← Κύπρος

Δημήτρη Ευσταθίου ν. Bloomberg Securities Inc. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2422/2002, 9.6.2011

Δημήτρη Ευσταθίου ν. Bloomberg Securities Inc. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2422/2002, 9.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2422/2002 Μεταξύ: Δημήτρη Ευσταθίου, εκ Πάφου Ενάγοντα και

  1. Bloomberg Securities Inc., εξ Αγγλίας
  2. Ανδρέας Κ. Λεμονιάτης, εξ Αγγλίας
  3. Λεωνίδας Κρόκος, εκ Πάφου
  4. Alpha Bank Ltd, Πάφος
  5. Κλεάνθης Σκορδής, εκ Πάφου
  6. Klaresco Investments Ltd, εκ Πάφου
  7. Λουκά Κώστας, εκ Πάφου
  8. Klaresco Management, εκ Πάφου Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 9.6.2011 Για τον Ενάγοντα: κ. Χ. Κληρίδης (κ. Α. Παπαχαραλάμπους για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο 3: κ. Α. Αντρέου Για την Εναγόμενη 4: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου (κα Α. Κακογιάννη για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 5, 6 και 8: κ. Α. Δημητριάδης (κ. Γ. Δημητριάδης για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο 7: κ. Κ. Κωνσταντίνου (κα Ν. Κωνσταντίνου για ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την παρούσα αγωγή διεκδικεί εναντίον όλων των Εναγομένων απόφαση για ποσό 497.536 Λ.Κ. δυνάμει σχετικής συμφωνίας και/ή συμφωνιών και/ή υπό μορφή αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας και/ή για απάτη και/ή για ψευδείς παραστάσεις και/ή σαν αποτέλεσμα συνομωσίας εις βάρος του και/ή σαν ποσά που εισπράχθησαν άνευ ανταλλάγματος και/ή δυνάμει οιωνεί σύμβασης και ή για παράβαση καταπιστεύματος και/ή κατά παράβαση των νομίμων υποχρεώσεων των Εναγομένων έναντι του Ενάγοντα και/ή άλλως πως. Περαιτέρω ζητά και τόκο 8% από κατά ή περί τον Ιούλιο/Αύγουστο του 2001 μέχρι τελείας αποπληρωμής και εξόφλησης πλέον έξοδα και Φ.Π.Α.. Η παρούσα υπόθεση είναι απότοκο της κατάστασης που δημιουργήθηκε με το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου κατά την περίοδο του 1999 έως και 2002, όταν μεγάλος αριθμός πολιτών, κινούμενοι από το ελατήριο του εύκολου κέρδους, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα επένδυσαν τα χρήματα τους και τις οικονομίες τους, σε αξίες που στη συνέχεια κατέρρευσαν και εκμηδενίσθησαν, με αποτέλεσμα η πλειονότητα των επενδυτών να απωλέσουν ότι είχαν επενδύσει. Πέραν των πιο πάνω, πάρα πολλοί επενδυτές επένδυσαν σε εταιρείες εξωτερικού οι οποίες υπόσχοντο μεγάλες αποδόσεις και που στο τέλος τα επενδυτικά αυτά σχέδια του εξωτερικού ναυάγησαν και/ή κατέρρευσαν με αποτέλεσμα να χαθούν τεράστια ποσά χρημάτων. Ήταν η εκδοχή του Ενάγοντα ότι επένδυσε στους Εναγόμενους 1 και 2 με την προτροπή, βοήθεια, συνέργεια και/ή κατόπιν άσκησης ψευδών παραστάσεων από τους υπόλοιπους Εναγόμενους, το πιο πάνω ποσό με την προοπτική και τη διαβεβαίωση που του έδωσαν ότι η επένδυση αυτή θα του απέδιδε μέχρι και 22% κέρδος. Σε κάποιο στάδιο της πορείας της υπόθεσης οι Εναγόμενοι 1 και 2 απεδέχθησαν και εκδόθη απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των δύο πρώτων Εναγομένων με αποτέλεσμα, η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση να συνεχισθεί και περατωθεί μεταξύ του Ενάγοντα και των υπολοίπων Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, αρνούνται οποιαδήποτε ευθύνη για οποιαδήποτε ζημιά υπέστη ο Ενάγοντας και ισχυρίζονται ότι η αγωγή που ήγειρε εναντίον τους είναι και κατά νόμο και κατ΄ ουσία αβάσιμος και αστήριχτος. Για την υπόθεση του Ενάγοντα κατάθεσαν συνολικά τέσσερις μάρτυρες περιλαμβανομένου και του ιδίου και για την υπόθεση των Εναγομένων συνολικά κατάθεσαν οκτώ μάρτυρες. Τέθησαν δε ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 81 τεκμήρια. Δηλώθησαν επίσης για σκοπούς εκδίκασης αυτής της υπόθεσης τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
  9. Έχει συμφωνηθεί ότι από το τεκμήριο 20 οι επιταγές α) τραπεζιτική επιταγή για το ποσό των £34.250, της 3/8/2001, β) τραπεζική επιταγή για το ποσό των £7.726, της 14/8/2001, γ) τραπεζιτική επιταγή για £3.812, της 14/8/2001 και δ) τραπεζιτική επιταγή για £1.500, της 21/8/2001, κατατέθηκαν στο λογαριασμό των δικαιούχων που αναφέρονται σε αυτές και οι οποίοι λογαριασμοί στους οποίους κατατέθηκαν διαχειρίζονται από τον Εναγόμενο 5 Κλεάνθη Σκορδή, με επιφύλαξη της πλευράς των Εναγομένων 5, 6 και 8 όπως δώσει εξηγήσεις τόσο για την έκδοση όσο και για τη διαχείριση των χρημάτων.
  10. Επίσης δηλώθηκε σαν παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη 6 εταιρεία και η Εναγόμενη 8 εμπορική επωνυμία ανήκουν στον Εναγόμενο 5 Κλεάνθη Σκορδή. Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά, ή και να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, γι΄ αυτό θα προχωρήσω να εκθέσω όσον είναι δυνατό περιεκτικά την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, αλλά κατά την αξιολόγηση θα έχω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας ως είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και όχι ως θα εκτεθεί περιληπτικά (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη

(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Πρώτος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατάθεσε ο Αντρέας Αναστασιάδης ο οποίος υπηρετεί στο Γραφείο Οικονομικού Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο Ενάγοντας έκαμε καταγγελία στην Αστυνομία στην Πάφο η οποία καταγγελία μεταβιβάσθηκε από το ΤΑΕ Πάφου στις 10/6/03 στο Αρχηγείο και ο ίδιος προέβη σε έρευνες. Στη συνέχεια ο μάρτυρας παρουσίασε έξι τεκμήρια τα οποία αποτελούνται από επιστολές, επιταγές, συμφωνίες στην αγγλική γλώσσα και ένα έγγραφο συμφωνίας μεταξύ της Εναγόμενης εταιρείας 1 και του Κλεάνθη Σκορδή Εναγόμενου
  1. Ο μάρτυρας παρουσίασε επίσης και πέντε τεκμήρια για αναγνώριση τα οποία συνίστανται από καταθέσεις τις οποίες πήρε ο ίδιος στην πορεία διερεύνησης της υπόθεσης. Ο εν λόγω μάρτυρας του Ενάγοντα δεν αντεξετάσθηκε από την πλευρά των Εναγομένων 3 και
  2. Αντεξετάσθηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων 5 και
  3. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανάφερε ότι διερεύνησε την καταγγελία-παράπονο του Ενάγοντα. Το παράπονο του Ενάγοντα δεν αφορούσε συγκεκριμένο πρόσωπο. Οι ανακρίσεις για την εξεταζόμενη υπόθεση άρχισαν στις 29/2/03 όταν έγινε η καταγγελία και συνεχίσθησαν από τον ίδιο στις 10/6/03 όταν το παράπονο και/ή η καταγγελία μεταβιβάσθη στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Οι έρευνες συμπληρώθησαν στις 31/3/06 κατόπιν οδηγιών του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα οι οποίες, όπως τις ανάγνωσε από το γραπτό πόρισμα του Γενικού Εισαγγελέα έχουν ως εξής: «
  4. Για την πλήρη ολοκλήρωση των ανακρίσεων απαιτείται μετάβαση ανακριτών στην Αγγλία, Ιταλία και Γερμανία, διαδικασία που σύμφωνα με τον ανακριτή αναμένεται να διαρκέσει άλλα 2-3 χρόνια πράγμα που θα σημαίνει ολοκλήρωση των ερευνών 7-8 χρόνια μετά τη διερευνώμενη συμπεριφορά.
  5. Των πρόσθετων εξόδων που θα χρειαστούν για να γίνουν τα ανωτέρω.
  6. Του αμφίβολου αποτελέσματος των πιο πάνω ενεργειών και της αμφίβολης αλλαγής στη μέχρι σήμερα συλλεχθείσα μαρτυρία ενόψει και του είδους και της έκτασης της μαρτυρίας που θα συλλεγεί.
  7. Των προβλημάτων που ήδη παρουσιάζει η υπάρχουσα μαρτυρία από την οποία φαίνεται ότι δεν έχει και ούτε μπορεί να γίνει πλήρως γνωστός ο τρόπος μεταφοράς των χρημάτων από Κύπρο στην Αγγλία που γινόταν με τη γνώση του παραπονούμενου προς το σκοπό διεκπεραίωσης της συμφωνίας.
  8. Του χρόνου που παρήλθε μέχρι σήμερα από την τέλεση της διερευνώμενης συμπεριφοράς (πέντε χρόνια περίπου). Σε συνδυασμό με τα όσα προαναφέρθηκαν στο ένα ανωτέρω και
  9. Απ΄ ότι φαίνεται ο παραπονούμενος έχει καταχωρίσει αγωγές σε πολιτικό Δικαστήριο εναντίον όλων των άμεσα εμπλεκόμενων για τη διεκδίκηση των αιτημάτων του. Κρίνομε ότι δεν ενδείκνυται περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ο φάκελος επιστρέφεται για αρχειοθέτηση.» Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανάφερε ότι πήρε κατάθεση από τον Κώστα Λουκά, Εναγόμενο 7, διότι υπήρχε μια επιταγή στο όνομα του. Δεύτερος μάρτυρας για την υπόθεση του Ενάγοντα κατάθεσε ο ίδιος ο Ενάγων ο οποίος παρουσίασε γραπτή δήλωση σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στην οποία πολύ περιληπτικά αναφέρει τα ακόλουθα: Ο ίδιος και η σύζυγος του έγιναν πελάτες της Alpha Bank Ltd αρχές του 2001 και όλες τους τις τραπεζιτικές εργασίες τις χειριζόταν και τις διεκπεραίωνε ο Κλεάνθης Σκορδής Εναγόμενος 5, που όπως είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, η διεύθυνση της τράπεζας τους παρέπεμψε σε αυτόν, σαν ειδικό για θέματα επενδύσεων. Ο ίδιος και η σύζυγος του άνοιξαν λογαριασμούς και ακολουθούσαν πιστά τις συμβουλές του Εναγόμενου 5 για επενδύσεις. Η εξυπηρέτηση που είχαν από τον Εναγόμενο 5 ήταν πολύ ικανοποιητική στα αρχικά στάδια για όλα τα θέματα που εγείροντο με τους λογαριασμούς τους. Ο Ενάγοντας ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 5 παρουσιάσθηκε σαν ο financial planner της τράπεζας και ο χρηματιστής της και γι΄ αυτό χειριζόταν τα trading accounts που δημιούργησαν στην τράπεζα. Ο Εναγόμενος 5 τους συμβούλευσε να επενδύουν σε διάφορες εταιρείες και οι οποίες επενδύσεις θα τους απέδιδαν μεγάλα κέρδη. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στις βρετανικές Παρθένους Νήσους και έχει γραφεία στο Λονδίνο όπως και στην Κύπρο, όπου εκπροσωπείτο από τον Εναγόμενο
  10. Ο Εναγόμενος 2 ήταν και είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1 και όπως το διαβεβαίωσε ο Εναγόμενος 5, η Εναγόμενη 4 τράπεζα εργοδότρια του, είχε σχέσεις με την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 4 πέραν των τραπεζιτικών εργασιών που διεκπεραίωνε, ασκούσε και δραστηριότητες συμβούλων για τραπεζιτικά και επενδυτικά θέμα. Η συνεργασία του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 4 τράπεζα ήταν πολύ στενή. Ακόμα ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 5 ενεργούσε και σαν αντιπρόσωπος των Εναγόμενων 1, 2 και
  11. Η Εναγόμενη 6 εταιρεία ήταν εταιρεία του Εναγόμενου 5 όπως και η Εναγόμενη 8 εμπορική επωνυμία ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  12. Ο Εναγόμενος 7 ήταν συνεργάτης, όπως ισχυρίσθη, των υπολοίπων Εναγομένων και του Εναγόμενου 5 και μετείχε και αυτός στη συνομωσία και συνεργάσθηκε με τους υπόλοιπους και ενεργούσε και αυτός σαν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης
  13. Περί τον Μάιο του 2001 ο Εναγόμενος 5 στον οποίο τον παρέπεμψε η διεύθυνση της τράπεζας σαν ο ειδικός για επενδυτικά θέματα, τον έπεισε με παρουσίαση πλαστών εγγράφων να επενδύσει δυνάμει γραπτής συμφωνίας στην Εναγόμενη 1 τεράστιο ποσό χρημάτων με αποτέλεσμα αυτό το ποσό να απωλεσθεί. Ο Ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι επείσθη να επενδύσει τα χρήματα του στην εν λόγω Εναγόμενη 1 κατόπιν που ο Εναγόμενος 5 τον έπεισε ότι και ο ίδιος είχε επενδύσει σε αυτήν την εταιρεία και απεκόμιζε μεγάλα κέρδη και ότι και άλλοι σοβαροί επενδυτές όπως οι αδελφοί Παπαντωνίου είχαν επενδύσει σε αυτήν την εταιρεία. Ο Ενάγοντας ανάφερε ότι απέκτησε την εντύπωση και είχε διαβεβαιώσεις από τον Εναγόμενο 5 ότι η τράπεζα Εναγόμενη 4 ενεργούσε σαν τράπεζα γι΄ αυτή την επένδυση και όχι ο Εναγόμενος 5 σαν άτομο. Ο ίδιος δε δήλωσε ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα επένδυε τόσο μεγάλο ποσό αν δεν ήταν σίγουρος ότι πίσω από όλη αυτή την πράξη δεν ευρισκόταν η τράπεζα Εναγόμενη
  14. Ο Ενάγοντας υπόγραψε τη συμφωνία με την Εναγόμενη 1 που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου σαν Τεκμήριο 2, και ανέμενε τα υψηλά κέρδη που του είχαν υποσχεθεί και που θα έφθαναν μέχρι και το 22%. Παρόλο ότι είχε διαβεβαιώσεις ότι δεν θα πλήρωνε και ούτε θα εισέπραττε κανένας προμήθειες από αυτή την πράξη στο τέλος διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος 5 εισέπραξε μεγάλα ποσά σαν προμήθεια και τα οποία κατέθεσε στην Εναγόμενη εταιρεία 6 και 8 που του ανήκαν, και ότι ο ίδιος ουδέποτε επένδυσε σε αυτή την εταιρεία, δηλαδή την Εναγόμενη
  15. Επανειλημμένα ο Ενάγοντας απαίτησε από τον Εναγόμενο 5 την επιστροφή των προμηθειών που παρέλαβε και από την Εναγόμενη 1 επιστροφή του συνολικού ποσού που απέστειλε για επένδυση αλλά τίποτε από αυτά δεν ευδοκίμησε. Από το συνολικό ποσό των £635.894 ποσό £138.358 φαίνεται ότι δόθησαν σε κάποιον Αιμίλιο Θωμά και σε κάποιαν εταιρεία ονόματι New Marathon Ltd και σε κάποιον Λάμπρο Αρναούτη και τελικά αυτό το ποσό δεν μετεβιβάσθη στην αλλοδαπή εταιρεία. Κατά των εν λόγω προσώπων ο Ενάγοντας καταχώρισε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και εναντίον του εν λόγω Αιμίλιου Θωμά εξεδόθη απόφαση για το ποσό των £138.
  16. Ποσό £34.359 που πληρώθηκε προς όφελος και πίστη του Εναγόμενου 7 Λουκά Κώστα ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες και ουδέποτε εξουσιοδότησε την τράπεζα και τον Εναγόμενο 5 να εμβάσει τέτοιο ποσό στο Λουκά Κώστα και εν πάση περιπτώσει όσα τραπεζιτικά έγγραφα αφορούν αυτή την επιταγή ήταν ο ισχυρισμός του ότι πλαστογραφήθησαν εν συνομωσία με τον εν λόγω Λουκά Κώστα. Με βάση την απόφαση που εξεδόθη εναντίον του Αιμίλιου Θωμά ο Ενάγοντας εισέπραξε τελικά ποσό €154.
  17. Η αλλοδαπή εταιρεία Εναγόμενη 1 κατόπιν των απαιτήσεων του για επιστροφή των λεφτών του, εξέδωσε προς αυτόν μεταχρονολογημένες επιταγές πλην όμως επειδή δεν ανταποκρινόντουσαν στα συμφωνηθέντα και εισπραχθέντα ποσά τις επέστρεψε πίσω και κράτησε μόνο την επιταγή για το κεφάλαιο και που του είχε σταλεί και που ήταν ύψους $700.000 Αμερικής και που αποτελεί το Τεκμήριο
  18. Ο Ενάγοντας, όπως ευθαρσώς δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ουδέποτε προώθησε εξαργύρωση αυτής της επιταγής λόγω της απάτης που εκ των υστέρων διαπίστωσε εις βάρος του. Σε διάφορες ημερομηνίες η Εναγόμενη 1 επέστρεψε στον Ενάγοντα ποσό $50.000 Αμερικής και περαιτέρω ποσό $13.416 Αμερικής. Λόγω της συμπεριφοράς αυτής του Εναγόμενου 5 προς τον ίδιο κατάγγειλε στην Εναγόμενη 4 τράπεζα τις ενέργειες και απάτες που διέπραξε ο Εναγόμενος 5 και η Εναγόμενη 4 τον απέλυσε από την εργασία του. Ο Ενάγοντας αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του Εναγόμενου 3 ανάφερε ότι εργάζεται στο Φόρο Εισοδήματος και είναι αρχιφοροθέτης αλλά ανάφερε ότι δεν έχει τελειώσει κανένα πανεπιστήμιο. Γνώρισε τον Εναγόμενο 3 μέσω του Εναγόμενου 5 περί το τέλος του Ιούλη του 2001 και είχε δύο-τρεις συναντήσεις με τον Εναγόμενο 3 στο γραφείο του τελευταίου στην Πάφο. Ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε επεδίωξε από μόνος του να συναντηθεί μαζί του. Μετά που υπόγραψε τη συμφωνία με την Εναγόμενη 1 είχε συναντήσεις μαζί του και του ζητούσε να του επιστρέψουν τα χρήματα του, διότι ο Εναγόμενος 3 ήταν και ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης
  19. Όταν ρωτήθηκε γιατί λέει στην παράγραφο 9 του Τεκμηρίου 7 ότι ο Εναγόμενος 5 ήταν αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1, 2 και 3 ενώ στην έκθεση απαίτησης δεν αναφέρει κάτι τέτοιο, απάντησε ότι εκ των υστέρων διαπίστωσε μετά που απεκαλύφθη η όλη απάτη ότι ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1, 2 και 3 και είχε πάρει και αμοιβή γι΄ αυτό το λόγο. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 3 του έδειξε και αντίγραφο εγγυητηρίου και αντίγραφο συμφωνίας που είχε. Ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι όλοι οι Εναγόμενοι κατακράτησαν τα χρήματα του. Όταν ρωτήθηκε να πει τι ποσό κατακράτησε ο Εναγόμενος 3, ο Ενάγοντας απάντησε «Δεν τεκμηρίωσα αν ο Εναγόμενος 3 πήρε λεφτά ή τι ποσό λεφτών πήρε». Ο Εναγόμενος 3 ανάφερε στον Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 5 επένδυσε και αυτός πάρα πολλά χρήματα και εισέπραττε κέρδη. Όλα αυτά του τα ανέφερε μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Το αρχικό ποσό που επένδυσε ήταν £533.000 και όλα αυτά του τα έλεγαν για να τον πείσουν να επενδύσει και επιπρόσθετο ποσό στην Εναγόμενη
  20. Ο Ενάγοντας ήταν πεπεισμένος ότι ευθύνονται όλοι οι Εναγόμενοι για την απώλεια των χρημάτων του διότι συνωμότησαν όλοι για να τον πείσουν να υπογράψει. Όταν ρωτήθηκε ο Ενάγοντας γιατί αναφέρεται στον Εναγόμενο 3 σαν διευθυντή της Εναγόμενης 1 ο Ενάγοντας απάντησε ότι από τη στιγμή που ήταν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 έκρινε ότι είναι και διευθυντής. Για την εταιρεία Παπαντωνίου του ανάφερε ο Εναγόμενος 3 και ο Εναγόμενος 5 και του είπαν ότι η εταιρεία Παπαντωνίου επένδυσε μεγάλο ποσό και όχι ότι ενδιαφέρθηκε για να επενδύσει. Επίσης ήταν η απάντηση του Ενάγοντα σε σχετική ερώτηση, ότι το Τεκμήριο 14 είναι ψεύτικη κατάσταση και του δόθηκε μετά που ζητούσε τα χρήματα πίσω. Απ΄ ότι γνώριζε τις καταστάσεις αυτές τις ετοίμαζε ο Εναγόμενος 2 αλλά πιστεύει ότι αυτές οι καταστάσεις ετοιμάστησαν από τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 5 και είναι πεπεισμένος ότι ο Εναγόμενος 3 πήρε χρήματα από τους Εναγόμενους 1 και 2 αναφέροντας ότι «Πρέπει να εισέπραξε χρήματα. Είναι λογικά συμπεράσματα αυτά». Όλα αυτά του τα επιβεβαίωσε και η κα Έμιλη Λεμονιάτη. Τη μεγαλύτερη βέβαια ευθύνη τη φέρει η Εναγόμενη 4 και ο Εναγόμενος
  21. Όταν του τέθηκε η ερώτηση γιατί δεν εξαργύρωσε το Τεκμήριο 4, δηλαδή την επιταγή που του απέστειλε η Εναγόμενη 1 για το ποσό των $700.000 ο Ενάγοντας απάντησε «Εφόσον είχα διαπιστώσει ότι η όλη επένδυση ήταν μια μεγάλη απάτη και σκευωρία δεν την είχα εξαργυρώσει γιατί είχα πάρει την απόφαση να κάμω πλήρεις καταγγελίες προς πάσα κατεύθυνση και νομικά μέτρα και προς την Αστυνομία και παντού». Ήταν η απόλυτη θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 3 είχε πλήρη ανάμιξη στην απάτη που διεπράχθη εναντίον του. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας από τη συνήγορο της Εναγόμενης 4 ανάφερε ότι είναι ο δεύτερος τη τάξη στο Φόρο Εισοδήματος, ότι ήταν λογιστής μέχρι το 1990 και κατείχε το δίπλωμα του Certified Accountant. Τώρα είναι Chartered Certified Accountant και ότι φοίτησε στην Αγγλία. Σε ερώτηση που του υπεβλήθηκε αν ένα πρόσωπο για να πάρει τον τίτλο του Chartered Certified Accountant πρέπει να είναι έξυπνο ο Ενάγοντας απάντησε όχι, πρέπει να είναι αφοσιωμένο σε αυτό το θέμα και δεν είναι ανάγκη να είναι ιδιαίτερα έξυπνο. Ο Ενάγοντας ήταν πελάτης και της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής αλλά συνεργάσθηκε και με την Εναγόμενη 4 γύρω στον Απρίλιο-Μάιο του
  22. Η συνεργασία του δεν αφορούσε μόνο το trading account. Ο Φαίδωνας Παπαδόπουλος που ήταν διευθυντής του σύστησε να συνεργάζεται με τον Εναγόμενο 5 για τις αγοραπωλησίες αξιών διότι όπως του είπε, ήταν ειδικός. Περιφερειακός διευθυντής της Εναγόμενης 4 ήταν ο Νίκος Νικολάου. Όλα αυτά έγιναν μέσω τηλεφώνου. Η σύζυγος του Φαίδωνα Παπαδόπουλου, όπως είπε, είναι δεύτερη του ξαδέλφη. Κατόπιν των τηλεφωνικών αυτών επικοινωνιών διευθέτησε συνάντηση με τον Κλεάνθη Σκορδή (Εναγόμενο 5) Απρίλιο ή Μάιο του
  23. Με την Εναγόμενη 4 άνοιξε και τρεχούμενο λογαριασμό γύρω στον Αύγουστο του 2001 και ασχολείτο αρκετά με το Χρηματιστήριο. Η Εναγόμενη 4 τον θεωρούσε ένα από τους καλύτερους πελάτες της και έγινε και φίλος με τον Εναγόμενο
  24. Έβγαιναν έξω οικογενειακώς. Σε σχετική ερώτηση ο Ενάγοντας απάντησε ότι αν ήταν ή όχι στα καθήκοντα του Εναγόμενου 5 να δίνει επενδυτικές συμβουλές δεν το γνώριζε. Έδιδε όμως τέτοιες συμβουλές. Ούτε γνώριζε να πει τι ευθύνες επωμίζετο ο Εναγόμενος 5 με την Εναγόμενη
  25. Η προσωπική του κάρτα εν πάση περιπτώσει ανάφερε ότι ήταν financial planer. Η διεύθυνση της Εναγόμενης 4 του παρέστησαν τον Εναγόμενο 5 σαν ειδικό και αρνήθηκε ότι τα καθήκοντα που είχε ο Εναγόμενος 5 ήταν να προωθεί τις χρηματιστηριακές πράξεις στις επενδυτικές θυγατρικές εταιρείες της τράπεζας και ούτε γνώριζε να πει αν ενεργούσε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. Αυτό το έμαθε μετά, ότι δηλαδή δεν είχε εξουσία να προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες. Επέμενε ο Ενάγοντας ότι ο Εναγόμενος 5 του ανάφερε ότι η τράπεζα προσφέρει υπαλλακτικές λύσεις για επένδυση και του εισηγήθηκε δύο σχέδια το ένα εκ των οποίων ήταν της Εναγόμενης 1 και ήταν δοκιμασμένο σχέδιο από τον ίδιο τον Εναγόμενο
  26. Τα χρήματα του ευρίσκοντο στον τρεχούμενο λογαριασμό του και στο trading account και εδίδοντο με επιταγές ή bankers draft στον τραπεζίτη-Εναγόμενο 5 και ο ίδιος αναλάμβανε να τα επενδύσει. Ο ίδιος έδιδε ανοικτές επιταγές χωρίς να αναφέρεται όνομα δικαιούχου και αργότερα έλαβε γνώση των ονομάτων των δικαιούχων. Συνεργαζόμενος με τον Εναγόμενο 5 πίστευε ότι συνεργαζόταν με την τράπεζα. Η αγωγή 3455/03 που εκίνησε εναντίον κάποιων από αυτά τα πρόσωπα που αργότερα εμφανίστησαν σαν δικαιούχοι απερρίφθη από το Δικαστήριο αλλά καταχώρισε έφεση και επέμενε ο Ενάγοντας ότι τα χρήματα που έδιδε θα επενδύοντο μέσω της Alpha Bank δηλαδή της Εναγόμενης
  27. Ο ίδιος τι γινόταν στις Παρθένους Νήσους δεν γνώριζε να πει. Ούτε γνώριζε να πει τι ήξερε η Εναγόμενη 4 για τα επενδυτικά σχέδια της Εναγόμενης
  28. Θεωρούσε ότι η Alpha Bank προωθούσε τα σχέδια της Εναγόμενης 1 αφού αυτά τα σχέδια τα πρότεινε ο υπάλληλος της δηλαδή ο Εναγόμενος 5 και πάντοτε πίστευε ότι ευθυνόταν η Εναγόμενη
  29. Εκ των υστέρων περιήλθε σε γνώση του όταν τον πληροφόρησε ο κ. Νικολάου ότι ο Εναγόμενος 5 δεν είχε δικαίωμα να δίδει επενδυτικές συμβουλές. Ο Ενάγοντας ανάφερε ότι είχε ελάχιστες συναντήσεις με τον Κρόκο δηλαδή τον Εναγόμενο 3 ποτέ όμως δεν συνάντησε τον κ. Λεμονιάτη (Εναγόμενο 2). Στη συνέχεια ανάφερε ότι μετά που υπόγραψε το έγγραφο Τεκμήριο 2 συνάντησε τον κ. Λεμονιάτη στην παρουσία του Σκορδή και του Κρόκου. Η Εναγόμενη 1 δεν εισέπραξε όλο το ποσό μέσα σε πέντε μέρες όπως προέβλεπε το έγγραφο. Όταν του υπεβλήθη ότι το εγγυητήριο που είδε ήταν εγγυητική από τράπεζα σε τράπεζα και όχι προς άτομο ο Ενάγοντας ανάφερε ότι δεν μπορούσε να αναλύσει τους όρους της εγγυητικής από τη στιγμή όμως που ο Εναγόμενος 5 ήταν υπάλληλος της Alpha Bank θεωρούσε ότι μιλούσε με την Alpha. Ο Ενάγοντας σε επανειλημμένες ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν επέμενε ότι υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία λόγω των ψευδών παραστάσεων που ασκήθησαν από τους Εναγόμενους και διότι έδειξε εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο
  30. Τους δικαιούχους στις τραπεζιτικές επιταγές τους έβαζε ο Εναγόμενος
  31. Όταν ρωτήθηκε και στη συνέχεια του υπεβλήθη ότι το άτομο στο οποίο εξέδωσε ολόκληρο το ποσό της επένδυσης δεν μπόρεσε να βγάλει έξω αυτό το ποσό και του τα επανακατάθεσε πίσω, ο Ενάγοντας απάντησε ότι ο Εναγόμενος 5 του τα κατάθεσε πίσω στο λογαριασμό του και του ζήτησε να του δίδει άλλες επιταγές για να βάζει εκείνος δικαιούχους. Ισχυρίστηκε δε ο Ενάγοντας ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομο να εξάξει τόσα χρήματα. Εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος 5 ενεργούσε διά ίδιο όφελος και δεν πιστεύει ότι η Εναγόμενη 4 τράπεζα ωφελήθηκε οτιδήποτε από αυτές τις πράξεις. Επέμενε ο Ενάγοντας ότι η τράπεζα προέβη και αυτή σε ψευδείς παραστάσεις. Από την τράπεζα βέβαια δεν ζήτησε να του επιστρέψει πίσω τα χρήματα του. Ο κ. Νικολάου, περιφερειακός διευθυντής, όταν έκαμε την καταγγελία δεν έδειξε έκπληξη απλώς εξεδίωξε τον Εναγόμενο 5 και ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι η τράπεζα ήθελε να απεκδυθεί από πάνω της οποιαδήποτε ευθύνη. Αρνήθηκε υποβολή που του έγινε ότι ήγειρε αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4 διότι οι υπόλοιποι Εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι. Παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη εταιρεία 1 του έστειλε επιταγή για το ποσό των 700.000 δολαρίων αλλά, όπως ανέφερε, δεν μπορούσε να την εξαργυρώσει λόγω της απάτης που έγινε. Όπως είπε έκαμε καταγγελία στις 18.11.2002 και άρχισε να υποψιάζεται την απάτη τέλη Σεπτεμβρίου
  32. Την επίσημη καταγγελία την έκαμε τον Νοέμβριο του 2002 διότι όπως είπε, ήθελε να έχει όλη την εικόνα και όλα τα τεκμήρια. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των Εναγομένων 5, 6 και 8 και απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανάφερε ότι δεν μπορεί να κρίνει αντικειμενικά τον εαυτό του αν είναι δηλαδή έξυπνος ή μετριότητα. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι, αν αυτή η επένδυση δεν προσφερόταν από την τράπεζα δεν θα προχωρούσε σε συμφωνία. Όταν ρωτήθηκε γιατί πίστεψε ότι είχε σχέση η τράπεζα με την επένδυση από τη στιγμή που δεν αναφερόταν στο έγγραφο απάντησε ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα θα εγγυάτο οτιδήποτε. Την επένδυση θα την εγγυάτο η Merrill Lynch. Ο Ενάγοντας δεν ερώτησε τους ανωτέρους του Εναγόμενου 5 λόγω των διαβεβαιώσεων που είχε από αυτόν. Τα χρήματα που μετέφερε στην Alpha Bank κατατέθηκαν σε trading account αλλά και σε τρεχούμενο λογαριασμό. Από τον τρεχούμενο λογαριασμό έπαιρνε τόκους αλλά όχι σε αξιόλογο ποσοστό. Ο ίδιος θεωρεί αξιόλογο ποσοστό το 5,5 με 6% και αρνήθηκε ο Ενάγοντας ότι ζητούσε συνέχεια πιο ψηλό επιτόκιο. Εντός του Ιουνίου ο Εναγόμενος 5 του υπέδειξε τα έγγραφα μαζί με την εγγύηση. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι συνάντησε τον Εναγόμενο 2 κ. Λεμονιάτη, πριν την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας και ήταν η θέση του ότι τον συνάντησε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την υπογραφή της συμφωνίας και ούτε επικοινώνησε με την εταιρεία Παπαντωνίου για να διαπιστώσει αν και αυτοί επένδυσαν το ίδιο σχέδιο. Αποφάσισε να γίνει πελάτης της Alpha Bank-Εναγόμενης 4 επειδή η συγκεκριμένη τράπεζα δεν χρέωνε για χρηματιστηριακές συναλλαγές. Μέσω της Alpha Bank έκαμε πάρα πολλές χρηματιστηριακές πράξεις οι οποίες διαβιβάζοντο από τον Εναγόμενο
  33. Ο Ενάγοντας επέμενε ότι ο Εναγόμενος 5 ήταν χρηματιστής και γι΄ αυτό η διεύθυνση της τράπεζας τον παρέπεμψαν σε αυτόν. Μεταξύ των άλλων υποβολών που του έγιναν και τις αρνήθηκε όλες ήταν και η υποβολή ότι ο Εναγόμενος 5 ουδέποτε τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα έπαιρνε προμήθεια από αυτές τις πράξεις. Ο ίδιος υπέγραφε επιταγές εν λευκώ όπως και τις επιταγές που κατέθεσε ο Εναγόμενος 5 στο όνομα της εταιρείας του και την επωνυμία που κατείχε και ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε να δώσει οποιαδήποτε προμήθεια σε οποιονδήποτε. Στη συνέχεια ανέφερε ο Ενάγοντας ότι στο ποσό που οι Εναγόμενοι 1 και 2 δέχθηκαν απόφαση συμπεριλαμβάνονται και οι 48.000 δολάρια που πήρε ο Εναγόμενος 5 σαν προμήθεια. Ο ίδιος ασκούσε κάποιο έλεγχο και έπαιρνε κάθε τόσο τα συγκεντρωτικά ποσά που στέλλονταν στην Αγγλία. Από τη στιγμή όμως που δεν εξεδόθη τραπεζιτική εγγύηση το ρίσκο της επένδυσης αυξήθηκε. Δεν κίνησε αγωγή σε όλους τους δικαιούχους των επιταγών διότι τα ποσά που αναφέροντο στις επιταγές που τους δόθηκαν επενδύθηκαν όλα. Ο Ενάγοντας σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι κανένας από τους Εναγόμενους δεν ενήργησε καταλυτικά ώστε να πειστεί για υπογραφή της συμφωνίας όλοι όμως συνωμότησαν για να του κλέψουν τα χρήματα του. Ο Ενάγοντας είπε ότι στις 19.7.2001 υπέγραψε δύο συμφωνίες επειδή άλλαξε το ποσοστό απόδοσης της επένδυσης. Όταν του υπεδείχθη ότι η επιταγή για ποσό £34.539 στο όνομα Κώστας Λουκά δόθηκε στο Μιχάλη Παπαϊωάννου και αυτό το ποσό κατατέθηκε στο λογαριασμό του ο Ενάγοντας ανάφερε ότι ο ίδιος δεν θεωρεί τον Εναγόμενο 7 σαν πρωτεργάτη και ούτε πιστεύει ότι είχε σοβαρό όφελος από αυτές τις πράξεις. Του έδωσαν όπως είπε 12 μεταχρονολογημένες επιταγές αλλά τις επέστρεψε πίσω διότι δεν ανταποκρίνοντο στην απόδοση που είχε συμφωνηθεί. Αυτές οι επιταγές του δόθησαν Σεπτέμβριο του
  34. Πήρε όμως στο χέρι 63.000 δολάρια τα οποία δεν επέστρεψε. Την επιταγή των 700.000 δολαρίων δεν την εξαργύρωσε διότι διαπίστωσε την απάτη που έγινε. Ο Ενάγοντας συμφώνησε ότι το ποσό που επενδύθηκε ήταν 700.000 δολάρια και συμφωνεί πλήρως με το Τεκμήριο
  35. Ο Ενάγοντας συμφώνησε ότι εξέδωσε λευκές επιταγές για να φεύγουν λίγα-λίγα τα χρήματα. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αρνήθηκε ότι ήθελε να επενδύσει με υψηλή απόδοση και γι΄ αυτό το λόγο ο Εναγόμενος 5 του πρότεινε την Εναγόμενη και την Market Trends. Επίσης αρνήθηκε ότι διαπραγματεύθηκε με τον Εναγόμενο 2 και 3 για αυτή την επένδυση και ότι ο Εναγόμενος 5 ποτέ δεν του είπε ότι δεν θα πάρει προμήθεια και ούτε ο ίδιος τον ρώτησε γι΄ αυτό. Όταν ρωτήθηκε ο Ενάγοντας πόσες φορές και πότε συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 2 ο Ενάγοντας ανάφερε ότι είδε τον Εναγόμενο 2 λίγα λεπτά πάντα στην παρουσία του Εναγόμενου 3 και 5 στην Κύπρο και μια φορά στην Αγγλία κατά τη διάρκεια της ασθένειας του παιδιού του. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι η συνάντηση που είχε μαζί με τον Εναγόμενο 2 ήταν μετά την υπογραφή της συμφωνίας αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει ημερομηνία. Όταν του υπεβλήθη ότι συνάντησε τον Εναγόμενο 2 προ της υπογραφής του εγγράφου και συζήτησε μαζί του τους όρους της επένδυσης ο Ενάγοντας επέμενε ότι ήταν λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Όταν του υπεβλήθη ότι στη γραπτή δήλωση που κατάθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 7) και που αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του, στην παράγραφο 16 αναφέρει ότι πριν την υπογραφή της συμφωνίας και με στόχο την υπογραφή, οι Εναγόμενοι και συγκεκριμένα ο Κλεάνθης Σκορδής για λογαριασμό της τράπεζας Εναγόμενης 4, ο Λεωνίδας Κρόκου και ο Αντρέας Λεμονιάτης για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 ψευδώς του παρέστησαν μεταξύ άλλων και τα εξής, και ρωτήθηκε ποια είναι η αλήθεια, αυτή που αναφέρει στην παράγραφο 16 ή αυτά που λέει σήμερα στο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας απάντησε ως εξής: «Η αλήθεια είναι απλή. Ότι ουδέποτε είχα συνάντηση πριν την υπογραφή της συμφωνίας με τον Εναγόμενο 2 όμως πριν την υπογραφή της συμφωνίας είχα μιλήσει μαζί του πριν να βρεθούμε όταν ήρθε το καλοκαίρι στην Κύπρο για μερικά λεπτά και μου διαβεβαίωσε ότι ο Εναγόμενος 5 είχε κάμει εκείνος την επένδυση και αν πω όπως ισχυριστήκατε εσείς ότι τη συμφωνία τη συζήτησα μαζί του ενόσω ήταν στην Κύπρο και είχα αρκετές συναντήσεις γιατί να μην κάνω τη συμφωνία μαζί του και να υπογράψει ο ίδιος. Ήταν κάτι που αναφέρθηκα και προηγουμένως και δόθηκε λάθος εντύπωση». Στη συνέχεια ο Ενάγοντας ερωτηθείς γιατί την ίδια ημέρα υπέγραψε δύο συμφωνίες ανάφερε ότι επειδή είναι διαφορετικό το ποσοστό απόδοσης που έχει η κάθε μια. Ο ίδιος ρώτησε αν μπορούν να του δώσουν μεγαλύτερη απόδοση και ο Εναγόμενος 3 συμφώνησε να του δώσουν 23% απόδοση. Σε υποβολή που του έγινε ότι πριν την υπογραφή συνάντησε τον Εναγόμενο 2 και συμφώνησαν τους όρους και το ποσοστό 22% απόδοση την ημέρα της υπογραφής επειδή ζήτησε περισσότερο ποσοστό απόδοσης και ο Εναγόμενος 3 δεν μπορούσε να αποφασίσει και ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 2 για να μετατραπεί το 22% σε 23% εξ ου και υπογράφτηκε η δεύτερη συμφωνία τεκμήριο 5, ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι έτσι ήταν τα πράγματα. Επίσης ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 5 δεν προσπορίστηκε οποιοδήποτε ποσό από την επένδυση του πέραν των £34.250 που πήρε από τους Εναγόμενους 1 και
  36. Ο Ενάγοντας αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο του Εναγόμενου 7 ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 7 πρέπει να συνεργάστηκε με τους Εναγόμενους 4 και 5 για να εκδοθεί επ΄ ονόματι του επιταγή και πιστεύει ότι είχε κάποιο όφελος. Δεν είναι υποθέσεις που κάνει σε σχέση με τον Εναγόμενο 7 αλλά έχει εύλογες υποψίες και συμπεράσματα διότι φαίνεται ότι εξαργύρωσε την επιταγή και πήρε μετρητά. Εν πάση περιπτώσει φαίνεται ότι τα χρήματα της επιταγής δόθησαν στην Εναγόμενη
  37. Ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να πει τι ποσό εισέπραξε, αν εισέπραξε οτιδήποτε από αυτή την επιταγή. Έχει εν πάση περιπτώσει την υποψία ότι είχε κάποιο όφελος. Στο τέλος συμφώνησε ότι ο Εναγόμενος 7 δεν είχε οποιοδήποτε όφελος αναφέροντας ότι μπορεί να είναι και αμέτοχος από όλη αυτή την απάτη. Σαν τρίτη μάρτυρας για την υπόθεση του Ενάγοντα κατάθεσε η σύζυγος του Ζωή Νικολαίδου. Η μάρτυρας καταθέτουσα ανάφερε ότι αρχές του 2001 έγιναν πελάτες της Alpha Bank Ltd, Εναγομένης 4 και όλες τις τραπεζικές υποθέσεις τους τις χειριζόταν ο Κλεάνθης Σκορδής και ο οποίος ενεργούσε και σαν σύμβουλος τους για επενδύσεις. Η θέση του Εναγόμενου 5 στην τράπεζα ήταν Financial Planner. Κανένας άλλος εκτός από τον Εναγόμενο 5 δεν τους συμβούλευε για θέματα επενδύσεων. Στο λογαριασμό στην Εναγόμενη 4 κατάθεσαν περίπου £640.000 οι οποίες ήταν ποσό που εξασφαλίστηκε από πώληση μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής, που είχε η ίδια από χρόνια και αυτό το ποσό δόθηκε στο σύζυγο της για να το επενδύσει σύμφωνα με την καθοδήγηση του Εναγόμενου
  38. Ο Εναγόμενος 5 κέρδισε την εμπιστοσύνη της και παρουσιαζόταν σαν εμπειρογνώμονας ειδικός και εισηγήθηκε στο σύζυγο της διάφορα επενδυτικά σχέδια. Ο εναγόμενος 5 τους ανάφερε ότι και ο ίδιος επένδυσε σε κάποιο σχέδιο που είχε απόδοση πέρα του 20%. Όπως απεδείχθη αργότερα οι Εναγόμενοι 3 και 5 ετοίμασαν ψεύτικο επενδυτικό συμβόλαιο στο όνομα του Εναγόμενου 5 και τους έδωσαν αντίγραφο με τραπεζική εγγύηση για να πεισθούν να επενδύσουν και αυτοί. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τα ποσά που θα επένδυαν ήταν εγγυημένα όπως και τα κέρδη που θα έπαιρναν και προς τούτο θα εκδίδετο τραπεζική εγγύηση. Επίσης τους ανάφερε ότι είχε επενδύσει και η δημόσια εταιρεία C.A.C. Papantoniou Ltd στην ίδια εταιρεία και στο ίδιο επενδυτικό σχέδιο. Τελικά πείσθηκαν και ο σύζυγος της υπόγραψε τη συμφωνία που τελικά απεδείχθη ότι όλα ήταν ψέματα. Ο σύζυγος της υπέγραφε επιταγές σε διάφορα στάδια για να σταλούν τα χρήματα στο εξωτερικό και ορισμένες πληρωμές γίνοντο και σε μετρητά. Ο σύζυγος της υπέγραφε εν λευκώ τις επιταγές και τις έδιδε στον Εναγόμενο
  39. Ο Εναγόμενος 3 όπως και ο Εναγόμενος 2 από το Λονδίνο τους έστελλαν ψεύτικες καταστάσεις για τα ποσά που επενδύθηκαν και σε τηλεφωνικές και προσωπικές επαφές μαζί τους, τους έλεγαν τα ίδια πράγματα όπως και ο τραπεζίτης τους, δηλαδή ο Εναγόμενος
  40. Στη συνέχεια διαπίστωσαν ότι και ένα ποσό μπήκε σε προσωπικούς λογαριασμούς του Εναγόμενου
  41. Όταν αποκαλύφθησαν οι δραστηριότητες του Εναγόμενου 5 και τέθησαν υπόψη του περιφερειακού Διευθυντή της Alpha Bank Ltd η τράπεζα τον εξανάγκασε σε παραίτηση και τον έδιωξε από τη θέση του προφανώς για να αποφύγουν και τις ευθύνες για την οικονομική καταστροφή που τους προκάλεσαν. Η μάρτυρας στη συνέχεια ανάφερε ότι η Έμιλη Λεμονιάτη, δικηγόρος και πρώην σύζυγος του Εναγόμενου 3 τους είπε ότι ο Κλεάνθης Σκορδής και ο Λεωνίδας Κρόκος, δηλαδή οι Εναγόμενοι 3 και 5 ζήτησαν από την ίδια να ετοιμάσει τα πλαστά έγγραφα του Σκορδή που τους έδωσε και αντίγραφα για να πεισθούν να υπογράψουν τη συμφωνία. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη από το συνήγορο του Εναγόμενου 3 ανάφερε ότι τον Εναγόμενο 3 τον γνώρισε στο Δικαστήριο και πρόσθεσε ότι όσα γνωρίζει γι΄ αυτόν τα γνωρίζει από το σύζυγο της και ούτε γνώριζε να πει αν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό ο Εναγόμενος 3 και ούτε εάν είσπραξε οποιαδήποτε προμήθεια. Η ίδια υποθέτει ότι έπιασε. Επίσης υποθέτει ότι ο Εναγόμενος 3 είχε σχέση με τον Εναγόμενο
  42. Η ίδια μίλησε μόνο στον Εναγόμενο
  43. Τις καταστάσεις της επένδυσης τους τις ετοίμαζε ο Εναγόμενος 2 και τους τις έστελνε. Δεν θυμόταν να πει αν ζήτησαν τα χρήματα τους και από τον Εναγόμενο
  44. Ήταν η θέση της ότι ο Εναγόμενος 2 κ. Λεμονιάτης τους είπε ότι τους έκλεβε ο Εναγόμενος
  45. Την κα Έμιλη Λεμονιάτη τη γνωρίζει και όταν συναντήθηκαν της είπε η ίδια ότι ετοίμασε πλαστό έγγραφο και ότι ο σύζυγος της ήταν απατεώνας. Δεν γνώριζε να πει οτιδήποτε για την υπόθεση διαζυγίου μεταξύ της Έμιλης Λεμονιάτη και του Εναγόμενου 3 και ούτε γνώριζε να πει αν η Έμιλη Λεμονιάτη έλεγε ψέματα. Η ίδια ότι γνωρίζει της τα έλεγε ο σύζυγος της, δηλαδή ο Ενάγοντας. Η ίδια δεν ήταν παρούσα και δεν μπορούσε να πει οτιδήποτε. Όταν της υπεβλήθη ότι ήρθε να καταθέσει για να βοηθήσει την υπόθεση του συζύγου της αυτή διαφώνησε με την υποβολή. Όταν της υπεβλήθη ότι δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης απάντησε «Εγώ εμπιστεύομαι το σύζυγο μου». Στη συνέχεια σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε απάντησε «Ναι είδα το Λεμονιάτη στην Αγγλία μετά την υπογραφή της συμφωνίας». Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας από τη συνήγορο της Εναγόμενης 4 τράπεζας η μάρτυρας ανάφερε ότι άνοιξαν λογαριασμούς στην Alpha Bank τον Μάρτιο ή Απρίλιο του 2001 επειδή η εν λόγω τράπεζα δεν χρέωνε για τις πράξεις στο Χρηματιστήριο. Αυτά τα γνώριζε από το σύζυγο της. Δεν γνώριζε να πει πόσους λογαριασμούς είχαν στην Alpha Bank. Η ίδια δεν ασχολείτο με επενδύσεις και εμπιστευόταν το σύζυγο της που ήταν γνώστης των πραγμάτων αναφορικά με επενδύσεις. Η διεύθυνση της τράπεζας τους είπε να συμβουλεύονται τον κ. Σκορδή. Αρχικά ήταν ευχαριστημένοι με την εξυπηρέτηση που τους παρείχε ο κ. Σκορδής. Η μάρτυρας δεν γνώριζε να πει ποια τράπεζα θα εγγυάτο την επένδυση που θα έκαμναν αλλά η ίδια αντελήφθηκε απ΄ ότι άκουγε, ότι η Alpha συνεργαζόταν με την Merrill Lynch. Στη συνέχεια σε σχετική ερώτηση απάντησε: «Εμείς ξέραμε ότι τα σχέδια ανήκαν στην Alpha Bank. To υπολογίσαμε. Δεν μας το είπε.» Σε υποβολή που της έγινε ότι τα επενδυτικά σχέδια που αναφέρθησαν δεν ήταν της Alpha Bank η μάρτυρας απάντησε ότι της το είπε ο σύζυγος της. Οι ίδιοι υπέθεσαν ότι ήταν και η Alpha Bank. Περαιτέρω ανάφερε ότι δεν ζήτησαν να δουν την εγγυητική που δόθηκε στον κ. Σκορδή. Εν τω μεταξύ είχαν ακούσει ότι σε αυτό το σχέδιο επένδυσαν και οι αδελφοί Παπαντωνίου. Επείσθησαν να επενδύσουν, όπως είπε η μάρτυρας, διότι θεώρησαν ότι ήταν και η Alpha Bank μέσα. Τίποτε άλλο δεν τους επηρέασε. Είχαν αντιληφθεί ότι ο Εναγόμενος 5 ενεργούσε εκ μέρους της τράπεζας. Τον Φεβράρη του 2002 πήγε στην Αγγλία και συνάντησε τον κ. Λεμονιάτη (Εναγόμενο 2). Ο κ. Λεμονιάτης τους έστελνε χρήματα αλλά δεν θυμόταν να πει αν ήταν περισσότερα από εκείνα που υπολόγιζαν ή όχι. Τον Αύγουστο του 2001 έστειλαν επιπλέον £110.000 αλλά πώς στάλησαν αυτά τα χρήματα ή τι έγινε με την επιταγή των £110.000 δεν γνώριζε να πει. Μαζί με το σύζυγο της αντελήφθησαν ότι η Alpha Bank είχε συνεργάτες για να στείλει στο εξωτερικό τα χρήματα. Επειδή τα ποσά ήταν μεγάλα έπρεπε να πάρουν κάποιαν άδεια από την Κεντρική Τράπεζα. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι οι εμφαινόμενοι δικαιούχοι στις επιταγές ήταν και συνεργάτες της Alpha Bank. Μετά ανακάλυψαν ότι όλοι αυτοί οι δικαιούχοι δεν ήταν συνεργάτες της τράπεζας. Η μάρτυρας δεν γνώριζε να πει γιατί ο Εναγόμενος 5 τους είπε ότι επενδύθησαν περισσότερα χρήματα απ΄ ότι έλεγε η συμφωνία. Επίσης δεν γνώριζε να πει αν ο κ. Νικολάου, περιφερειακός διευθυντής της Alpha Bank, προσπάθησε να τους βοηθήσει. Σε σχετική ερώτηση που της υπεβλήθη ανάφερε ότι: «Δεν γνωρίζω πόσα λεφτά παρακράτησε ο κ. Σκορδής. Οι άλλοι δεν παρακράτησαν λεφτά. Ούτε η τράπεζα». Στη συνέχεια η μάρτυρας ανάφερε ότι ο κ. Λεμονιάτης δέχθηκε απόφαση και ήταν η θέση της μάρτυρος ότι στην καταγγελία που έκαμαν κατάγγειλαν και την Alpha Bank. Η μάρτυρας δεν γνώριζε επίσης να πει αν η τράπεζα είχε σχέση με την απάτη που διεπράχθη εις βάρος τους. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη από το συνήγορο του Εναγόμενου 5 επανέλαβε ότι σχεδόν όλα όσα γνωρίζει της τα έλεγε ο άντρας της. Επίσης άκουγε από το τηλέφωνο όταν μιλούσε ο σύζυγος της με τον Εναγόμενο
  46. Σε μερικές συναντήσεις τους ήταν και η ίδια παρούσα. Η μάρτυρας δεν γνώριζε να πει πόσες φορές μίλησε ο σύζυγος της με τον κ. Νικολάου. Όταν υπεβλήθη στην μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος 5 δεν ήταν αρμόδιος για χρηματιστηριακές πράξεις αλλά το μόνο που έκαμνε ήταν να διαβιβάζει αυτές τις πράξεις η μάρτυρας απάντησε «Δεν ήμουν παρούσα, δεν ξέρω». Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ζήτησε από τον Εναγόμενο 5 να του δείξει την πραγματική εγγυητική η μάρτυρας απάντησε «Από το σύζυγο μου εξαρτάτο όχι από εμένα». Ο σύζυγος της εξέδωσε επιταγές τις οποίες παρέδωσε στον Εναγόμενο 5 αλλά δεν της είπε ότι αρχικά προσπάθησε να στείλει ολόκληρο το ποσό. Η μάρτυρας γνώριζε ότι η Εναγόμενη 1 του έστειλε επιταγή $700.
  47. Η ίδια δεν του είπε να πάει να εξαργυρώσει την επιταγή. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι δεν είπε την αλήθεια, αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 5 δεν ήταν σύμβουλος τους αλλά μόνο μεταβίβαζε χρηματιστηριακές πράξεις, αρνήθηκε ότι προέβησαν σε αυτή την επένδυση για να έχουν μεγαλύτερη απόδοση και όχι διότι τους επηρέασε ο Εναγόμενος 5, αρνήθηκε τελικά ότι δεν είχε καμία διαβεβαίωση από οποιονδήποτε. Σαν Μ.Ε.4 κατάθεσε η κα Έμιλη Λεμονιάτη, δικηγόρος. Η πιο πάνω μάρτυρας στην κυρίως εξέταση ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 2 είναι θείος της και γύρω στον Ιούνιο, αρχές Ιουλίου 2001 ο τότε σύζυγος της Λεωνίδας Κρόκος, Εναγόμενος 3, της ζήτησε να ετοιμάσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της πρότυπο εγγράφου το οποίο θα χρησιμοποιούσε για να υπογραφεί για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 στην Κύπρο. Σε προηγούμενο στάδιο η ίδια και ο τότε σύζυγος της Εναγόμενος 3 επισκέφθησαν το θείο της Εναγόμενο 2 στην Αγγλία ο οποίος τους ανάφερε για ένα σχέδιο κατάθεσης χρηματικών ποσών με ψηλά ποσοστά απόδοσης. Ο τότε σύζυγος της και νυν Εναγόμενος 3 συμφώνησε με το θείο της Εναγόμενο 2 να αντιπροσωπεύει την Εναγόμενη 1 στην Κύπρο πράγμα το οποίο και έγινε. Όπως τους εξήγησε ο Εναγόμενος 2 τα χρήματα αυτά δεν θα τα κρατούσε η Bloomberg δηλαδή η Εναγόμενη 1 αλλά θα τα επένδυαν σε τρίτους που αναλάμβαναν να επιστρέψουν το κεφάλαιο με ψηλούς τόκους. Ο σύζυγος της αναζητούσε πελάτες και ήρθε σε επαφή με τον Εναγόμενο 5 τον οποίο η ίδια δεν γνώριζε και της είπε ότι ήταν τραπεζιτικός υπάλληλος στην Alpha Bank. Σε κάποια φάση ο τότε σύζυγος της και Εναγόμενος 3 της ζήτησε ένα πρότυπο εγγράφου να το συμπληρώσει για το ποσό των $800.000 στο όνομα του Εναγόμενου
  48. Η ίδια θυμάται ότι ρώτησε τον Εναγόμενο 3 πού βρήκε τόσα πολλά λεφτά ένας υπάλληλος της τράπεζας και αυτός της είπε ότι το έγγραφο στο όνομα του Εναγόμενου 5 το ήθελαν για να πείσουν το Δημήτρη Ευσταθίου να υπογράψει ανάλογο έγγραφο δείχνοντας του το. Η ίδια θυμάται ότι είπε στον Εναγόμενο 3 ότι δεν είναι σωστό να χρησιμοποιήσουν ένα τέτοιο έγγραφο για να παραπλανήσουν το Δημήτρη Ευσταθίου και τον συνεβούλευσε να μην το κάνουν. Απ΄ εκεί και πέρα, ανάφερε, επειδή ήταν σύζυγος της του έδωσε το έγγραφο συμπληρωμένο στο όνομα του Εναγόμενου 5 για το ποσό που της είπε τότε δηλαδή $800.
  49. Από ότι εκ των υστέρων έμαθε το έγγραφο αυτό εδόθη στο Δημήτρη Ευσταθίου ο οποίος και πείστηκε τελικά να υπογράψει και αυτός παρόμοιο έγγραφο. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη από το συνήγορο του Εναγόμενου 3 ανάφερε ότι το έγγραφο που ετοίμασε για να επιδειχθεί στον Ενάγοντα έγινε λίγες μέρες πριν να υπογράψει ο τελευταίος. Το έγγραφο δεν το σύνταξε η ίδια αλλά της υπεδείχθη άλλο πρότυπο και το ξανάγραψε. Η μάρτυρας δεν θυμόταν να πει πού ετοίμασε το έγγραφο αν ήταν στο γραφείο του Εναγόμενου 3 ή στο γραφείο του κ. Γεωργιάδη, δικηγόρου που εργαζόταν τότε. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο το έστειλε ο θείος της Εναγόμενος 2 και αρνήθηκε επίσης ότι τα έγγραφα αυτά τυπώθησαν στην Αγγλία και εστάλησαν στην Κύπρο. Η ίδια δεν ενημέρωσε το θείο της και Εναγόμενο 2 γι΄ αυτό που της είπε ο Εναγόμενος 3 σε σχέση με την ετοιμασία του εγγράφου. Η ίδια υπήρξε δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 και κατεχώρισε και υπεράσπιση. Αρνήθηκε ότι ήρθε να καταθέσει τα πιο πάνω για να εκδικηθεί τον πρώην σύζυγο της Εναγόμενο
  50. Δεν θυμόταν να πει αν ανάφερε στην Ζωούλα (Μ.Ε.4) ότι χώρισε από τον Εναγόμενο 3 διότι ήταν απατεώνας. Η ίδια δεν γνώριζε τον Ενάγοντα νομίζει όμως ότι τον γνώρισε μετά που χώρισε από τον Εναγόμενο
  51. Ούτε γνώριζε τον Εναγόμενο
  52. Η ίδια άκουσε τον Εναγόμενο 3 που μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Εναγόμενο
  53. Όταν ρωτήθηκε αν όλα αυτά τα ανάφερε στην Αστυνομία η μάρτυρας απάντησε καταφατικά και επέδειξε ένα έγγραφο ανυπόγραφο αναφέροντας ότι είναι περίληψη της κατάθεσης που έδωσε στο κλιμάκιο του Οικονομικού Εγκλήματος. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο της Εναγόμενης 4 ανάφερε ότι οι σχέσεις της με το θείο της Εναγόμενο 2 είναι καλές και ότι για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 και 2 δέχθηκε απόφαση εναντίον τους. Τον τότε σύζυγο της Εναγόμενο 3 τον παντρεύτηκε το ΄97 ή ΄98, την άδεια δικηγόρου την πήρε το 2001 ή το 2002 και δεν θυμόταν να πει πότε ο Εναγόμενος 2, θείος της, γνώρισε τον Εναγόμενο 3 τότε σύζυγο της. Ο Εναγόμενος 3 τότε ασχολείτο με τουριστικές επιχειρήσεις. Ο Εναγόμενος, τότε σύζυγος της, συμφώνησε με τον Εναγόμενο 2, θείο της, να είναι αντιπρόσωπος στην Κύπρο και όπως συγκεκριμένα ανάφερε «Φαντάζομαι ήταν λογικό να έχει κάποια προμήθεια». Δεν γνώριζε να πει αν ο τότε σύζυγος της Εναγόμενος 3 συνεργάζετο με την Εναγόμενη
  54. Η μάρτυρας δεν γνώριζε προσωπικά τον Εναγόμενο 5 αλλά ούτε και τον Ενάγοντα. Άκουγε που έλεγαν για τον Ενάγοντα «ο Δημήτρης του Φόρου». Δεν θυμόταν πότε ήρθαν από το οικονομικό έγκλημα για να δώσει κατάθεση και ούτε γνώριζε να πει αν ο Εναγόμενος 5 έπαιρνε προμήθεια. Η ίδια πιστεύει ότι ο Ενάγοντας πείστηκε όταν είδε το έγγραφο του Εναγόμενου
  55. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας από το συνήγορο του Εναγόμενου 5 ανάφερε ότι πήρε την άδεια δικηγόρου το
  56. Όταν της υπεβλήθη ότι την άδεια δικηγόρου την εξασφάλισε στις 5/6/2001 τότε η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι έτσι είναι. Η μάρτυρας δεν γνώριζε να πει πότε υπέγραψε ο Ενάγοντας τη συμφωνία και ούτε η ημερομηνία 19/7/2001 της θύμιζε οτιδήποτε. Η ίδια γνώριζε ότι η Εναγόμενη 1 ήταν μια επενδυτική εταιρεία και δεν ήταν ψεύτικη εταιρεία. Ο θείος της ήρθε στην Κύπρο το 2001 αλλά δεν θυμόταν να πει πότε. Δεν θυμόταν επίσης να πει αν ήταν εδώ στις 19/7/2001 συμπληρώνοντας ότι μπορεί να ήταν στην Κύπρο κατά την ως άνω ημερομηνία. Ήταν ένα σύντομο ταξίδι δύο ημερών για δουλειές, όπως είπε. Στην Εναγόμενη 1 επένδυσε και ο τότε σύζυγος της αλλά δεν γνώριζε πότε ακριβώς. Μέχρι που χώρισαν γνώριζε ότι διεκδικούσε και ο τότε σύζυγος της, Εναγόμενος 3, τα χρήματα που επένδυσε. Στη συνέχεια η μάρτυρας ανάφερε ότι υπήρχαν και κάποιοι Ρώσοι που ήθελαν να επενδύσουν ένα μεγάλο ποσό. Η ίδια δεν γνώριζε πώς θα εξήγοντο τα χρήματα από την Κύπρο στην Αγγλία. Η μάρτυρας σε σχετική ερώτηση δήλωσε εμφαντικά ότι τα χρήματα που επένδυσε ο Ενάγοντας πήγαν στην Εναγόμενη 1 εκτός από το ποσό για το οποίο κινήθηκε άλλη αγωγή. Επίσης η μάρτυρας δεν γνώριζε να πει αν πράγματι ο Εναγόμενος 5 επένδυσε ποσό $800.
  57. Ούτε γνώριζε να πει αν ο Εναγόμενος 5 προσπορίστηκε χρήματα από αυτές τις ενέργειες. Ο Εναγόμενος 3 καταθέτοντας για την υπόθεση του ανάφερε ότι περί το τέλος του 2000 πήγε στο Λονδίνο μαζί με την πρώην σύζυγο του Μ.Ε.4, επεσκέφθησαν τον Εναγόμενο 2, θείο της πρώην συζύγου του, και ο τελευταίος μεταξύ άλλων τον πληροφόρησε ότι είχε δημιουργήσει επενδυτική εταιρεία με ψηλές αποδόσεις και του πρότεινε να τον βοηθήσει και αν επιθυμεί να είναι ο αντιπρόσωπος της επενδυτικής του εταιρείας στην Κύπρο. Ο Εναγόμενος 2 του εξήγησε σε γενικές γραμμές πώς θα γίνονταν οι επενδύσεις και ο ίδιος συμφώνησε να είναι ο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 στην Κύπρο. Τον Εναγόμενο 5 τον συνάντησε για πρώτη φορά αρχές του 2001 όταν ενδιαφέρθηκε να μάθει για το σχέδιο της Bloomberg Securities Inc.. Ο Εναγόμενος 3 ανέφερε ότι γνώριζε στον Εναγόμενο 5 και του έδωσε και το τηλέφωνο του Εναγόμενου 2 για περισσότερες λεπτομέρειες. Επειδή ο Εναγόμενος 5 ήθελε και αντίγραφο της συμφωνίας που υπέγραφαν οι πελάτες ο ίδιος τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 2 και του εστάλη από το Λονδίνο στο email του ένα αντίγραφο της συμφωνίας κενό το οποίο και παρέδωσε στον Εναγόμενο
  58. Τέλος Ιουνίου 2001 ο Εναγόμενος 5 του ανάφερε ότι έχει πελάτη που ενδιαφέρεται να επενδύσει στην Εναγόμενη 1, όρισαν συνάντηση την επομένη ημέρα στο γραφείο του και ήτο διάρκειας περίπου μισής ώρας. Παρόντες ήταν ο ίδιος, ο Εναγόμενος 5 και ο Ενάγοντας. Ο Εναγόμενος 3 ανάφερε στον Ενάγοντα όσα ο ίδιος ήξερε γι΄ αυτή την επένδυση αλλά επειδή ο Ενάγοντας ζητούσε περαιτέρω λεπτομέρειες τις οποίες ο ίδιος δεν μπορούσε να του δώσει του έδωσε το τηλέφωνο του Εναγόμενου 2 για να μιλήσει απευθείας μαζί του. Αρχές Ιουλίου του 2001 ο Εναγόμενος 2 του τηλεφώνησε και του είπε ότι θα έρθει στην Κύπρο μόνο για δύο μέρες και είχε κανονίσει συνάντηση για να εξηγήσει το επενδυτικό σχέδιο της Εναγόμενης 1 λεπτομερώς στους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου Venus, τους αδελφούς Παπαντωνίου και στο Δημήτρη Ευσταθίου και του ζήτησε να χρησιμοποιήσει το γραφείο του γι΄ αυτό το σκοπό. Η συνάντηση έγινε ημέρα Κυριακή και ήταν παρών σε όλες αυτές τις συναντήσεις. Στα μέσα Ιουλίου του 2001 ο Ενάγοντας πήγε στο γραφείο του και του είπε ότι αποφάσισε να προχωρήσει με το επενδυτικό σχέδιο της Εναγόμενης
  59. Του ζήτησε να του δώσει γραπτή επιβεβαίωση ότι είναι ο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 στην Κύπρο και ότι έχει δικαίωμα να υπογράφει συμφωνίες. Μετά από αυτό ο Εναγόμενος 3 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 2, τον πληροφόρησε τι του ζήτησε ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 2 στη συνέχεια του έστειλε από την Αγγλία με φαξ στις 18/7/2001 το Τεκμήριο
  60. Την ιδία ημέρα ο Εναγόμενος 3 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ενάγοντα και του ανέφερε ότι έχει την επιβεβαίωση που ζητούσε και ότι του την έστειλε με φαξ ο Εναγόμενος 2 και ότι την επόμενη μέρα θα υπογράψει τη συμφωνία. Πράγματι την επόμενη ημέρα 19/7/2001 πήγε ο Ενάγοντας με τον Εναγόμενο 5 στο γραφείο του και υπογράφη η συμφωνία. Ο Εναγόμενος 3 δήλωσε ότι ουδέποτε επέδειξε ή ανέφερε στον Ενάγοντα τη συμφωνία που είχε συνάψει ο Εναγόμενος 5 με την Εναγόμενη 1 όπως επίσης ούτε επέδειξε σε αυτόν αντίγραφο τραπεζική εγγύησης. Ουδέποτε διόρισε τον Εναγόμενο 5 να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του, ουδέποτε ανάφερε στον Ενάγοντα ότι παρόμοια συμφωνία είχαν υπογράψει οι αδελφοί Παπαντωνίου, ουδέποτε ετοίμασε, ούτε έδωσε, ούτε έδειξε στον Ενάγοντα το Τεκμήριο 14 (καταστάσεις λογαριασμού), ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 5 είχε κερδίσει πολλά λεφτά, ουδέποτε πήρε οποιοδήποτε ποσό ως προμήθεια βάσει της συμφωνίας του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 1, ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 5 και η σύζυγος του απαιτούσαν από τον ίδιο να παίρνουν τις προμήθειες του προκαταβολικά και να εκδίδονται ψευδείς καταστάσεις. Στις 12/7/2001 ο Εναγόμενος 2 τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 3 και του έστειλε και με email μια συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 5 για το ποσό των $800.000 για να την υπογράψει ο ίδιος εκ μέρους της εταιρείας. Ταυτόχρονα του έστειλε και μια δήλωση του Εναγόμενου 5 που θα την υπέγραφε ο Εναγόμενος 5 και στην οποία αναφέρεται ότι αν δεν κλείσει η συμφωνία με τους πελάτες μέσω του δικηγορικού γραφείου Οδυσσέως στη Λευκωσία εντός 30 ημερών τότε η συμφωνία που θα υπογράφετο μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 5 θα ακυρώνετο. Τούτο έγινε διότι οι πελάτες που θα επένδυαν δέκα εκατομμύρια δολάρια θα εστέλλοντο απευθείας στην Αγγλία και ο Εναγόμενος 5 ήθελε να είναι σίγουρος ότι θα πάρει την προμήθεια του και με την υπογραφή της συμφωνίας για $800.000 ήταν η εξασφάλιση που θα είχε ο Εναγόμενος 5 και πράγματι αυτή η συμφωνία υπογράφη με ημερομηνία 13/7/
  61. Ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε ζήτησε από την πρώην σύζυγο του να ετοιμάσει οποιοδήποτε έγγραφο. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 περί τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του 2001 επένδυσε $150.000 στην Εναγόμενη 1 με απόδοση 25% το χρόνο, του έδωσαν τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες τελικά δεν εξαργυρώθηκαν ποτέ και κατά ή περί το τέλος του 2002 καταχώρισε αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 μέσω του δικηγορικού γραφείου Aλεξάνδρου & Co στην Αγγλία. Περί τον Σεπτέμβριο του 2001 ο Ενάγοντας μετά που είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Εναγόμενο 2 του ζήτησε να του δώσει τις επιταγές Τεκμήριο 19 πλέον την επιταγή ύψους $700.000 δολαρίων που συμφώνησε με τον Εναγόμενο 2 από το Λονδίνο, αφού έμαθε ο Ενάγοντας από τον Εναγόμενο 2 ότι θα πήγαινε στην Αγγλία. Ο Ενάγοντας πάρα πολλές φορές του ζήτησε και τον επισκέφθηκε στο γραφείο για να τον βοηθήσει να πάρει τα χρήματα του πίσω. Ο ίδιος προσπάθησε αλλά δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα. Ο Ενάγοντας ουδέποτε του ζήτησε προφορικά ή και γραπτά να του πληρώσει οποιαδήποτε χρήματα. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 3 από το συνήγορο του Ενάγοντα ανάφερε ότι το 2002 ασχολείτο με τουριστικό γραφείο που είχε και ότι ενοικίαζε και αυτοκίνητα. Τη συνεργασία του με την Εναγόμενη 1 την άρχισε αρχές του
  62. Ο ίδιος δεν γνώριζε για να επιβεβαιώσει αν τα λεφτά που έστειλε ο Ενάγοντας κατατέθηκαν στην Merrill Lynch. Διορίστηκε γραπτώς σαν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 τον Ιούλιο του 2001 δυνάμει του Τεκμηρίου
  63. Ο ίδιος δεν έβγαλε επιστολόχαρτα στα οποία να φαίνεται ότι ήταν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης
  64. Επανέλαβε ο Εναγόμενος 1 ότι τον Σκορδή (Εναγόμενο 5) τον γνώρισε αρχές του 2001 κατόπιν τηλεφωνήματος του Σκορδή επειδή άκουσε για το σχέδιο της Εναγόμενης
  65. Ούτε γνώριζε ότι ο Σκορδής ήταν υπάλληλος της Alpha Bank. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε να πει για ποιο λόγο ναυάγησε η επένδυση στο σχέδιο, που θα εγινόταν μέσω του δικηγορικού γραφείου Οδυσσέως. Όταν έδιδε την κατάθεση στην Αστυνομία το 2003 ανάφερε ότι δεν γνώριζε αν υπέγραψε το συμβόλαιο του Σκορδή λόγω του ότι δεν ήξερε πόσο σημαντικό ήταν αυτό το γεγονός. Ο ίδιος βλέποντας το Τεκμήριο 1 ανάφερε ότι δεν έσβησε υπογραφές από αυτό το τεκμήριο και ούτε ήταν σε θέση να πει πώς βρέθηκε στα χέρια του Ενάγοντα. Όλα τα συμβόλαια ερχόντουσαν από την Αγγλία. Ο ίδιος δεν ετοίμαζε τίποτε. Ο ίδιος επανέλαβε ότι δεν έδωσε κανένα εγγυητήριο στον Ενάγοντα. Το εγγυητήριο στάληκε σε αυτόν από τον Εναγόμενο
  66. Ήταν η θέση του Εναγόμενου 3 ότι ο Ενάγοντας είχε απευθείας τηλεφωνική επικοινωνία με τον Εναγόμενο
  67. Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε όλες τις υποβολές που του έγιναν και επέμεινε σε όσα κατά την κυρίως εξέταση του ανάφερε. Αντεξεταζόμενος περαιτέρω ο Εναγόμενος 3 ανάφερε ότι είχε συμφωνήσει με την Εναγόμενη 1 να παίρνει 7% προμήθεια αλλά ουδέποτε πήρε τέτοια προμήθεια. Οι πράξεις οι επενδυτικές στο σχετικό επενδυτικό σχέδιο της Εναγόμενης 1 ήταν δύο, η δική του και αυτή του Ενάγοντα. Για την επένδυση του Ενάγοντα δεν πήρε καμιά προμήθεια. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι προσπάθησε να πείσει με οποιοδήποτε τρόπο τον Ενάγοντα να προβεί στην επένδυση ότι το έγγραφο της επένδυσης του Σκορδή ήταν ψεύτικο και ούτε είπε στον Ενάγοντα για τη δική του επένδυση. Συμφώνησε ότι ο Ενάγοντας παρεπονείτο για την εγγυητική και συμφώνησε επίσης ότι κατέληξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 με τον Ενάγοντα να του επιστρέψουν το συνολικό ποσό που επένδυσε. Αρνήθηκε ότι σκηνοθέτησαν την υπογραφή εγγράφου εκ μέρους του Σκορδή για να πεισθεί ο Ενάγοντας για να επενδύσει. Ο ίδιος πήρε τρεις επιταγές από την Εναγόμενη 1 για την απόδοση των λεφτών του οι οποίες όμως ουδέποτε ετιμήθησαν και αρνήθηκε ότι έπεισε με οποιοδήποτε τρόπο τον Ενάγοντα να προβεί στην υπογραφή της συμφωνίας, ότι επέδειξε ποτέ οποιοδήποτε πρότυπο τραπεζιτικής εγγύησης και επέμεινε στις θέσεις που εξέθεσε με την κυρίως κατάθεση του. Αρχίζοντας την υπόθεση της η Εναγόμενη 4 Alpha Bank κάλεσε σαν πρώτο μάρτυρα την Μάγδα-Μαρία Καμπούρη η οποία ανάφερε σαν επάγγελμα της ότι είναι δικηγόρος και δικαστική γραφολόγος. Η μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο 56 γραπτή δήλωση της η οποία επέχει θέση μέρους της κύριας εξέτασης της και στη συνέχεια παρουσίασε σαν Τεκμήριο 57 έκθεση της στην οποία εμφαίνεται η εργασία η οποία έγινε από αυτήν, φαίνονται οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα τα οποία αναφέρει στη γραπτή δήλωση της αναφορικά με τη γνησιότητα της υπογραφής του Ενάγοντα πάνω σε μέρος του Τεκμηρίου 20 που σχετίζεται άμεσα με επιταγή που εξεδόθη επ΄ ονόματι του Λουκά Κώστα (Εναγόμενου 7). Η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του Ενάγοντα δεν αφορά τη σχετική επιταγή επ΄ ονόματι Λουκά Κώστα για ποσό £34.359 αλλά αφορά το τραπεζιτικό έγγραφο που συνοδεύει την επιταγή αυτή και που είναι μέρος του Τεκμηρίου 20 και που σχετίζεται με οδηγίες του Ενάγοντα προς την τράπεζα για έκδοση της πιο πάνω επιταγής. Η κατάληξη της μάρτυρος αφού σύγκρινε την υπογραφή του Ενάγοντα στο συγκεκριμένο μέρος του Τεκμηρίου 20 με τις υπόλοιπες υπογραφές του Ενάγοντα που φαίνονται στο υπόλοιπο μέρος του Τεκμηρίου 20 ήταν ότι το συγκεκριμένο μέρος του Τεκμηρίου φέρει τη γνήσια υπογραφή του Ενάγοντος για τους λόγους τους οποίους εκθέτει στη γραπτή δήλωση της με βάση την ετοιμασθείσα έκθεση. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας από το συνήγορο του Ενάγοντα ανάφερε ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού ουδέποτε το έλαβε στην κατοχή της ή το είδε και όπως πληροφορήθηκε δεν το είχε καμιά πλευρά της υπόθεσης για να το θέσει ενώπιον της. Ερώτησε για να ψάξουν να το βρουν αλλά της είπαν δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται. Για να ετοιμάσει την έρευνα της και την έκθεση της χρησιμοποίησε μόνο το αντίγραφο το οποίο της έδωσαν. Στη συνέχεια η μάρτυς ανάφερε ότι δεν εξέτασε τη γνησιότητα υπογραφής κάποιου άλλου προσώπου και ειδικά του Εναγόμενου 5 διότι δεν της ζητήθηκε κάτι τέτοιο προσθέτοντας δε ότι από τη στιγμή που της προέκυψε η γνήσια υπογραφή του κ. Ευσταθίου παρήλκε οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση. Η μάρτυρας ανάφερε ότι παρόλο ότι δεν είχε το πρωτότυπο έγγραφο για σύγκριση της υπογραφής του Ενάγοντα εντούτοις δεν θεωρεί ότι υπολείπεται οποιασδήποτε αξίας το συμπέρασμα στο οποίο κατάληξε διότι είχε ενώπιον της πάρα πολλές υπογραφές του Ενάγοντα και φωτογραφίες πρωτοτύπων εγγράφων που περιλαμβάνονται στην έκθεση της και ως εκ τούτου πιστεύει ότι η κατάληξη της είναι ορθή. Η μάρτυρας συμφώνησε με αναφορές του συνηγόρου του Ενάγοντα σε ορισμένες μεθόδους πλαστογραφίας που αναφέρονται στη σχετική βιβλιογραφία. Όταν ρωτήθηκε η μάρτυρας γιατί η φερόμενη υπογραφή του πελάτη του (Ενάγοντα) δεν μπήκε ακριβώς εκεί που έπρεπε αλλά μπήκε πιο πάνω σε ένα άσχετο εννοιολογικά κατά το έγγραφο σημείο απάντησε ότι σχολιάζει αυτό το γεγονός στην έκθεση της και η θέση της είναι ότι, το ότι δεν μπήκε στο σωστό μέρος αποδεικνύει γραφική πρωτοβουλία του συντάκτη της, αυθορμητισμό και το πιθανότερο μη ομαλές συνθήκες χάραξης, π.χ. βιαστικά σε απόσταση από το έγγραφο, σε ασταθή βάση κ.λ.π.. Συμφώνησε όμως με το συνήγορο του Ενάγοντα ότι τα πιο πάνω είναι συμπεράσματα δικά της τα οποία δεν βασίζονται σε πληροφορίες ή μαρτυρίες κάτω από ποιες συνθήκες ετέθη η υπογραφή αυτή. Συνεχίζοντας η μάρτυρας ανάφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε μια διαφορετική τοποθέτηση της υπογραφής η οποία αμφισβητείται σε σχέση με τις λοιπές η οποία τίθεται κάτω από την ένδειξη «ο αιτητής». Αναζητώντας, όπως είπε η μάρτυρας, την αιτία και τον τρόπο θέσεως αυτής της συνεκτιμούμενης γνησιότητας της, κατέληξε στο συμπέρασμα των μη ομαλών συνθηκών πράγμα που δικαιολογεί τον τρόπο θέσεως αυτής και το οποίο συμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις που ο γνήσιος ή φυσικός γραφέας έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Τούτο προκύπτει και από το λογικό συμπέρασμα ότι κάθε επίδικος πλαστογράφος προσπαθεί να αποκρύψει όσο το δυνατό περισσότερο την πράξη του και να μην προκαλέσει προσοχή στο προϊόν αυτής. Όταν ρωτήθηκε η μάρτυρας αν στηρίζει αυτά τα επιχειρήματα της σε βιβλιογραφία ανάφερε ότι δεν έχει φέρει μαζί της βιβλιογραφία αλλά υπάρχει σχετική βιβλιογραφία που αναφέρεται σε αυτά τα θέματα. Η μάρτυρας συμφώνησε με διάφορα αποσπάσματα που τις ανεγνώσθησαν από το βιβλίο του Δημήτριου Θωμά με τίτλο «Δικαστική Γραφολογία και η Επί Πλαστών Εγγράφων Πραγματογνωμοσύνη», προσθέτοντας μάλιστα ότι το υλικό που είχε στα χέρια της για την έρευνα αυτή ήταν συγκριτικά το καλύτερο δυνατό διότι είχε υπογραφές του Ενάγοντα που εδόθησαν σε προηγούμενους μήνες από την αμφισβητούμενη υπογραφή αλλά και σε επόμενους μήνες από την αμφισβητούμενη υπογραφή. Η μάρτυρας στη συνέχεια αρνήθηκε όλες τις υποβολές που της έγιναν ή και ότι η έκθεση της δεν είναι σύμφωνα με τα επιστημονικά κριτήρια που ισχύουν σε αυτό το πεδίο της γραφολογίας και επέμενε στη θέση της. Κατά την επανεξέταση η μάρτυρας παρουσίασε διαφάνειες που αντιστοιχούν σε έγγραφα που αναφέρονται στην έκθεση της και σημειώθησαν Τεκμήριο
  68. Σαν Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 4 Alpha Bank Ltd κατάθεσε ο Νίκος Νικολάου περιφερειακός διευθυντής της Εναγόμενης 4 στην Πάφο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι γνώσεις του για την παρούσα υπόθεση είναι πολύ λίγες. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι νομικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 4 τον πληροφόρησαν για την εξέλιξη της παρούσας αγωγής και πληροφορήθηκε επίσης και το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του κ. Ευσταθίου, δηλαδή του Ενάγοντα, που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Για πρώτη φορά είδε και μίλησε με τον Ενάγοντα στα τέλη του 2001-2002, όταν τον επεσκέφθη στο γραφείο του για να διαμαρτυρηθεί για τον κ. Σκορδή ο οποίος ήταν υπάλληλος της τράπεζας. Επειδή κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας δεν μπορούσαν να μιλήσουν χωρίς να διακόπτονται υπηρεσιακά από υπαλλήλους της τράπεζας συμφώνησαν να συναντηθούν στο σπίτι του Ενάγοντα και πράγματι πήγε στο σπίτι του και συζήτησαν για την επένδυση του τελευταίου. Το επενδυτικό σχέδιο στο οποίο επένδυσε ο Ενάγοντας δεν το πρόσφερε η τράπεζα. Το εν λόγω επενδυτικό σχέδιο όπως του είπε ο Ενάγοντας, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα και ούτε πήρε πίσω το κεφάλαιο του όπως του υποσχέθηκε η Εναγόμενη 1 δυνάμει τραπεζικής εγγυητικής της Merrill Lynch την οποία και του έδειξε. Όταν είδε την εγγυητική ο μάρτυρας είπε στον Ενάγοντα ότι ως έχει η συγκεκριμένη εγγυητική δεν πρόκειται να πάρει πίσω τα λεφτά του. Συζητώντας με τον Ενάγοντα του ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 5 παρακράτησε κάποια από τα λεφτά του που επένδυσε στην Εναγόμενη 1 και ότι δεν του τα δίνει πίσω. Ζήτησε τη συμβουλή του μάρτυρα πώς θα πάρει πίσω αυτά τα λεφτά τα οποία παρακράτησε ο Εναγόμενος
  69. Ο μάρτυρας ανάφερε στον Ενάγοντα ότι αρμόδιος για τέτοιου είδους θέματα ήταν ο κ. Λουκής Σκαλιώτης και είπε στον Ενάγοντα ότι θα επικοινωνήσει μαζί του για να επιληφθεί του θέματος, πράγμα το οποίο έκαμε και ο κ. Σκαλιώτης ανέλαβε όλο το θέμα. Ο μάρτυρας είχε μια μόνο συνάντηση με τον κ. Σκαλιώτη και τον κ. Σκορδή και τον ρώτησαν τη θέση του για τα όσα ο Ενάγοντας ανάφερε. Συγκεκριμένα τον ρώτησαν αν όντως παρακράτησε κάποια λεφτά από τον Ενάγοντα ως προμήθεια και τους απάντησε καταφατικά. Του υπόδειξε ότι αυτό που έκαμε ήταν εκτός των καθηκόντων του ως τραπεζικός υπάλληλος και εκτός των όρων της σύμβασης εργασίας που υπέγραψε με την τράπεζα. Ο Εναγόμενος 5 απάντησε ότι δεν ενεργούσε ως υπάλληλος της τράπεζας και ο Ενάγοντας το γνώριζε πολύ καλά αυτό. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ουδέποτε μίλησε του Ενάγοντα είτε τηλεφωνικώς είτε προσωπικά πριν τα τέλη του 2001 ή αρχές του 2002 όπως ανάφερε και πιο πάνω και ουδέποτε μίλησε στον Ενάγοντα ή παρέπεμψε τον Ενάγοντα στον κ. Σκορδή όταν ενδιαφέρθηκε για να γίνει πελάτης της τράπεζας. Ο Εναγόμενος 5 κατείχε τον τίτλο του financial planner που αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να βοηθά τους πελάτες της τράπεζας να αξιολογούν τα εισοδήματα τους, τα διαθέσιμα τους κεφάλαια, τις ανάγκες τους σε βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο δανεισμό και γενικά να τοποθετούν τα λεφτά τους που είχαν κατατεθειμένα στην τράπεζα στα διάφορα προϊόντα και υπηρεσίες που πρόσφερε η ίδια η τράπεζα. Σίγουρα δεν ήταν καθήκον του financial planner πώς και πού να επενδύουν στο Χρηματιστήριο εφόσον η πολιτική της τράπεζας ήταν να μην φεύγουν τα λεφτά των πελατών τους από την τράπεζα. Επίσης ο financial planner μπορούσε, εάν κάποιος πελάτης της τράπεζας ήταν και πελάτης της Alpha Χρηματιστηριακής να προωθεί σε αυτήν εντολές που δίδονταν από τους ίδιους τους πελάτες για αγορά ή πώληση μετοχών, είτε σε μετοχές που ήταν εισηγμένες στο ΧΑΚ είτε όχι. Ο Εναγόμενος 5 δεν είχε κανένα δικαίωμα ή αρμοδιότητα ή εξουσιοδότηση από την τράπεζα να προσφέρει υπηρεσίες και προϊόντα που δεν ανήκαν στην τράπεζα ούτε και να δίνει συμβουλές για επενδυτικούς σκοπούς. Η τράπεζα ήθελε τα λεφτά των πελατών της να παραμένουν εντός της τράπεζας. Ο Εναγόμενος 5 διοικητικά δεν υπαγόταν στο διευθυντή του καταστήματος που εργάζετο τότε ούτε και στον περιφερειακό διευθυντή Πάφου, υπαγόταν απευθείας στον υπεύθυνο του τομέα ιδιωτών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων τον κ. Σκαλιώτη. Ο ίδιος δεν μπορούσε να το θέσει σε διαθεσιμότητα και ούτε τον έθεσε σε διαθεσιμότητα. Η πρώτη φορά που άκουσε για το επενδυτικό σχέδιο της Εναγόμενης 1 ήταν όταν επισκέφθηκε τον Ενάγοντα στο σπίτι του και του είπε ότι ο Εναγόμενος 5 του παρακρατά κάποια λεφτά που έπρεπε να επενδυθούν στην εταιρεία αυτή. Το σχέδιο της Bloomberg, Εναγόμενης 1 δεν ήταν προϊόν της Alpha Bank ούτε και ο Εναγόμενος 5 είχε αρμοδιότητα και εξουσιοδότηση να προωθεί προϊόντα που δεν ήταν της τράπεζας. Από την άλλη ο Ενάγοντας το γνώριζε αυτό το πράγμα διότι στην πρώτη τους συνάντησε του ανάφερε ότι είχε επενδύσει σε σχέδιο της Bloomberg που δεν ήταν προϊόν της τράπεζας. Ο Ενάγοντας του έστειλε και επιστολή όταν είχε ήδη φύγει από την Πάφο και ήταν ήδη Λευκωσία σχετικά με την υπόθεση του Εναγόμενου 5 την οποία και ο μάρτυρας προώθησε στον κ. Σκαλιώτη ο οποίος και διερευνούσε το όλο ζήτημα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επανέλαβε και επέμενε στις θέσεις που εξέθεσε στην κυρίως εξέταση του και αρνήθηκε οποιεσδήποτε υποβολές που του έγιναν περί του αντιθέτου. Δεν γνώριζε να πει γιατί ο κ. Σκαλιώτης έστειλε το Τεκμήριο 50 στον Ενάγοντα και ούτε γνώριζε να πει τι συμβουλές έδιδε ο Εναγόμενος 5 στον Ενάγοντα. Επίσης ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι δεν ανάφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο και επέμενε στα όσα στην κυρίως εξέταση του ανάφερε. Τρίτος μάρτυρας για την Εναγόμενη 4 κατάθεσε ο Φαίδωνας Παπαδόπουλος ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του διευθυντή στο κεντρικό κατάστημα της Alpha Bank στην Πάφο. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι τέλη του 2001 ή αρχές του 2002 έλαβε γνώση των ισχυρισμών του Ενάγοντα που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης και στη γραπτή του δήλωση. Επίσης έλαβε γνώση για την κατ΄ ισχυρισμό πλαστογραφημένη υπογραφή του σε τραπεζιτικό έντυπο ημερομηνίας 31.7.2001, για έκδοση τραπεζιτικής επιταγής αφού είχε καταθέσει ένορκα στο Δικαστήριο για λογαριασμό της τράπεζας στην αγωγή 3455/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που ήγειρε ο Ενάγοντας εναντίον της τράπεζας και που το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν γνώριζε τον Ενάγοντα πριν γίνει πελάτης της τράπεζας. Ο Ενάγοντας ήταν ένας από τους καλούς πελάτες της τράπεζας και ακόμη παραμένει πελάτης της τράπεζας εξ΄ όσων έχει πληροφορηθεί. Το πώς και γιατί έγινε πελάτης της τράπεζας δεν γνώριζε να πει. Ο Εναγόμενος 5 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Ενάγοντα και επειδή έβλεπε από τα χαρτιά που του έπαιρναν ενίοτε για να υπογράψει ότι ο Ενάγοντας έκαμνε μεγάλες πράξεις ζήτησε να τον γνωρίσει και από κοντά. Περί τα τέλη του καλοκαιριού του 2001 έγινε μια συνάντηση στο γραφείο του με τον Ενάγοντα, τον Φοίβο Ξενοφώντος και τον Κλεάνθη Σκορδή όπου ο Ενάγοντας εκθείασε τον κ. Σκορδή και ευχαρίστησε την τράπεζα για την άψογη εξυπηρέτηση και το ενδιαφέρον που έδειχνε για τον ίδιο ως πελάτη. Ο μάρτυρας στη συνέχεια εξήγησε στο Δικαστήριο πώς εκδίδεται μια τραπεζιτική επιταγή επ΄ ονόματι συγκεκριμένου προσώπου και ποια χαρτιά υπογράφονται και ποια διαδικασία ακολουθείται για να εξασφαλίζεται με σιγουριά η επιθυμία και οι εντολές που δίδει ο πελάτης στην τράπεζα. Στην περίπτωση του Ενάγοντα αρκετές φορές ο ίδιος δεν πήγαινε στην τράπεζα και δεν υπέγραφε μπροστά στο ταμείο αλλά ενημέρωνε τηλεφωνικά τον κ. Σκορδή ότι θέλει να εκδοθεί μια τραπεζιτική επιταγή, ετοιμάζοντο τα έγγραφα, τα έπαιρνε ο κ. Σκορδής και τα επέστρεφε πίσω στην τράπεζα υπογεγραμμένα από τον Ενάγοντα και ακολουθούσαν τα λοιπά στοιχεία πάνω στα έντυπα από τον ταμεία. Πάντοτε ο κ. Σκορδής υπέγραφε δήλωση ότι ήταν σύμφωνα με τις οδηγίες του Ενάγοντα πιστοποιώντας έτσι την υπογραφή του στην παρουσία του. Μετά ο ίδιος μαζί με τον κ. Φοίβο Ξενοφώντος προέβαιναν σε έλεγχο των εγγράφων και εντύπων που ήταν συμπληρωμένα, υπογεγραμμένα από τον Ενάγοντα και την υπογραφή του κ. Σκορδή και υπέγραφαν για να εκδοθεί τραπεζιτική υπογραφή. Αυτή η διαδικασία έλαβε χώρα και στην τραπεζιτική επιταγή ημερομηνίας 31.7.2001 για ποσό £34.359 που κατ΄ ισχυρισμό του Ενάγοντα είναι πλαστογραφημένη και ο μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά αυτό τον ισχυρισμό. Μετά που έκαμνε πλήρη έλεγχο των εντύπων, της υπογραφής του Ενάγοντα που εγίνετο πάντοτε στην παρουσία του Εναγόμενου 5 προχωρούσε και ενέκρινε την έκδοση τραπεζιτικής επιταγής. Περί τα τέλη του 2001 ο Ενάγοντας του τηλεφώνησε και ζήτησε να συναντηθεί μαζί του το βράδυ, πράγμα που έγινε. Ο Ενάγοντας του ανάφερε για την συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο της Bloomberg και ότι ο Σκορδής του χρωστούσε κάποια λεφτά διότι από τα λεφτά που έστελνε στην Bloomberg ο Σκορδής παρακράτησε ένα ποσό για προμήθεια και αυτό το ποσό που παρακράτησε ο Σκορδής όπως ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, το ζητούσε πίσω. Ο Ενάγοντας του ζήτησε να πείσει το Σκορδή να του επιστρέψει πίσω αυτά τα χρήματα χωρίς να ανακατέψει ο μάρτυρας οποιονδήποτε άλλο σε αυτή την υπόθεση. Παρά την επιθυμία του Ενάγοντα, ο μάρτυρας ανάφερε σε αυτόν ότι θα το αναφέρει στον περιφερειακό διευθυντή και έτσι διευθετήθηκε ραντεβού μαζί με τον περιφερειακό διευθυντή Πάφου. Αρχές Φεβρουαρίου του 2002 ο κ. Σκορδής υπέβαλε την παραίτηση του από την τράπεζα. Ο κ. Σκορδής κατείχε τη θέση του financial planner στην τράπεζα και τα καθήκοντα του ήταν να βοηθά τους πελάτες της τράπεζας να τοποθετούν τα χρήματα τους σε προϊόντα που πρόσφερε η ίδια η τράπεζα και που θα είχαν καλύτερη απόδοση γι΄ αυτούς. Δεν ήταν στις αρμοδιότητες του να δίνει συμβουλές για να επενδύουν στο Χρηματιστήριο διότι τούτο ήταν αντίθετο με την πολιτική της τράπεζας που ήθελε τα χρήματα των πελατών της να παραμένουν στην τράπεζα και όχι να φεύγουν. Ο Εναγόμενος 5 δεν είχε καμία αρμοδιότητα ή και εξουσιοδότηση από την τράπεζα να προσφέρει υπηρεσίες και προϊόντα που δεν ανήκαν στην τράπεζα και ούτε να δίνει συμβουλές για επενδυτικούς σκοπούς. Διοικητικά ο Εναγόμενος 5 υπαγόταν στον κ. Σκαλιώτη αλλά η φυσική του παρουσία στην τράπεζα και το αν ερχόταν δουλειά ή όχι ήταν θέμα του περιφερειακού διευθυντή. Αναφορικά με το Τεκμήριο 36 που αφορά επιταγή ύψους £383.600 την ενέκρινε ο ίδιος μαζί με τον Φοίβο Ξενοφώντος, την υπέγραψε και του την έδωσε. Αργότερα όταν αντελήφθη ότι ο Ενάγοντας προσπάθησε να καταθέσει την επιταγή αυτή στο λογαριασμό κάποιου πελάτη της τράπεζας ονόματι Σάββα Σωκράτους αλλά στον external account του, δηλαδή λογαριασμό σε ξένο νόμισμα, ο ίδιος δεν ενέκρινε αυτή την κατάθεση και ειδοποιήθηκε να έρθει να την πάρει πίσω. Ο Ενάγοντας ήρθε, την παρέλαβε και την κατάθεσε ξανά στο λογαριασμό το δικό του αφού του εξήγησε ο ίδιος για ποιο λόγο δεν ενεκρίθη η κατάθεση. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι ουδέποτε μίλησε είτε προσωπικά είτε τηλεφωνικά με τον Ενάγοντα πριν γίνει πελάτης της τράπεζας. Το επενδυτικό σχέδιο στο οποίο επένδυσε ο Ενάγοντας δεν ανήκει στην Alpha Bank και ούτε ήταν προϊόν της Alpha Bank και ο Ενάγοντας το γνώριζε από πριν επενδύσει σε αυτό. Η τράπεζα δεν γνώριζε και ούτε ενέκρινε την απόφαση του Ενάγοντα να επενδύσει σε αυτή την εταιρεία. Ούτε γνώριζε η τράπεζα αν ο κ. Σκορδής παρακρατούσε χρήματα του Ενάγοντα ως προμήθεια. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επανέλαβε και επέμενε στις θέσεις που διατύπωσε στην κυρίως εξέταση και αρνήθηκε οποιεσδήποτε υποβολές που του έγιναν και επανέλαβε ότι το πρόβλημα που ήγειρε και ήθελε να βοηθηθεί ο Ενάγοντας ήταν τα λεφτά που κατ΄ ισχυρισμό παρακράτησε ο Σκορδής σαν προμήθεια. Ο μάρτυρας στη συνέχεια είδε και αναγνώρισε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και έγινε Τεκμήριο
  70. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι ο ίδιος παρέπεμψε τον κ. Ευσταθίου στον Σκορδή για να τον συμβουλεύει στις επενδύσεις που έκανε. Κάθε εταιρεία, όπως ανάφερε, και τράπεζα προσαρμόζει τα καθήκοντα του financial planner σύμφωνα με τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που παρέχει η ίδια η τράπεζα. Ο ίδιος δεν γνώριζε να πει, τι, ο κ. Σκορδής πρότεινε στον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι δεν ανάφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο και σε σχετική ερώτηση αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό πλαστογραφημένη επιταγή για το ποσό £34.359 ανάφερε ότι παρόλο ότι έψαξε στα αρχεία της τράπεζας δεν βρέθηκε το πράσινο έντυπο πρωτότυπο των οδηγιών για έκδοση της επιταγής. Ο μάρτυρας επίσης αρνήθηκε υποβολή που του έγινε ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε υπόγραψε οδηγίες για έκδοση της συγκεκριμένης επιταγής των £34.
  71. Τέταρτος Μ.Υ. για την Εναγόμενη 4 κατέθεσε ο Λουκής Σκαλιώτης, διευθυντής του τομέα ιδιωτών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων της τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι έλαβε γνώση της παρούσας υπόθεσης από τους νομικούς συμβούλους της τράπεζας και για πρώτη φορά έλαβε γνώση των γεγονότων που συνθέτουν αυτή την υπόθεση περί τα τέλη του
  72. Η γνώση του πηγάζει από συναντήσεις που είχε με τον Ενάγοντα, τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε μαζί του και αλληλογραφία που αντάλλαξαν μεταξύ τους μετά που παραπονέθηκε στη διεύθυνση της τράπεζας στην Πάφο ότι ο Εναγόμενος 5, υπάλληλος της τράπεζας, παρακράτησε ένα ποσό χρημάτων από μια επένδυση που έκαμε ο ίδιος στο εξωτερικό. Από πληροφορίες που πήρε, ο Ενάγοντας ήταν πελάτης της τράπεζας και διατηρούσε καλές φιλικές σχέσεις με τον Εναγόμενο 5 που υπηρετούσε στην τράπεζα και χειρίζετου τους λογαριασμούς του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 5 κατείχε τη θέση του financial planner, δηλαδή του οικονομικού σχεδιαστή. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να βοηθά τους πελάτες της τράπεζας σε σχέση με το πώς θα τοποθετούσαν τα χρήματα τους στην τράπεζα για καλύτερες αποδόσεις, δηλαδή ο financial planner συμβούλευε τους πελάτες της τράπεζας για υπηρεσίες και προϊόντα τα οποία προσέφερε η ίδια η τράπεζα και όχι άλλες εταιρείες. Πολιτική της τράπεζας ήταν οι πελάτες να διατηρούν τα χρήματα τους στην τράπεζα ή και να τα επενδύουν στα προϊόντα που προσέφερε η ίδια η τράπεζα και όχι να επενδύουν σε ξένες εταιρείες ή άλλες τράπεζες. Ο financial planner δεν είχε αρμοδιότητα ή εξουσιοδότηση να προσφέρει υπηρεσίες και προϊόντα ή να συμβουλεύει για τέτοιες υπηρεσίες και προϊόντα που δεν ανήκαν στην τράπεζα. Μετά που περιήλθε σε γνώση του η υπόθεση αυτή, είχε συνάντηση στην Πάφο μαζί με τον Εναγόμενο 5 και τον περιφερειακό διευθυντή της τράπεζας στην Πάφο. Ο κ. Σκορδής σε ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν ανέφερε ότι πράγματι παρακράτησε κάποια λεφτά από τον Ενάγοντα ως προμήθεια. Ο Εναγόμενος 5 ξεκαθάρισε ότι δεν ενεργούσε ως υπάλληλος της τράπεζας αλλά εκτός των καθηκόντων του και ο Ενάγοντας το γνώριζε αυτό πολύ καλά. Στη συνέχεια ο μάρτυρας είχε συνάντηση με τον Ενάγοντα ο οποίος επένδυσε σε επενδυτικό σχέδιο που προσέφερε μια εταιρεία της Αγγλίας, η Bloomberg. Ο Ενάγοντας του ανάφερε ότι το εν λόγω σχέδιο δεν το προσέφερε η τράπεζα αλλά αποτάθηκε στον Εναγόμενο 5 επειδή άκουσε ότι κάποιες εταιρείες - επενδυτικοί οργανισμοί - προσφέρουν αποδόσεις πέραν του 20% για να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες γι΄ αυτό το θέμα. Ο Εναγόμενος 5 του είπε ότι είχε ακούσει για το επενδυτικό σχέδιο της Bloomberg και έτσι ο Ενάγοντας ενδιαφέρθηκε να μάθει περισσότερα και ζήτησε από τον Εναγόμενο 5 να συναντηθεί με τους υπεύθυνους της εταιρείας αυτής. Ο Ενάγοντας τελικά επένδυσε σε αυτή την εταιρεία ένα τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής το οποίο ανήρχετο σε 600.000-700.000 λίρες. Επίσης ο μάρτυρας ανάφερε ότι του έδειξε όλα τα χαρτιά που είχε υπογράψει και μια εγγυητική επιστολή η οποία ήταν ανυπόγραφη χωρίς να αναγράφει οτιδήποτε για επενδυτικό σχέδιο με την εταιρεία Bloomberg. Όταν ο μάρτυρας είδε αυτή την εγγυητική ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν θα πάρει πίσω τα λεφτά του. Το παράπονο του Ενάγοντα ήταν ότι ο Εναγόμενος 5 παρακράτησε κάποια λεφτά σαν προμήθεια και ήθελε τη βοήθεια της τράπεζας για να του επιστρέψει ο Εναγόμενος 5 αυτά τα χρήματα δηλώνοντας παράλληλα ότι δεν ήθελε να τον διώξουν από την τράπεζα. Σε νέα συνάντηση που είχε με τον Εναγόμενο 5 ο τελευταίος όταν του ανάφερε τι είπε ο Ενάγοντας ο Εναγόμενος 5 είπε ότι έτσι έχουν τα πράγματα και ότι παρακρατούσε κάποια λεφτά γιατί έτσι είχαν συμφωνήσει ως προμήθεια. Όταν ανέφερε στον Εναγόμενο 5 ότι αυτό το οποίο έκαμε δεν ήταν σύμφωνα με τα καθήκοντα του ως υπάλληλος της τράπεζας και σύμφωνα με τους όρους εργασίας, ο Εναγόμενος 5 ανάφερε ότι το έκανε, εκτός δουλειάς, εκτός τραπέζης, ως φίλος και όχι ως financial planner του Ενάγοντα και ότι ο Ενάγοντας το γνώριζε αυτό. Περί το τέλος Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου 2002 είπε στον Εναγόμενο 5 να πάρει αναγκαστική άδεια, τρεις-τέσσερις ημέρες για να γίνει περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος. Ο Εναγόμενος 5 όμως πριν η τράπεζα αποφασίσει οτιδήποτε υπέβαλε την παραίτηση του με γραπτή επιστολή ημερομηνίας 8/2/
  73. Πέραν των πιο πάνω ο Ενάγοντας σε άλλη συνάντηση που είχε μαζί του του είπε ότι έχει ακόμα ένα παράπονο εναντίον του Εναγόμενου 5 σχετικά με την υπογραφή του σε ένα τραπεζιτικό έντυπο για έκδοση τραπεζιτικής επιταγής ημερομηνίας 31/7/2001 και για ποσό £34.
  74. Του είπε ότι δεν ήταν σίγουρος αλλά η υπογραφή δεν μοιάζει με τη δική του ούτε και θυμάται να υπέγραψε τέτοιες οδηγίες. Ο μάρτυρας ρώτησε τον ενάγοντα εάν επιθυμεί να υποβάλει παράπονο στην τράπεζα εναντίον του Εναγόμενου 5 και ο ίδιος αρνήθηκε και ζήτησε να συνεχίσει ο μάρτυρας να πιέζει το Σκορδή για να του στείλει τα λεφτά του πίσω και να συνεχίζει ο Ενάγοντας το παράπονο της κατ΄ ισχυρισμό πλαστογραφίας, ως μοχλό πίεσης. Μετά από λίγο καιρό καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Στη συνέχεια και κατά την κυρίως εξέταση του υπεδείχθησαν τα Τεκμήρια 27 και 38 αλλά ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν θυμάται να τα ξαναείδε. Στη συνέχεια του υπεδείχθη το Τεκμήριο 50 και ο μάρτυρας ανάφερε ότι είναι δική του επιστολή την οποία απέστειλε στον Ενάγοντα επιδιώκοντας να πάρει και γραπτώς αυτά τα οποία του έλεγε προφορικά. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν υπάρχουν πρακτικά διορισμού του κ. Σκορδή σαν financial planner, απλώς η διεύθυνση του ανέθεσε αυτά τα καθήκοντα και αυτή η θέση σταμάτησε να υπάρχει από το
  75. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι απλά και μόνο δεν παρουσιάζουν την επιστολή διορισμού του Εναγόμενου 5 ή τα πρακτικά διορισμού του Εναγόμενου 5 σαν financial planner για να μην αποκαλυφθούν τα πραγματικά του καθήκοντα. Αντεξεταζόμενος περαιτέρω ο μάρτυρας ανάφερε ότι τα καθήκοντα του financial planner καθορίστηκαν από την τράπεζα και αφορούσαν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που πρόσφερε η ίδια η τράπεζα και όχι οποιοσδήποτε άλλος. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν απάντησε στο Τεκμήριο 66
(2)ο μάρτυρας ανάφερε ότι το θέμα ανελήφθη από τη νομική υπηρεσία της τράπεζας και γι΄ αυτό δεν έστειλε απάντηση. Ο μάρτυρας πρόσθεσε επίσης, πάντα αντεξεταζόμενος, ότι ο Ενάγοντας δεν του επέδειξε το Τεκμήριο 27 και δεν ήταν ενήμερος ότι ο κ. Σκορδής, Εναγόμενος 5, προσπαθούσε με το Τεκμήριο 27 να πείσει τον Ενάγοντα να αποσύρει την καταγγελία. Σε σχέση με το Τεκμήριο 50 επανέλαβε ότι το έστειλε στον Ενάγοντα για να τεθούν γραπτώς το τι μεταξύ τους έλεγαν προφορικά. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι αν πίστευε ότι η τράπεζα είχε ευθύνη τότε θα προσπαθούσε να προβεί σε διευθέτηση. Ο Ενάγοντας δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 50 κατά την άποψη του διότι ζήτησε και πήρε νομική συμβουλή. Επίσης ο μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 15 και
  1. Όταν του υπεδείχθησαν τα Τεκμήρια 12, 13, 17, 18 και 19 μερικά από αυτά δεν τα θυμόταν και άλλα τα είχε υπόψη του. Ο μάρτυρας διαφώνησε το τι ήταν καθήκοντα του Εναγόμενου 5 σαν financial planner με υποβολές που του έγιναν και επανέλαβε ότι δεν ήταν στα καθήκοντα του να συμβουλεύει τους πελάτες πού θα επενδύσουν. Ο Εναγόμενος 5 δέχθηκε ότι κράτησε λεφτά σαν προμήθεια. Επανέλαβε όμως ότι ο Εναγόμενος 5 είπε ότι αυτή ήταν η συμφωνία τους. Ο μάρτυρας αρνήθηκε όλες τις υποβολές που του έγιναν, επέμενε στις θέσεις του όπως διατυπώθησαν στην κυρίως εξέταση και αρνήθηκε επίσης ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια κατάθεσε ο Εναγόμενος 5 για λογαριασμό του και για τους Εναγόμενους 6 και
  2. Ο Εναγόμενος 5 ανάφερε ότι από τον Ιούλιο του 1997 μέχρι τις 8.2.2002 εργαζόταν στην Alpha Bank, Εναγόμενη
  3. Στις 8.2.2002 υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση του για προσωπικούς λόγους. Αρχικά δούλεψε στο τμήμα πιστώσεων και τους τελευταίους 8 μήνες της υπηρεσίας του σαν financial planner. Τα καθήκοντα του ήταν κυρίως να μεταβιβάζει εντολές πελατών αγοραπωλησίας μετοχών προς την Alpha Χρηματιστηριακή, να παίρνει συνεντεύξεις από πελάτες που ενδιαφέρονταν για στεγαστικό δάνειο και να προωθεί προϊόντα της τράπεζας όπως Visas και καταθετικούς λογαριασμούς. Η Alpha Bank δεν διέθετε άλλα προϊόντα για προώθηση κατά την περίοδο αυτή. Κατά τον Μάρτιο-Απρίλιο του 2001 γνωρίστηκε με τον Λεωνίδα Κρόκου (Εναγόμενο 3), ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος της Bloomberg Securities, η οποία, όπως πληροφορήθηκε από τον Λεωνίδα Κρόκου, πρόσφερε επενδυτικά σχέδια με ψηλές αποδόσεις και εγγυημένο το αρχικό κεφάλαιο. Με τον εν λόγω Λεωνίδα Κρόκου συμφώνησε να συνεργασθούν με ποσοστά προμήθειας που θα έπαιρνε από την εν λόγω επενδυτική εταιρεία οσάκις του σύστηνε πελάτες ανάλογα βέβαια με το ποσοστό επένδυσης. Αυτές τις εργασίες τις διεκπεραίωνε εκτός ωρών εργασίας και χωρίς να ενημερώσει τους εργοδότες του, δηλαδή την Εναγόμενη 4 Alpha Bank. Στη συνέχεια ζήτησε από τον κ. Κρόκο και του έδωσε περισσότερες πληροφορίες και πήρε δείγματα συμβολαίου και τραπεζιτικής εγγύησης που έδιδε η εν λόγω εταιρεία. Τον Ιούνιο του 2001 γνωρίστηκε με κάποιον κ. Κωνσταντίνου ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ενεργούσε για κάποιους Ρώσους πελάτες του και μέσω του δικηγορικού γραφείου κ. Οδυσσέως στη Λευκωσία, ήθελαν περαιτέρω πληροφορίες για τα σχέδια της Εναγόμενης 1 Bloomberg Securities. Ο Εναγόμενος 5 έδωσε στον κ. Κωνσταντίνου δείγματα των συμβολαίων και της τραπεζιτικής εγγύησης, πληροφόρησε τον κ. Κρόκο για τους υποψήφιους αυτούς πελάτες αλλά επειδή το ποσό που θα επένδυαν ήταν πολύ μεγάλο, ο τελευταίος τους παρέπεμψε απευθείας στον κ. Λεμονιάτη (Εναγόμενο 2) διευθυντή της Εναγόμενης 1 στην Αγγλία. Ο Εναγόμενος 2 του τηλεφώνησε, γνωρίστηκαν και τον ενημέρωσε ότι οι πελάτες που του έστειλε ενδιαφέρονταν να επενδύσουν έπρεπε όμως να σταλούν και κάποιες άλλες πληροφορίες για να προχωρήσει η συμφωνία. Αυτές τις πληροφορίες τις πήρε από τον κ. Κωνσταντίνου και μέσω του κ. Κρόκου τις έστειλαν στην Αγγλία στον κ. Λεμονιάτη (Εναγόμενο 2). Ο Εναγόμενος 2 σε κάποιο στάδιο τον ενημέρωσε ότι ήταν στο τελικό στάδιο να υπογράψει συμφωνία επένδυσης με τους εν λόγω Ρώσους για το ποσό των δέκα εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Εναγόμενος 2-Λεμονιάτης, ήρθε στην Κύπρο αρχές Ιουλίου, το σαββατοκύριακο πριν τις 13.7.
  4. Ο Εναγόμενος 5 μίλησε μαζί του και πείσθηκε ότι τα κεφάλαια που επενδύονταν στο σχέδιο της Εναγόμενης 1 ήταν εγγυημένα και οι αποδόσεις που είχε το κεφάλαιο ήταν 20%. Ο Εναγόμενος 5 ζήτησε από τον Εναγόμενο 2 να επενδύσει και αυτός στο εν λόγω σχέδιο το ποσό της προμήθειας που θα ελάμβανε με βάση τα δέκα εκατομμύρια δολάρια και που αντιστοιχούσε στις 800.000 δολάρια. Ο Εναγόμενος 5 πρόσθεσε ότι προέβη σε αυτή την ενέργεια διότι ήταν ένας τρόπος κατοχύρωσης της προμήθειας του. Όταν έφυγε ο Εναγόμενος 2 και πήγε στην Αγγλία στις 13.7.2001 του στάληκε συμφωνία και την υπέγραψε. Μαζί με τη συμφωνία υπέγραψε και υπεύθυνη δήλωση την οποία και παρουσίασε, ότι αν τελικά δεν υλοποιείτο το επενδυτικό σχέδιο με τους Ρώσους η δική του συμφωνία θα ακυρωνόταν και θα έπρεπε να την επιστρέψει πίσω. Η υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε είχε ισχύ ένα μήνα και επειδή αρχές Αυγούστου δεν είχε υλοποιηθεί το σχέδιο με τους Ρώσους δεν έγινε τελικά ούτε και η δική του επένδυση και ακυρώθηκε και την επέστρεψε πίσω στον Εναγόμενο
  5. Περί τον Απρίλιο-Μάιο του 2001 άρχισε να λειτουργεί η Alpha Χρηματιστηριακή και για να κερδίσει μερίδιο της αγοράς πρόσφερε την εξυπηρέτηση αυτή στους επενδυτές χωρίς να παίρνει προμήθεια από τις χρηματιστηριακές πράξεις που θα διενεργούσε. Η προσφορά αυτή της Alpha Χρηματιστηριακής διαφημίστηκε στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Κατόπιν της διαφήμισης αυτής ο Ενάγοντας τον πήρε τηλέφωνο και ενδιαφέρθηκε να φέρει το χαρτοφυλάκιο του μαζί με τη γυναίκα του γιατί ήθελε να επωφεληθεί το 0% προμήθεια που διαφήμιζε η Alpha Χρηματιστηριακή. Ήρθε μαζί με τη σύζυγο του και άνοιξαν trading accounts για να μπορούν να διενεργούν αγοραπωλησίες μετοχών. Επειδή το επιτόκιο στα trading accounts ήταν πολύ χαμηλό και επειδή ο Ενάγοντας ήταν ο δεύτερος τη τάξη στο Φόρο Εισοδήματος, ζήτησε από την τράπεζα να αυξήσει το επιτόκιο για να παραμείνουν τα χρήματα του Ενάγοντα και της συζύγου του στην τράπεζα και κατά παρέκκλιση η τράπεζα δέχθηκε και του παραχώρησε 7% στο εκάστοτε υπόλοιπο. Με τον κ. Ευσταθίου και τη γυναίκα του γνωρίστηκε περισσότερο και βγήκαν και αρκετές φορές για φαγητό. Σε αυτές τις συναντήσεις, ανέφερε ο Εναγόμενος 5 και το σχέδιο της Εναγόμενης 1 που αφορούσε όμως external λογαριασμούς και καταθέσεις εξωτερικού. Ο Ενάγοντας ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες, του εδόθησαν αυτές οι πληροφορίες, επεσκέφθησαν τον κ. Κρόκου και ενημερώθηκε περαιτέρω και ο τελευταίος τον παρέπεμψε στον Εναγόμενο 2 κ. Λεμονιάτη. Ο Ενάγοντας του είπε ότι αφού συμβουλεύθηκε το δικηγόρο του και το λογιστή του και αφού υπήρχε εγγύηση του κεφαλαίου 100% άρχισε να βλέπει πολύ θετικά το σχέδιο της Εναγόμενης
  6. Ο Εναγόμενος 5 δεν του έδειξε τη δική του συμφωνία πριν τις 19.7.2001, ημερομηνία που υπόγραψε με την Bloomberg ο Ενάγοντας. Όταν αποφάσισε ο Ενάγοντας να επενδύσει ο Εναγόμενος 2 ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι έκανε και ο Εναγόμενος 5 μια εβδομάδα πριν τέτοια συμφωνία. Ο Εναγόμενος 5 επανέλαβε ότι ουδέποτε έδωσε στον Ενάγοντα τη συμφωνία που υπέγραψε ο ίδιος και ειδικά αυτή που παρουσίασε στο Δικαστήριο με σβησμένες υπογραφές. Απ΄ ότι γνωρίζει ο Εναγόμενος 5 τη συγκεκριμένη συμφωνία με τις σβησμένες υπογραφές την πήρε από τον Εναγόμενο 2 τον Γενάρη-Φεβράρη του 2002 όταν έμαθε ότι πήρε προμήθεια για την επένδυση. Το αντίγραφο της συμφωνίας με σβησμένες υπογραφές την είδε για πρώτη φορά όταν του την έδειξε η Αστυνομία. Φωτοαντίγραφο της δικής του συμφωνίας με τις υπογραφές πάνω είχε δώσει στην Αστυνομία. Όταν ο Ενάγων υπέγραψε τη συμφωνία με την Εναγόμενη 1 προσπάθησε να στείλει το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης του μέσω κάποιου γνωστού του ή συγγενή του ονόματι Σάββα Σωκράτους. Όταν απέτυχε να στείλει όλα τα χρήματα μαζί ο Ενάγοντας του είπε ότι θα τα στείλει μέσω κάποιων γνωστών του και παράλληλα ζήτησε και τη βοήθεια του Εναγόμενου 5 αν ξέρει κάποιους να τον βοηθήσουν. Ο Εναγόμενος 5 του σύστησε τον κ. Μιχάλη X"Παναγή ο οποίος ήταν γνωστός της πεθεράς του και ζούσε στην Αγγλία για πολλά χρόνια. Ο Ενάγοντας του έδιδε οδηγίες να εκδίδονται τραπεζιτικές επιταγές σε συγκεκριμένα ονόματα για να παίρνουν τα χρήματα στην Αγγλία. Όπως δε τον πληροφόρησε για να στέλνει τα χρήματα έπρεπε να δίνει προμήθεια της τάξης του 5-8% ανάλογα με την περίπτωση. Δεν τον πείραζε όμως, όπως είπε, διότι η προμήθεια που θα έδιδε ήταν πολύ μικρή σε σχέση με την προμήθεια του 23% που θα έπαιρνε από το σχέδιο. Ο Ενάγοντας ζήτησε και από τον ίδιο τον Εναγόμενο 5 να τον βοηθήσει και επειδή ο πεθερός του είχε διαθέσιμο ποσό $49.000 στην Αγγλία, συμφώνησαν να του δώσει ο Ενάγοντας το ποσό των £34.250 πράγμα που έγινε και του έκδωσε επιταγή στο όνομα Klaresco Management και με βάση τη συμφωνία που είχε με τον κ. Λεμονιάτη πιστώθηκε ο λογαριασμός του κ. Ευσταθίου στην Bloomberg με το συγκεκριμένο ποσό των $49.
  7. Το ποσό των $49.000 ήταν η προμήθεια που πήρε από την Bloomberg Securities για τη σύσταση του κ. Ευσταθίου προς αυτήν και της επένδυσης του. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ του Εναγόμενου 5 και της Εναγόμενης 1 και ήταν διαθέσιμο προς όφελος του και το οποίο αντάλλαξε με τον κ. Ευσταθίου βάσει της συμφωνίας για το ποσό των £34.250 στην Κύπρο. Ουδέποτε εκδίδοντο επιταγές σε ονόματα χωρίς την εντολή και την υπογραφή του κ. Ευσταθίου. Για την επιταγή ημερομηνίας 31.7.2001 που εκδόθηκε στο όνομα Λουκά Κώστας εκείνο το οποίο γνωρίζει είναι ότι μετά που κινήθηκε νομικά εναντίον τους ο Ενάγοντας, ζήτησε από τον κ. Λεμονιάτη (Εναγόμενο 2) να του στείλει το swift κατάθεσης που είχε στις 31.7.2001 και αυτός του έστειλε το swift των $50.000 που αντιστοιχούσε στο ποσό που δόθηκε στον κ. Λουκά. Δεν ευσταθή η θέση του Ενάγοντα ότι δεν έδωσε τέτοια εντολή και θυμάται ότι του πήρε ο ίδιος τα χαρτιά και τα υπόγραψε. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του διότι πάντοτε υπογράφονταν από τον ίδιο στην παρουσία του. Όσον αφορά την απώλεια του ενός αντιγράφου από αυτά τα χαρτιά σε σχέση με την επιταγή των £34.359 ο Εναγόμενος 5 ανέφερε ότι αυτό το έμαθε από την Αστυνομία. Ο Εναγόμενος 5 πήγαινε στο κτίριο που εργαζόταν ο Ενάγοντας και του έδινε επιταγές υπογραμμένες με το ποσό συμπληρωμένο και την ημερομηνία χωρίς να αναγράφεται ο δικαιούχος και του έλεγε να το συμπληρώσει ο ίδιος το πρωί όταν θα του έδιδε το όνομα. Αναφορικά με τις επιταγές ημερομηνίας 14.8.2001 για ποσό £7.726 και £3.812 ο Εναγόμενος 5 ανάφερε ότι επειδή ο Ενάγοντας απουσίαζε με άδεια ασθενείας και δεν μπορούσε να έρθει στην τράπεζα είχε δώσει την προηγούμενη μέρα τις επιταγές τις οποίες θα έδινε στο πρόσωπο που θα έστελνε το έμβασμα των $25.
  8. Όταν ήρθε το εν λόγω πρόσωπο που θα έπαιρνε τις επιταγές και ήθελε μετρητά, κατόπιν επικοινωνίας του με τον Ενάγοντα, ο τελευταίος του ζήτησε να τα δώσει ο ίδιος σε μετρητά και να καταθέσει τις επιταγές στη δική του εταιρεία ή στο όνομα του πράγμα το οποίο και έγινε. Αμέσως μετά πήρε φαξ από τον κ. Λάμπρο Αρναούτη ότι στάληκε το αντίστοιχο ποσό των $25.000 στο λογαριασμό του Ενάγοντα στην Bloomberg. Το ποσό των £1.500 προς την Klaresco Management ημερομηνίας 25.8.2001 ο Εναγόμενος 5 ανάφερε ότι αυτό το ποσό αποτελούσε αμοιβή του κ. Μιχάλη X"Παναγή για ποσά που έστειλε στην Αγγλία εκ μέρους του κ. Δημήτρη Ευσταθίου. Η επιταγή εκδόθηκε στο όνομα του διότι τις £1.500 τις έδωσε ο ίδιος μετρητά στον κ. Χ"Παναγή. Όταν πληρώθηκε ο κ. X"Παναγή του έδωσε και επιστολή εξόφλησης από τον κ. Ευσταθίου την οποία και παρουσίασε. Το ποσό των £5.800 που επικαλείται ο Ενάγοντας ότι του έδωσε, ο Εναγόμενος 5 ανάφερε ότι του δόθηκαν στις 27.7.2001 με σκοπό να κατατεθούν σε λογαριασμό εταιρείας του κ. Λεμονιάτη στην Τράπεζα Κύπρου ονόματι Lira Kinisis Ltd και αυτόματα θα του πιστώνετο το ποσό των $9.000 στο λογαριασμό του Ενάγοντα στην Εναγόμενη 1, πράγμα το οποίο και έγινε. Αναφορικά με την προμήθεια των $49,000 που πήρε από την Bloomberg (Εναγόμενη 1) ο Εναγόμενος 5 πρόσθεσε ότι τον Νιόμβρη του 2001 επέστρεψε πίσω το ποσό των $10.000 γιατί το τελικό ποσό επένδυσης του κ. Ευσταθίου ήταν $700.000 και όχι $800.
  9. Το σχέδιο του Ενάγοντα, όπως ανάφερε ο Εναγόμενος 5, λειτούργησε τουλάχιστον πέντε μήνες και ο ίδιος ο Ενάγοντας επανεπένδυε τις αποδόσεις του μέχρι το Δεκέμβριο του
  10. Ο Εναγόμενος 5 συμπλήρωσε ότι οι επιστολές που συντάχθηκαν και οι οποίες έλεγαν ότι δεν θα έχει καμία άλλη απαίτηση ο Ενάγοντας από τον Σκορδή, Klaresco Management και Klaresco Investments Ltd δεν υπογράφησαν ποτέ γιατί όταν συζήτησε με τον κ. Σκαλιώτη και τον Ενάγοντα αυτός ζητούσε το ποσό της προμήθειας του που πήρε από την Bloomberg, ο ίδιος συμφώνησε να του τα δώσει πίσω αλλά να υπογράψει. Συμφώνησε και αυτός αλλά όταν έμαθε ότι το ποσό θα πληρωνόνταν μέσω της Bloomberg και θα μειωνόταν η επένδυση του γιατί είχε ήδη πιστωθεί στις 3.8.2001 αυτός δεν δέχθηκε. Ήθελε επιπλέον και αυτό το ποσό και έτσι δεν υπόγραψε τις επιστολές. Ο Εναγόμενος 5 ανέφερε ότι ουδέποτε συμβούλευσε τον Ενάγοντα για τις αγοραπωλησίες μετοχών του στο Χρηματιστήριο ούτε και ήταν κάτι τέτοιο μέσα στα καθήκοντα του, ουδέποτε η εναγόμενη 1, απ΄ ότι γνωρίζει, συνεργάστηκε ή ήταν συνεργάτης της Alpha Bank, η οποιαδήποτε συνεργασία του με την Εναγόμενη 1, γινόταν υπό την προσωπική του ιδιότητα και εκτός των ωρών εργασίας του, χωρίς η Alpha Bank να γνωρίζει οτιδήποτε, ουδέποτε συνωμότησε με οποιονδήποτε ούτε και ενήργησε με οποιοδήποτε τρόπο δόλια, με πρόθεση να απωλέσει οποιοδήποτε ποσό ο Ενάγοντας ή να αποσπάσει ο ίδιος οποιοδήποτε ποσό από τον Ενάγοντα. Ο ίδιος ο Ενάγοντας στις συζητήσεις που είχαν μεταξύ των φαινόταν να ήταν πολύ πιο ενήμερος από τον ίδιο αναφορικά με επενδύσεις κεφαλαίων από διάφορους οργανισμούς. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 5 ανάφερε ότι η θέση που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Εναγόμενη 4 ήταν αυτή του financial planner και χρησιμοποιούσε την κάρτα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου σαν Τεκμήριο 8 και υπηρετούσε στο κεντρικό κατάστημα της Εναγόμενης
  11. Ο Εναγόμενος 5 πρόσθεσε επίσης ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν πελάτης της Εναγόμενης
  12. Του τηλεφώνησε σε κάποιο στάδιο και του είπε ότι ήθελε να κάμνει χρήση των υπηρεσιών της Alpha Χρηματιστηριακής και γι΄ αυτό το λόγο έγινε πελάτης της τράπεζας ανοίγοντας trading λογαριασμό και περί τον Αύγουστο 2001 είχε και βιβλιάριο καταθέσεων. Χειριζόταν τις υποθέσεις του Ενάγοντα και πήγε κοντά του διότι ήταν υπεύθυνος για την Alpha Χρηματιστηριακή και ο Ενάγοντας διενεργούσε χρηματιστηριακές πράξεις τις οποίες ο Εναγόμενος 5 προωθούσε στην Alpha Χρηματιστηριακή. Ο κύριος λόγος που κατέστη πελάτης της Εναγόμενης 4 ήταν για να μην πληρώνει προμήθεια για τις χρηματιστηριακές πράξεις που θα διενεργούσε. Ο Εναγόμενος 5, όπως είπε, είναι απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Εναγόμενος 5 αρνήθηκε με επιμονή όλες τις υποβολές που του ετέθησαν και ειδικά αρνήθηκε ότι προσπάθησε με οποιοδήποτε τρόπο να εξαπατήσει τον Ενάγοντα ή οποιοδήποτε άλλο και ήταν η θέση του ότι εάν έστελλε οποιοδήποτε πελάτη στην Εναγόμενη 1 τότε ο ίδιος θα έπαιρνε προμήθεια από την Εναγόμενη
  13. Η Eναγόμενη 4 Alpha Bank δεν είχε επενδυτικά σχέδια για να τα προωθήσει ο ίδιος στους πελάτες της και ούτε τα χρήματα που έστειλε ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη 1 μεταφέρθησαν μέσω του. ² Ο Εναγόμενος 5 στη συνέχεια επανέλαβε ότι υπέβαλε ο ίδιος την παραίτηση του και αναγνώρισε το Τεκμήριο 65 που είναι η επιστολή παραίτησης που υπέβαλε στην Alpha Bank προσθέτοντας ότι δεν γνώριζε εάν θα τον απέλυαν εξαιτίας της εμπλοκής του σε αυτή την υπόθεση. Επίσης ο Εναγόμενος 5 ήταν η θέση του ότι δεν απέκρυψε τίποτε απ΄ ότι του εζήτησαν να παρουσιάσει και ότι του ζητήθηκε και το είχε το έδωσε. Στις 8.2.02 που υπέβαλε την παραίτηση του δεν γνώριζε για την καταγγελία που έκαμε ο Ενάγοντας για πλαστογραφία της υπογραφής του. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι είδε ή γνώριζε για το Τεκμήριο 50 δηλαδή την επιστολή που εστάλη στον Ενάγοντα για υπογραφή. Τον Ανδρέα Κωνσταντίνου τον παρέπεμψε στον κ. Κρόκο και μαζί του είχε μια φορά συνάντηση. Επίσης ο Εναγόμενος 5 ανάφερε ότι ο Κωνσταντίνου τον έφερε σε επαφή με τον Αργύρη Οδυσσέως με τον οποίο συναντήθηκε μία ή δύο φορές. Όταν ο ίδιος υπέγραψε το συμβόλαιο επένδυσης 800.000 δολαρίων ήταν λόγω της προμήθειας που θα έπαιρνε από την Bloomberg για την επένδυση των δέκα εκατομμυρίων δολαρίων που θα έκαμναν οι πελάτες του Αργύρη Οδυσσέως. Ο Εναγόμενος 5 αρνήθηκε επίμονα ότι το Τεκμήριο 70 βάσει του οποίου θα ακυρωνόταν η επένδυση του για $800.000 εάν δεν ευδοκιμούσε η επένδυση των δέκα εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευάστηκε εκ των υστέρων από τον ίδιο και πρόσθεσε ότι το Τεκμήριο 70 υπογράφηκε και υπήρχε από τις 13.7.
  14. Στη συνέχεια ανάφερε ότι δεν γνωρίζει πώς το Τεκμήριο 1 βρέθηκε στα χέρια του Ενάγοντα και υπόθεσε ότι του το έδωσε ο Εναγόμενος
  15. Ο Εναγόμενος 5 αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε καμιά σχέση με τον Ενάγοντα και επέμενε ότι είχε άμεση σχέση. Ήταν επίσης η θέση του ότι στον Ενάγοντα έδωσε δείγμα τραπεζιτικής εγγύησης και του την έδωσε όταν έδειξε ενδιαφέρον. Εμφαντικά δε επέμενε ότι είναι ο Εναγόμενος 2 που είπε στον Ενάγοντα ότι και ο ίδιος υπέγραψε συμβόλαιο και ο ίδιος το επιβεβαίωσε στον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 5 αφού είδε τα Τεκμήρια 18 και 19 ανάφερε ότι δεν έχει πάρει το Τεκμήριο 18 και σχετικά με το Τεκμήριο 19 δεν είχε στείλει απάντηση στον Ενάγοντα. Μετά τη συνάντηση που είχε με το Λουκή Σκαλιώτη ο Εναγόμενος 5 δεν μίλησε καθόλου με τον Ενάγοντα. Επίσης ο Εναγόμενος 5 αρνήθηκε ότι έδιδε ονόματα στον Ενάγοντα που θα ετοποθετούντο σαν δικαιούχοι στις επιταγές που θα εξέδιδε. Τα ονόματα τα εγνώριζε ο Ενάγοντας και του τα έλεγε ο Ενάγοντας. Επίσης ήταν η θέση του ότι δεν είπε στον Ενάγοντα ότι θα έπαιρνε προμήθεια από την Bloomberg. Με τον Ενάγοντα δεν συμφώνησε οτιδήποτε. Την οποιαδήποτε προμήθεια θα έπαιρνε θα την έπαιρνε από την Bloomberg (Εναγόμενη 1). Επίσης αρνήθηκε ότι είπε στον Ενάγοντα ότι το ποσό του κεφαλαίου ήταν εγγυημένο και ότι θα εκέρδιζε πολλά χρήματα. Ούτε ήταν αυτός που σύστησε το Σάββα Σωκράτους στον Ευσταθίου. Ο Ενάγοντας ήρθε σε απευθείας επαφή μαζί του. Ο Εναγόμενος 5 αρνήθηκε ότι πήρε οποιοδήποτε ποσό σε μετρητά από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας, όπως πρόσθεσε, γνώριζε για την εταιρεία και την επωνυμία που είχε ο Εναγόμενος 5 και πάντοτε όπως δήλωσε ο ίδιος, εκτελούσε τις οδηγίες του Ενάγοντα. Επανέλαβε δε ότι το Τεκμήριο 48 δεν το είδε ποτέ του και ούτε το ετοίμασε ο ίδιος, όπως ήταν η υποβολή που του έγινε. Ο Εναγόμενος 5 από την έναρξη της αντεξέτασης του μέχρι το τέλος αρνήθηκε όλες τις υποβολές που του έγιναν, αρνήθηκε ότι πλαστογράφησε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικά το έντυπο βάσει του οποίου εξεδόθη η επιταγή στο όνομα Κώστα Λουκά (Εναγόμενου 7) ή ότι δεν είπε την αλήθεια ή απέκρυψε οποιοδήποτε γεγονός από τον Ενάγοντα ή και ότι πήρε οποιαδήποτε προμήθεια από τον τελευταίο. Στη συνέχεια κατάθεσε ο Εναγόμενος 7 Λουκά Κώστας. Στην κυρίως εξέταση όπως προκύπτει από τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 80) ο Εναγόμενος 7 ανάφερε ότι στις 21.8.2003 κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και έδωσε κατάθεση σε σχέση με αυτή την υπόθεση την οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της σαν μέρος της κατάθεσης του στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ουδεμία σχέση, επικοινωνία, συγγένεια ή οποιαδήποτε επαφή είχε με τον Ενάγοντα ή με τους συνεναγόμενους του, τους οποίους γνώρισε όταν άρχισε η ακροαματική διαδικασία αυτής της υπόθεσης. Εξαίρεση αποτελεί η πολύ σύντομη και τυπική γνωριμία του με τον Κλεάνθη Σκορδή (Εναγόμενο 5) όπως την περιγράφει στην κατάθεση του. Ο Εναγόμενος 7 στη συνέχεια πρόσθεσε ότι σε καμιά περίπτωση δεν γνώριζε ή έλαβε μέρος σε οποιουδήποτε είδους συνομωσία ή συμπαιγνία σε βάρος του Ενάγοντα ή και για ψευδείς παραστάσεις με σκοπό να αποσπασθεί από αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Τα όσα αόριστα και γενικά καταμαρτυρεί εναντίον του ο Ενάγοντας είναι δικά του αυθαίρετα και ατεκμηρίωτα συμπεράσματα. Ο Εναγόμενος 7 πρόσθεσε ακόμη ότι δεν απέκτησε ή κέρδισε οτιδήποτε από την εμπλοκή του σε αυτή την υπόθεση. Η εμπλοκή του σε αυτή την υπόθεση είχε σκοπό να εξυπηρετήσει τον κουμπάρο του Μιχάλη Παπαϊωάννου που του βάφτισε την κόρη του και με τον οποίο οι σχέσεις τους ψυχράθηκαν μετά την έγερση αυτής της αγωγής. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 7 ανάφερε ότι τη συγκεκριμένη επιταγή στην οποία εμφαίνεται σαν δικαιούχος την οπισθογράφησε, πήρε μετρητά και τα έδωσε στον κουμπάρο του Μιχάλη Παπαϊωάννου. Δεν έχει απόδειξη ότι του τα έδωσε. Ο Εναγόμενος 7 αρνήθηκε ότι κράτησε αυτά τα χρήματα, αρνήθηκε ότι οικειοποιήθηκε οτιδήποτε, αρνήθηκε ότι λέγει ψέματα και επέμενε ότι τα λεφτά δόθησαν και επήγαν εκεί που έπρεπε. Σαν δεύτερος μάρτυρας για την υπόθεση του Εναγόμενου 7 κατάθεσε ο Μιχάλης Παπαϊωάννου. Ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι είναι κουμπάρος του Εναγόμενου 7 και το 2001 του ζήτησε να του κάμει μια εξυπηρέτηση που είχε σχέση με την υπόθεση του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας του ζήτησε να μεριμνήσει ούτως ώστε ποσό £34.359 να σταλεί μέσω λογαριασμού εξωτερικού στην Εναγόμενη
  16. Επειδή για κάποιους λόγους προσωπικούς δεν επιθυμούσε να εκδοθεί η επιταγή στο όνομα του, ζήτησε να εκδοθεί στο όνομα του Εναγόμενου 7, πράγμα το οποίο και έγινε. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ζήτησε από τον Εναγόμενο 7 να εξαργυρώσει την επιταγή σε μετρητά και να του τα δώσει πράγμα το οποίο, επίσης, έγινε. Ο Εναγόμενος 7 από αυτή τη διευθέτηση δεν ωφελήθηκε τίποτε. Ο μάρτυρας μέσω κάποιας Λουντμίλας Δημητρίου που διατηρούσε λογαριασμό εξωτερικού έστειλε το πιο πάνω ποσό στην Εναγόμενη
  17. Μετά από λίγες ημέρες ο Ενάγοντας του ξανατηλεφώνησε και με την ίδια διαδικασία έστειλε στην Εναγόμενη 1 το ποσό των £42.
  18. Η επιταγή στη συγκεκριμένη περίπτωση εξεδόθη επ΄ ονόματι του κ. Σωκράτη Ιωαννίδη, συναδέλφου του στην Market Trends. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επέμενε σε όλα όσα είπε και αρνήθηκε τις υποβολές που του έγιναν και μάλιστα πρόσθεσε ότι ο Ενάγοντας του τηλεφώνησε και τον ευχαρίστησε για τη βοήθεια που του παρέσχε. Από αυτή την εξυπηρέτηση ο μάρτυρας πληρώθηκε 1% προμήθεια και οι συνεργάτες του 5%. Δεν έχει αποδείξεις για όλα αυτά. Οι μόνες αποδείξεις, όπως είπε, είναι τα swift της τράπεζας που εστάλησαν απευθείας στον Ενάγοντα και στον Σκορδή ο οποίος, απ΄ ότι γνώριζε, συνεργαζόταν με τον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι δεν αναφέρει την αλήθεια και επέμενε στις θέσεις του επαναλαμβάνοντας ότι ο Εναγόμενος 7 ενεπλάκη σε αυτή την υπόθεση λόγω του ότι του ζήτησε ο ίδιος ο μάρτυρας να τον εξυπηρετήσει. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατάθεσαν ενώπιον μου δια ζώσης και σημείωσα με προσοχή τη συμπεριφορά και αντίδραση τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν. Μελέτησα επίσης με προσοχή όλα τα τεκμήρια που κατατέθησαν ενώπιον μου, και σύγκρινα αυτά τα τεκμήρια με τις προφορικές καταθέσεις των μαρτύρων και όπου εσχετίζοντο με προφορική μαρτυρία τα έλαβα υπόψη μου αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατάθεσαν ενώπιον μου. Έχω υπόψη μου ότι σύμφωνα με τη νομολογία επιτρέπεται σε ένα Δικαστήριο η αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, 285-286, ως επίσης και την Ποινική Έφεση Αρ. 60/2006, ημερ. 27/2/2009 Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας). Με βάση και την πιο πάνω νομολογιακή αρχή και την εντύπωση που απεκόμισα από κάθε μάρτυρα ξεχωριστά κατά τη ζωντανή ακροαματική διαδικασία που διεξήχθηκε προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων που άκουσα. Χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό αποδέχομαι σαν αληθινή και ειλικρινή μαρτυρία, τη μαρτυρία του Εναγόμενου 7, του Μ.Ε.1 αστυφύλακα Αντρέα Αναστασιάδη, των μαρτύρων της εναγόμενης 4, δηλαδή της γραφολόγου Μάγδας-Μαρίας Καμπούρη, του Νίκου Νικολάου, περιφερειακού διευθυντή της Εναγόμενης 4 κατά τον ουσιώδη χρόνο, του διευθυντή του κεντρικού καταστήματος της Εναγόμενης 4 Φαίδωνα Παπαδόπουλου κατά τον ουσιώδη χρόνο, και του Λουκή Σκαλιώτη, υπεύθυνου του τομέα ιδιωτών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων κατά τον ουσιώδη χρόνο, του μάρτυρα του Εναγόμενου 7 Μιχάλη Παπαϊωάννου και του Εναγόμενου 3 Λεωνίδα Κρόκου. Οι πιο πάνω μάρτυρες και/ή διάδικοι στην υπόθεση κατάθεσαν με ειλικρίνεια, θετικότητα, αμεσότητα και χωρίς ενδοιασμό τα όσα ενήργησαν σε αυτή την υπόθεση, χωρίς να κλονισθεί η τοποθέτηση τους σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο κατά την αντεξέταση τους. Η μαρτυρία των πιο πάνω διαδίκων και/ή μαρτύρων ενισχύεται και από διάφορα τεκμήρια τα οποία κατατέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου είτε από την πλευρά του Ενάγοντα είτε και από την πλευρά των Εναγομένων. Ενδεικτικά σε σχέση με το μάρτυρα του Εναγόμενου 7, Μιχάλη Παπαϊωάννου σημειώνω ότι ο συνήγορος του Ενάγοντα προώθησε στον πιο πάνω μάρτυρα τη θέση ότι ψεύδεται αναφορικά με τη δεύτερη πράξη που έκαμε για λογαριασμό του Ενάγοντα για ποσό £42.487 που εκδόθη επιταγή επ΄ ονόματι Σωκράτη Ιωαννίδη, διότι δεν αντεξετάσθη, όπως είπε, ο Ενάγοντας πάνω σε αυτό το σημείο. Προκύπτει όμως αβίαστα από την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα ότι στις 3.8.2001 επιταγή για το πιο πάνω ποσό εξεδόθη επ΄ ονόματι Σωκράτη Ιωαννίδη, ο οποίος εξαργύρωσε αυτή την επιταγή και το ποσό εν πάση περιπτώσει προωθήθηκε στο λογαριασμό του Ενάγοντα μέσω λογαριασμού εξωτερικού στην Εναγόμενη
  1. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 7, οφείλω να πω ότι η εντύπωση που μου έκαμε ήταν εξαιρετική και ότι η μοναδική πράξη στην οποία ενεπλάκη ήταν να αποδεχθεί μετά από εισήγηση του μάρτυρα του Μιχάλη Παπαϊωάννου να εκδοθεί επ΄ ονόματι του η επιταγή των £34.359, να την εξαργυρώσει και να παραδώσει τα μετρητά στον εν λόγω μάρτυρα. Ουδέποτε συνωμότησε με οποιονδήποτε ή συνέπραξε με οποιονδήποτε για να ζημιωθεί ο Ενάγοντας, όπως προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του τελευταίου. Ειδικά για τον Εναγόμενο 7 ο Ενάγοντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ανάφερε τα ακόλουθα: «Εγώ τον εναγόμενο 7 δεν τον θεωρώ ως τον πρωτεργάτη όλης της συνομωσίας και σύμπραξης για να μου αποσπάσουν τα επίδικα χρηματικά ποσά. Αυτός ήταν απλώς το μέσο για να διεξαχθεί ο σκοπός και ότι φέρει λιγότερη ευθύνη από τους υπόλοιπους εναγόμενους. Όμως όπως φαίνεται και από τη γραπτή του κατάθεση που έχει δοθεί από την Αστυνομία που είναι τεκμήριο προς αναγνώριση, φαίνεται εκτός του ότι φαίνεται να έχει λιγότερη ευθύνη, φαίνεται να μην είχε οποιοδήποτε σοβαρό όφελος για την εν λόγω πράξη παρά μόνο ήταν μέρος της συνολικής σύμπραξης αλλά δεν είχε πρωταγωνιστικό ρόλο.» Σε σχέση με τον Εναγόμενο 3 επαναλαμβάνω ότι μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση η μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο, και ο τρόπος που απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθησαν και οι εξηγήσεις που έδωσε για ότι ερωτήθηκε. Εξήγησε ότι ήταν πράγματι αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 μετά από συνομιλία που είχε με τον Εναγόμενο 2 στην Αγγλία και ότι και ο ίδιος επένδυσε χρήματα στην Εναγόμενη 1, τα οποία έχει απωλέσει και ότι σε οποιεσδήποτε πράξεις προέβηκε ήταν σαν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 και σε γνώση του Ενάγοντα, χωρίς να συνωμοτήσει με οποιονδήποτε ή και να συμπράξει με οποιοδήποτε, με σκοπό την εξαπάτηση του Ενάγοντα και ούτε προκύπτει από οποιοδήποτε κομμάτι της μαρτυρίας του Ενάγοντα ότι ωφελήθηκε οποιοδήποτε ποσό από τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε Αναφορικά με την εμπειρογνώμονα μάρτυρα της Εναγόμενης 4, γραφολόγο κα Καμπούρη, θα πρέπει να πω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία της σαν αληθινή και ειλικρινή παρά το γεγονός ότι δεν είχε ενώπιον της τις πρωτότυπες υπογραφές για να μπορεί και να είναι σε καλύτερη θέση να αξιολογήσει τα δεδομένα που ήταν ενώπιον της. Ειδικά αποδέχομαι τη θέση της εν λόγω μάρτυρας, ότι ένας υποψήφιος πλαστογράφος κάποιας υπογραφής, θα έβαζε την πλαστογραφημένη υπογραφή στο σωστό και ορθό σημείο του εντύπου και όχι οπουδήποτε αλλού πάνω στο έντυπο, που αμέσως θα δημιουργούσε κάποιες αμφιβολίες γιατί να τοποθετηθεί η υπογραφή στο σημείο που τοποθετήθηκε και δεν ήταν το ορθό σημείο. Σε σχέση με τους υπόλοιπούς μάρτυρες της Εναγόμενης 4, Νίκο Νικολάου, Φαίδωνα Παπαδόπουλο και Λουκή Σκαλιώτη σημειώνω ότι απάντησαν με ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθησαν κατά την αντεξέταση και εξήγησαν λεπτομερώς τα καθήκοντα του Εναγόμενου 5, που του απένειμαν τον τίτλο του οικονομικού σχεδιαστή (financial planner) και εξήγησαν τις θέσεις της Εναγόμενης 4 αναφορικά με το θέμα παροχής χρηματιστηριακών υπηρεσιών στους πελάτες της. Ήταν η θέση του Ενάγοντα που προκύπτει και από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του στην έκθεση απαίτησης, ότι η Εναγόμενη 4 δεν ευθύνεται απλά και μόνο εκ προστήσεως, δηλαδή σαν ο εργοδότης του Εναγόμενου 5, αλλά ότι και η ίδια η Εναγόμενη 4 μετείχε στη συνωμοσία και σύμπραξη για καταδολίευση του Ενάγοντα. Πουθενά στη μαρτυρία του Ενάγοντα φαίνεται να ωφελήθηκε η Εναγόμενη 4 οτιδήποτε. Ένας συνωμότης ή συνεργός σε πράξεις εξαπάτησης κάποιου έχει σίγουρα, κατά την κοινή λογική βέβαια, το ελατήριο του κέρδους. Δεν συνωμοτεί ή συνεργεί σε παρανομία για να ωφεληθεί κάποιος άλλος. Η μαρτυρία εξάλλου των πιο πάνω μαρτύρων συνάδει με τη θέση και είναι λογικό, η Εναγόμενη 4 τράπεζα να μη θέλει να φύγουν καταθέσεις από αυτή και μάλιστα να πάνε στο εξωτερικό με καταστρατήγηση του Νόμου Περί Εξαγωγής Συναλλάγματος. Η πιο πάνω θέση των τριών μαρτύρων της Εναγομένης 4 ταυτίζεται με την κοινή λογική και είναι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, για εξαγωγή συναλλάγματος. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 4, όρισε και απένειμε κατά κάποιο τρόπο ένα εντυπωσιακό τίτλο, financial planner, στον Εναγόμενο 5, δεν σημαίνει απολύτως τίποτε και ούτε δημιούργησε περαιτέρω υποχρεώσεις της τράπεζας προς τον Ενάγοντα. Οι τρεις αυτοί μάρτυρες επεξήγησαν τι ήταν τα καθήκοντα του Εναγόμενου 5 και ότι αφορούσαν μόνο προϊόντα που πρόσφερε η Εναγόμενη
  2. Από την άλλη είναι ολοφάνερο και από τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ο λόγος για τον οποίο ο τελευταίος κατέστη πελάτης της Εναγόμενης
  3. Έγινε πελάτης διότι η Alpha Χρηματιστηριακή, θυγατρική της Εναγόμενης 4, διενεργούσε τις χρηματιστηριακές πράξεις των πελατών της δωρεάν, χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε προμήθεια. Δεν κατέστη πελάτης της τράπεζας, Εναγόμενης 4, για οποιοδήποτε άλλο λόγο και ειδικά για να έχει συμβουλές για εξειδικευμένα επενδυτικά θέματα Η Μ.Ε.3 του Ενάγοντα και σύζυγος του Ζωή Νικολαϊδου, προκύπτει αβίαστα από την κατάθεση της ότι όλα όσα γνώριζε και κατάθεσε τα γνώριζε από συνομιλίες που είχε με τον Ενάγοντα σύζυγο της και από ότι άκουγε από τηλεφωνικές επικοινωνίες του Ενάγοντα συζύγου της και του Εναγόμενου
  4. Δεν είχε προσωπική γνώση των τεκταινομένων που περιέγραψε στην κατάθεση της και σαν αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, η μαρτυρία της δεν μπορεί να επηρεάσει θετικά την έκβαση αυτής της υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω η εν λόγω μάρτυρας έκαμνε από μόνη της υποθέσεις και τις παρουσίαζε στο Δικαστήριο σαν μαρτυρία. Αντεξεταζόμενη η εν λόγω μάρτυρας από το συνήγορο του Εναγόμενου 3 ανάφερε ότι τον Εναγόμενο 3 τον γνώρισε στο Δικαστήριο, ότι όσα γνωρίζει γι΄ αυτόν τα γνωρίζει από το σύζυγο της και ούτε γνώριζε να πει, αν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό και ούτε εάν εισέπραξε οποιαδήποτε προμήθεια. Η ίδια υποθέτει ότι έπιασε. Επίσης όπως είπε υποθέτει ότι ο Εναγόμενος 3 είχε σχέση με τον Εναγόμενο
  5. Ήταν περαιτέρω στη μαρτυρία της η θέση της ότι ο Εναγόμενος 2, τους είπε ότι τους έκλεβε ο Εναγόμενος
  6. Αυτός ο ισχυρισμός έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχθησαν απόφαση εναντίον τους για το ποσό της επένδυσης του Ενάγοντα και ότι μάλιστα η Εναγόμενη 1 έστειλε στον Ενάγοντα επιταγή εκ ποσού $700.000 (Τεκμήριο 4) που αντιστοιχούσε σε ολόκληρο το ποσό της επένδυσης τους, εκτός από το ποσό που είχε δοθεί στην εταιρεία New Marathon και για το οποίο ποσό έχουν ήδη εξασφαλίσει απόφαση και εισπράξει και μέρος του εν λόγω ποσού. Όταν υπεβλήθη στη σύζυγο του Ενάγοντα ότι δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης η μάρτυρας απάντησε «εγώ εμπιστεύομαι το σύζυγο». Ακόμη θα πρέπει να τονισθεί ότι στην κυρίως εξέταση της η μάρτυρας Ζωή Νικολαϊδου ανέφερε ότι κατάθεσαν ποσό £640.000 στην Εναγόμενη 4, που ήταν δικό της ποσό και το οποίο έδωσε στον Ενάγοντα σύζυγο της για να το επενδύσει σύμφωνα με την καθοδήγηση του Εναγόμενου
  7. Αυτός ο ισχυρισμός είναι ανακόλουθος και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι ο λόγος που η ίδια και ο Ενάγοντας σύζυγος της έγιναν πελάτες της Εναγόμενης 4 ήταν, το γεγονός ότι η Εναγόμενη 4 δεν χρέωνε τους πελάτες της για τις χρηματιστηριακές πράξεις που έκαμναν μέσω της Alpha Χρηματιστηριακής. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η Ζωή Νικολαϊδου, σύζυγος του Ενάγοντα και μάρτυρας για την υπόθεση ανεξεταζόμενη από το συνήγορο της Εναγόμενης 4 σε σχετική ερώτηση απάντησε: «Εμείς ξέραμε ότι τα σχέδια ανήκαν στην Alpha Bank. Το υπολογίσαμε. Δεν μας το είπε». Ακόμη η εν λόγω μάρτυρας σε άλλη σχετική ερώτηση που της υπεβλήθη απάντησε: «Δεν γνωρίζω πόσα λεφτά παρακράτησε ο κ. Σκορδής. Οι άλλοι δεν παρακράτησαν λεφτά. Ούτε η τράπεζα». Η αξία της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος είναι μηδενική και όπως είπα και πιο πάνω, δεν είναι σε θέση να βοηθήσει θετικά την υπόθεση του Ενάγοντα, τουναντίον δημιουργεί σκιές και αρνητικές επιπτώσεις στην υπόθεση του συζύγου της. Αναφορικά με τη Μ.Ε.4, Έμιλη Λεμονιάτη θα πρέπει να πω ότι η εντύπωση που μου προκάλεσε δεν ήταν καθόλου καλή και είμαι πεπεισμένος ότι δεν ανάφερε τα πραγματικά γεγονότα στο Δικαστήριο. Από τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εν λόγω μάρτυρας συνδέεται με εξ αίματος συγγένεια με τον Εναγόμενο 2, που είναι θείος της, και ότι ο Εναγόμενος 3 Λεωνίδας Κρόκος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σύζυγος της. Ήταν ο ισχυρισμός της εν λόγω μάρτυρος ότι σε κάποια φάση ο τότε σύζυγος της και Εναγόμενος 3 της ζήτησε ένα πρότυπο εγγράφου να το συμπληρώσει για το ποσό των $800.000 στο όνομα του Εναγόμενου 5 με σκοπό να πεισθεί ο Ενάγοντας για να υπογράψει ανάλογο έγγραφο. Αντεξεταζόμενη όμως η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι το έγγραφο δεν το σύνταξε η ίδια αλλά της υπεδείχθη άλλο πρότυπο και το ξανάγραψε. Η εν λόγω μάρτυρας για όσα δεν επιθυμούσε να απαντήσει επαναλάμβανε ότι δεν θυμόταν. Δεν θυμόταν να πει σε ποιο γραφείο ξανάγραψε το έγγραφο, δεν θυμόταν να πει αν είχε αναφέρει στη Ζωή Νικολαϊδου (Μ.Ε.3) αν χώρισε από τον Εναγόμενο 3, διότι ήταν απατεώνας. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της υποβλήθησαν και ρωτήθηκε αν όλα τα πιο πάνω που είπε τα ανάφερε και στην Αστυνομία, η μάρτυρας απάντησε καταφατικά και επέδειξε ένα ανυπόγραφο έγγραφο αναφέροντας ότι είναι περίληψη της κατάθεσης που έδωσε στο κλιμάκιο του Οικονομικού Εγκλήματος. Αν έδιδε κατάθεση γιατί δεν ζητήθηκε από τον Μ.Ε.1 να την παρουσιάσει. Η μάρτυρας αναφερόμενη στο διορισμό του τότε συζύγου της και Εναγόμενου 3 σαν αντιπρόσωπου της Εναγόμενης 1 στην Κύπρο δεν γνώριζε να πει αν ο Εναγόμενος 3 θα έπαιρνε κάποια προμήθεια από αυτή την αντιπροσώπευση που θα έκαμνε και ανάφερε «φαντάζομαι ήταν λογικό να έχει κάποια προμήθεια». Η μάρτυρας χωρίς να γνωρίζει για ποιους λόγους ο Ενάγοντας πείσθηκε να προχωρήσει στην επένδυση με την Εναγόμενη 1 ανάφερε την προσωπική της γνώμη λέγοντας «πιστεύω ότι ο Ενάγοντας πείστηκε όταν είδε το έγγραφο του Εναγόμενου 5». Η μάρτυρας σε περαιτέρω αντεξέταση από το συνήγορο του Εναγόμενου 5 δεν θυμόταν να πει πότε εξασφάλισε την άδεια άσκησης δικηγορίας, δεν θυμόταν να πει πότε ήρθε ο θείος της στην Κύπρο, ειδικά δεν θυμόταν αν ήταν στην Κύπρο στις 19.7.2001 συμπληρώνοντας ότι μπορεί να ήταν στην Κύπρο κατά την ως άνω ημερομηνία. Ανάφερε ακόμη ότι στην Εναγόμενη 1 επένδυσε και ο τότε σύζυγος της Εναγόμενος 3 αλλά δεν γνώριζε πότε ακριβώς και μέχρι που να εκδοθεί το διαζύγιο της, γνώριζε ότι διεκδικούσε και ο τότε σύζυγος της Εναγόμενος 3 τα χρήματα που επένδυσε. Οι θέσεις αυτές της Μ.Ε.4 ενισχύουν την αξιοπιστία του Εναγόμενου 3 και τότε συζύγου της μάρτυρος. Ήταν η ξεκάθαρη θέση της Μ.Ε.4 ότι τα χρήματα που επένδυσε ο Ενάγοντας πήγαν στην Εναγόμενη 1 εκτός από το ποσό για το οποίο κινήθηκε άλλη αγωγή. Έχω την πεποίθηση ότι η εν λόγω μάρτυρας ήρθε και κατάθεσε στο Δικαστήριο αφενός μεν, με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του Ενάγοντα αφετέρου δε από εκδικητική διάθεση έναντι του πρώην συζύγου της Εναγόμενου
  8. Το τελικό όμως αποτέλεσμα της προσπάθειας της ήταν να ενισχύσει την αξιοπιστία του Εναγόμενου 3 και πιθανώς και άλλων Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον Ενάγοντα, τη σύζυγο του και τη μάρτυρα Έμιλη Λεμονιάτη, ότι ο Εναγόμενος 3 έδωσε οδηγίες στην τότε σύζυγο του μάρτυρα Έμιλη να ετοιμάσει πλαστό έγγραφο, για να το παρουσιάσουν στον Ενάγοντα και να πεισθεί να επενδύσει, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή να υποστηρίζεται από την κοινή λογική, διότι με τα τεχνολογικά μέσα που υπήρχαν μπορούσαν άνετα ένα τέτοιο έγγραφο, κενό, να σταλεί απευθείας από την Εναγόμενη 1 με τηλεομοιοτυπικό τρόπο (φαξ) ή μέσω ιστοσελίδας (e-mail) και όχι να ζητηθεί από τη μάρτυρα Έμιλη Λεμονιάτη να κατασκευάσει ένα έγγραφο και να βάλει όρους τους οποίους η ίδια δεν θα μπορούσε να γνωρίζει όπως ήταν και η μαρτυρία του Εναγόμενου
  9. Αναφορικά με τον Ενάγοντα, εκείνο το οποίο προκύπτει αβίαστα από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι, η όλη του μαρτυρία και θέση συναποτελούνται από υποθέσεις, υπολογισμούς, αυθαίρετα συμπεράσματα και ατεκμηρίωτες κατηγορίες εναντίον όλων των Εναγομένων. Ήταν η απόλυτη θέση του κατά την κυρίως εξέταση ότι, συλλήβδην οι Εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους για να τον εξαπατήσουν και να οικειοποιηθούν τα χρήματα του. Ο Ενάγοντας ακόμη προσπάθησε σε πολλές περιπτώσεις να αποφύγει να απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις που θεωρούσε ότι θα επηρέαζαν δυσμενώς την υπόθεση του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας του Ενάγοντα ήταν η επίμονη άρνηση του, να απαντήσει στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης του αν έχει ακαδημαϊκά προσόντα ή όχι και τελικά αναγκάστηκε να απαντήσει μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου. Αρκετοί από τους αόριστους και αυθαίρετους ισχυρισμούς του κατά την κυρίως εξέταση, ανατράπησαν κατά την αντεξέταση του ή και από τη μαρτυρία που έδωσαν οι δικοί του μάρτυρες. Μικρό παράδειγμα της συμπεριφοράς του ενάγοντα σ΄ αυτό το θέμα είναι και τα ακόλουθα: Αναφορικά με τον Εναγόμενο 7 ο Ενάγοντας ανάφερε στην κυρίως εξέταση ότι ο Εναγόμενος 7 ήταν συνεργάτης των υπόλοιπων Εναγομένων και του Εναγόμενου 5 και μετείχε και αυτός στη συνωμοσία και συνεργάσθηκε με τους υπόλοιπους και ενεργούσε και αυτός σαν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 4-Τράπεζας. Κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τον Εναγόμενο 7 ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 7 πρέπει να συνεργάσθηκε με τους Εναγόμενους 4 και 5 για να εκδοθεί επ΄ ονόματι του η επιταγή και πιστεύει ότι είχε κάποιο όφελος. Δεν είναι υποθέσεις που κάνει σε σχέση με τον Εναγόμενο 7, αλλά έχει εύλογες υποψίες και συμπεράσματα διότι φαίνεται ότι εξαργύρωσε την επιταγή και πήρε μετρητά. Εν πάση περιπτώσει φαίνεται ότι τα χρήματα της επιταγής δόθησαν στην Εναγόμενη
  10. Είχε όμως την υποψία ότι είχε κάποιο όφελος. Στο τέλος συμφώνησε ότι ο Εναγόμενος 7 δεν είχε οποιοδήποτε όφελος και μπορεί να είναι και αμέτοχος σε όλη αυτή την απάτη. Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι και η θέση της Μ.Ε.3 που είναι σύζυγος του. Ανάφερε «δεν γνωρίζω πόσα λεφτά παρακράτησε ο Σκορδής (Εναγόμενος 5). Οι άλλοι δεν παρακράτησαν λεφτά. Ούτε η τράπεζα.» Όλες οι θέσεις του Ενάγοντα που διατύπωσε κατά την κυρίως εξέταση ανετράπησαν ή κλονίσθησαν ουσιωδώς κατά την αντεξέταση του και από τους μάρτυρες που παρουσίασε, διότι οι θέσεις αυτές συναποτελούντο από υποψίες, υπολογισμούς, υποθέσεις και αυθαίρετα συμπεράσματα. Ότι λέχθησαν πιο πάνω αναφορικά με τον Εναγόμενο 7 ισχύουν και για τους Εναγόμενους 3, 4 και
  11. Όσα ο Ενάγοντας διατύπωσε στην κυρίως εξέταση σχεδόν ανετράπησαν κατά την αντεξέταση. Ήταν η θέση του ότι πάρα πολλά χρήματα παρακρατήθησαν από τους Εναγόμενους και δεν εστάλησαν στην Εναγόμενη 1 για επένδυση. Αυτή η θέση του αντικρούεται από τη μαρτυρία της Μ.Ε.4 που παρουσίασε και που απερίφραστα ανάφερε ότι τα χρήματα που επένδυσε ο Ενάγοντας πήγαν στην Εναγόμενη 1 εκτός από το ποσό για το οποίο κινήθηκε άλλη αγωγή. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας που παρουσίασε ο Ενάγοντας και ο ίδιος συμφωνεί ότι το ποσό που επενδύθη στην Εναγόμενη 1 ήταν $700.000 και αυτό το ποσό ζητούσε να του επιστρέψει η Εναγόμενη
  12. Προς τούτο συνηγορεί και η επιταγή που του απέστειλε η Εναγόμενη 1 και την οποία ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο 4 και που αντιστοιχεί στο πιο πάνω ποσό, αλλά ο Ενάγοντας ουδέποτε την κατάθεσε για εξαργύρωση με το εξής δικαιολογητικό: «Εφόσον είχα διαπιστώσει ότι η όλη επένδυση ήταν μια μεγάλη απάτη και σκευωρία, δεν την είχα εξαργυρώσει γιατί είχα πάρει την απόφαση να κάμω πλήρεις καταγγελίες, προς πάσα κατεύθυνση και νομικά μέτρα και προς την Αστυνομία και παντού». Είμαι της άποψης ότι ο Ενάγοντας εν τη απελπισία του για την απώλεια των χρημάτων που επένδυσε στην αλλοδαπή εταιρεία (Εναγόμενη 1), διαμόρφωσε την πεποίθηση ότι όλοι οι Εναγόμενοι συνωμότησαν, συνεργάσθησαν και οικειοποιήθησαν για λογαριασμό τους τα χρήματα του. Ο Ενάγοντας οχυρωμένος πίσω από την αυθαίρετη θέση ότι ο Εναγόμενος 5 ήταν ο τραπεζίτης του, και κατά συνέπεια ευθύνεται και η Εναγόμενη 4 για τις ενέργειες του Εναγόμενου 5, επέμενε με πάθος να προβάλλει στο Δικαστήριο τη θέση ότι η Εναγόμενη 4 οφείλει να τον αποζημιώσει. Πέραν τούτου για ενίσχυση της πιο πάνω θέσης του και επικαλούμενος την κάρτα που η Εναγόμενη 4 εξέδωσε προς τον Εναγόμενο 5 με τον απαστράπτοντα τίτλο του financial planner (οικονομικός σχεδιαστής) προσπάθησε να πείσει ότι η Εναγόμενη 4 ήταν εμπλεκόμενη στη συνωμοσία που επικαλείται ο ίδιος για καταδολίευση. Είμαι πεπεισμένος ότι ο Ενάγοντας από όσα ανάφερε στο Δικαστήριο και από όσα παρέλειψε να αναφέρει σε σχέση με την αποστολή των χρημάτων της επένδυσης στο εξωτερικό, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να εξαχθεί αυτό το ποσό νόμιμα και έπρεπε να γίνει καταστρατήγηση του Νόμου Περί Εξαγωγής Συναλλάγματος, πράγμα και το οποίο έπραξε. Απ΄ ότι ανάφερε προφορικά ο Ενάγοντας στην κυρίως εξέταση και στην αντεξέταση και από ότι προκύπτει από τα δικόγραφα που καταχώρησε φαίνεται ότι επιρρίπτει συνωμοτικούς σκοπούς σε όλους τους Εναγόμενους, αλλά παρέλειψε να εναγάγει και όλους όσους τα ονόματα τους αναφέρονται στις επιταγές που εξέδωσε σαν δικαιούχων όπως επί παραδείγματι κάποιου Κώστα Αγιώτη, Μιχαήλ Χ"Παναγή και άλλους. Το ότι γνώριζε τον τρόπο μεταφοράς των χρημάτων από Κύπρο στην Αγγλία προκύπτει από δική του μαρτυρία, του πρώτου μάρτυρα Α. Αναστασιάδη. Ο Ενάγοντας ισχυρίσθη ακόμη ότι ο Εναγόμενος 7 ήταν συνεργάτης των υπόλοιπων Εναγομένων και ειδικά του Εναγόμενου 5 και ότι ακόμη ενεργούσε και σαν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 4 Τράπεζας, πράγμα εντελώς φανταστικό και ανυπόστατο. Ακόμη ισχυρίσθη ότι ο Εναγόμενος 5 ήταν αντιπρόσωπος των Eναγομένων 1, 2 και 3 και αυτό το διαπίστωσε μετά που απεκαλύφθη η απάτη εις βάρος του. Ο Ενάγοντας άλλοτε χαρακτήριζε τον Εναγόμενο 5 σαν τραπεζίτη και άλλοτε σαν χρηματιστή και ειδικό για επενδύσεις. Ο ίδιος ο Ενάγοντας με μαρτυρία που παρουσίασε ο ίδιος (σύζυγος του Ζωή Νικολαίδου) χαρακτηρίζεται «σαν γνώστης των πραγμάτων αναφορικά με επενδύσεις» γι΄ αυτό και η ίδια δεν ασχολείτο με αυτά τα θέματα και τον εμπιστευόταν. H προσπάθεια του Ενάγοντα να ταυτίσει τον Εναγόμενο 5 με την Εναγόμενη 4 τράπεζα ήταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια για να εμπλέξει την Εναγόμενη 4 μέσω του Εναγόμενου 5, ούτως ώστε να είναι σε θέση να διεκδικήσει αποζημιώσεις και έναντι της Εναγόμενης
  13. Ο Εναγόμενος 5 ήταν ένας τραπεζιτικό

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.