← Κύπρος

ΣΤΕΛΙΟΣ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2389/07, 10.6.2011

ΣΤΕΛΙΟΣ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2389/07, 10.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2389/07 Μεταξύ:

  1. ΣΤΕΛΙΟΣ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, εκ Πάφου
  2. ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΙΓΝΑΤΙΟΥ, εκ Πάφου
  3. ΒΑΡΒΑΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, εκ Πάφου
  4. ΜΑΡΙΝΑ ΙΓΝΑΤΙΟΥ, εκ Πάφου
  5. ΜΑΡΙΟΣ Α. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, εκ Πάφου Ενάγοντες και
  6. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, εκ Τσάδας
  7. ΓΙΩΡΓΟΥΛΛΑ ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, εκ Χούλου
  8. ΕΛΕΝΗ ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, εκ Χούλου
  9. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, εκ Λετύμπου
  10. ΣΑΒΒΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ ΣΑΒΒΑ, εκ Πάφου
  11. ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λετύμπου
  12. ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λετύμπου
  13. ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Χούλου
  14. ΕΡΑΤΩ ΛΟΥΚΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, εκ Χούλου
  15. ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΟΥΚΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, εκ Χούλου
  16. ΜΑΡΙΑ Α. ΚΛΕΙΤΟΥ, εκ Πάφου
  17. ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ Χ. ΑΝΔΡΕΑ, εκ Πάφου
  18. ΑΝΔΡΕΑΣ Κ. ΣΟΛΩΜΟΥ, εκ Λετύμπου
  19. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Κ. ΣΟΛΩΜΟΥ, εκ Λετύμπου
  20. ΣΟΛΩΜΟΣ Κ. ΣΟΛΩΜΟΥ, εκ Λετύμπου
  21. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενοι --------------------- Αίτηση ημερ 18.1.2011 Ημερ.: 10.6.2011 Για τους Εναγόμενους 1, 9 & 10 - Αιτητές: κα Μ. Καραολιά για κ. Τ. Χ"Γεωργίου Για τους Ενάγοντες - Καθ' ών η Αίτηση: κα Ε. Δημητρίου για κ. Α. Κακογιάννη Για τον Εναγόμενο 16 - Καθ' ού η Αίτηση: κ. Α. Χ"Κύρου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους ημερομηνίας 18.1.2011 οι Εναγόμενοι 1, 9 και 10 - Αιτητές ζητούν όπως: 1) Τα νομικά σημεία (προδικαστικές ενστάσεις) που ηγέρθηκαν στις παραγράφους 2, 3 και 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγόμενων προδικαστούν και/ή αποφασιστούν από το Δικαστήριο προδικαστικά και πριν την ακρόαση της αγωγής. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά με το πιο πάνω αίτημα και στη βάση των προδικαστικών ενστάσεων που ηγέρθηκαν με την Υπεράσπιση των Αιτητών: 2) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή των δικογράφων της «Έκθεσης Απαίτησης» και της «Απάντησης» των Εναγόντων - Καθ' ών η Αίτηση για το λόγο ότι δεν περιέχουν αντίστοιχα λογικό αγώγιμο δικαίωμα και απάντηση και/ή επειδή φαίνεται από τα δικόγραφα αυτά ότι η αγωγή είναι μηδαμινή και ενοχλητική. Η Αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 θ.1, 2 και 3 και Δ.48 θ.1 έως 4 και 8(ι) και 9(ο), στο Κεφ. 224 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ως έχει τροποποιηθεί και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χ"Δημητρίου ενός από τους δικηγόρους των Εναγομένων 1, 9 και
  22. Είναι, όπως αναφέρει, εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα γιατί έχει μελετήσει το φάκελο της υπόθεσης. Είναι η θέση του κ. Χ"Δημητρίου ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καταχρηστική, αδικαιολόγητη, οι Ενάγοντες κωλύονται νομικά να εγείρουν την αγωγή και το Δικαστήριο στερείται καθ' ύλην αρμοδιότητας για την εκδίκαση της. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αγωγή εγείρεται στη βάση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με την οποία εκκρεμούσαν κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου τέσσερις αιτήσεις για επίλυση συνοριακής διαφοράς οι οποίες είχαν καταχωρηθεί δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ. 224 χωρίς να είχε εκδοθεί σε σχέση με αυτές μέχρι τότε οποιαδήποτε απόφαση και χωρίς να έχουν επιλυθεί σε πρώτο στάδιο. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του κ. Χ"Δημητρίου, όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης ο Διευθυντής του Κτηματολογίου επιλύει τη διαφορά αυτή σε πρώτο στάδιο και ως τότε κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή άλλης διαδικασίας αναφορικά με τη διαφορά αυτή. Στην αίτηση καταχώρησαν ένσταση οι Ενάγοντες στην οποία ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την αίτηση με σκοπό να καθυστερήσουν και/ή να εμποδίσουν τη διαδικασία που εγέρθηκε εναντίον τους. Ισχυρίζονται επίσης ότι τα σημεία που εγείρουν τόσο με την Έκθεση Υπεράσπισης τους όσο και με την αίτηση τους είναι σημεία Γεγονότων και Νόμου για τα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει εκτός εάν ακούσει μαρτυρία. Δεν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο βάσει του οποίου να μπορεί το Δικαστήριο να εκδικάσει προκαταρκτικά ζήτημα νομικού σημείου. Αναφέρουν επίσης ότι δεν υπάρχει κοινά αποδεκτή πραγματική βάση επί της οποίας θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει το νομικό σημείο το οποίο οι Εναγόμενοι 1, 9 και 10 εγείρουν με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους είτε ως προς την ύπαρξη των αιτήσεων τις οποίες αναφέρουν στην Υπεράσπιση τους είτε ως προς την έκδοση απόφασης σε σχέση με αυτές. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Φοινικούλας Στεφάνου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που χειρίζεται την υπόθεση των Εναγόντων. Γνωρίζει όπως αναφέρει τα γεγονότα από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επαναλαμβάνει στην ένορκη της δήλωση τους λόγους ένστασης και αναφέρει περαιτέρω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητουμένων διαταγμάτων και περαιτέρω η αίτηση επιφέρει καθυστέρηση της διαδικασίας λόγω του χρόνου καταχώρησης της. Οι δυο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσουν με λεπτομέρειες και με παραπομπή σε νομολογία τις θέσεις τους. Ο κ. Χ"Κύρου εκ μέρους του Εναγόμενου 16, Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ανέφερε στη δική του παρέμβαση ότι διαφοροποιείται από τη θέση της κας Καραολιά και ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να μην επιληφθεί της υπόθεσης αλλά να περιμένει να εκδοθεί απόφαση του Διευθυντή και κατόπιν να συνεχιστεί η ακρόαση της υπόθεσης. Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από τη Δ.27 θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και είναι νομικά κατοχυρωμένη αρχή ότι οποιοδήποτε εγειρόμενο σημείο για να ακουστεί προδικαστικά θα πρέπει: α) Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά και β) Το σημείο που εγείρεται να είναι αμιγώς νομικό και σε περίπτωση που γίνει δεκτό από το Δικαστήριο να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ή στην έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνοψίζονται σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949 στην οποία αναφέρθηκε ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του Νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις κατά το προτιμότερο δε στα πλαίσια της αίτησης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30. Όπου τα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη. Ο αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και για τους οποίους υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis
(1984)1 C.L.R. 548 τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι με βάση τη Δ.27 θ.1 αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δε βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει επομένως ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Έχω εξετάσει με πολύ μεγάλη προσοχή τόσο τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 9 και 10 αλλά ταυτόχρονα και τους ισχυρισμούς που κάθε πλευρά προβάλλει στην αγόρευση της. Είναι ο ισχυρισμός της κας Καραολιά ότι το πραγματικό υπόβαθρο είναι αδιαμφισβήτητο και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια γεγονότων. Τα νομικά σημεία που εγείρονται άπτονται συγκεκριμένων γεγονότων, δηλαδή του γεγονότος ότι τα επίδικα ζητήματα αφορούν συνοριακή διαφορά μεταξύ των διαδίκων και για την οποία αρμόδιος να αποφασίσει είναι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου. Όπως αναφέρει η κα Καραολιά, τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η Έκθεση Απαίτησης αλλά και η υπόλοιπη δικογραφία. Στη δική της αγόρευση η κα Δημητρίου εκ μέρους των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή ουδεμία σχέση έχει με αγωγή η οποία έχει ως αντικείμενο συνοριακή διαφορά. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης ότι λόγω λανθασμένης χωρομετρίας και σχεδιασμού και τίτλων οι Ενάγοντες υπέστησαν και μέχρι σήμερα συνεχίζουν να υφίστανται συνέπειες σχετικές με τη χρήση και/ή κάρπωση και/ή εκμετάλλευση της περιουσίας τους. Αναφέρουν δε περαιτέρω στην Έκθεση Απαίτησης ότι «Η χρήση και/ή κάρπωση στο ολικό και ορθό εμβαδόν των τεμαχίων περιορίζεται λόγω του λανθασμένου σχεδιασμού και χωρομετρίας.» Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για τη βάση της διαφοράς και με παραπομπή στις αποφάσεις Γεώργιος Κώστα Νικολάου κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1676 και Γιαννούλα Χαραλάμπους v. Αντρέα Γεωργίου κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 511, η επίλυση διαφορών αναγομένων στην ιδιοκτησία ακινήτων αποτελεί αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και υπάγονται στη δικαιοδοσία Πολιτικού Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω είναι σαφές κατά την κρίση μου ότι δεν υπάρχει κοινή θέση για την πραγματική βάση της αγωγής και κατά συνέπεια τα γεγονότα ούτε αδιαμφισβήτητα ούτε παραδεκτά είναι ώστε το θέμα να καθορίζεται σαν αμιγώς νομικό. Η εξέταση του θέματος στο στάδιο αυτό ξεφεύγει του πλαισίου εξέτασης ενός προδικαστικού σημείου αφού το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει τα γεγονότα επί των οποίων η κάθε πλευρά στηρίζει τη δική της θέση για τη νομική βάση της διαφοράς. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η αίτηση σε σχέση με το πρώτο αιτητικό δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Οι αιτητές ζητούν διαζευκτικά την διαγραφή των δικογράφων της Έκθεσης Απαίτησης και Απάντησης των Εναγόντων. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.27 θ.3, η οποία σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρει τα εξής: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απαίτηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια.» Η Δ.27 θ.3 συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος και αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το στηρίζει. Η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση (βλ. In Re Pelmako Development Ltd, 1 Α.Α.Δ. 246). H βάση ουσιαστικά του αιτήματος αυτού είναι η ίδια με τη βάση του αιτήματος για να ακουστεί το προδικαστικό θέμα: ότι δηλαδή όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης ο Διευθυντής του Κτηματολογίου επιλύει τη διαφορά και κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής αναφορικά με τη διαφορά αυτή. Με βάση την πιο πάνω θέση είναι ο ισχυρισμός των αιτητών ότι τα δικόγραφα των Εναγόντων δεν περιέχουν λογικό αγώγιμο δικαίωμα με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να καθίσταται άνευ ετέρου λόγου μηδαμινή και ενοχλητική. Όπως ήδη έχω αναφέρει, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι βάση της αγωγής τους δεν είναι συνοριακή διαφορά αλλά η λανθασμένη απεικόνιση στα κτηματολογικά έγγραφα και ο λανθασμένος αρχικός σχεδιασμός που επηρεάζει τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Έκθεση Απαίτησης και η Απάντηση των Εναγόντων στερούνται νομικού ή πραγματικού υπόβαθρου ώστε να επιτύχει η αίτηση με βάση τη Δ.27 θ.3. Κατά συνέπεια και το δεύτερο αιτητικό της αίτησης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ών η Αίτηση - Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών - Εναγομένων 1, 9 και 10 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) ........................................... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.