Νίκος Χαριλάου ν. Παναγιώτης Αναστασίου Γκουγκούλης, Αρ. Αγωγής: 2033/09, 09.06.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2033/09 Μεταξύ: Νίκος Χαριλάου Ενάγοντος - και - Παναγιώτης Αναστασίου Γκουγκούλης Εναγόμενου ------------------------ Ημερομηνία: 09.06.2011 Αίτηση ημερομηνίας 17.10.2010 για παραμερισμό απόφασης Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κα Β. Δεληπαλτίδου για κ. Κ. Σιαηλή Για τον Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Ζύμπηλος ------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε στις 22.06.2009 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο ως είναι και από τον ίδιο παραδεκτό στις 03.09.
- Στις 16.10.2009 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Ωστόσο για σκοπούς πληρότητας των στοιχείων που διέπουν την υπόθεση σημειώνεται ότι καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από τον Εναγόμενο δια δικηγόρου στις 21.10.
- Μετά την έκδοση της απόφασης, ημερομηνίας 16.10.2009, στις 17.05.2010 ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση εναντίον του Εναγόμενου για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε προσωπικά στον Εναγόμενο στις 07.06.2010 και στις 15.6.2010 κατά την πρώτη εμφάνιση της εν λόγω αίτησης, ο Καθ' ού η Αίτηση δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, πλην όμως παρουσιάστηκε εκ μέρους του δικηγόρος, οπότε η αίτηση ημερομηνίας 17.05.2010 ορίστηκε για ακρόαση στις 12.10.
- Στις 12.10.2010 δεν υπήρξε εμφάνιση από πλευράς Εναγόμενου αλλά ούτε και του δικηγόρου του και ως εκ τούτου ενεργοποιήθηκε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Εναγόμενου το οποίο είχε εκδοθεί στις 15.6.
- Ακολούθως στις 17.11.2010 εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Εναγόμενου ο οποίος ζήτησε χρόνο για να παρουσιαστεί με το δικηγόρο του και πάλι η αίτηση ορίστηκε στις 20.12.2010 για ακρόαση, ώρα 08:
- Στις 20.12.2010 ο Εναγόμενος παρουσιάστηκε στο δικαστήριο αλλά πολύ αργότερα από την ώρα που είχε προγραμματιστεί και ως εκ τούτου η δίκη για την αίτηση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 10.02.
- Στις 10.02.2011 πάλι ο Εναγόμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο κατά την ώρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση προφασιζόμενος ότι δεν ήξερε την ώρα της δίκης, παρά το γεγονός ότι ήταν παρών κατά την προηγούμενη εμφάνιση, οπότε η αίτηση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 21.03.
- Στη συνέχεια ο Εναγόμενος ο οποίος στο εξής θα αναφέρεται ως ο αιτητής καταχώρησε αίτηση (στο εξής η επίδικη αίτηση) με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εκδοθείσας εναντίον του απόφασης ημερομηνίας 16.10.
- Η πιο πάνω επίδικη αίτηση στηρίζεται στους κανονισμούς πολιτικής δικονομίας Δ.17 Καν. 10 και στη Δ.48 Καν. 9(h). Περαιτέρω η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του αιτητή στην οποία προβάλλει στοιχεία για υποστήριξη της αίτησης του. Ειδικότερα, αναφέρει ότι όταν στις 03.09.2009 του επιδόθηκε η αγωγή έδωσε αμέσως οδηγίες στον προηγούμενο δικηγόρο του για να τον εκπροσωπίσει καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης. Μετά όμως από λίγο καιρό ενημερώθηκε ότι ο δικηγόρος του δεν καταχώρησε εμφάνιση εξαιτίας σφάλματος μέλους του γραμματειακού προσωπικού του γραφείου του και γι' αυτό εκδόθηκε απόφαση εναντίον του στην αγωγή. Επίσης ο δικηγόρος του τον καθησύχασε ότι θα προέβαινε στις απαραίτητες ενέργειες για παραμερισμό της απόφασης πλην όμως δεν το έπραξε μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου πρόσφατα απευθύνθηκε σε νέο δικηγόρο ο οποίος τον εκπροσωπεί στην επίδικη αίτηση. Υποστηρίζοντας τη θέση ότι έχει καλή υπεράσπιση ο αιτητής αναφέρει ότι όντως παρέδωσε υπογραμμένη από αυτόν την επιταγή με βάση την οποία εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή, ουδέποτε όμως συμπλήρωσε το ποσό των €50.000,00 αλλά ούτε και το όνομα του ενάγοντα ως δικαιούχου της επιταγής, ο δε λόγος που έδωσε την επιταγή στον ενάγοντα ήταν εξ αιτίας του ότι αυτός (ο Ενάγοντας) ήταν υπάλληλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου με σκοπό την κατάθεση της επιταγής σε λογαριασμό που διατηρούσε στο εν λόγω Ταμιευτήριο για καθυστερημένες οφειλές του σε δάνειο το οποίο είχε συνάψει με το εν λόγω ταμιευτήριο. Τέλος εκφράζει τη θέση ότι θα πρέπει να παραμεριστεί η απόφαση και να του δοθεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του. Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση ο ενάγοντας (στο εξής καθ' ού η αίτηση) καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Οι λόγοι της ένστασης του παρατίθενται αυτούσιοι στη συνέχεια. α. Δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την ακύρωση και/ή παραμερισμό (set aside) της προηγούμενης εκδοθείσας απόφασης εις την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. β. Η Αίτηση του Εναγόμενου είναι παράτυπη, αντικανονική και εκπρόθεσμη ή και δεν έχει καταχωρηθεί εντός ευλόγου χρόνου. γ. Η Αίτηση του Εναγόμενου είναι ατελής, ανεπαρκής και κακής πίστεως, καταχωρηθείσα με αδικαιολόγητο καθυστέρηση και άνευ σοβαρού λόγου ή πιθανότητα επιτυχίας. δ. Η παρούσα Αίτηση δεν δύναται να προχωρήσει και να ακουσθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο, καθ΄ ότι θα βλάψει τα μέγιστα την δικαιοσύνη, αφού θα πλήξει την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων και την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. ε. Από την Αίτηση του Εναγομένου και την ένορκη του δήλωση που την συνοδεύει δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε σοβαρή ή εύλογη αιτιολογία για την παράλειψη του Εναγομένου να λάβει έγκαιρα μέτρα προς ακύρωση ή παραμερισμό της προηγούμενης εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. στ. Ο Εναγόμενος επέδειξε τέτοια διαγωγή μέχρι σήμερα, η οποία είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. ζ. Η Αίτηση, εάν γίνει αποδεκτή, θα προκαλέσει εις τον Ενάγοντα αδικία, ζημία και ταλαιπωρία, η οποία δεν δύναται να αποκατασταθεί είτε με την καταβολή εξόδων είτε άλλως πως. η. Η ένορκη δήλωση του Εναγομένου που συνοδεύει την Αίτηση του είναι προγενέστερη της Aίτησης του, πράγμα το οποίο είναι αντικανονικό και παράτυπο, αφού η ένορκη του δήλωση σαν μαρτυρία, έγινε ή και δόθηκε προ της καταχώρησης της αίτησης, γεγονός το οποίο συνηγορεί σε απόρριψη της Αίτησης. θ. Με βάση τα πραγματικά γεγονότα που ο ίδιος ο Εναγόμενος προβάλλει με την αίτηση του, η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, αφού δεν διαφαίνεται από αυτή και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει η ύπαρξη οιασδήποτε συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης. ι. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα (ακύρωση και/ή παραμερισμό - set aside - προηγούμενης εκδοθείσης απόφασης), αφού δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από την Νομολογία. κ. Ο Εναγόμενος - αιτητής έχει καταθέσει αναληθή γεγονότα ή και έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα σκόπιμα με αποκλειστικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο για να πετύχει την ακύρωση και/ή παραμερισμό (set aside) της προηγούμενης εκδοθείσας απόφασης εις την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Η αξία και βαρύτητα των ουσιωδών γεγονότων τα οποία απέκρυψε σκόπιμα ο Εναγόμενος - αιτητής από το Δικαστήριο είναι τέτοια ώστε να συνηγορούν σε απόρριψη της Αίτησης. λ. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 16/10/
- μ. Ο Εναγόμενος - αιτητής δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια (with clean hands) ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού απέκρυψε από την ένορκη δήλωση του ουσιώδη γεγονότα. ν. Ο Εναγόμενος - αιτητής απόκρυψε ή και δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση. ξ. Ο Εναγόμενος - αιτητής στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 14/03/2011 που υποστηρίζει την αίτηση του ημερομηνίας 15/03/2011 παραθέτει ψευδείς ισχυρισμούς. ο. Ο Εναγόμενος - αιτητής δεν τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του που αναφέρει εις την ένορκη δήλωση του. π. Ο Εναγόμενος - αιτητής αδιαφόρησε παντελώς για την δικαστική διαδικασία και την εναντίον του δικαστική υπόθεση σε βαθμό πλήρους περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών και εν γένει της απονομής της δικαιοσύνης. ρ. Ο Εναγόμενος - αιτητής δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια (with clean hands) ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού λέει ψέματα για τους λόγους που επέδειξε αδιαφορία αναφορικά με την παρούσα αγωγή και την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης ή και την μη έγκαιρη και/ή εντός ευλόγου χρόνου καταχώρηση αίτησης για ακύρωση ή παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. σ. Ο Εναγόμενος - αιτητής δεν παραθέτει οποιαδήποτε και/ή ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για απόδειξη των ισχυρισμών του ή και οτιδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να υποστηρίζει την αίτηση του. τ. Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. υ. Η Αίτηση είναι ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, ο καθ' ού η αίτηση υποστηρίζοντας τους λόγους ένστασης προβαίνει σε ένορκη δήλωση μέσα από την οποία απορρίπτει ουσιαστικά τις θέσεις του αιτητή, και ειδικότερα αναφέρει πως τυχόν επανάνοιγμα της υπόθεσης θα πλήξει τη δικαιοσύνη και την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Προβαίνει επίσης σε επιχειρήματα και τοποθετήσεις που ούτως ή άλλως δεν είναι επιτρεπτό σε ένορκες δηλώσεις αφού δεν αφορούν γεγονότα, συνεπώς το Δικαστήριο δε θεωρεί ορθό να αναφερθεί σ' αυτά στο παρόν στάδιο. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των σχετικών δικογράφων και ενόρκων δηλώσεων που έχουν προαναφερθεί, καθώς και δια των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δυο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους επικαλούμενοι νομολογία ζητώντας την έκδοση απόφασης ανάλογα με την εκδοχή που η κάθε πλευρά υποστήριξε. Νομική Πτυχή: Η ρύθμιση για την αίτηση παραμερισμού απόφασης ουσιαστικά στηρίζεται και πηγάζει μέσα από τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να έχει κάθε πολίτης, δηλαδή να δίδεται η ευκαιρία στον κάθε διάδικο να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης. Για το σκοπό αυτό λειτουργεί η πρόνοια της Διαταγής 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα προκειμένου να δίδεται η ευκαιρία να λάβει γνώση κάθε πολίτης για διαδικασία που αρχίζει εναντίον του στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή όταν τηρηθεί τότε το Δικαστήριο προχωρεί τη διαδικασία στην απουσία διαδίκου, ο οποίος δεν εμφανίζεται. Αν παρά την πιο πάνω πρόνοια για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει παραβίαση της, δηλαδή η επίδοση δεν γίνει εντός των προϋποθέσεων και του τρόπου που προβλέπεται, τότε ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δικαιούται και προβλέπεται ως θεραπεία το αίτημα του για παραμερισμό της απόφασης προκειμένου να τηρηθεί πλήρως η συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως. Σε συνέχεια με το σημείο αυτό θεωρείται χρήσιμο να αναφερθεί ότι προκύπτει από τη νομολογία πως, όταν πρόκειται για κακή επίδοση τότε το Δικαστήριο έχει αυξημένη απόλυτη υποχρέωση να παραμερίσει την απόφαση, ενώ όταν πρόκειται για καλή επίδοση τότε θα εξετάσει το αίτημα του αιτητή υπό το πρίσμα διαφόρων πλέον παραγόντων και προϋποθέσεων όπως τις έχει καθιερώσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω. Κατ' αρχήν το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου και να συνεκτιμήσει δύο βασικά στοιχεία. Το ένα στοιχείο είναι η αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και εκδίδεται απόφαση η οποία πρέπει να παραμένει οριστική και κατ' επέκταση τελεσίδικη, ενώ το άλλο στοιχείο είναι το μέρος που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης να μην στερείται του δικαιώματος του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο νοουμένου ότι εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικά με το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η νομολογία επιβάλλει, βλέπε υπόθεση Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους, Πολιτική Έφεση 8035, ημερομηνίας 21.10.1991, ότι το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία προκειμένου να διαγνώσει μόνο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και, στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος της υπεράσπισης, συνεπώς δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Επιπλέον όμως, και εκτός από το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο αιτητής πρέπει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Σχετική προς τούτο προβάλει η υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R., σελ. 204, στην οποία αναφέρθηκε ότι, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε να ενεργήσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Επίσης στην υπόθεση Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Ltd, Πολιτική Έφεση 8276, ημερομηνίας 28.11.1994, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης γραπτής μαρτυρίας που επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία εκτός και αν οι διάδικοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ως προς το θέμα αυτό το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πλέον μετά την τροποποίηση της Διαταγής 48 Κ.4 στις 23.12.1999 η διαδικασία αυτή παραμένει ως η μόνη και ισχύει για όλες τις αιτήσεις, πλην βέβαια της αίτησης έρευνας για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις ή άλλως πως, όπου πρόκειται για ιδιόμορφη διαδικασία. Τέλος και σε συνέχεια με τα πιο πάνω κρίνεται ορθό να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 941, παρατίθενται δε το πιο κάτω απόσπασμα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» Ακόμη στην πιο πάνω απόφαση έχουν αναφερθεί και τα πιο κάτω: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση παρ΄όλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και συμπέρασμα Δικαστηρίου: Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της επίδικης αίτησης κρίνεται ορθό να αποφασιστεί ο λόγος ένστασης για αντικανονική ένορκη δήλωση επί της αίτησης ενόψει του ότι προηγείται κατά μια ημέρα της αίτησης. Το θέμα αυτό έχει απασχολήσει τα δικαστήρια κατ΄ επανάληψη, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Τα όσα παρατίθενται στη συνέχεια από απόσπασμα της υπόθεσης S.A. Constantinou Limited κ.α. v. Marfin Popular Bank Public Ltd
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 754, υποστηρίζουν και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, αφού εδώ είχε ήδη προηγηθεί αγωγή. "Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση του Σωτήρη Χαραλάμπους εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας την 1/6/2007, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού έλαβε χώρα πριν από την καταχώρηση της ένστασης της εφεσίβλητης τράπεζας στις 4/6/2007. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες η αποδοχή της πιο πάνω ένορκης δήλωσης συνιστά παραβίαση της Διαταγής 39, θεσμός 3 και της Διαταγής 48, θεσμός 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Η πιο πάνω εισήγηση είναι ανεδαφική. Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώρησης μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή39, θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Αίτηση των Stavros Hotel Apartments Ltd κ.ά για άδεια για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, Αίτηση 70/91 της 20/5/94, μια ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν από την καταχώρηση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μιας νέας ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα περίπτωση ο τίτλος της ένορκης δήλωσης είναι αρκούντως ικανοποιητικός, αφού αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής που ήδη εκκρεμεί και έχει επισυναφθεί στην ένσταση που έχει καταχωρηθεί, η οποία αναφέρεται ¨ως πρόθεση ένστασης στη συνέχιση του εκδοθέντος διατάγματος της 8/5/2007.΄" Προχωρώντας επί της ουσίας της επίδικης αίτησης από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εκ μέρους του αιτητή παραμένει ξεκάθαρο πως το κλητήριο ένταλμα έχει επιδοθεί δεόντως και δεν τίθεται θέμα κακής επίδοσης. Συνακόλουθα το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων, ήτοι εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και κατά δεύτερο λόγο εάν ο αιτητής δικαιολόγησε τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο και αν ενέργησε έγκαιρα στον παραμερισμό της απόφασης ή κατά πόσο επέδειξε αδιαφορία στις δικαστηριακές διαδικασίες και δικαιώματα του αντίδικου του. Εξετάζοντας το θέμα της μη εμφάνισης από πλευράς του Αιτητή, έστω ότι γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του, και δη ότι έδωσε έγκαιρα οδηγίες σε δικηγόρο για καταχώρηση εμφάνισης η θέση αυτή κρίνεται ως μη ικανοποιητική αφού σύμφωνα με τα νομολογηθέντα (βλέπε υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793 η παράλειψη ή αμέλεια δικηγόρου δεν αποτελεί λογική εξήγηση για τη μη συμμόρφωση με τις προθεσμίες. Στην παρούσα υπόθεση βέβαια πέραν του ότι χάθηκε η προθεσμία για καταχώρηση εμφάνισης, ο Αιτητής έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης λίγες μέρες μετά την έκδοση της και αντί να καταχωρήσει το συντομότερο δυνατό αίτηση για παραμερισμό, ακολουθεί μια αδικαιολόγητη συμπεριφορά του Αιτητή οπότε παρέρχονται περί τους 17 μήνες και αποφασίζει μέσω άλλου δικηγόρου να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Σημειώνεται πως η πάροδος των 17 περίπου μηνών από την γνώση της ύπαρξης απόφασης συνοδεύτηκε από τέτοια στάση και συμπεριφορά εκ μέρους του Αιτητή η οποία για το Δικαστήριο συνιστά πλήρη αδιαφορία τόσο για τις δικαστηριακές διαδικασίες όσο και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του. Πιο συγκεκριμένα ενώ καταχωρείται εμφάνιση μετά την έκδοση απόφασης, και ο Αιτητής λαμβάνει γνώση για την απόφαση και παρά τις διαβεβαιώσεις του δικηγόρου ότι θα καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό αυτό δεν γίνεται παρερχομένων 7 μηνών περίπου οπότε καταχωρήθηκε αίτηση από τον Ενάγοντα για πληρωμή του χρέους. Στη συνέχεια ο Αιτητής δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 15.06.2010 στην αίτηση για πληρωμή χρέους ημερομηνίας 17.05.2010 (της οποίας ακόμη εκκρεμεί η εκδίκαση της) αλλά και ακολούθως χάριν της μη έγκαιρης εμφάνισης ή και καθόλου εμφάνισης του Αιτητή (Καθ΄ ου η Αίτηση στην αίτηση ημερομηνίας 17.05.2010) καθώς επίσης και λόγω μη καταχώρησης ένστασης η δίκη στην αίτηση ημερομηνίας 17.05.2010 αναβάλλεται για τις 18.04.2011 και ξαφνικά τον Μάρτιο του 2011 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση. Έστω και αν πρόκειται για καθαρά λάθος δικηγόρου καθ΄ όλη την πιο πάνω χρονική διάρκεια δεν είναι αμέτοχος ο Αιτητής, με τη συμπεριφορά του κρίνεται ότι επέδειξε τέτοια αδιαφορία και καθυστέρηση στην υποβολή της επίδικης αίτησης που αν γινόταν αποδεκτή η θέση του και επανάνοιγε η υπόθεση, τότε θα επηρεαζόταν το κύρος της απονομής της δικαιοσύνης αφού δεν θα επέρχονται τα αποτελέσματα που επιφέρει η απονομή της δικαιοσύνης μέσω των αποφάσεων των Δικαστηρίων. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω κρίνεται πως ο Αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιολογημένα δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα πριν το Μάρτιο του 2011 προς παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του, η οποία αφορά σε ένα όχι αμελητέο ποσό (€50.000,00) που αναμενόταν να σπεύσει τάχιστα για ακύρωση της απόφασης. Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd (ανωτέρω) το στοιχείο αυτό είναι ικανοποιητικό για την αποτυχία της επίδικης αίτησης, ωστόσο αν ήθελε ανατραπεί το συμπέρασμα του Δικαστηρίου κρίνεται ορθό να εξετασθεί στη συνέχεια αν ο Αιτητής απόδειξε ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Έχοντας κατά νου τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής από τη μια, αλλά και τη σχετική νομολογία από την άλλη, κρίνεται ότι ο Αιτητής δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που να συνοδεύουν την εκδοχή του ώστε να της δίνουν τη δυναμική εκείνη για να κριθεί ότι έχει συζητήσιμη Υπεράσπιση. Αναμφίβολα οι ισχυρισμοί του συνιστούν, αν αληθεύουν, μία σοβαρή υπεράσπιση - κρίνεται όμως ότι θα έπρεπε να συνοδεύονται από επιμέρους επίσης σοβαρά στοιχεία. Δεν είναι νοητό για το Δικαστήριο ότι έδωσε εντελώς λευκή επιταγή στον Ενάγοντα και χωρίς να αναφέρεται σε οποιαδήποτε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του για πληρωμή οφειλών του προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου. Ούτε η θέση πως δεν ήξερε το ακριβές ποσό προβάλλει σοβαρή χωρίς να δίνει στοιχεία ο αιτητής ως προς το τι τον εμπόδιζε να το μάθει. Την ίδια ώρα επισημαίνεται πως ούτως ή άλλως η επιταγή του όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα δεν μπορούσε να πληρωθεί διότι είχε παγοποιηθεί ο λογαριασμός του. Σε τέτοια περίπτωση δύο τινά προκύπτουν, (α) ότι ο Αιτητής θα ξεγελούσε το Ταμιευτήριο από τη μια αφού ο λογαριασμός που αφορούσε την επιταγή του είχε παγοποιηθεί, είτε ότι ο Ενάγοντας τον ξεγέλασε όπως ισχυρίζεται, οπότε όφειλε και ήταν αναμενόμενο, να καταγγείλει το θέμα άμεσα στην Αστυνομία για να το διερευνήσει, κυρίως όταν έμαθε ότι εξασφαλίστηκε απόφαση εναντίον του. Καμία όμως εξήγηση δίδεται προς τα πιο πάνω ζητήματα. Ούτε γίνεται αναφορά σε κάποια μετέπειτα της πληρωμής αναμενόμενη συνομιλία, για να μάθει τουλάχιστον ο Αιτητής για ποιο ποσό θα πληρωνόταν η επιταγή που εξέδωσε και να έχει στοιχεία για το δάνειο του ή για δικό του λογαριασμό. Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται πως η θέση του Αιτητή αποτελεί μία γενική και αφηρημένη εκδοχή η οποία δεν είναι ικανή ενόψει των πιο πάνω επισημάνσεων, ώστε το Δικαστήριο να αποδεχθεί ότι αποτελεί σοβαρή εκδοχή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει την αίτηση του, και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/other actions/Interim Αναφορά: Παραμερισμός Απόφασης - Δ.26 Κ14 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο