής συμφωνίας που ο Ενάγοντας είχε υπογράψει με την Εναγόμενη 1 για αγορά τεμαχίων γης που ευρίσκονται μέσα στα όρια του χωρίου Μανδριά στην Πάφο. Η Εναγόμενη 1 κατεχώρησε υπεράσπιση στις 16.2.2007 με την οποία εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις που έχουν ως ακολούθως: «
- α. Ο Ενάγων κωλύεται στην έγερση ή προώθηση της αγωγής εφ΄ όσον το περιεχόμενο της είχε αποτελέσει αντικείμενο αλλεπάλληλων διαδικασιών που ο Ενάγων είχε εγείρει για το ίδιο θέμα και απορρίφθηκαν. Συναφώς ο Ενάγων είχε εγείρει: (ι) Την υπ΄ αρ. 2194/98 αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 κ.α. για το ίδιο θέμα η οποία απορρίφθηκε στις 5/6/
- (ιι) Επανειλημμένες απόπειρες για επαναφορά της με τις αιτήσεις ημερ. 6/10/03 και 6/2/04 απορρίφθηκαν στις 19/1/03 και 27/8/04 αντίστοιχα με έξοδα τα οποία μέχρι στιγμής ο Ενάγων αρνήθηκε να καταβάλει. (ιιι) Ο Ενάγων έχει εγείρει εναντίον του Εναγόμενου 2 την υπ΄ αρ. 2699/09 για το ίδιο θέμα για την οποία οι Εναγόμενοι 1 δεν έχουν πλήρη πληροφόρηση. .................. β. Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αντίκειται στην αρχή της τελεσιδικίας των αποφάσεων γιατί: (ι) Η αγωγή είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με την υπ΄ αρ. 2194/98 ανωτέρω. (ιι) Κανένα νέο στοιχείο δεν έχει έκτοτε παρεμβληθεί ή περιληφθεί στην Ε/Α της νέας αγωγής. (ιιι) Το διαρρεύσαν διάστημα μεταξύ των 2 αγωγών είναι αδικαιολόγητα μεγάλο με αποτέλεσμα να έχει χαθεί ουσιώδης μαρτυρία και μια δίκαιη δίκη να έχει καταστεί αδύνατη και/ή εξαιρετικά δύσκολη. γ. Η Ε/Α είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς ανύπαρκτη εφ΄ όσον δεν της έχει προηγηθεί σχετικό διάταγμα για παράταση του χρόνου μέσα στον οποίο θάπρεπε να καταχωρηθεί.» Η Εναγόμενη 1, Ιερά Μονή Κύκκου, στη συνέχεια προχωρεί στην υπεράσπιση της υπό την επιφύλαξη των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων και ισχυρίζεται ότι η αγορά των τεμαχίων γης που αναφέρει ο Ενάγοντας έγινε από τον ίδιο, τον αδελφό του Φίλιππο Αριστοδήμου, πρώην Εναγόμενο 2 και την αδελφή τους Ιφιγένεια Αριστοδήμου η οποία έχει ήδη αποβιώσει. Ήταν η θέση της Εναγόμενης 1 ότι η αγωγή του Ενάγοντα είναι εντελώς αβάσιμη και κατά Νόμο και κατ΄ ουσία και ζητά την απόρριψη της. Για την υπόθεση του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας ενώ για την Εναγόμενη 2 κατάθεσαν τέσσερις μάρτυρες. Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του ο Ενάγοντας παρουσίασε και κατάθεσε συνολικά 19 Τεκμήρια. Καταθέτοντας ο Ενάγοντας ανάφερε τα ακόλουθα: «Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Ηλίας Αριστοδήμου δηλώνω τα ακόλουθα. Είμαι ο Ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση.
- Στις 18/01/1973 αγόρασα από κοινού με τον αδελφό μου Φίλιππο Αριστοδήμου, εξ΄ ημισείας κατά ½ μερίδιο εξ΄ αδιαιρέτου από την Ιερά Μονή Κύκκου Εναγόμενη 1, με σχετικό πωλητήριο έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας τα τεμάχια 117 και 118 του Φ/Σχ LI 47 και 55 στο Χωριό Μανδριά της Πάφου συνολικής έκτασης 133 σκαλών και 3 προσταθιών αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των ΛΚ61.275,
- Σύμφωνα με το Πωλητήριο Έγγραφο το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί με £2,000 προκαταβολικά και το υπόλοιπο σε 15 ίσες ετήσιες δόσεις με τόκο 6% ετησίως. Αμέσως μετά την υπογραφή του Πωλητηρίου Εγγράφου λάβαμε την κατοχή των κτημάτων. Επιθυμώ να προσκομίσω το αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 18/01/1973 μεταξύ εμού του αδελφού μου Φίλιππου Αριστοδήμου και της Ιεράς Μονής Κύκκου Εναγομένης 1, ως Τεκμήριο
- Όπως φαίνεται από το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 18/01/1973 αγοραστές ήμουν μόνο εγώ και ο αδελφός μου Φίλιππος Αριστοδήμου. Είχα ακόμη μια αδελφή την Ιφιγένεια Αριστοδήμου η οποία απεβίωσε αλλά δεν είχε καμία σχέση με την αγορά των τεμαχίων που αναφέρονται στην συμφωνία ημερομηνίας 18/01/
- Σύμφωνα με το ως άνω Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 18/01/1973 η μεταβίβαση και εγγραφή των κτημάτων που περιγράφονται στο εν λόγω πωλητήριο έγγραφο επ΄ ονόματι μου και επ΄ ονόματι του αδελφού μου Φίλιππου Αριστοδήμου, θα ελάμβανε χώρα με την πλήρη εξόφληση και αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς τους.
- Ολόκληρο το τίμημα πώλησης κατεβλήθη στην Ιερά Μονή Κύκκου Εναγομένη 1, η οποία έπρεπε σύμφωνα με τον πιο πάνω γραπτό όρο του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 18/01/1973 να μεταβιβάσει τα πωληθέντα κτήματα στους Αγοραστές, δηλαδή σε μένα και στον αδελφό μου Φίλιππο Αριστοδήμου ανά ½ μερίδιο στον καθένα μας. Επιθυμώ να καταθέσω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 βεβαίωση της Εναγομένης 1 ημερ. 17/1/2004 ότι το αγορασθέν κτήμα έχει εξοφληθεί.
- Παρά την ύπαρξη του προαναφερθέντος όρου στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 18/01/1973, δηλαδή την υποχρέωση της Εναγομένης 1 Ιεράς Μονής Κύκκου να μεταβιβάσει τα κτήματα με την πλήρη εξόφληση τους στο όνομα μου και στο όνομα του αδελφού μου Φίλιππου Αριστοδήμου, η Εναγομένη 1 Ιερά Μονή Κύκκου κατά παράβαση της συμφωνίας μας ημερομηνίας 18/01/1973 μου απέστειλε επιστολή στις 28/04/1998 με την οποία με καλούσε σε συνάντηση στο Μετόχι Κύκκου στις 20/05/1998 για διευθέτηση του τρόπου και χρόνου μεταβίβασης των κτημάτων. Επιθυμώ να καταθέσω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 28/04/1998 της Εναγομένης
- Στην εν λόγω επιστολή αναφέρετο ότι η Ιερά Μονή Κύκκου, Εναγόμενη 1, αποφάσισε όπως μεταβιβάσει τα κτήματα ανά 1/3 μερίδιο σε μένα, στον Εναγόμενο 2 αδελφό μου και στην αδελφή μας Ιφιγένεια Αριστοδήμου. Σημειώνω ότι με επιστολές του τότε δικηγόρου μου μακαρίτη Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου ημερομηνίας 13/03/1998 και 23/04/1998 είχα εκφράσει την διαμαρτυρία μου στην πρόθεση της Ιεράς Μονής Κύκκου να μεταβιβάσει τα κτήματα και σε τρίτα πρόσωπα. Επιθυμώ να καταθέσω αντίγραφα των ως άνω δύο επιστολών του τότε Δικηγόρου μου ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4 και
- Με την προαναφερθείσα επιστολή της η Εναγομένη 1, Ιερά Μονή Κύκκου, ημερομηνίας 28/04/1998 παραβίαζε τα μεταξύ μας γραπτώς συμφωνηθέντα την 18/1/1973 με το ως άνω Πωλητήριο Έγγραφο, καθ΄ ότι ουδέποτε η αδελφή μου Ιφιγένεια Αριστοδήμου είχε οποιανδήποτε συμβατική σχέση με την αγορά των κτημάτων και ούτε στο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 18/01/1973 περιγράφετο ως αγοραστής.
- Μετά την παραλαβή της προαναφερθείσας επιστολής της Εναγομένης 1, Ιεράς Μονής Κύκκου, παρευρέθηκα στη προγραμματισθείσα συνάντηση αλλά εξέφρασα την αντίδραση μου και την αντίθεση μου στην πρόθεση της Εναγομένης 1 να μεταβιβάσει το 1/3 μερίδιο των κτημάτων στην αδελφή μου Ιφιγένεια Αριστοδήμου και επέμενα στη πιστή τήρηση των όρων του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 18/01/1973, το οποίο όπως είπα προνοούσε τη μεταβίβαση των δύο κτημάτων μόνο σε μένα και στον αδελφό μου Φίλιππο Αριστοδήμου.
- Παρά τις αντιδράσεις μου στην συνάντηση που είχα με την Εναγομένη 1, Ιερά Μονή Κύκκου, αυτή τελικά κατά παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου μας ημερομηνίας 18/01/1973 μεταβίβασε τον Μάιο με Ιούνιο του 1998 τα 2/3 των κτημάτων στον αδελφό μου Φίλιππο και στην αδελφή μου Ιφιγένεια Αριστοδήμου αφήνοντας το 1/3 των κτημάτων για να μετεβιβασθεί σε μένα. Σημειωτέον ότι αμέσως μετά την αντισυμβατική μεταβίβαση του 1/3 μεριδίου των δύο ανωτέρω κτημάτων από την Εναγομένη 1 στην αδελφή μου Ιφιγένεια Αριστοδήμου η τελευταία μεταβίβασε τα μερίδια της στον αδελφό μας Φίλιππο Αριστοδήμου δυνάμει δωρεάς.
- Στις 14/07/2005 με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου εδέχθηκα μεταβίβαση του εναπομείναντος 1/3 μεριδίου του κτήματος στο όνομα μου.
- Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών της Εναγομένης 1, Ιεράς Μονής Κύκκου δεν έλαβα το ½ μερίδιο των αγορασθέντων κτημάτων ως προνοούσε η γραπτή συμφωνία μας ημερομηνίας 18/01/1973 αλλά το 1/3 μόνο, ήτοι 2/12 του όλου των κτημάτων λιγότερο από εκείνο που αγόρασα. Συνολικά πήρα 14 σκάλες περίπου λιγότερες από εκείνο που αγόρασα λαμβανομένου υπόψη ότι το όλο των κτημάτων ήταν συνολικής έκτασης 133 σκαλών και τρία προστάθια περίπου.
- Επιβεβαίωση της θέσης μου πως αγοραστής των κτημάτων και δικαιούχος να εγγραφεί ως συνιδιοκτήτης σ΄ αυτά ήμουν εγώ και ο αδελφός μου Φίλιππος Αριστοδήμου μόνον, αποτελεί η Βεβαίωση της ίδιας της Εναγομένης 1 Ιεράς Μονής Κύκκου, ημερομηνίας 28/07/1977, την οποία επιθυμώ να καταθέσω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Σύμφωνα με την εν λόγω βεβαίωση ο τότε ηγούμενος της Εναγομένης 1, Διονύσιος Κυκκώτης, αναφέρει πως οφείλω στην Εναγόμενη 1 το ποσό των ΛΚ31787 ποσό προερχόμενο από την αγορά κτήματος εις Μανδριά της Πάφου, δηλαδή το ½ του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης εκ ΛΚ61,
- Στην υπεράσπιση της Εναγομένης 1 υπάρχει ισχυρισμός πως η αγορά των ανωτέρω κτημάτων έγινε με την μεσολάβηση του αδελφού μου μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου και κατά το 1973 Χωρεπισκόπου Κωνσταντίας. Διαφωνώ πλήρως με αυτή την θέση της Εναγομένης
- Ο μακαριστός αδελφός μου Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος απλά έμαθε την απόφαση μου και του αδελφού μου Φίλιππου για αγορά των ανωτέρω κτημάτων όταν του ζήτησα να καταβάλει την προκαταβολή των ΛΚ2,000 ο ίδιος από χρήματα που μου χρωστούσε. Την περίοδο εκείνη ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος μου χρωστούσε δυνάμει Γραμματίου ημερομηνίας 16/9/1971 ΛΚ10,
- Το ποσό αυτό το είχε λάβει από εμένα ως δάνειο σε διάφορες περιόδους και το κατέθετε σε λογαριασμό του στην Ιερά Μονή Κύκκου. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο αντίγραφο του εν λόγω Γραμματίου.
- Ως εκ των ανωτέρω η προκαταβολή των ΛΚ2,000 δυνάμει του Πωλητήριου Εγγράφου ημερομηνίας 18/1/1973 πληρώθηκε από τα χρήματα που χρωστούσε ο αδελφός μου μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος απευθείας από τον λογαριασμό του στην Ιερά Μονή Κύκκου.
- Δεν συμφωνώ πως αγοράστρια των δύο κτημάτων ήταν και η αδελφή μου Ιφιγένεια Αριστοδήμου ως αναφέρει η Εναγομένη 1 στην Υπεράσπιση της και πως λόγω αδυναμίας της να παραστεί στην υπογραφή του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 18/1/1973 με υπόδειξη του τέως Μακαριοτάτου αδελφού μας αυτό υπογράφτηκε μόνο από εμένα και τον αδελφό μου Φίλιππο Αριστοδήμου.
- Επαναλαμβάνω πως αγοραστής των ανωτέρω κτημάτων ήμουν εγώ και ο αδελφός μου Φίλιππος Αριστοδήμου μόνον. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί εκχώρησης των δικαιωμάτων μας σε εταιρεία αυτός δεν ευσταθεί αφού ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο.
- Η εταιρεία έγινε το 1976 και διαγράφηκε το
- Ένεκα της παράβασης των συμφωνηθέντων από την Εναγομένη 1 υπέστηκα ζημιά ίση με την αγοραστική αξία του μέρους των δύο ανωτέρω κτημάτων που η Εναγομένη 1 αρνήθηκε να μου μεταβιβάσει. Την εν λόγω ζημιά μου ζητώ να διαταχθεί να μου την πληρώσει η Εναγομένη 1.» Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας ανάφερε ότι είναι αδελφός του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου του Α΄. Στη συνέχεια ανάφερε ότι δεν γνώριζε να πει αν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος βοηθούσε τους συγγενείς του και σε συγκεκριμένη ερώτηση αν ο Αρχιεπίσκοπος αδελφός του το βοήθησε απάντησε: «Όχι, το βοήθησα εγώ». Στη συνέχεια ερωτώμενος ποια βοήθεια παρέσχε στο μακαριστό Αρχιεπίσκοπο αδελφό του, απάντησε ότι τον δάνεισε £10.000 με βάση το γραμμάτιο (Τεκμήριο 1
(7)) που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Πρόσθεσε δε ότι το γραμμάτιο το συνέταξε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος και επέμενε ότι στο γραμμάτιο φαίνεται καθαρά ο γραφικός του χαρακτήρας. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι αυτό το γραμμάτιο το κατασκεύασε ο ίδιος. Όταν ρωτήθηκε πού είναι το πρωτότυπο αυτού του γραμματίου ανάφερε αυτολεξί: «επεράσαν τόσοι δικηγόροι που ζητούσανε και βγάζαμε φωτοτυπίες, πόσοι δικηγόροι, ένας, δύο, τρεις, τέσσερις και εσύ πέντε δικηγόροι αλλάξαν». Σε επανάληψη της ερώτησης ανάφερε «σας είπε ο κάθε δικηγόρος το έπαιρνε και ζητούσε, τα έδινα. Δεν θυμάμαι πού επήε». Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν υπάρχουν μάρτυρες στο γραμμάτιο απάντησε ότι δεν χρειαζόντουσαν μάρτυρας σαν αδέλφια που ήσαν και επίσης ανάφερε ότι ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος δεν του επέστρεψε τα χρήματα προσθέτοντας ότι έδωσε £2.000 για προκαταβολή για αγορά των κτημάτων και για τα υπόλοιπα δεν τον ρώτησε. Ερωτώμενος εάν είναι ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος που διαμεσολάβησε για να πάρει αποζημίωση από την ιερά Μονή Κύκκου για το κέντρο "International" αρνήθηκε ότι ανακατεύθηκε ο αδελφός του σ΄ αυτό το θέμα. Ερωτώμενος πόσο επήρε γι΄ αυτό το κέντρο ανάφερε ότι πήρε £100.000 αλλά αυτά τα λεφτά ήταν μηδέν. Επίσης αρνήθηκε ότι μετά που πήρε τις £100.000 και πάλι με διαμεσολάβηση του Αρχιεπισκόπου πήρε άλλες £80.000. Επίσης αρνήθηκε ο Ενάγοντας ότι εκμεταλλεύθηκε με οποιοδήποτε τρόπο την ιδιότητα του αδελφού του σαν Αρχιεπισκόπου ή ότι έπαιρνε ωφελήματα εις βάρος της εκκλησίας λόγω της αδελφικής σχέσης που είχε με τον Αρχιεπίσκοπο. Όταν ρωτήθηκε αν εκμεταλλεύθηκε και την καντίνα του Ραδιοφωνικού Σταθμού «Ο Λόγος» ανάφερε ότι ζήτησαν προσφορές και έκαμε και ο ίδιος και κέρδισε την προσφορά. Σε άλλες ερωτήσεις ανάφερε ότι από την εκκλησία αγόρασε και ένα οικόπεδο όταν ήρθε από την Αυστραλία και έκτισε το σπίτι του, επίσης από την Ιερά Μονή Κύκκου. Σε σχέση με τα αδέλφια του Φίλιππο και Ιφιγένεια ανάφερε ότι ήταν μια απλή σχέση, δεν είχαν καμιά συνεργασία «άλλη η δουλειά τους τζείνους», άλλη η δική του. Όταν ρωτήθηκε γιατί συνεταιρίστηκε με τα αδέλφια του Φίλιππο και Ιφιγένεια, αναφέρθηκε στο χωράφι που αγόρασε στα Μανδριά και που του το εισηγήθηκε ο συγχωρεμένος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος να το αγοράσει γιατί θα επωλείτο στους Τούρκους. Η εταιρεία Αδελφοί Αριστοδήμου Λτδ ενεγράφηκε όπως είπε, στις 9.2.1976 και μέτοχοι ήταν ο ίδιος και τα αδέλφια του Φίλιππος και Ιφιγένεια. Ήταν η θέση του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση ότι την αγορά του κτήματος στα Μανδριά τη διαπραγματεύτηκε ο ίδιος με τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κύκκου και αργότερα δέχθηκε να μπει και ο αδελφός του ο Φίλιππος επειδή τον επίεσε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος αδελφός του. Γι΄ αυτό τον ειδοποίησαν και ήρθε στη Λευκωσία για να υπογράψει το έγγραφο. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι το συμβόλαιο, τη συμφωνία με την Ιερά Μονή Κύκκου (Τεκμήριο 1
(1)) δεν την υπόγραψε ο ίδιος ο αλλά υπόγραψε ο Αρχιεπίσκοπος στη θέση του. Ο Ενάγοντας πρόσθεσε ότι επειδή ο αδελφός του ο Φίλιππος ήταν στην Πάφο ενώ αυτός στη Λευκωσία είναι ο αδελφός του που ανέλαβε να διαχειρίζεται το κτήμα. Όταν ερωτήθηκε γιατί από το 1973 μέχρι το 1979 πέραν από την προκαταβολή δεν πληρώθηκε οτιδήποτε έναντι του τιμήματος αγοράς ανάφερε «δεν πλήρωσε ο Φίλιππος, ήταν ο υπεύθυνος». Επέμενε ότι ο αδελφός του ο Φίλιππος ήταν υπεύθυνος για την πληρωμή και επειδή δεν πήρε και ειδοποίηση από την Ιερά Μονή δεν πλήρωσε. Ο ίδιος δεν ανησυχούσε ότι θα του έπαιρναν το κτήμα επειδή δεν έκαμναν πληρωμές, διότι όπως είπε, θα τον ειδοποιούσαν, θα του έστελναν κάποια επιστολή να πληρώσει. Αρνήθηκε ότι δεν πλήρωναν τις δόσεις διότι είχαν την υψηλή προστασία του Αρχιεπισκόπου ο οποίος είχε προβεί στην δικαιοπραξία για λογαριασμό τους. Σε σχέση με την αδελφή του Ιφιγένεια ανάφερε ότι αυτή έμενε στο χωριό, είχε περιουσία και είχε εισοδήματα και δεν ήταν φτωχή. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι ο πατέρας του είχε λεφτά. Σε σχετική ερώτηση που του έγινε ότι ούτε ο αδελφός του ο Φίλιππος ούτε η αδελφή του Ιφιγένεια είχαν την δυνατότητα να αποπληρώσουν το τίμημα πώλησης απάντησε ότι ήταν αυτός που πήρε πρώτος το κτήμα και είχε απαίτηση να το αποπληρώσει ότι και να γίνει. Χαρακτηριστικά όπως είπε: «Με το Γούμενο παίζαμε τάβλι μαζί». Ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι το κτήμα αυτό αγοράστηκε για να μεταπωληθεί και να πάρουν κέρδος, αρνήθηκε ότι αυτή την πράξη την έκαμε ο Αρχιεπίσκοπος για να βοηθήσει τα τρία αδέλφια. Ο Ενάγοντας συμφώνησε ότι το 1998 κίνησε την αγωγή 2194/98 και ο λόγος ήταν διότι ο Κύκκος ήθελε να βάλει την Ιφιγένεια μέσα και εκείνος δεν εδεχόταν και του Φίλιππου του αδελφού του, κίνησε την αγωγή εκείνη διότι του χρωστούσε, όπως είπε, από τα αυτοκίνητα και τα τρακτέρ που αγόρασε. Όταν του ελέγχθη ότι στην αγωγή του 1998 δεν ζητούσε οτιδήποτε για αυτοκίνητα και τρακτέρ ανάφερε ότι θα φέρει τα χαρτιά του Φίλιππου. Επίσης ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι αγόρασε αυτοκίνητα, τρακτέρ, σωλήνες για να αξιοποιηθεί το χωράφι που αγόρασε με τον αδελφό του αλλά αυτά τα πράγματα δεν τα ζητούσε στην πιο πάνω αγωγή. Όταν του λέχθηκε ότι για να δανειοδοτηθούν για αξιοποίηση του κτήματος έπρεπε να συστήσουν εταιρεία που θα δικαιολογούσε την παροχή δανείου ο Ενάγοντας συμφώνησε με αυτό. Αρνήθηκε όμως ότι μέτοχος ήταν και η Ιφιγένεια και πρόσθεσε ότι ήταν τα παιδιά του. Ο Ενάγοντας επέμενε ότι η αδελφή του δεν ήταν στην εταιρεία, δεν ήταν γραμμένη στο συμβόλαιο και δεν εδικαιούτο οτιδήποτε. Πιεζόμενος από ερωτήσεις στην αντεξέταση, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι μετά που σκοτώθηκε η γυναίκα του η αδελφή του Ιφιγένεια πρόσεχε τα παιδιά του και αυτά του Φίλιππου. Ο Ενάγοντας δεν θυμόταν να πει τι απέγινε η αγωγή του 1998. Όταν του υπεδείχθη ότι η αγωγή απορρίφθηκε στις 5.6.2000 ο Ενάγοντας διερωτήθηκε για ποιο λόγο να απορριφθεί, στη συνέχεια είπε, δεν ξέρω τι έγινε, μετά πρόσθεσε δεν γίνεται να απερρίφθη και μετά διερωτάτο ποιος ήταν ο δικηγόρος τότε. Επειδή ο Ενάγοντας σε επανειλημμένες ερωτήσεις αρνείτο να απαντήσει εάν η εν λόγω αγωγή απορρίφθη ή όχι, μετά από επέμβαση του Δικαστηρίου ο Ενάγοντας απάντησε ότι αυτή η υπόθεση απερρίφθη χωρίς να το ξέρει. Όταν του λέχθηκε ότι για τριάμιση χρόνια μετά την απόρριψη δεν έκαμε τίποτε απάντησε ότι αποκλείεται. Επίσης ο μάρτυρας δεν θυμόταν να πει αν η δεύτερη αίτηση που έκαμε για επαναφορά της υπόθεσης του εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Όταν του υπεβλήθη ότι η παρούσα αγωγή ηγέρθη και εναντίον του αδελφού του του Φίλιππου και ότι στις 22.1.2008 την απέσυρε ανεπιφύλακτα ο Ενάγοντας επέμενε ότι η αγωγή εναντίον του αδελφού του συνεχίζει. Σε υποβολή που του έγινε ότι η συμφωνία Τεκμήριο 1
(1)ήταν καθαρή ενέργεια του Αρχιεπισκόπου με σκοπό να βοηθήσει τα τρία αδέλφια του με μια μικρή προκαταβολή που έδωσε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος η απάντηση που έδωσε ήταν: «Με τα δικά μου λεφτά». Στη συνέχεια παραδέχθηκε ο Ενάγοντας ότι μέχρι το 1998 δεν δημιούργησε θέμα για την Ιφιγένεια και ούτε παραπονέθηκε γιατί να περιληφθεί στους δικαιούχους του κτήματος. Ερωτηθείς ο Ενάγοντας εάν η συμφωνία Τεκμήριο 1 έχει υπογραφεί από τον τότε Ηγούμενο Χρυσόστομο απάντησε θετικά. Όταν του ζητήθηκε να υποδείξει στο Τεκμήριο 1-Συμφωνία την υπογραφή του τότε Ηγουμένου Χρυσοστόμου ο Ενάγοντας υπέδειξε στην επικεφαλίδα του εγγράφου που αναφέρεται «Ιερά Μονή Κύκκου δια του Ηγουμένου αυτής κ. Χρυσοστόμου». Όταν ρωτήθηκε εάν εις το τέλος του εγγράφου εκεί που λέει «συμβαλλόμενοι» αν υπάρχει υπογραφή, ο Ενάγοντας δεν έδωσε σαφή απάντηση. Όταν ερωτήθηκε γιατί μέχρι το 1998 δεν έκαμε οποιοδήποτε διάβημα για το γεγονός ότι συμπεριελήφθη και η Ιφιγένεια Αριστοδήμου σαν δικαιούχος στο κτήμα απάντησε «δεν είχε δικαίωμα, πώς θα κάμω διάβημα»; Και συνέχισε λέγοντας ότι έκαμε ζήτημα διότι ο Ηγούμενος της έδωσε το 1/3 μερίδιο. Ο Ενάγοντας ισχυρίσθη σε περαιτέρω ερωτήσεις ότι η υπογραφή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου στο χαρτί που ομιλεί ότι δικαιούχος είναι και η Ιφιγένεια Αριστοδήμου δεν είναι η υπογραφή του Αρχιεπισκόπου. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας ερωτηθείς αφού του υπεδείχθη το Τεκμήριο 1
(11)πως περιήλθε στην κατοχή του απάντησε ότι του το έστειλε η Ιερά Μονή Κύκκου για να παρουσιαστεί. Ερωτώμενος ο Ενάγοντας εάν διαμαρτυρήθηκε προς οποιονδήποτε με την παραλαβή του Τεκμηρίου 1
(12)απάντησε ότι «αφού ο Μακαριότατος το ήξερε ότι η Ιφιγένεια δεν είχε καμιά σχέση με το χωράφι». Στη συνέχεια ισχυρίσθη ότι είπε στον Αρχιεπίσκοπο ότι δεν δεχόταν αυτό το πράμα. Ερωτηθείς στη συνέχεια να απαντήσει γιατί στη δήλωση του γράφει ότι το κτήμα που αγόρασαν ήταν 133 σκάλες και τρία προστάθια απάντησε «γράφει το συμβόλαιο». Όταν του ζητήθηκε να υποδείξει πού στο συμβόλαιο αναφέρονται οι 133 σκάλες ο μάρτυρας δεν μπορούσε να απαντήσει λέγοντας «κάπου εν γραμμένο». Όταν του υπεβλήθη ότι το κοτσιάνι του 117 και 118 γράφει 129 σκάλες και τρία προστάθια ο Ενάγοντας επέμενε ότι κάπου το έχει γραμμένο και είναι 133 σκάλες και τρία προστάθια. Όταν του υπεβλήθη ότι η Ιερά Μονή δεν ήθελε να αποξενωθεί το κτήμα της διότι μόλις στις 16.10.1972 μεταβιβάστει επ΄ ονόματι της δυνάμει αγοράς, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι δεν γνώριζε το χωράφι και επέμενε ότι είναι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος που του είπε ότι ο Ηγούμενος θα το πουλήσει στους Τούρκους και κοίταξε να το αγοράσεις εσύ. Όταν ερωτάτο αν αγοράσθηκε και το 119 από αυτούς επανελάμβανε σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθησαν ότι επληρώθη και αυτό και όταν του υπεβλήθη ότι οι 133 σκάλες τις οποίες αναφέρει είναι το σύνολο των τεμαχίων 117, 118 και 119 πάλι η απάντηση που έδιδε ήταν «και το 119 επληρώθη», με την επέμβαση του Δικαστηρίου συμφώνησε όμως ότι έτσι είναι. Ο Ενάγοντας συμφώνησε σε ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν ότι το 1979 μαζί με τα αδέλφια του Φίλιππο και Ιφιγένεια διαπραγματεύθησαν την πώληση 54 σκαλών στους Φρίξο Κωνσταντίνου και Ευστάθιο Χατζηγιάννη για £174.000. Αργότερα σε άλλες ερωτήσεις ανάφερε ότι δεν γνώριζε καθόλου γι΄ αυτά τα πράγματα και είναι χωρίς την υπογραφή του που έγινε. Στη συνέχεια επειδή τον φώναξε ο αδελφός του ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος και του είπε ότι κινδυνεύει να πάει ο αδελφός του φυλακή, δέχθηκε να τιτλοποιηθεί σ΄ αυτούς τους ανθρώπους που αγόρασαν τις 54 σκάλες. Κατόπιν τούτου η συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 4.12.1979 μεταξύ Ιφιγένειας Αριστοδήμου, Φίλιππου Αριστοδήμου και Ηλία Αριστοδήμου και με αγοραστές τον Φρίξο Κωνσταντίνου και Ευστάθιο Χατζηγιάννη παρουσιάστηκε σαν Τεκμήριο 1
(15). Ο Ενάγοντας επέμενε ότι υπέγραψε τα εν λόγω χαρτιά διότι του είπαν ότι θα πάει ο αδελφός του φυλακή. Επίσης ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι από το ποσό των £174.000 δεν πήρε τίποτε. Υπήρξε ο ισχυρισμός από τον Ενάγοντα ότι εναντίον του Φίλιππου Αριστοδήμου, αδελφού του, κίνησε την αγωγή 1310/06 επειδή παράνομα πώλησε αυτές τις σκάλες με το Τεκμήριο 1
(15). Συμφώνησε όμως ότι άρχισαν να πληρώνουν την Ιερά Μονή Κύκκου μετά που πωλήθηκε μέρος του κτήματος. Στη συνέχεια ο μάρτυρας συμφώνησε ότι έγινε διαχωρισμός των κτημάτων για να τιτλοποιηθεί το πωληθέν μέρος του κτήματος και για να τιτλοποιηθεί το υπόλοιπο επ΄ ονόματι των δύο. Όταν του υπεδείχθη η υπογραφή του πάνω στη δήλωση μεταβίβασης που έγινε επ΄ ονόματι του αδελφού του, του ιδίου και της Ιφιγένειας απάντησε «φαίνεται να είναι η υπογραφή μου». Ο Ενάγοντας δεν θυμόταν να πει αν την ημέρα που κατατέθη η δήλωση μεταβίβασης επ΄ ονόματι του ιδίου, του αδελφού του και της αδελφής του Ιφιγένειας παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως στο Κτηματολόγιο. Στη συνέχεια ανάφερε ότι μπορεί να έδωσε πληρεξούσιο στον αδελφό του Φίλιππο, αργότερα όταν του υπέβαλε ότι ο ίδιος υπέγραψε τη δήλωση μεταβίβασης είπε «μπορεί να την υπόγραψα». Ο Ενάγοντας επίμονα αρνήθηκε ότι το 1982 αποδέχθηκε αφενός μεν πώληση μέρους του κτήματος του από την Ιφιγένεια και τον αδελφό του και μεταβίβαση επ΄ ονόματι του ιδίου και τον αδελφό του κατά 1/3 μερίδιο του κτήματος. Ο Ενάγοντας επέμενε ότι τα μόνα χαρτιά που υπέγραψε ήταν εκείνα που έγινε η μεταβίβαση του μέρους που πωλήθηκε για να μην πάει ο αδελφός του και η αδελφή του φυλακή και τίποτε άλλο. Στη συνέχεια τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκμήριο 1
(18)που ήταν πληρεξούσιο ειδικό έγγραφο που εδόθη από τον Ενάγοντα και την αδελφή του Ιφιγένεια Αριστοδήμου στον αδελφό τους Φίλιππο Αριστοδήμου με ημερομηνία 9.4.1982 για μεταβίβαση επ΄ ονόματι της εταιρείας Mandria Beach Holdings Company Ltd των μεριδίων τους στο μέρος του κτήματος που πωλήθηκε. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας αναγνώρισε την υπογραφή του και την υπογραφή των αδελφών του σε έγγραφο που έγινε Τεκμήριο 1
(19)και με το οποίο απευθύνονταν προς τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κύκκου και ζητούσαν όπως η Ιερά Μονή ενεργήσει τα δέοντα προς συνένωση των κτημάτων των εις ένα μόνο τίτλο. Όταν ερωτήθηκε γιατί από το 1982 μέχρι το 1998 δεν έκαμε οτιδήποτε εναντίον των δύο αδελφών του γι΄ αυτά που έκαμαν απάντησε ότι δεν γνώριζε τι έκαμαν τα αδέλφια του. Τελικά υπεβλήθη στον Ενάγοντα ότι το 1998 ήγειρε αγωγή επειδή διαπίστωσε ότι η Ιφιγένεια επροτίθετο να δώσει την περιουσία της στα παιδιά του Φίλιππου κατ΄ αποκλεισμό των δικών του, πράγμα το οποίο αρνήθηκε και ανάφερε ότι το μόνο κίνητρο που είχε για να κινήσει την αγωγή ήταν ότι η Ιφιγένεια δεν εδικαιούτο στο 1/3 του κτήματος. Ο Ενάγοντας δεν γνώριζε να πει πότε απεβίωσε η αδελφή του. Όταν του υπεβλήθη ότι γνώριζε από την αρχή ότι η Ιφιγένεια ήταν δικαιούχος σ΄ αυτά τα κτήματα που αγοράσθησαν από την Ιερά Μονή Κύκκου και ότι αυτό ήταν και η επιθυμία του αδελφού του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου απάντησε ότι δεν τον ενδιέφερε η επιθυμία οποιουδήποτε διότι εκείνος αγόρασε και όχι ο Αρχιεπίσκοπος. Επανεξεταζόμενος ο Ενάγοντας ανάφερε ότι εναντίον του αδελφού Φίλιππου Αριστοδήμου, η άλλη αγωγή αφορά μηχανήματα τα οποία αγόρασε για αξιοποίηση του κτήματος. Επίσης ανάφερε ότι η αξιοποίηση που εννοεί ήταν να φυτεύσουν δέντρα και άλλα είδη στο κτήμα που αγόρασαν. Στη συνέχεια του ζητήθηκε να υποδείξει την υπογραφή του στο συμβόλαιο Τεκμήριο 1
(1). Όταν ρωτήθηκε γιατί στο Τεκμήριο 1
(1)δεν υπάρχει η υπογραφή του Ηγουμένου ο Ενάγοντας απάντησε «ο Ηγούμενος τα έκαμε πάνω εδώ και πάντοτε τα έκανε, αυτή την κατάσταση και είναι βιβλίο και βγάζει το βιβλίο και μας το παραδίδει. 18.1.82». Επίσης ο Ενάγοντα διευκρίνισε ότι το τεμάχιο 119 αγοράστηκε το 1975 και αγοραστές ήταν και πάλι ο ίδιος με τον αδελφό του Φίλιππο Αριστοδήμου. Ο Ενάγοντας δεν θυμόταν να πει πότε η Μονή Κύκκου του τιτλοποίησε το 1/3 του κτήματος που απέμεινε μετά από την πώληση μέρους του. Όταν ρωτήθηκε τι το έκανε το μερίδιο του, δηλαδή το 1/3 απάντησε ότι το πώλησε προς £130.000 τη σκάλα. Στην επόμενη δικάσιμο τα μέρη εκ συμφώνου παρουσίασαν σαν Τεκμήριο 2 έκθεση των εκτιμητών CP PAVLIDES Charter Surveyors που ετοιμάστηκε για λογαριασμό του Ενάγοντα και το περιεχόμενο της δηλώθηκε σαν παραδεκτό γεγονός. Πρώτος μάρτυρας για την υπόθεση της Εναγόμενης κατάθεσε ο Χαρίλαος Μαρδάς ο οποίος, όπως αναφέρει είναι νομικός και εργάστηκε στο Κτηματολόγιο για 42 χρόνια. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε γραπτή δήλωση επέχουσα μέρος της κυρίως εξέτασης του και η οποία έχει ως εξής: «
- Ονομάζομαι Χαρίλαος Μαρδάς, 63 ετών. Είμαι νομικός κι εργάστηκα στο Κτηματολόγιο για 42 χρόνια. Αφυπηρέτησα τον Οκτώβριο 2009 από την θέση του Πρώτου κτηματολογικού Λειτουργού και υπεύθυνος του Τομέα Εγγραφής. Από της αφυπηρέτησής μου ασχολούμαι με συμβουλευτικές υπηρεσίες.
- Μου έχει ανατεθεί από τους Εναγόμενους να ερευνήσω εκ μέρους τους τις διάφορες ενέργειες που έχουν κατά καιρούς γίνει από τα μέρη για τα κτήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, το ιστορικό των κτημάτων και άλλα συναφή με αυτά θέματα. Για τον σκοπό δε αυτό μου έχει γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο των δικογράφων και άλλων σχετικών εγγράφων. Έχω ερευνήσει τους σχετικούς Κτηματολογικούς φακέλους που αφορούν την υπόθεση και έχω κρατήσει σημειώσεις.
- Έχω δει το Τεκμήριο 1
(1)(πωλητήριο έγγραφο ημερ. 18/1/1973). Αφορά τα τεμάχια 117 και 118 στην τοποθεσία «Κάμπος» του χωριού Μανδριά της Επαρχίας Πάφου.
- Και τα 2 τεμάχια αποτελούσαν το αντικείμενο ενός τίτλου με αρ. εγγρ. 3101 ημερομηνίας 16/10/1972 που είναι η ημερομηνία κατά την οποία το κτήμα ενεγράφη για πρώτη φορά στο όνομα της Μονής Κύκκου.
- Είχε αποκτηθεί από την Μονή δι΄ αγοράς το 1972 από την εταιρεία Παύλος Κυθραιώτης Λτδ αντί του ποσού των £50.750 και μεταβιβάστηκε στο όνομα της τον ίδιο χρόνο με την δήλωση μεταβίβασης Π1891/1972 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου.
- Η έκταση του κτήματος στον τίτλο είναι 129 σκάλες 3 προστ. Η αναφορά του Ενάγοντα όπως φαίνεται από την γραπτή του δήλωση την οποία είχα την ευκαιρία να διαβάσω περί έκτασης 133 σκαλών, 3 προστ. είναι ασύμβατη με τον τίτλο και μη ορθή.
- Παρουσιάζω φωτοαντίγραφο του Τεκμηρίου 1
(13)στο οποίο έχω σημειώσει το τεμ. 117 με κόκκινο χρώμα και το τεμ. 118 με μπλε χρώμα. (Σημειώνεται ότι όταν το κτήμα υποδιαιρέθηκε όπως φαίνεται πιο κάτω και καταμετρήθηκε προέκυψε ότι η πραγματική του έκταση είναι 127 σκάλες και 3 προστ.).
- Στο ίδιο σχέδιο σημειώνω με κίτρινο χρώμα το τεμάχιο 119 που ήταν αντικείμενο άλλου τίτλου και επίσης ιδιοκτησίας της Μονής και είχε αγοράσει τον ίδιο χρόνο από την ίδια εταιρεία με τα άλλα για £840 ετκάσεως επί του τίτλου 4 σκαλών. (Αργότερα όταν εκσυγχρονίστηκε ο τίτλος όπως αναφέρεται πιο κάτω η πραγματική του έκταση φάνηκε ότι είναι 6 σκάλες και 2 προστ.).
- Συγκρίνοντας τις εκτάσεις των τίτλων των κτημάτων τεμ. 117 & 118 μαζί με το 119 όπως φαίνονται στους εν λόγω τίτλους συμποσούνται σε 133 σκάλες και 3 προστ. όπως αναφέρει ο Ενάγων στην δήλωση του.
- Το τεκμ. 1
(14)αποτελεί απόσπασμα του σχετικού βιβλίου της Μονής το οποίο έχω επιθεωρήσει. Η τρίτη καταχώρηση με ημερ. 18/12/75 δείχνει ότι το τεμ. 119 πωλήθηκε για £2.300 στους ίδιους αγοραστές όπως και τα τεμ. 117 & 118 για τα οποία γίνεται αναφορά στην πρώτη καταχώρηση με ημερ. 17/1/1973 τα οποία φαίνεται να πωλήθηκαν αντί £61.275 ως το τεκμήριο 1
(1). Στο ίδιο έγγραφο καταχώρηση 2 αναγράφεται ότι μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό του Χωροεπισκόπου (Κωνσταντίας) £2.000 έναντι κι έτσι το υπόλοιπο έγινε £59.275. Μου επεδείχθη βιβλίο της Μονής που δείχνει ότι κατά την 17/1/1973 ο Χωροεπίσκοπος Κωνσταντίας είχε προσωπικό λογαριασμό από τον οποίο μεταφέρθηκε το ποσό των £2.000 της προκαταβολής. Μου δόθηκαν αντίγραφα των σχετικών σελίδων 253 και 258 τα οποία παρουσιάζω. Για όλες τις πιο πάνω πράξεις ετηρείτο στο Τεκμήριο 1(14 ένας ενιαίος λογαριασμός με επικεφαλίδα «Εταιρεία Αδελφοί Αριστοδήμου Λτδ». Στην ίδια σελίδα (του Τεκμ. 1/14) υπάρχει προσημείωση με ημερ. 18/11/1977 που λέγει ότι «Υπάρχει εγγύηση εις Συνεργατικήν για £18.000». Η αγωγή είχε κινηθεί αρχικά και εναντίον του Φίλιππου Αριστοδήμου (Εναγόμενου 2 εναντίον του οποίου αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα από τον Ενάγοντα στις 22/1/08). Είδα την Υπεράσπιση που καταχώρησε ο Φίλιππος στις 8/1/07 στην οποία επεξηγείται ο τίτλος του λογαριασμού στο τΕκμ. 1/14 (Ιδ. Παραγρ. 2
(3)και επέκεινα). (Αυτό επεξηγεί και την προσημείωση περί εγγυήσεως στην Συνεργατική.)
- Το 1979 η Μονή Κύκκου με αίτηση της στο Κτηματολόγιο με αρ. !304/79 ζήτησε τον εκσυγχρονισμό του τίτλου που αφορούσε τα τεμ. 117 & 118 και 119 τα οποία μέχρι τότε περιγράφοντο σ΄ αυτούς σαν χωράφια. Ο εκσυγχρονισμός συμπληρώθηκε στις 27/4/79 και εκδόθηκαν για τα τεμ. 117 & 118 ο τίτλος με αρ. εγγρ. 3194 με περιγραφή χωράφι-φυτεία μπανανών, εσπεριδοειδών και αβοκάντο με έκταση πάλιν 129 σκάλες και 3 προστ. (Δεν συνηθίζεται σε αιτήσεις για εκσυγχρονισμό να γίνεται επαναυπολογισμός εμβαδού). Αφ΄ ετέρου για το τεμ. 119 εκδόθηκε ο τίτλος με αρ. εγγρ. 3199 και περιγραφή «φυτεία εσπεριδοειδών» και έκταση 6 σκάλες και 2 προστ. (Αυτή ήταν η έκταση του τεμ. στα βιβλία της Χωρομετρίας). Προφανώς ο εκσυγχρονισμός να είχε ζητηθεί από τους αγοραστές οι οποίοι δυνατό να τα καλλιεργούσαν και να επιθυμούσαν να τύχουν επιχορηγήσεων που δεν θα ήταν δυνατές αν τα κτήματα περιγράφοντο σαν χωράφια.
- Στις 14/11/79 το τεμ. 119 διαχωρίστηκε σε 2 νέα τμήματα και εκδόθηκαν γι΄ αυτά 2 νέοι τίτλοι με αρ. τεμ. 119/1 και αρ. εγγρ. 3219 με έκταση 2 σκάλες 2 προστ. και το τεμ. 119/2 και αρ. εγγρ. 3220 εκτάσεως 4 σκαλών. Και τα 2 τεμ. περιγράφονται σαν φυτείες εσπεριδοειδών.
- Στις 4/12/79 υπογράφτηκε το Τεκμήριο 1/15 (πωλητήριο μέρους του τεμ. 118 εκ μέρους των 3 αδελφών Ηλία, Φίλιππου και Ιφιγένειας Αριστοδήμου σε τρίτα πρόσωπα για εταιρεία που έμελλε να ιδρύσουν). Σημειώνεται ότι η πώληση γίνεται εκ μέρους και των 3 αδελφών μέρους κτήματος που και οι 3 είχαν αγοράσει από την Μονή Κύκκου
- Για την υλοποίηση της πιο πάνω συμφωνίας το κτήμα θα έπρεπε να διαχωρισθεί. Η αίτηση διαχωρισμού υπεβλήθη από την Μονή - προφανώς ύστερα από παράκληση του Ενάγοντα και των αδελφών του - στις 18/4/
- Τα τεμ. 117 & 118 διαχωρίστηκαν σε 4 νέα τμήματα με αρ. τεμ. 117+118/1, 118/2, 118/3 και 8.1 και εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι για κάθε ένα από αυτά ως εξής: Α) Τεμ. 117+118/1 με αρ. εγγρ. 3223 εκτάσεως 56 σκαλών «φυτεία εσπεριδοειδών και μπανανών» Β) Τεμ. 118/2 με αρ. 3224 εκτάσεως 18 σκαλών «φυτεία εσπεριδοειδών» Γ) Τεμ. 118/3 με αρ. εγγρ. 3225 εκτάσεως 32 σκαλών «χωράφι και φυτεία αβοκάντο» Δ) Τεμ. 8.1 με αρ. εγγρ. 3226 εκτάσεως 21 σκαλών 3 προστ. «φυτεία μπανανών» Κατά τον διαχωρισμό έγινε επαναυπολογισμός της εκτάσεως του συνόλου του κτήματος και φάνηκε ότι στην πραγματικότητα ήταν 127 σκάλες 3 προστ. 15 Τα κτήματα υπ΄ αρ. εγγρ. 3225 και 3226 αποτελούσαν το αντικείμενο του τεκμηρίου 1/
- Στις 24/3/1982 τα κτήματα με αρ. εγγρ. 3225 και 3226 (που είχαν πωληθεί από τα αδέλφια σύμφωνα με το τεκμ. 1/15) μεταβιβάστηκαν από την Μονή και στα 3 αδέλφια (Ηλία, Φίλιππο, Ιφιγένεια) ανά 1/3 μερίδιο στον κάθε ένα. Για την μεταβίβαση φαίνεται καθαρά από τα αρχεία του Κτηματολογίου ότι παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο Λ/σίας αυτοπροσώπως και τα 3 αδέλφια. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τη δήλωση μεταβίβασης αριθμός Π2102/82 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας την οποία υπέγραψαν και τα 3 αδέλφια σαν δικαιοδόχοι. Κατά την παρουσία τους στο Κτηματολόγιο κανένας δεν διετύπωσε οποιαδήποτε ένσταση ή εξέφρασε οποιαδήποτε αμφιβολία. Κατά την μεταβίβαση δεν παρουσιάστηκε πωλητήριο έγγραφο (π.χ. το τεκμήριο 1/1 ή άλλο) αλλά πιστοποιητικά που είχε εκδόσει η Μονή σύμφωνα με τα οποία η συμφωνία πώλησης αναφέρεται να έγινε στις 17/1/73 και προς τα 3 αδέλφια. Τα πιστοποιητικά των οποίων το περιεχόμενο ομιλεί αφ΄ εαυτού και παρουσιάστηκαν και από τους 3 είναι συνημμένα στο Τεκμήριο 3
(3)(Δήλωση Μεταβίβασης Π2102/82 Ε. Κτ. Γρ. Λ/σίας). Επειδή τα κτήματα ευρίσκοντο στην Πάφο και η μεταβίβαση είχε λάβει χώρα στη Λευκωσία πιστόν αντίγραφο της δήλωσης, μεταβίβασης και των συνημμένων σ΄ αυτήν εγγράφων διαβιβάστηκαν αρμοδίως στο Επαρχ. Κτηματ. Γραφείο Πάφου για την τελείωση της εγγραφής στο όνομα των δικαιούχων. Ο φάκελος στην Πάφο έλαβε τον αριθμό Π775/82 (Καταθέτω αντίγραφο σαν Τεκμήριο 1/16).
- Στις 12/4/1982 τα 3 αδέλφια και πάλι από κοινού μεταβίβασαν τα κτήματα με αρ. εγγρ. 3225 και 3226 ανωτέρω στην εταιρεία Mandria Beach Holdings Co. Ltd (για την οποία γίνεται μνεία στο Τεκμήριο 1/15) με την δήλωση μεταβίβασης Π2553/82 Επαρχ. Κτηματολ. Λ/σίας. Εκ μέρους των δικαιοπαροχών παρουσιάστηκαν οι Φίλιππος και Ιφιγένεια Αριστοδήμου ενώ τον Ενάγοντα εκπροσώπησε ο Φίλιππος δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 9/4/82 (Τεκμήριο 1/18). Κατά την μεταβίβαση αυτή παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο και το Τεκμήριο 1/
- Ο φάκελος της μεταβίβασης διαβιβάστηκε αρμοδίως στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και πήρε τον αριθμό Π1025/82 (Τεκμ. 1
(17)). Στη συνέχεια δε εκδόθηκαν τίτλοι στην αγοράστρια εταιρεία στις 15/5/1982 η οποία εξακολουθεί να τα κατέχει.
- Στις 26/5/1998 (16 χρόνια μετά) η Μονή μεταβίβασε τα 2/3 των υπολοίπων 4 κτημάτων με αρ. εγγρ. 3219, 3220, 3223 και 3224 στους Φίλιππο και Ιφιγένεια Αριστοδήμου ανά 1/3 μερίδιο εις έκαστον. Η μεταβίβαση έγινε και πάλι στο Επαρχ. Κτηματολόγιο Λευκωσίας με αριθμό δήλωσης μεταβίβασης Π4065/98 στην παρουσία Φίλιππου και Ιφιγένειας. Κατά την μεταβίβαση παρουσιάστηκαν: Α) Το τεκμήριο 1/
- Β) Πιστοποιητικό της Μονής ημερ. 20/5/98 με το οποίο βεβαιώνεται ότι η συμφωνία πώλησης αφορούσε ανά 1/3 μερίδιο των μεταβιβαζόμενων ακινήτων στον Φίλιππο και Ιφιγένεια και ότι η συμφωνία είχε γίνει 18/1/
- Γ) Βεβαίωση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄ προς την Κύκκου ημερ. 12/3/98 με την οποία εβεβαίωνε ότι αγοραστές στο Τεκμ. 1/1 ήταν και τα 3 αδέλφια και ότι η προκαταβολή των £2.000 είχε καταβληθεί από τον ίδιο προσωπικά. Αυτό πρέπει να είναι το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 10 δεδομένου ότι το Κτηματολόγιο δεν θα δεχόταν αντίγραφο. Αντίγραφο της βεβαίωσης κατατέθηκε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο
- Ο φάκελος διαβιβάστηκε αρμοδίως στο Επαρχ. Κτηματολ. Γραφείο Πάφου όπου πήρε τον αριθμό δήλωσης Π2107/98 Επαρχ. Κτηματολ. Πάφου και η συμπλήρωση της εγγραφής στο όνομα των δικαιοδόχων έγινε 10/6/98 όταν εξεδόθησαν οι σχετικοί τίτλοι στα ονόματα τους.
- Ο φάκελος περιέχει αντίγραφο διατάγματος Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 12/6/98 στην αγωγή 2194/98 που είχαν εγείρει ο Ενάγων εναντίον της Ιεράς Μονής Κύκκου, Ηγουμενοσυμβούλιο της, Ηγούμενου, των 2 αδελφών Φίλιππου και Ιφιγένειας και του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η αγωγή που όπως μου λέχθηκε είχε απορριφθεί είναι πανομοιότυπη με την παρούσα αγωγή με αρ. 1292/
- Το πιο πάνω διάταγμα παραλήφθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 15/6/98 μετά την έκδοση των σχετικών τίτλων.
- Στις 24/9/98 η Ιφιγένεια μεταβίβασε ολόκληρο το συμφέρον της στα 4 ακίνητα (με αρ. εγγρ. 3219, 3220, 3223 και 3224) στον αδελφό της Φίλιππο δυνάμει δωρεάς. Ο Φίλιππος με την σειρά του με 4 διαδοχικές μεταβιβάσεις 11/12/98, 13/12/02, 12/12/03 και 30/12/03 μεταβίβασε ολόκληρο το συμφέρον του στα εν λόγω κτήματα στην εταιρεία Magioko Ltd (Αναφέρεται στην επιστολή του δικηγόρου Μάγου εκ μέρους του Ενάγοντα που μου έχει επιδειχθεί και αντίγραφο παρουσιάζω σαν Τεκμήριο ....).
- Στις 14/7/05 η Μονή Κύκκου μεταβίβασε στον Ενάγοντα το εναπομείναν 1/3 μερίδιο στα 4 πιο πάνω κτήματα με την δήλωση μεταβίβασης Π1193/05 Επαρχ. Κτηματολ. Γραγ. Πάφου.
- Στις 20/11/06 ο Ενάγων μεταβίβασε ολόκληρο το συμφέρον του στα ακίνητα στην εταιρεία Aristo Developers Ltd με δήλωση μεταβίβασης Π2587/06 Επαρχ. Κτηματολ. Γραφ. Πάφου δυνάμει πώλησης έναντι των ποσών: α. £91.000 για το κτήμα με αρ. εγγρ. 3219 (1/3) β. £145.000 για το κτήμα με αρ. εγγρ. 3220 (1/3) γ. £2.038.000 για το κτήμα με αρ. εγγρ. 3223 (1/3) δ. £676.000 για το κτήμα με αρ. εγγρ. 3224 (1/3).
- Κατά την εξέταση των φακέλων διεπίστωσα ότι στο Κτημ. Γραφείο Πάφου υπάρχει φάκελος με αιτητή τον δικηγόρο του Ενάγοντα για την παρουσίαση φακέλων που αφορούν την υπόθεση τους υπ΄ αρ. Π1025/82 (πώληση τεκμ. 1/15), Π775/82 (μεταβίβαση κτημάτων 3225 και 3226 από την Μονή στα 3 αδέλφια), Π2107/98 (μεταβίβαση από Μονή στον Φίλιππο και Ιφιγένεια), Π1193/05 (μεταβίβαση από Μονή στον Ενάγοντα), Π2587/06 (μεταβίβαση από Ενάγοντα στους Aristo Developers). Η αίτηση των δικηγόρων έχει αριθμό ΑΓ5/2010.» Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας επανέλαβε τις θέσεις του και σε σχετική ερώτηση ανάφερε ότι το Τεκμήριο 1
(15)αφορά πώληση μέρους του κτήματος 118 εκ μέρους των τριών αδελφών Ηλία, Φίλιππου και Ιφιγένειας. Επανέλαβε δε ότι το Τεκμήριο 1
(15)δεν φαίνεται να είναι υπογεγραμμένο από τον Ενάγοντα, υπόγραψε όμως τη δήλωση μεταβίβασης. Ο μάρτυρας σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμπόδιζε την Ιερά Μονή Κύκκου να μεταβιβάσει τα εν λόγω κτήματα επ΄ ονόματι οποιουδήποτε προσώπου. Ο μάρτυρας, όπως είπε, δεν είχε καμιά σχέση με τη μεταβίβαση των κτημάτων και επανέλαβε ότι όσα αναφέρει στην κυρίως εξέταση του είναι ορθά. Κατά την επανεξέταση ανάφερε ότι ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος είχε ιδία γνώση των γεγονότων για να στείλει και την επιστολή Τεκμήριο 1
(10). Δεύτερος μάρτυρας για την υπόθεση της Ιεράς Μονής Κύκκου κατάθεσε ο Γιώργος Παύλου ο οποίος στην κυρίως εξέταση ανάφερε τα ακόλουθα: «Είμαι υπεύθυνος λογιστηρίου της Ιεράς Μονής Κύκκου από το
- Έχω καθηκόντως υπό την κατοχή και φύλαξή μου τα λογιστικά βιβλία και κατάστοιχα δικαιοπραξιών της Μονής και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να καταθέσω την μαρτυρία μου για τους Εναγόμενους. Γνωρίζω προσωπικά τον Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή. Είναι αδελφός του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου ο οποίος ήταν μέλος και διατηρούσε πάντα στενούς δεσμούς με την Μονή Κύκκου. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος αγαπούσε και μεριμνούσε για τα αδέλφια και την όλη του οικογένεια και ενδιαφερόταν για την πρόοδο και ευημερία τους. Σαν Αρχιμανδρίτης της Μονής πολύ πριν τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο ο Αρχιεπίσκοπος εργαζόταν παράλληλα σαν καθηγητής σε γυμνάσιο και/ή λύκειο και είχε εισοδήματα πέραν των απολαβών του σαν κληρικός. Διατηρούσε από το 1962 προσωπικό λογαριασμό στην Μονή όπου κατέθετε τους μισθούς ή/και άλλες απολαβές του ή τουλάχιστον μέρος τους και προέβαινε σε αναλήψεις. Τον λογαριασμό του διατηρούσε και μετά την εκλογή του στη θέση του Χωρεπισκόπου Κωνσταντίας και αργότερα του Μητροπολίτη Πάφου. Για τον λογαριασμό του ετηρείτο ειδική μερίδα στα υπό την φύλαξή μου βιβλία της Μονής. Παρουσιάζω 13 σελίδες, αποσπάσματα από τα σχετικά λογιστικά βιβλία της Ι. Μ. Κύκκου, που αποτελούν τον εν λόγω λογαριασμό του μ. Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου και αφορούν την περίοδο από 1962 μέχρι
- Εγώ προσωπικά έχω φωτοτυπήσει τα παρουσιαζόμενα έγγραφα από τα εις φύλαξή μου πρωτότυπα. Το Τεκμήριο 3
(2)που έχει ήδη κατατεθεί αποτελεί απόσπασμα των εν λόγω βιβλίων. Η πρώτη σελίδα του με αριθ. Σελίδας 258 προέρχεται από το βιβλία Δ και περιέχει μέρος του λογαριασμού του Αρχιεπισκόπου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παρουσιάζω και άλλες σελίδες που δείχνουν ολόκληρο τον λογαριασμό του. Πουθενά στον εν λόγω λογαριασμό δεν φαίνεται κατάθεση ποσού 10.000 που ισχυρίσθηκε ο Ενάγων ότι είχε δώσει στον Αρχιεπίσκοπο σύμφωνα με το Τεκμήριο 1
(7). Η 2η σελίδα του Τεκμηρίου 3
(2)με αριθμό σελίδας 253 προέρχεται από το βιβλίο Ημερολογίου κ αι επεξηγεί την ημερολογιακή καταγραφή Η246 που αναφέρεται στην 1η σελίδα του Τεκμηρίου 3
(1)(προκαταβολή για το έγγραφο 1232 ως η εντολή Χωρεπισκόπου). Είναι φανερό ότι η όλη δικαιοπραξία είχε γίνει με πρωτοβουλία και εντολή του Αρχιεπισκόπου για τα αδέλφια του τα οποία ενεφανίζετο πάντα ότι τα βοηθούσε και οτιδήποτε είχε πληρωθεί γι΄ αυτήν είχε καταβληθεί από τον ίδιο χωρίς τα αδέλφια του ή οποιοδήποτε από αυτά να έχουν καταβάλει οτιδήποτε. Όταν αγοράστηκαν τα κτήματα ανοίχθηκε σχετικός Χρεωστικός Λογαριασμός για τους αγοραστές. Φαίνεται στο Τεκμήριο 1/14 με αριθμό σελίδας
- Στην μερίδα αυτή πιστώθηκε το ποσό των £2.000 που προήλθε από τον λογαριασμό του Χωροεπισκόπου. Στην σελίδα αυτή φαίνεται αρχική επικεφαλίδα Ηλίας και Φίλιππος Αριστοδήμου και μετά Εταιρεία Αδελφοί Αριστοδήμου Λτδ. Αναφέρονται επίσης οι λέξεις «υπάρχει εγγύηση εις Συνεργατικήν δια £18.000». Σχετική με αυτή την σημείωση είναι και οι παραγρ. Α, β και γ στο Τεκμήριο 1/
- Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1/14 από το 1973 που πωλήθηκαν αρχικά τα κτήματα μέχρι το 1979 που μεταπωλήθηκε μέρος τους ουδέν ποσό είχε καταβληθεί από οποιονδήποτε έναντι του τιμήματος ή των τόκων παρά τις πρόνοιες του συμβολαίου Τεκμήριο 1/1 για τακτική πληρωμή δόσεων και τόκων. Το μόνο ποσό που είχε πληρωθεί ήταν η προκαταβολή που είχε πληρώσει ο Αρχιεπίσκοπος. Στα βιβλία μας δεν φαίνεται να όχλησε κανείς ή να πιίεσε τους αγοραστές για δόσεις κατά την εν λόγω περίοδο προφανώς λόγω της συγγένειας τους με τον Αρχιεπίσκοπο και του προσωπικού του ενδιαφέροντος στην υπόθεση. Έχω προσωπική γνώση για την ανάμειξη και ενδιαφέρον του Αρχιεπισκόπου για την υπόθεση αυτή και επανειλημμένα τον έχω ακούσει να βεβαιώνει ότι ο ίδιος είχε την ιδέα για πώληση αυτών των κτημάτων στα αδέλφια του Ηλία, Φίλιππο και Ιφιγένεια. Αυτό το έχει διατυπώσει και γραπτώς. Η απαίτηση του Ενάγοντα φαίνεται να εγέρθηκε για πρώτη φορά κατά ή περί το
- Μέχρι τότε η Μονή και όλοι οι ενδιαφερόμενοι θεωρούσαν ιδιοκτήτες και τα 3 αδέλφια σαν μετόχους της εταιρείας Αδελφοί Αριστοδήμου Λτδ. Οι 2 επιστολές που τους αποστάληκαν Τεκμήρια 1/3 και 1/12 απευθύνονται στους μετόχους της εταιρείας Αδελφοί Αριστοδήμου Λτδ ως και η επικεφαλίδα στο Τεκμήριο 1/
- Η Μονή έμαθε για την διάλυση της εταιρείας μετά που ο Ενάγων δημιούργησε το ζήτημα μετά την επιστολή Τεκμήριο 1/
- Τότε ερευνήσαμε το ζήτημα και πληροφορηθήκαμε ότι η εταιρεία είχε διαλυθεί το
- Ποτέ κατά την περίοδο πριν από το 1998 ο Ενάγων δεν παραπονέθηκε για την συμμετοχή της αδελφής του στα κτήματα. Κατά το 1982 με δικό τους αίτημα έγινε μεταβίβαση μέρους των κτημάτων από την Μονή στους αγοραστές. Έγινε και στα 3 αδέλφια κατά 1/3 μερίδιο στον καθένα χωρίς καμμιά διαμαρτυρία εκ μέρους του Ενάγοντα. Για πρώτη φορά ο Ενάγων διαμαρτυρήθηκε το 1998 και εκίνησε εναντίον της Μονής την αγωγή 2194/98 η οποία απορρίφθηκε. Επανειλημμένες αιτήσεις του Ενάγοντα να την επαναφέρει απορρίφθηκαν με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα. Επανήλθε με την παρούσα αγωγή 1 χρόνο μετά την απόρριψη της αίτησης του για επαναφορά της προηγούμενης. Πιστεύω και δεόντως με έχουν συμβουλεύσει ότι με την αγωγή αυτή ο Ενάγων ουσιαστικά αποπειράται να αναιρέσει την απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου με ημερ. 27/8/04 σύμφωνα με την οποία η επαναφορά της προηγούμενης αγωγής δεν μπορούσε να επιτραπεί.» Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε ότι έχει υπόψη του ότι το Τεκμήριο 1
(1)αναφέρεται σε δύο αγοραστές. Για την Ιερά Μονή Κύκκου όμως πάντοτε οι αγοραστές ήταν τρεις περιλαμβανομένης της αδελφής των δύο κατονομαζομένων αδελφών. Στο Τεκμήριο 1
(6)πράγματι αναφέρεται ότι ο Ηλίας Αριστοδήμου χρωστά £31.887 που είναι το ήμισυ του τιμήματος και δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να κατονομάζει την Ιφιγένεια Αριστοδήμου σαν μια από τους αγοραστές. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε να πει αν ο Ενάγοντας δέχθηκε να μεταβιβασθεί και στο όνομα της αδελφής του το κτήμα για να τους προστατεύσει. Ο ίδιος ο μάρτυρας δεν ήταν παρών στην ετοιμασία του Τεκμηρίου 1
(1)και γνωρίζει ότι τα τρία αδέλφια συνέπηξαν εταιρεία η οποία αναγράφεται στη σελίδα των χρεωστών προς τη Μονή για τα συγκεκριμένα τεμάχια. Σαν τρίτη μάρτυρας της Εναγομένης Ιεράς Μονής Κύκκου κατάθεσε η Άντρη Λαζάρου, υπεύθυνη του Πολιτικού Τμήματος του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η οποία κατάθεσε σαν Τεκμήριο 5 το φάκελο της υπόθεσης 2194/
- Σαν τέταρτος μάρτυρας για την Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου κατέθεσε ο Σπύρος Αντωνιάδης, Κτηματολογικός Λειτουργός Α΄ τάξης στη Λευκωσία. Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε φάκελο μεταβίβασης των κτημάτων που έγινε με την αίτηση 2102/82 επ΄ ονόματι Φίλιππου Αριστοδήμου, Ηλία Αριστοδήμου και Ιφιγένειας Αριστοδήμου. Η εν λόγω μεταβίβαση έγινε στις 24.3.
- Παρόντες ήταν και τα τρία αδέλφια και αφού υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα κανένας από αυτούς δεν διαμαρτυρήθηκε για οτιδήποτε και ούτε έκαμε οποιαδήποτε επιφύλαξη. Η μεταβίβαση που έγινε ήταν δυνάμει δωρεάς αλλά δεν παρουσιάστηκε πωλητήριο έγγραφο. Επίσης με το φάκελο Π2553/82 και ημερομηνία 12.4.82 έγινε μεταβίβαση δύο ακινήτων από τους Φίλιππο Αριστοδήμου, Ηλία Αριστοδήμου και Ιφιγένεια Αριστοδήμου προς την εταιρεία Mandria Beach Holdings Company Ltd. Εκ μέρους των δικαιοπαρόχων παρών ήταν ο Φίλιππος Αριστοδήμου προσωπικά και ενεργούσε δυνάμει πληρεξουσίου για λογαριασμό των δύο άλλων αδελφών Ηλία Αριστοδήμου και Ιφιγένειας Αριστοδήμου. Καμία διαμαρτυρία ή επιφύλαξη δεν διατυπώθηκε γι΄ αυτή τη μεταβίβαση. Στις 26.5.98 έγινε μεταβίβαση κτημάτων από Ιερά Μονή Κύκκου προς Ιφιγένεια και Φίλιππο Αριστοδήμου κατά 1/3 μερίδιο έκαστος στα τεμάχια με αριθμούς τίτλων 3223, 3224, 3219 και
- Απαντώντας σε ερωτήσεις κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανάφερε, μετά που είδε το Τεκμήριο 6
(2)που είναι η μεταβίβαση κατά 1/3 μερίδιο στην Ιφιγένεια Αριστοδήμου και Φίλιππο Αριστοδήμου, ότι κράτησαν το έγγραφο Τεκμήριο 1
(1)για σκοπούς καθορισμού και είσπραξης των τελών. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε να πει αν έγινε διαχωρισμός των τεμαχίων 117 και 118. Επανέλαβε δε ότι όλα όσα έγιναν επιβεβαιώνοντο και από επιστολή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου. Στο φάκελο της υπόθεσης υπάρχουν καταχωρημένες οι εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των δύο μερών και δεν θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους στην εξέλιξη όμως της υπόθεσης θα συζητηθούν αρκετά σημεία από αυτές τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον Ενάγοντα και τους μάρτυρες της Εναγομένης Ιεράς Μονής Κύκκου να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα και σημείωσα τη συμπεριφορά και αντίδραση τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν. Μελέτησα επίσης με μεγάλη προσοχή όλα τα τεκμήρια που παρουσιάστησαν ενώπιον μου όπως και τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Έχω υπόψη μου ότι σύμφωνα με τη νομολογία επιτρέπεται σε ένα Δικαστήριο η αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, 285-286, ως επίσης και την Ποινική Έφεση Αρ. 60/2006, ημερ. 27/2/2009 Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας). Με βάση και την πιο πάνω νομολογιακή αρχή και την εντύπωση που απεκόμισα από κάθε μάρτυρα ξεχωριστά κατά τη ζωντανή ακροαματική διαδικασία που διεξήχθηκε, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων που άκουσα. Χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό αποδέχομαι τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εναγομένης Ιεράς Μονής Κύκκου υπ΄ αριθμό 3 και 4 διότι οι μάρτυρες αυτοί αφενός μεν είναι ανεξάρτητοι μάρτυρες αφετέρου δε παρουσίασαν και έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους, κατά την άσκηση της υπηρεσίας των και δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο ή συμφέρον να μην αναφέρουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η εντύπωση που απεκόμισα ήταν εξαιρετική και η μεν Μ.Υ.3 κατέθεσε το φάκελο της υπόθεσης 2194/98, ο δε Μ.Υ.4 παρουσίασε δηλώσεις μεταβιβάσεων κτημάτων που έγιναν στο τμήμα που υπηρετεί και το τι προκύπτει από αυτές τις μεταβιβάσεις. Δυστυχώς δεν μπορώ να πω τα ίδια και για την εμφάνιση και μαρτυρία του Ενάγοντα που μου άφησε αρνητική εντύπωση για τα όσα επίμονα και χωρίς στοιχειοθέτηση ανάφερε στο Δικαστήριο. Η εντύπωση που απεκόμισα από τον Ενάγοντα ήταν πολύ φτωχή έως κακή. Ο Ενάγοντας πάρα πολλές φορές, απέφευγε να δώσει απάντηση στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και αναφέρετο σε άλλα άσχετα με την ερώτηση θέματα και αρκετές φορές έδωσε απαντήσεις σε ερωτήσεις που του υποβλήθησαν κατά την αντεξέταση μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας οχυρώθηκε πίσω από το έγγραφο Τεκμήριο 1
(1)που το κατονόμαζε σαν πωλητήριο έγγραφο ενώ αυτό το έγγραφο κατ΄ ουσίαν δεν έχει τα στοιχεία του πωλητηρίου εγγράφου διότι ουδέποτε υπεγράφη από τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κύκκου. Υπεγράφη μόνο από τον Ενάγοντα και τον αδελφό του Φίλιππο Αριστοδήμου. Ο Ενάγοντας συνεχώς και επίμονα αρνείτο υποβολές που του εγένοντο και οι οποίες μάλιστα εστηρίζοντο και σε τεκμήρια που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο ερχόμενος σε αντίφαση με αυτά τα Τεκμήρια. Ο Ενάγοντας στην προσπάθεια του να εξυπηρετηθεί η υπόθεση του, αποστασιοποιήθηκε πλήρως και από τον αδελφό του Φίλιππο Αριστοδήμου και την αδελφή του Ιφιγένεια Αριστοδήμου, αναφέροντας ότι οι σχέσεις τους ήταν απλώς τυπικές και δεν ενδιαφέρετο ο ένας τι έκαμνε ο άλλος. Μέσα από τη γραπτή του δήλωση που επέχει μέρος της κυρίως εξέτασης του και μέσα από την αντεξέταση που του έγινε, προκύπτει ότι η θέση του ήταν ότι, μόνος αυτός διαπραγματεύθηκε και αγόρασε το κτήμα, και κατόπιν υποδείξεων του αδελφού του Αρχιεπισκόπου δέχθηκε να τοποθετηθεί και το όνομα του αδελφού του Φίλιππου Αριστοδήμου στο Τεκμήριο 1
(1). Ενώ η βασική του θέση ήταν ότι ο ίδιος με τον αδελφό του Φίλιππο Αριστοδήμου αγόρασαν το κτήμα, στη συνέχεια προέκυψε και αυτή η τοποθέτηση του και στήριζε αυτή την τοποθέτηση και στον ισχυρισμό του ότι, η προκαταβολή των £2.000 που εδόθη στην Ιερά Μονή Κύκκου και δόθηκε από το μακαριστό Αρχιεπίσκοπο ήταν από τα χρήματα που είχε δανείσει ο ίδιος στον Αρχιεπίσκοπο και του τα χρωστούσε. Ήταν επίσης ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι για να προχωρήσει στην αγορά αυτών των κτημάτων από την Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου, ήταν κατόπιν συμβουλής του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα του υπέδειξε να αγοράσει αυτά τα κτήματα διότι ο Ηγούμενος θα τα πωλούσε στους Τούρκους των Μανδριών. Ο Ενάγοντας είμαι σίγουρος ότι δεν έλεγε την αλήθεια σ΄ αυτό το σημείο διότι, υποθέτω ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας τότε είχε πιο σοβαρά θέματα να ασχοληθεί και όχι με το αν άκουσε από τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κύκκου ότι συγκεκριμένα κτήματα θα τα πωλούσε στους Τούρκους, τη στιγμή μάλιστα που η Ιερά Μονή Κύκκου τα είχε αγοράσει από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη τους το 1972. Ο Ενάγοντας ενώ ήταν η θέση του και οι ισχυρισμοί πάνω στους οποίους στήριξε την υπόθεση του, ότι η αδελφή του Ιφιγένεια Αριστοδήμου δεν ήταν αγοράστρια των κτημάτων αυτών εντούτοις υπέγραψε αρκετά έγγραφα τα οποία είναι τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου από τα οποία προκύπτει, ότι ήταν μια από τους αγοραστές των κτημάτων. Μερικά παραδείγματα της ασυνέπειας του Ενάγοντα είναι τα ακόλουθα: Ενώ είναι κοινό έδαφος ότι συνέστησαν εταιρεία τα τρία αδέλφια για αξιοποίηση αυτών των κτημάτων, ο Ενάγοντας επέμενε ότι ουδεμία σχέση είχε η Ιφιγένεια Αριστοδήμου με αυτά τα κτήματα. Επίσης όταν μέρος των πωληθέντων κτημάτων επωλήθησαν στους Φρίξο Κωνσταντίνου και Ευστάθιο Χατζηγιάννη και υπέγραψε τη δήλωση μεταβίβασης μαζί με τα αδέλφια του Φίλιππο και Ιφιγένεια Αριστοδήμου (βλ. Τεκμήριο 1
(17)) σαν δικαιοπάροχοι στην εταιρεία Mandria Beach Holdings Company Ltd που ίδρυσαν οι Φρίξος Κωνσταντίνου και Ευστάθιος Χατζηγιάννης, επέμενε ότι η Ιφιγένεια καμία σχέση δεν έχει με την αγορά των κτημάτων. Την πιο πάνω δήλωση μεταβίβασης μέρους των αγορασθέντων κτημάτων προς την εταιρεία Mandria Beach Holdings Company Ltd την υπέγραψε ο Φίλιππος Αριστοδήμου προσωπικά και για λογαριασμό του Ενάγοντα και της αδελφής τους Ιφιγένειας Αριστοδήμου δυνάμει πληρεξουσίου το οποίο ο Ενάγοντας και η Ιφιγένεια Αριστοδήμου υπέγραψαν ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου δίδοντας εξουσία στον Φίλιππο Αριστοδήμου για να προβεί σε αυτή την πράξη ενώπιον του Κτηματολογίου (βλ. Τεκμήριο 1
(18)). Το εν λόγω πληρεξούσιο αναφέρει συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Οι υποφαινόμενοι Ηλίας Αριστοδήμου εκ Λευκωσίας και Ιφιγένεια Αριστοδήμου εκ Στατού δηλούμεν δια του παρόντος μας ότι διορίζομεν και αποκαθιστώμεν ειδικόν πληρεξούσιον αντιπρόσωπον επίτροπον και αντίκλητον μας τον αδελφον μας Φίλιππον Αριστοδήμου εκ Στατού όπως αντί ημών και εξ ονόματος μας παρουσιασθή εις το Κτηματολόγιον Πάφου και μεταβιβάσει επ΄ ονόματι της εταιρείας Μανδριά Μπιιτς Χολτινκς Κάμπανυ ΛΤΔ εκ Λεμεσού την κάτωθι περιουσίαν μας έναντι του συνολικού ποσού δι΄ όλα τα μερίδια και των δύο μας των Λ.116.266 ήτοι
- χωράφιν και φυτεία με αβοκάτο καλυπτόμενον υπ΄ αρ. εγγραφής 3225 φ.χ. 51/47 τ. 118/3 στην τοποθεσίαν Κάμπος εκτάσεως 32.0.0 τα 273 μερίδια του όλου τίτλου ήτοι ολόκληρα τα μερίδια μας.
- Φυτεία μπανανών καλυπτομένη υπ΄ αρ. εγγραφής 3226 φ.σ. 51/55 τ.8/1 πλησίον τεμ. 118/3 του 51/47 στην τοποθεσίαν Κάμπος του χωρίου Μανδριά εκτάσεως 21.3.0 τα 2/3 μερίδια του όλου τίτλου ήτοι ολόκληρα τα μερίδια μας Επίσης δίδομεν το δικαίωμα εις των ως άνω αναφερόμενον πληρεξούσιον μας Φίλιππον Αριστοδήμου εκ Στατού όπως υπογράψη πάσης φύσεως έγγραφον ή έγγραφα προς διεκπεραίωσιν των ως άνω μεταβιβάσεων. Ημείς δε αναλαμβάνομεν να παραδεχθώμεν πάσας τας πράξεις του ορθάς ως υφ΄ ημών γενομένας.» Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι το Τεκμήριο 1
(18)(πληρεξούσιο βάσει του οποίου μετεβιβάσθη μέρος των αγορασθέντων κτημάτων στην εταιρεία Mandria Beach Holdings Company Ltd) είναι ισχυρό μόνο σε σχέση με την υπογραφή του Ενάγοντα η οποία πιστοποιήθη από πιστοποιούντα υπάλληλο. Η υπογραφή της Ιφιγένειας Αριστοδήμου δεν έχει πιστοποιηθεί είτε από πιστοποιούντα υπάλληλο είτε από Κοινοτική Αρχή. Παραταύτα ο Ενάγοντας που υποθέτω διάβασε πολύ προσεκτικά το κείμενο του πληρεξουσίου, το υπέγραψε, πιστοποιήθηκε η υπογραφή του και σήμερα ισχυρίζεται και επιμένει ότι η Ιφιγένεια Αριστοδήμου δεν έχει καμία σχέση με τα αγορασθέντα κτήματα από την Εναγόμενη Μονή. Ο Ενάγοντας στις 24.3.82 υπέγραψε μαζί με τον Φίλιππο Αριστοδήμου και Ιφιγένεια Αριστοδήμου σαν δικαιοδόχοι δήλωση μεταβίβασης επ΄ ονόματι των του μέρους των αγορασθέντων από την Ιερά Μονή Κύκκου κτημάτων δυνάμει της συμφωνίας Τεκμήριο 1
(1)ημερομηνίας 18.1.73 και που πωλήθηκε στους Φρίξο Κωνσταντίνου και Ευστάθιο X"Γιάννη, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη για όσα σήμερα ισχυρίζεται. Σήμερα όμως επαναλαμβάνει και ισχυρίζεται ότι η Ιφιγένεια Αριστοδήμου ουδεμία σχέση είχε με τα αγορασθέντα κτήματα. Πέραν τούτου ο Ενάγοντας βασιζόμενος στο Τεκμήριο 1
(1)το οποίο αποκαλεί πωλητήριο έγγραφο και πάνω στο οποίο στηρίζει βασικά την απαίτηση του, δεν είναι υπογεγραμμένο από τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κύκκου. Έχει μόνο υπογραφή του ιδίου και του Φίλιππου Αριστοδήμου. Όταν υπεδείχθη στον Ενάγοντα ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είναι υπογεγραμμένο από την Ιερά Μονή Κύκκου ο Ενάγοντας επέμενε ότι είναι υπογεγραμμένο και όταν του ζητήθηκε να υποδείξει την υπογραφή του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής υπέδειξε στην επικεφαλίδα του Τεκμηρίου αυτού που έλεγε «Πωλητής, Ιερά Μονή Κύκκου δια του Ηγουμένου αυτής κ. Χρυσοστόμου». Ο Ενάγοντας μαζί με την Ιφιγένεια Αριστοδήμου και τον Φίλιππο Αριστοδήμου έστειλαν στην Ιερά Μονή Κύκκου επιστολή και ειδικά την επιστολή (Τεκμήριο 1
(19)) που απευθύνετο προς τον Ηγούμενο κ. Νικηφόρο, με την οποία αναφέρουν τα ακόλουθα: «Οι υπογεγραμμένοι αγορασταί των κτημάτων της Μονής υπό τους τίτλους 3219, 3220, 3223 και 3224, παρακαλούμε όπως η Ιερά Μονή Κύκκου ενεργήσει τα δέοντα προς συνένωση των κτημάτων τούτων εις ένα μόνον τίτλον. Ευχαριστούμεν.» Ο Ενάγοντας όμως επιμένει στις θέσεις του ότι η Ιφιγένεια Αριστοδήμου καμία σχέση έχει με την αγορά των επιδίκων κτημάτων από την Ιερά Μονή Κύκκου. Με βάση όλα τα πιο πάνω είναι η κρίση μου και η πεποίθηση μου ότι ο Ενάγοντας δεν ανάφερε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και ότι ενώ η σημερινή του θέση, είναι ότι η Ιφιγένεια Αριστοδήμου δεν ήταν δικαιούχος αγοραστής των επιδίκων κτημάτων, ουδέν έπραξε, καμία διαμαρτυρία δεν διατύπωσε και καμία επιφύλαξη οποιουδήποτε δικαιώματος του διατύπωσε σε όλες τις πράξεις που είχαν σχέση με τα εν λόγω κτήματα σε σχέση με εκείνα που ισχυρίζεται σήμερα. Ο Ενάγοντας εγνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει από το 1973 μέχρι το 1998 που ήγειρε την υπόθεση 2194/98 ότι δικαιούχοι-αγοραστές των επιδίκων κτημάτων ήταν και τα τρία αδέλφια και όχι μόνο εκείνος και ο Φίλιππος Αριστοδήμου. Ερχόμενος στους Μ.Υ.1 και 2, Χαρίλαο Μαρδά και Γιώργο Παύλου, θα πρέπει να σημειώσω ότι η εντύπωση που μου έκαμαν ήταν άριστη και απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους υπεβλήθησαν με ειλικρίνεια, θετικότητα, αμεσότητα και σταθερότητα χωρίς οι θέσεις που διατύπωσαν να κλονισθούν σε ουσιώδη σημεία της υπόθεσης από την αντεξέταση. Πέραν των πιο πάνω η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων συνάδει πλήρως με τα Τεκμήρια που οι ίδιοι παρουσίασαν στο Δικαστήριο αλλά και με τα πλείστα τεκμήρια που παρουσίασε ο Ενάγοντας. Κρίνω ότι οι εν λόγω μάρτυρες ανάφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν αυτή την υπόθεση. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας ευρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν αυτή την υπόθεση είναι τα ακόλουθα: Στις 18.1.1973 ο Ενάγοντας μαζί με τα αδέλφια του Φίλιππο Αριστοδήμου και Ιφιγένεια Αριστοδήμου αγόρασαν από την Ιερά Μονή Κύκκου δύο τεμάχια γης με αριθμούς 117 και 118 στην τοποθεσία «Κάμπος» του χωριού Μανδριά της Επαρχίας Πάφου. Τα εν λόγω δύο τεμάχια αγοράστησαν για το ποσό των £61.275 και πληρώθη σαν προκαταβολή £2.000 από το μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Α΄, ο οποίος ήταν αδελφός τους. Οι Φίλιππος Αριστοδήμου και ο Ενάγοντας υπέγραψαν ένα έγγραφο που τιτλοφορείται σαν πωλητήριο έγγραφο αλλά αυτό το τιτλοφορούμενο σαν πωλητήριο, Τεκμήριο 1
(1), δεν αποτελεί στην ουσία του έγγραφο πώλησης διότι δεν είναι υπογεγραμμένο από τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κύκκου. Είναι εύρημα μου ότι η συμφωνία στην οποία κατέληξαν η Ιερά Μονή Κύκκου και τα τρία αδέλφια ήταν προφορική και όχι γραπτή. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε ότι το τίμημα πώλησης θα εξοφλείτο δια 15 ίσων ετησίων δόσεων και θα ήταν τοκοφόρο προς 6%. Είναι επίσης εύρημα μου ότι τα τρία αδέλφια, Ενάγοντας, Φίλιππος Αριστοδήμου και Ιφιγένεια Αριστοδήμου, προέβησαν σ΄ αυτήν την αγορά των συγκεκριμένων κτημάτων κατόπιν προτροπής και βοήθειας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄. Σε κατοπινότερο χρόνο τα τρία αδέλφια συνέστησαν εταιρεία με την επωνυμία «Αδελφοί Αριστοδήμου Λτδ» με μετόχους και τα τρία αδέλφια και με σκοπό την αξιοποίηση των αγορασθέντων κτημάτων. Στις 5.12.1979 τα τρία αδέλφια πώλησαν στους Φρίξο Κωνσταντίνου και Ευστάθιο Χατζηγιάννη μέρος των αγορασθέντων κτημάτων αντί του ποσού των £174.400. Στις 24.3.1982 το πωληθέν μέρος προς τον Φρίξο Κωνσταντίνου και Ευστάθιο Χατζηγιάννη που είχε ήδη διαχωρισθεί από τα υπόλοιπα κτήματα μεταβιβάστηκαν επ΄ ονόματι του Ενάγοντα, του Φίλιππου Αριστοδήμου και της Ιφιγένειας Αριστοδήμου ανά 1/3 μερίδιο στον καθένα. Στις 12.4.1982 τα τρία αδέλφια μεταβίβασαν το μέρος που πωλήθηκε στους Φρίξο Κωνσταντίνου και Ευστάθιο Χατζηγιάννη στην εταιρεία Mandria Beach Holdings Company Ltd την οποία τα δύο αυτά πρόσωπα συνέστησαν. Στις 12.4.1982 όταν τα τρία αδέλφια υπόγραψαν δήλωση μεταβίβασης του μέρους που πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στην εταιρεία Mandria Beach Holdings Company Ltd, εκ μέρους των δικαιοπαρόχων παρουσιάστηκε μόνο ο Φίλιππος Αριστοδήμου ο οποίος υπέγραψε προσωπικά και δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου εκ μέρους των άλλων δύο αδελφών, Τεκμήριο 1
(18)παρόλο που στο πληρεξούσιο έγγραφο δυνάμει του οποίου ο Φίλιππος Αριστοδήμου υπέγραψε και για λογαριασμό της Ιφιγένειας Αριστοδήμου, η υπογραφή της τελευταίας δεν είχε πιστοποιηθεί από πιστοποιούντα υπάλληλο ή από Κοινοτική Αρχή. Πιστοποίηση υπάρχει μόνο για λογαριασμό του Ηλία Αριστοδήμου (Ενάγοντα). Κατά την πιο πάνω μεταβίβαση δεν παρουσιάσθηκε το φερόμενο σαν πωλητήριο έγγραφο δηλαδή το Τεκμήριο 1
(1)αλλά πιστοποιητικά που είχε εκδώσει η Ιερά Μονή Κύκκου σύμφωνα με τα οποία η συμφωνία πώλησης φέρεται να έγινε στις 17.1.1973 και προς τα τρία αδέλφια. Τα πιο πάνω πιστοποιητικά είναι μέρος του Τεκμηρίου 3
(3). Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος διατηρούσε στην Ιερά Μονή Κύκκου λογαριασμό που κατάθεταν τους μισθούς του και από τον οποίο έπαιρνε χρήματα όταν ήθελε. Από αυτό το λογαριασμό πληρώθηκε η προκαταβολή των £2.000 για την αγορά των κτημάτων, από τα τρία αδέλφια του. Η Ιφιγένεια Αριστοδήμου στις 24.9.1998 μεταβίβασε ολόκληρο το μερίδιο της (1/3) επί των κτημάτων που αγοράσθησαν στον αδελφό της Φίλιππο Αριστοδήμου δια δωρεάς. Στις 14.7.2005 η Εναγομένη Ιερά Μονή Κύκκου μεταβίβασε στον Ενάγοντα το 1/3 μερίδιο των αγορασθέν των κτημάτων. Στις 20.11.2006 ο Ενάγων μεταβίβασε ολόκληρο το μερίδιο του στην εταιρεία Aristo Developers Ltd δυνάμει πώλησης αντί £130.000 κατά σκάλα. Ο Ενάγοντας προ του 1998 ουδέποτε αμφισβήτησε ότι η αδελφή του ήταν μια από τους αγοραστές των εν λόγω κτημάτων, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γιατί να θεωρείται και η Ιφιγένεια Αριστοδήμου σαν αγοράστρια των επιδίκων κτημάτων, ουδέποτε έθεσε ενώπιον της Εναγόμενης οποιοδήποτε θέμα για την αδελφή του. Τουναντίον, με διάφορα έγγραφα και με την υπογραφή του επιβεβαίωνε ότι αγοραστές των κτημάτων ήταν και τα τρία αδέλφια. Η πρώτη φορά που διαμαρτυρήθηκε ο Ενάγοντας ήταν το 1998 με καταχώρηση της αγωγής 2194/98 που είναι πανομοιότυπη με την παρούσα. Προηγήθησαν οι επιστολές ημερομηνίας 13.3.1998 και 23.4.1998, Τεκμήρια 1
(4)και 1
(5)αντίστοιχα με τις οποίες για πρώτη φορά ήγειρε θέμα ότι ήταν αγοραστής των επιδίκων κτημάτων κατά ½ μερίδιον και όχι κατά 1/3 βασιζόμενος στο φερόμενο σαν πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1
(1), ημερομηνίας 18.1.
- Στις 26.11.2004 ο Ενάγοντας μέσω δικηγόρου απέστειλε και πάλι επιστολή στο Ηγουμενοσυμβούλιο της Εναγομένης Ιεράς Μονής Κύκκου διαμαρτυρόμενος ότι τα 2/3 των αγορασθέντων κτημάτων μεταβιβάσθησαν επ΄ ονόματι άλλων προσώπων και ενώ αυτός εδικαιούτο το ½ των αγορασθέντων κτημάτων, επ΄ ονόματι της Μονής παρέμεινε μόνο το 1/3 των κτημάτων και ζητούσε εξηγήσεις και λεπτομερείς απαντήσεις για τα πιο πάνω θέματα. Η πιο πάνω επιστολή απεστάλη μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου πάνω στη δεύτερη αίτηση που έκαμε για επαναφορά της αγωγής 2194/98 - πανομοιότυπης με την παρούσα - με βάση την οποία η αίτηση για επαναφορά απορρίφθη. Η αγωγή 2194/98 κατεχωρήθη από τον Ενάγοντα στις 12.6.98 και Εναγόμενοι ήσαν η Ιερά Μονή Κύκκου, το ηγουμενοσυμβούλιο της Ιεράς Μονής Κύκκου, ο Πανοσιολογιώτατος Ηγούμενος Κύκκου κ. Νικηφόρος, ο Φίλιππος Αριστοδήμου, η Ιφιγένεια Αριστοδήμου και ο Διευθυντής Κτηματολογίου Πάφου. Στις 27.1.1999 κατεχώρησε έκθεση απαίτησης και στις 15.2.99 κατεχωρήθη υπεράσπιση εκ μέρους των Φίλιππου Αριστοδήμου και Ιφιγένειας Αριστοδήμου. Από εξονυχιστικό έλεγχο που έγινε στο Τεκμήριο 5 (φάκελο της αγωγής 2194/98) δεν βρέθηκε να έχει καταχωρηθεί έκθεση υπεράσπισης εκ μέρους των τότε Εναγομένων 1, 2 και 3 (Ιερά Μονή Κύκκου, Ηγουμενοσυμβούλιον Ιεράς Μονής Κύκκου και Ηγουμένου Κύκκου κ. Νικηφόρου). Στις 21.6.1999 η πλευρά του Ενάγοντα κατεχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση των Εναγομένων και στην παράγραφο 4 αναφέρεται και σε υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 2 και
- Προφανώς η πλευρά των Εναγομένων 1, 2 και 3 θα παρέδωσε αντίγραφο της έκθεσης υπεράσπισης στον δικηγόρο του Ενάγοντα - όντας και οι δύο δικηγόροι εκ Λευκωσίας - αλλά θα παρέλειψε να καταχωρήσει την έκθεση υπεράσπισης και στο φάκελο της υπόθεσης 2194/
- Η πλευρά των Εναγομένων 4 και 5 στις 8.11.99 υπέβαλαν αίτηση ορισμού της υπόθεσης και πράγματι η υπόθεση ορίσθη για προγραμματισμό στις 10.1.
- Μετά από αρκετές αναβολές για οδηγίες με σκοπό τη συζήτηση της υπόθεσης η πιο πάνω αγωγή στις 5.6.2000 απερρίφθη κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων 4 και
- Το πρακτικό του Δικαστηρίου με βάση το οποίο η αγωγή απερρίφθη σε σχέση με τους Εναγόμενους 4 και 5 αναφέρει τα εξής: «Το Δικαστήριο έχει αναβάλει αυτή την υπόθεση τρεις φορές για να δοθεί η δυνατότητα στον Ενάγοντα να κάμει κάποιες διευθετήσεις ώστε να προωθήσει την υπόθεση του. Η απουσία οποιασδήποτε εμφάνισης ή ενδιαφέροντος δεν αφήνει άλλο περιθώριο στο Δικαστήριο παρά να προχωρήσει στην υλοποίηση της εισήγησης της πλευράς των Εναγομένων. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 4 και 5 και εναντίον του Ενάγοντα.» Κατά την ως άνω ημερομηνία για τον Ενάγοντα δεν υπήρχε εμφάνιση και ούτε ήταν παρών. Το ίδιο συνέβη και στις 30.3.2000, στις 5.4.2000 και στις 17.5.
- Ο Ενάγοντας στις 6.10.2003 κατεχώρησε αίτηση για επαναφορά της ανωτέρω αγωγής. Οι Εναγόμενοι 4 και 5 στις 11.11.2003 καταχώρησαν ένσταση. Επίσης ένσταση καταχώρησαν και οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 στις 14.11.
- Στις 19.1.2004 που ήταν ορισμένη η αίτηση για τους Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3 παρουσιάσθη ο δικηγόρος τους κ. Βελάρης, για τον Καθ΄ ου η αίτηση 4 ο δικηγόρος του κ. Εύζωνας, για την Καθ΄ ης η αίτηση 5 δεν υπήρχε εμφάνιση διότι είχε ήδη αποβιώσει και για τον Αιτητή-Ενάγοντα δεν υπήρχε εμφάνιση ούτε ήταν παρών. Κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση η αίτηση απερρίφθη. Στις 6.2.2004 ο Ενάγοντας κατεχώρισε εκ δευτέρου αίτηση για επαναφορά της αγωγής, οι Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενοι 1, 2 και 3 κατεχώρισαν ένσταση όπως και ο Καθ΄ ου η αίτηση Εναγόμενος
- Η αίτηση αυτή εκδικάσθηκε και στις 27.8.2004 το Δικαστήριο με απόφαση του (Τεκμήριο 1
(9)) απέρριψε την αίτηση για επαναφορά για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση. Η υπόθεση 2194/98 ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου σαν Τεκμήριο
- Η ανά χείρας εκδικαζόμενη υπόθεση κατεχωρήθη από τον Ενάγοντα στις 6.5.2005 και κατεχωρήθη εναντίον της Ιεράς Μονής Κύκκου δια του Ηγουμένου αυτής Νικηφόρου και του Φίλιππου Αριστοδήμου προσωπικά και ως διαχειριστή της περιουσίας της Ιφιγένειας Αριστοδήμου η οποία είχε εν τω μεταξύ αποβιώσει. Ο Εναγόμενος 2 Φίλιππος Αριστοδήμου κατεχώρησε εμφάνιση στις 23.5.
- Η Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου κατεχώρησε εμφάνιση στις 15.6.
- Ο Ενάγοντας κατεχώρησε έκθεση απαίτησης στις 29.1.
- Ο Εναγόμενος 2 Φίλιππος Αριστοδήμου κατεχώρησε έκθεση υπεράσπισης στις 8.1.2007 (εδώ πρέπει να υπάρχει κάποιο λάθος σε σχέση με την ημερομηνία καταχώρησης διότι φαίνεται ότι κατεχωρήθηκε πριν την καταχώρηση έκθεση απαίτησης). Η Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου κατεχώρησε έκθεση υπεράσπισης στις 16.2.
- Στις 22.1.2008 ο Ενάγοντας απέσυρε την αγωγή του εναντίον του Εναγόμενου 2 Φίλιππου Αριστοδήμου. Η παρούσα αγωγή εκδικάσθηκε σε σχέση με την Εναγόμενη 1 Ιερά Μονή Κύκκου. Η Εναγόμενη 1 Ιερά Μονή Κύκκου στην υπεράσπιση της εγείρει τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Συγκεκριμένα εγείρει ένσταση δεδικασμένου σε σχέση με την αγωγή 2194/98, εγείρει ένσταση ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αντίκειται στην αρχή της τελεσιδικίας των αποφάσεων και εγείρει ένσταση ότι η έκθεση απαίτησης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς ανύπαρκτη εφόσον δεν έχει προηγηθεί σχετικό διάταγμα για παράταση του χρόνου μέσα στον οποίο θα έπρεπε να καταχωρηθεί. Σε σχέση με το παρουσιασθέν γραμμάτιο (Τεκμήριο 1
(7)) για ποσό £10.000 που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα υπεγράφη από το μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο προς όφελος του Ενάγοντα για χρήματα που του όφειλε, παρατηρώ ότι το εν λόγω γραμμάτιο Τεκμήριο 1
(7)και αν ακόμη έτσι ήταν τα πράγματα ουδέν προσφέρει ή αφαιρεί από την υπόθεση του Ενάγοντα διότι είναι άσχετο με την εκδικαζόμενη υπόθεση. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα όπως έχουν γίνει αποδεκτά από το Δικαστήριο, θα πρέπει τώρα να αποφασισθεί εάν ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του στο βαθμό που πρέπει σε πολιτικές υποθέσεις ή όχι. Αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν την ουσία της υποθέσεως ως έχουν γίνει αποδεκτά μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας φαίνεται και είναι ολοφάνερο ότι αγοραστές των συγκεκριμένων κτημάτων από την Ιερά Μονή Κύκκου ήταν και τα τρία αδέλφια, δηλαδή ο Ενάγοντας, ο Φίλιππος Αριστοδήμου και η Ιφιγένεια Αριστοδήμου. Από τα γεγονότα που αφορούν την ουσία της υπόθεσης προκύπτει επίσης ξεκάθαρα ότι ο Ενάγοντας δεν τεκμηρίωσε την εκδοχή του και τις θέσεις του που πρόβαλε στο Δικαστήριο ότι ήταν αγοραστής των κτημάτων αυτών κατά ½ μερίδιο. Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα τα οποία στηρίζονται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, η υπόθεση του Ενάγοντα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται σαν αβάσιμος και αστήρικτος. Παρόλο ότι η υπόθεση έχει απορριφθεί στην ουσία της το Δικαστήριο είναι υπόχρεο να αποφασίσει και τις τρεις προδικαστικές ενστάσεις που η Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου εκθέτει στην έκθεση υπεράσπισης της επειδή σε περίπτωση έφεσης μπορεί να ανατραπούν τα συμπεράσματα και η απόφαση του Δικαστηρίου, επί της ουσίας της. Αρχίζοντας από την προδικαστική ένσταση του δεδικασμένου θα πρέπει να τονισθεί ότι ο Ενάγοντας και οι συνήγοροι του βέβαια με τη συμπεριφορά που επέδειξαν και την παράλειψη τους να προωθήσουν κατάλληλα την υπόθεση, είχε σαν αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής 2194/98 λόγω μη προώθησης. Η αγωγή 2194/98 δεν εκδικάσθηκε στην ουσία της. Δύο φορές έγιναν αιτήσεις για επαναφορά της αγωγής και στις δύο αιτήσεις η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν απορριπτική, την πρώτη μεν φορά λόγω μη προώθησης της αίτησης, τη δε δεύτερη φορά με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση του Δικαστηρίου στη δεύτερη αίτηση για επαναφορά δεν εφεσιβλήθηκε με αποτέλεσμα να τελεσιδικήσει. Ένα χρόνο μετά την έκδοση της αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου πάνω στη δεύτερη αίτηση για επαναφορά, ο Ενάγοντας κατεχώρησε την παρούσα αγωγή που είναι πανομοιότυπη με την αγωγή 2194/
- Επίσης εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η αγωγή 2194/98 απερρίφθη εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 που όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου υλοποιεί την εισήγηση των Εναγομένων 4 και 5 για απόρριψη. Από το πρακτικό του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ξεκάθαρα εάν η αγωγή απερρίφθη και σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και
- Οι τότε Εναγόμενοι, πλην των Εναγομένων 4 και 5, δεν κατεχώρησαν έκθεση υπεράσπισης. Κατεχώρησαν όμως ένσταση στις δύο αιτήσεις του Ενάγοντα για επαναφορά της αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα και χωρίς να έχουν τεθεί οι θέσεις της Εναγόμενης Ιεράς Μονής Κύκκου στην υπόθεση 2194/98 με καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης, και εφόσον δεν προκύπτει ξεκάθαρα από το πρακτικό του Δικαστηρίου ότι η αγωγή 2194/98 απερρίφθη και σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 6, είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί δεδικασμένο που να οδηγεί στην απόρριψη της παρούσας αγωγής. Ερχόμενος στη δεύτερη προδικαστική ένσταση της Εναγόμενης Ιεράς Μονής Κύκκου, με βάση την οποία η συμπεριφορά του Ενάγοντα αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αντίκειται στην αρχή της τελεσιδικίας των αποφάσεων, και ισχυρισμού της Εναγομένης Ιεράς Μονής Κύκκου στην αγόρευση του συνηγόρου της ότι ο Ενάγων απεμπόλησε τα όποια δικαιώματα είχε με τη συμπεριφορά του, σημειώνω ότι αφορά δύο σημεία, δηλαδή απεμπόληση δικαιωμάτων και κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Αρχίζοντας από το ζήτημα της απεμπόλησης δικαιωμάτων σημειώνω τα εξής Ο Ενάγοντας από τις 18.1.1973 που υπέγραψε το φερόμενο σαν πωλητήριο έγγραφο για αγορά των επιδίκων κτημάτων και μέχρι το 1998 και συγκεκριμένα μέχρι τις 13.3.1998, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή έθεσε θέμα προς την Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου ότι αποκλειστικοί αγοραστές των επιδίκων κτημάτων ήταν μόνο ο ίδιος και ο αδελφός του Φίλιππος Αριστοδήμου. Τέτοιο θέμα έθεσε για πρώτη φορά στις 13.3.1998 με την επιστολή Τεκμήριο 1
(4). Ο Ενάγοντας, αντιθέτως προς την πιο πάνω συμπεριφορά, επανειλημμένα υπέγραψε έγγραφα και/ή επιστολές και/ή δηλώσεις μεταβιβάσεων σχετικές με τα επίδικα κτήματα και/ή προέβη και σε σύσταση εταιρείας με την επωνυμία Αδελφοί Αριστοδήμου Λτδ, που συνηγορούν και δημιουργούν βεβαιότητα ότι αγοραστές των επιδίκων κτημάτων ήταν και τα τρία αδέλφια και όχι μόνο ο Ενάγοντας και ο Φίλιππος Αριστοδήμου. Το 1998 ο Ενάγοντας κατεχώρησε την αγωγή 2194/98 (Τεκμήριο 5) η οποία ακολούθησε την πορεία που περιγράφηκε πιο πάνω και που το αποτέλεσμα ήταν να απορριφθεί λόγω μη προώθησης και επίσης να απορριφθούν και δύο αιτήσεις που έγιναν από τον Ενάγοντα για επαναφορά. Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω αποτυχημένης προσπάθειας του Ενάγοντα να διεκδικήσει τα ισχυριζόμενα δικαιώματα του κατεχώρησε την παρούσα αγωγή. Όλες αυτές οι ενέργειες του Ενάγοντα από τις 18.1.1973 μέχρι και το 1998 δεν μπορεί παρά να συνιστούν απεμπόληση του δικαιώματος του να ζητά οτιδήποτε από την Εναγόμενη 1 με βάση τον ισχυρισμό του ότι μόνοι αγοραστές των κτημάτων ήταν ο ίδιος και ο αδελφός του Φίλιππος Αριστοδήμου. Στην υπόθεση Πελεκάνος κ.α. v. Αντρέα Πελεκάνου
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1768, αποφασίσθηκε ότι απεμπόληση δικαιώματος (waiver) μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου εφόσον υποδηλώνει αναμφισβήτητα εγκατάλειψη δικαιώματος. Βλέπε επίσης την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Φεραίου Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479. Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας όχι μόνο δεν έκαμε οτιδήποτε για να προστατεύσει τα ισχυριζόμενα δικαιώματα του αλλά τουναντίον προέβαινε και σε πράξεις τεκμηριωμένες με έγγραφα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου σαν Τεκμήρια και που σύμφωνα με τα οποία καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του ότι μοναδικοί αγοραστές των κτημάτων ήταν ο ίδιος και ο αδελφός του Φίλιππος Αριστοδήμου. Δυστυχώς στην έκθεση υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 δεν εγείρεται η υπεράσπιση της απεμπόλησης δικαιώματος (waver) και παρά το γεγονός ότι στοιχειοθετείται αυτή η υπεράσπιση από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και από τη μαρτυρία που ακούσθηκε, δεν θα απέρριπτα την υπόθεση γι΄ αυτό το λόγο, διότι δεν καλύπτεται από το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης. Σε σχέση με την προδικαστική ένσταση της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους του Ενάγοντα, τα γεγονότα δείχνουν πράγματι ότι ο Ενάγοντας με την ασύγνωστα περιφρονητική του στάση προς το Δικαστήριο σε σχέση με την υπόθεση 2194/98 (Τεκμήριο 5), η οποία στάση επανειλημμένα επεδείχθη, συνέτεινε στο να απορριφθεί η αγωγή του η οποία και δεν επαναφέρθει. Ενώ ο Ενάγοντας για πάρα πολλά χρόνια, σχεδόν τρεις δεκαετίες, δεν προέβη σε οποιαδήποτε διεκδίκηση των ισχυριζόμενων δικαιωμάτων του ή διαμαρτυρία, ήγειρε την αγωγή 2194/98 την οποία με αποκλειστικά δική του και των συνηγόρων του υπαιτιότητα απερρίφθη, επανήλθε με την παρούσα αγωγή για να διεκδικεί τα ίδια δικαιώματα. Επίσης η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από της αγοράς των επιδίκων κτημάτων μέχρι και σήμερα, αλλά και το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ αυτών των δύο αγωγών είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί ουσιώδης μαρτυρία, με αποτέλεσμα μια δίκαιη δίκη να έχει καταστεί εξαιρετικά αδύναμη και ιδιαίτερα δύσκολη. Λόγω της μεγάλης χρονικής διάρκειας που διέρρευσε από της αγοράς των επιδίκων κτημάτων και του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε μεταξύ των δύο αγωγών, ήταν να επέλθει ο θάνατος της Ιφιγένειας Αριστοδήμου, αδελφής του Ενάγοντα και του Αδελφού του Ενάγοντα μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄ που ήταν δύο πρόσωπα βαθειά εμπλεκόμενα στην υπόθεση και άμεσα ενδιαφερόμενα. Είναι η άποψη μου ότι η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται και γι΄ αυτό το λόγο. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Ιερείδης κ.ά. v. Γεωργίας Παναγιώτου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 498, στη σελ. 508, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Η αγωγή όμως ήταν απορριπτέα και για ένα άλλο ανεξάρτητο λόγο. Η πρωτοφανής και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος θα έπρεπε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άρνηση να της επιληφθεί. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ίδιας της Εφεσίβηλητης, και από την πιο ευνοϊκή γι΄ αυτή ημερομηνία, παρατηρούμε πως η ίδια είπε ότι οι γονείς της τη διαβεβαίωναν πως θα της μεταβίβαζαν το σπίτι με το γάμο της. Ο γάμος έγινε το 1971, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.1.1996, 25 χρόνια δηλαδή μετά. Η καθυστέρηση δεν ηγέρθη ως λόγος απόρριψης της αγωγής στην υπεράσπιση. Διατυπώθηκε όμως ως λόγος έφεσης. Έχουμε τη γνώμη πως το πιο πάνω χρονικό διάστημα που διέρρευσε, για τη διεκδίκηση του ισχυριζόμενου δικαιώματος, πλήττει άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ότι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με την πάροδο αναιτιολόγητου, και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων, ακόμη και η βιολογική ύπαρξη ενδιαφερομένων μερών, εδώ του πατέρα της εφεσίβλητης, που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη δίκαιη δίκη.» Σε σχέση με την προδικαστική ένσταση ότι στην παρούσα αγωγή δεν υπάρχει νόμιμα καταχωρημένη έκθεση απαίτησης και συνεπώς το υπάρχον δικογράφημα έκθεσης απαίτησης στην παρούσα υπόθεση είναι ανύπαρκτο σημειώνονται τα εξής: Πράγματι η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη στις 6.5.2005, έγινε εμφάνισης από την Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου στις 15.6.2005 και κατεχωρήθη δικόγραφο τιτλοφορούμενο σαν έκθεση απαίτησης στις 29.1.2007 χωρίς να έχει ζητηθεί από το Δικαστήριο παράταση χρόνου ή άδεια για καταχώριση του και χωρίς να ζητηθεί από την άλλη πλευρά να συνυπογράψει το δικόγραφο ότι δεν έχει ένσταση για την εκπρόθεσμη καταχώρηση. Η έκθεση υπεράσπισης της Εναγομένης Ιεράς Μονής Κύκκου κατεχωρήθη στις 16.2.2007, πολύ σύντομα μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και στην οποία έκθεση απαίτησης εγείρεται το θέμα της εκπρόθεσμης και παράνομης καταχώρισης του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης. Η πλευρά του Ενάγοντα σε κανένα διάβημα δεν προέβη για διόρθωση ή άρση αυτής της παρατυπίας που περιήλθε σε γνώση του, αμέσως μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η θέση του Ενάγοντα πάνω σε αυτό το θέμα φαίνεται μόνο στην αγόρευση του δικηγόρου του ο οποίος παρακάλεσε και εισηγήθηκε στο Δικαστήριο να θεραπεύσει αυτή την παρατυπία δυνάμει της διαταγής 64. Στην υπόθεση Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815, αναφέρθησσαν τα ακόλουθα: «Ο πρωτόδικος Δικαστής ασχολήθηκε με το πιο πάνω ζήτημα και έκρινε πως Η Δ.64 θεράπευε την κατάσταση, που χαρακτήρισε απλή παρατυπία. Αναφέρθηκε δε σχετικά στην υπόθεση Μαίρη Αθανασιάδη v. Ηρώ Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, προφανώς όμως δεν αντελήφθη ορθά το σκεπτικό της. Όπως έχει ειπωθεί στην υπόθεση εκείνη, και επαναλήφθηκε πολλές φορές, η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών, μας ενδιαφέρουν εδώ τα χρονικά περιθώρια που καθορίζονται σ΄ αυτούς. Οι διατάξεις πρέπει να τηρούνται. Παρέχεται όμως με την Δ.64 ευκαιρία στο διάδικο, που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το διάβημα του ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του. Στην υπόθεση που συζητούμε οι εφεσείοντες ήγειραν το ζήτημα του εκπρόθεσμου της αίτησης, και οι εφεσίβλητοι δεν υπέβαλαν οποιοδήποτε διορθωτικό αίτημα στο Δικαστήριο.» Στην παρούσα υπόθεση ενώ το θέμα περιήλθε έγκαιρα σε γνώση του Ενάγοντα μετά την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης, σε κανένα διάβημα προέβηκε για διόρθωση του. Θα μπορούσε ένας να επιχειρηματολογήσει ότι, εφόσον η Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου, δεν προώθησε διάβημα της, δια διαγραφή της εκπρόθεσμα καταχωρηθείσας έκθεσης απαίτησης, παραιτήθηκε ή απεμπόλησε το δικαίωμα της να επιχειρηματολογεί ότι δεν υπάρχει νόμιμα καταχωρημένη έκθεση απαίτησης. Δεν θα συμφωνούσα με τέτοιο επιχείρημα και αναφέρω το τι λέχθηκε στην υπόθεση Σοφίας Κλεόπα v. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο είπε και ανέφερε τα εξής: «Το τελευταίο επιχείρημα έχει μια υπερεαλιστική διάσταση. Καμιά δικονομική αρχή ή άλλη αρχή δικαίου, ιδιαίτερα στο σύστημα της αντιδικίας που επικρατεί στην Κύπρο, δε δημιουργεί την υποχρέωση στον εναγόμενο να προειδοποιεί τον αντίδικο του για τις συνέπειες των παραλείψεων του.» Στην παρούσα υπόθεση, αν η Εναγομένη Ιερά Μονή Κύκκου προέβαινε σε οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με την προδικαστική ένσταση που ήγειρε, σίγουρα θα εδίδετο το δικαίωμα στον Ενάγοντα να ζητήσει ο ίδιος πλέον διόρθωση και/ή άρση της παρατυπίας που δημιούργησε η παράλειψη του. Κύρια όμως και πρωταρχικά είχε ο ίδιος υποχρέωση, με δικά του διαβήματα να ζητήσει διόρθωση της παρατυπίας στην οποία από δική του παράλειψη και μόνο προέκυψε και η οποία παρατυπία τέθηκε έγκαιρα σε γνώση του Ενάγοντα αμέσως μετά την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης και δεν ήταν καθήκον της Εναγόμενης Ιεράς Μονής Κύκκου να προωθήσει διάβημα που θα κατέληγε στη διόρθωση της παρατυπίας. Με βάση τα πιο πάνω θα απέρριπτα και απορρίπτω την αγωγή και γι΄ αυτό το λόγο, ότι δηλαδή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει νόμιμα καταχωρημένο δικόγραφο έκθεσης απαίτησης και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί πάνω στους οποίους ο Ενάγοντας στηρίζει την απαίτηση του είναι ανύπαρκτοι. Έχοντας υπόψη μου ότι σε ενδεχόμενη έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνατό να ακυρωθούν όλα τα πιο πάνω στα οποία κατέληξα, θεωρώ ότι πρέπει να αποφασισθεί και το θέμα της αποζημίωσης, ούτως ώστε το Ανώτατο Δικαστήριο να έχει περιεκτική απόφαση για όλα τα θέματα που ηγέρθησαν και συζητήθησαν σ΄ αυτή την υπόθεση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που ακούστηκε και αξιολογήθηκε και σύμφωνα και με τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθησαν το Τεκμήριο 2 (έκθεση υπολογισμού της αγοραίας αξίας ακινήτων στο χωριό Μανδριά της επαρχίας Πάφου) και το οποίο τεκμήριο εκ συμφώνου παρουσιάστηκε και δηλώθηκε και το περιεχόμενο του σαν παραδεκτό γεγονός, προκύπτει ότι η αγοραία αξία της υπολοιπομένης έκτασης που κατ΄ ισχυρισμό του Ενάγοντα θα έπρεπε να του αποδοθεί κατά το 1998 που ηγέρθη η πρώτη αγωγή ήταν αξίας €567.846,88σ.. Κατά το 2006 όταν ο Ενάγων μεταβίβασε το μερίδιο του σε τρίτο πρόσωπο υπολοιπομένης της κατ΄ ισχυρισμό έκτασης που εδικαιούτο η αξία αυτής της υπολοιπομένης έκτασης ήταν €3.981,
- Το 2010, χρόνο που υπολογίζετο ότι θα εκδοθεί η απόφαση, η αξία της υπολοιπομένης κατ΄ ισχυρισμό του Ενάγοντα έκτασης που εδικαιούτο ήταν αξίας €4.393.
- Οι πιο πάνω αξίες είναι παραδεκτές από την Εναγόμενη Ιερά Μονή Κύκκου κατά τη χρονολογία που αναφέρονται. Σύμφωνα με τη νομολογία η αποζημίωση που δικαιούται ένας που έχει ζημιωθεί εκτιμάται κατά την ημερομηνία που υπάρχει παράβαση της συμφωνίας. Ο Ενάγοντας θεωρεί σύμφωνα και με την αγόρευση του συνηγόρου του, ότι η παράβαση της συμφωνίας επεσυνέβη για πρώτη φορά το 1998 που ηγέρθη η αγωγή 2194/
- Αυτό όμως αντίκειται στη μαρτυρία που ακούστηκε και στα γεγονότα που έχουν γίνει αποδεκτά από το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και που δείχνει ότι αν υπήρξε παράβαση της προφορικής συμφωνίας ημερομηνίας 18.1.1973, υπήρξε στις 24.3.1982, ημερομηνία κατά την οποία ο Ενάγοντας και τα αδέλφια του υπόγραψαν σαν δικαιοδόχοι δήλωση μεταβίβασης επ΄ ονόματι των του μέρους των αγορασθέντων κτημάτων που πωλήθηκε στους Φρίξο Κωνσταντίνου και Ευστάθιο Χ"Γιάννη και επίσης στις 12.4.1982 που τα τρία αδέλφια υπόγραψαν σαν δικαιοπάροχοι δήλωση μεταβίβασης του μέρους που πωλήθηκε επ΄ ονόματι της εταιρείας Mandria Beach Holdings Company Ltd. Για την πιο πάνω χρονική στιγμή δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία επιστημονική ή άλλη που να δείχνει την αξία της υπολοιπομένης κατ΄ ισχυρισμό του Ενάγοντα έκτασης που έπρεπε να μεταβιβασθεί επ΄ ονόματι του. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει τι ζημιά υπέστη ο Ενάγοντας. Είναι καλά νομολογημένο ότι ο οποιοσδήποτε διάδικος αξιώνει οτιδήποτε από το Δικαστήριο θα πρέπει να παρουσιάζει αξιόπιστη, θετική και ειλικρινή μαρτυρία. Στην υπόθεση Ανδρέας Μιχαηλίδης v. Ανδρέα Δημοσθένους Κακουλλή κ.ά.
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 674 τονίστηκε ότι: «Είναι πρωτίστως καθήκον του εφεσείοντα να ικανοποιήσει το δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τους εφεσίβλητους να την αντικρούσουν.» Στην περίπτωση του Ενάγοντα εφαρμόζεται πλήρως το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Bonham Carter n. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 T.K.R. 177, 178: "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damages. It is not enough to write down the particulars and so to speak throw them at the head of the Court saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it." Συνακόλουθα η αγωγή για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται σαν αβάσιμος και αστήρικτος στην ουσία της και κατά Νόμο. Ο Ενάγοντας καταδικάζεται στα έξοδα της Εναγόμενης Ιεράς Μονής Κύκκου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο