← Κύπρος

Νέαρχου Τιμοθέου ν. Πανίκου Αντωνή κ.α., Αρ. Αγωγής: 3094/2005, 10 Ιουνίου, 2011

Νέαρχου Τιμοθέου ν. Πανίκου Αντωνή κ.α., Αρ. Αγωγής: 3094/2005, 10 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3094/2005 Μεταξύ: Νέαρχου Τιμοθέου Ενάγοντα Και

  1. Πανίκου Αντωνή
  2. Χρυστάλλας Κωνσταντίνου Εναγομένων Αίτηση έρευνας ημερομηνίας 10/03/2010 από τους διαχειριστές του αποβιώσαντος Ενάγοντα, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Ιουνίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κα Μ. Εύζωνα Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κα Μενοίκου, για κ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει την απόφαση ο κος Ιωάννου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 5.12.2005 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απόφαση, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, με την οποία οι Εναγόμενοι, εξ' αποφάσεως οφειλέτες- καθ' ων η αίτηση 1 και 2, Πανίκκος Αντωνή και Χρυστάλλα Κωνσταντίνου (στο εξής θα αποκαλούνται «ο οφειλέτης 1» και η «οφειλέτρια 2» αντίστοιχα και ομού οι «οφειλέτες») διατάχθηκαν να πληρώσουν στον εξ' αποφάσεως πιστωτή (στο εξής θα αποκαλείται «ο πιστωτής»), αλληλέγγυα και/η κεχωρισμένα, το ποσό των €47,499.12 (£27.800.00) πλέον τόκο προς 9% το χρόνο από 21.02.2001 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €904.70 (£529.50) έξοδα της αγωγής και απόφασης, με τόκο προς 8% το χρόνο από 14.10.2005 μέχρι την εξόφληση, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €30.75 (£18.00) έξοδα επίδοσης. Με την υπό εξέταση αίτηση, ημερομηνίας 10.3.2010, ζητείται από τους διαχειριστές της περιουσίας του εξ αποφάσεως πιστωτή ( στο εξής θα αποκαλούνται «οι Αιτητές») η διεξαγωγή έρευνας και εξέταση του οφειλέτη 1 και της οφειλέτριας 2:
  3. (α) Αναφορικά με την ικανότητα τους να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους. (β) Την αποκάλυψη της περιουσίας και στοιχείων τα οποία μπορούν να διατεθούν για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους τους. (γ) Την διάθεση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στην οποία προέβηκαν κατά την δημιουργία η την γένεση αστικής ευθύνης.
  4. (α) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται ο οφειλέτης 1 και η οφειλέτρια 2, να πληρώνουν το ποσό των €500,00 μηνιαίως έκαστος προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους και των εξόδων που προέκυψαν από την αγωγή. (β) Διάταγμα ακύρωσης τυχόν καταδολιευτικών μεταβιβάσεων η επιβαρύνσεων που έγιναν από τους οφειλέτες. (γ) Διάταγμα αποκοπής απολαβών.
  5. Τα έξοδα της αίτησης πλέον τα έξοδα επίδοσης. Η αίτηση βασίζεται στα Μέρη VIII και ΙΧ του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως αυτός τροποποιήθηκε, άρθρα 82-89, 90, 91, 91Γ και 91Στ, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1,2 και 8 και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ημερ. 10.3.2010 της κας Έλλης Ιωάννου, στην οποία αυτή αναφέρει: · ότι είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Α & Μ Εύζωνα, δικηγόρων των διαχειριστών του αποβιώσαντος πιστωτή δυνάμει της αίτησης διαχείρισης Ε.Δ Πάφου υπ' αριθμό 38/2008, ο οποίος απεβίωσε στις 27.11.2007, (παρ.1 και 2), · ότι στις 5.12.2007 εξεδόθη απόφαση προς όφελος του πιστωτή και εναντίον των οφειλετών 1 και 2 αληλέγγυα και κεχωρισμένα, για την οποία απόφαση οι οφειλέτες κανένα ποσό δεν έχουν πληρώσει έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους τους (παρ. 3 και 5), · ότι εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας των οφειλετών 1 και 2, που επιστράφηκε ανεκτέλεστο (παρ. 4), · ότι οι οφειλέτες 1 και 2 εργάζονται και έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν ποσό €500.00 έκαστος προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους, αφού τα εισοδήματα από τις εργασίες τους υπερβαίνουν το ποσό των €1500.00 το μήνα για τον καθένα (παρ. 6), και · ότι δεν εκκρεμεί εναντίον τους άλλο μέτρο εκτέλεσης αλλά ούτε και υπόθεση για διάπραξη ποινικού αδικήματος (παρ.7). Οι Καθ΄ ων η Αίτηση οφειλέτες 1 και 2 δια του συνηγόρου τους υπέβαλαν ένσταση στην αίτηση την οποία κατεχώρησαν στις 19.5.
  6. Η ένταση τους βασίζεται στα άρθρα 86-91 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στην Δ.48 Θ.1,2,3 και 4, υποστηρίζεται δε από ένορκο δήλωση του οφειλέτη 1 ο οποίος όπως αναφέρει σε αυτήν, εξουσιοδοτήθηκε δεόντως και από την οφειλέτρια 2 προς τούτο. Επίσης η συνήγορος των οφειλετών 1 και 2, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και αφού εξασφάλισε σχετικό διάταγμα, αντεξέτασε την κα Έλλη Ιωάννου, ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση πού υποστηρίζει την αίτηση. Σαν λόγους ένστασης οι οφειλέτες επικαλούνται:
  7. Το παράτυπο και αντινομικό της αίτησης επειδή μετά τον θάνατο του πιστωτή δεν έγινε τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης των αιτητών -διαχειριστών της περιουσίας του, εις αντικατάσταση αυτού, και
  8. Την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους κατά η περί το έτος
  9. Στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης των οφειλετών, ο οφειλέτης 1 απορρίπτει τους ισχυρισμούς της κας Έλλης Ιωάννου (παρ.2), επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, ήτοι το αντινομικό και παράτυπο της αίτησης λόγω της μη τροποποίησης του τίτλου της αγωγής μετά τον θάνατο του πιστωτή (παρ.3), ότι έχει ό ίδιος εξοφλήσει κατά η περί το έτος 2006 πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα και για αυτό δεν πρέπει να εκδοθεί διάταγμα ως η αίτηση (παρ.4 και 5) και ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος του πιστωτή (παρ.6). Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην μαρτυρία της η κα Έλλη Ιωάννου υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της ημερομηνίας 10.3.2010 και αντεξετάστηκε από την συνήγορο των οφειλετών. Στην αντεξέταση της ανέφερε μεταξύ άλλων: · Ότι η ίδια δεν γνωρίζει τι εργασία κάνουν και τι εισοδήματα έχουν οι οφειλέτες. · Ότι δεν γνωρίζει τίποτα σχετικά με τις δοσοληψίες μεταξύ του πιστωτή και του οφειλέτη1 που ακολούθησαν την έκδοση της απόφασης στην παρούσα αγωγή. · Ότι δεν γνωρίζει αν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μετά την έκδοση της απόφασης για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους με την παράδοση από τον οφειλέτη 1 στον πιστωτή αριθμού ζώων. · Ότι αν εγίνετο τέτοια διευθέτηση θα το είχε αναφέρει ο πιστωτής στους δικηγόρους του και σίγουρα θα εξέδιδε κάποια απόδειξη εξόφλησης αφού ήταν πάντα τυπικός στις συναλλαγές του, όπως προκύπτει από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που χειριζόταν το γραφείο τους για λογαριασμό του. · Ότι προτού καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση μίλησε η ίδια προσωπικά με τον εκ των συνδιαχειριστών της περιουσίας του πιστωτή και ένα εκ των υιών του, κον Τιμόθεο και δεν της ανέφερε οτιδήποτε περί διευθέτησης του χρέους η εξόφλησης του. · Ότι ο πιστωτής απεβίωσε το 2007 και οδηγίες για να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση πήρε η κα Εύζωνα από τον κον Τιμόθεο. · Ότι έγινε διαχείριση για την περιουσία του πιστωτή και οι διαχειριστές είναι ο κος Τιμόθεος Μάρκου και ο κος Στέλιος Μάρκου. · Ότι τις πληροφορίες για τα εισοδήματα των οφειλετών που αναφέρει στην παρ.6 της ενόρκου δηλώσεως της, τις της έδωσε ο κος Τιμόθεος Μάρκου. · Τέλος σε υποβολή ότι οι οφειλέτες δεν εργάζονται και δεν έχουν καθόλου εισοδήματα απάντησε ότι αυτά που αναφέρει στην ένορκο της δήλωση τα κατέγραψε από αυτά που τις είπε ο κος Τιμόθεος Μάρκου. Στην επανεξέταση της απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου του πιστωτή ανέφερε ότι το γραφείο στο οποίο εργάζεται έχει χειριστεί πάρα πολλές υποθέσεις του πιστωτή, ότι σε όλες τις περιπτώσεις που ο πιστωτής προέβαινε σε διακανονισμούς ενημέρωνε πάντοτε τους δικηγόρους του, και ότι για την παρούσα αγωγή δεν υπάρχει οτιδήποτε στον φάκελο της που να δείχνει ότι εξοφλήθηκε το εξ αποφάσεως χρέος η ότι έγινε οποιαδήποτε διευθέτηση. Σε διευκρινιστικές δε ερωτήσεις υπό του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η ίδια δεν έχει προσωπική γνώση ούτε για το είδος του επαγγέλματος που εξασκούν οι οφειλέτες και ούτε για τα εισοδήματα που έχουν. Ο οφειλέτης 1 κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην μαρτυρία του υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του ημερομηνίας 19.5.2010 και αντεξετάστηκε από την συνήγορο των Αιτητών. Στην αντεξέταση του ανέφερε μεταξύ άλλων: · Ότι το ποσό για το οποίο κινήθηκε η παρούσα υπόθεση και το οποίο απαιτούσε ο πιστωτής ήταν για £26.000 για το οποίο εξεδόθη απόφαση και προς εξόφληση του έδωσε στον πιστωτή 317 «τσούρες» (κατσίκες) αξίας £80 η κάθε μία. · Ότι με την παράδοση των ζώων αυτών στο πιστωτή, αυτός του είπε ότι εξοφλήθηκε το ποσό της απόφασης παρά το γεγονός ότι με τις 317 κατσίκες αξίας £80 η κάθε μία υπολοίποντο κάτι μικροπράγματα σε υπόλοιπο το οποίο όμως δεν θα το διεκδικούσε. Αυτό έγινε διότι είχαν μακρόχρονη συνεργασία μαζί με το πιστωτή ήτοι από το 1983 μέχρι το 2006 και ουδέποτε για τις συναλλαγές τους εκδίδετο οποιαδήποτε απόδειξη ή έγγραφο, στα πλαίσια δε αυτά ο πιστωτής του είπε να ξεχάσει το οποιοδήποτε υπόλοιπο και τα έξοδα της αγωγής διότι θα τα διευθετούσε αυτός. · Για την διευθέτηση που έγινε δεν έχει να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο ή απόδειξη και τούτο διότι για 27 - 30 χρόνια συνεργασίας που είχε με τον πιστωτή, ουδέποτε ζήτησε και πήρε απόδειξη για τις συναλλαγές που είχαν. Σε υποβολή δε ότι ενόψει του ύψους του ποσού του χρέους θα ζητούσε εξοφλητική απόδειξη αφού μάλιστα είχε και απόφαση εναντίον του και ότι τα όσα λέει δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, απάντησε αρνητικά επιμένοντας στην αρχική του τοποθέτηση. · Ότι τα ζώα τα παρέδωσε στον πιστωτή για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του αρχές Σεπτεμβρίου 2006 και τα ζώα αυτά ήταν αίγιες μεγάλες, για παραγωγή. Γι' αυτή δε τη συναλλαγή και συμφωνία δεν έβγαλε πιστοποιητικό ιδιοκτησίας πριν τα πωλήσει, δεν ειδοποίησε το κτηνιατρείο για να γίνουν οι προβλεπόμενες εξετάσεις των ζώων, ούτε και υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο μεταβίβασης των ζώων. · Ότι ενώ γνωρίζει πως για να πωληθούν ζώα πρέπει να έχουν πιστοποιητικό ότι είναι υγιή και χωρίς αυτό το πιστοποιητικό ούτε για παραγωγή μπορούν να χρησιμοποιηθούν ούτε και για σφάξιμο, δεν γνωρίζει τι έκανε μετά που έπαιρνε τα ζώα ο πιστωτής στην μάντρα του, ούτε πού τα έσφαζε, ούτε αν τα πωλούσε, ούτε και αν εξασφάλιζε οποιοδήποτε χαρτί γι' αυτά από το κοινοτάρχη ή το κτηνιατρείο. · Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια γιατί δεν ήταν δυνατό να πωλήσει ζώα χωρίς να έχει εξασφαλίσει γι' αυτά πιστοποιητικό ότι ήταν υγιή, απάντησε ότι ο πιστωτής ουδέποτε του ζήτησε το εν λόγω πιστοποιητικό, απλά έπαιρνε τα ζώα στη μάντρα του. · Συμφώνησε ότι εναντίον του πριν τη καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης είχε καταχωρηθεί ένταλμα πώλησης της κινητής του περιουσίας και για το σκοπό αυτό τον επισκέφθηκε ο αρμόδιος δικαστικός επιδότης. Όμως δεν θυμόταν ούτε πότε τον είχε επισκεφθεί ο αρμόδιος δικαστικός επιδότης για εκτέλεση του εντάλματος κινητών ούτε και τι είπε σ' αυτόν σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία του. · Σε υποβολή δε ότι η απάντηση που είχε δώσει στον επιδότη ήταν πως δεν είχε καμία κινητή περιουσία απάντησε ότι δεν θυμόταν να είπε κάτι τέτοιο όπως επίσης δεν θυμόταν ότι η μόνη περιουσία κινητή που είχε ήταν τα λιγοστά έπιπλα του σπιτιού του. · Ότι είναι ηλικίας 54 ετών, είναι άνεργος και σαν τέτοιος έχει εγγραφεί στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπως φαίνεται από το ειδικό έντυπο - δελτίο εγγραφής ημερομηνίας 10.1.2011, το οποίο κατόπιν αιτήματος από τη συνήγορο των Αιτητών κατέθεσε τεκμήριο στο Δικαστήριο, σαν Τεκμήριο
  10. Άνεργος δε είναι από το τέλος του έτους 2010 και τούτο διότι η εργοληπτική εταιρεία Παπίσιης στην οποία εργαζόταν δεν είχε πλέον εργασίες. Στην εν λόγω εταιρεία εργάστηκε για περίοδο 3 ετών, στη συνέχεια τον σταμάτησαν για 9 μήνες και άρχισε ξανά να εργάζεται από τον Μάρτιο του 2010 μέχρι και τον Δεκέμβριο του
  11. Η εργασία του δε σ' αυτή την εταιρεία ήταν εργάτης οικοδομών. · Ότι μένει σε σπίτι το οποίο ενοικιάζει από την κόρη του με ενοίκιο €300 το μήνα. · Ότι δεν έχει αρχίσει η καταβολή σε αυτόν ανεργιακού επιδόματος και ότι ο τελευταίος του μισθός ανερχόταν σε €350 εβδομαδιαία. · Ότι ο ίδιος δεν έχει αυτοκίνητο και κατά την περίοδο που εργάζετο χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο του αδελφού του τα καύσιμα του οποίου πλήρωνε ο ίδιος, τα οποία ανέρχονται σε €250 το μήνα σε πετρέλαιο κίνησης. · Ότι ο αδελφός του ονομάζεται Αυγουστής Παπίσιης και η εργοληπτική εταιρεία στην οποία εργαζόταν ανήκει σε αυτόν. · Ότι για να συντηρηθεί και αυτό μετά δυσκολίας, χρειάζετο το ποσό των €1.500 μηνιαίως το οποίο ποσό ξόδευε για το αυτοκίνητο, τα έξοδα του σπιτιού ήτοι ηλεκτρισμό, τηλέφωνο καθώς επίσης και για συντήρηση του αυτοκινήτου το οποίο χρησιμοποιούσε. · Ότι δεν διαθέτει σταθερό τηλέφωνο αλλά έχει κινητό με κάρτα και καταβάλλει γύρω στα €20 το μήνα για το λογαριασμό του, επίσης καταβάλλει για ηλεκτρισμό €270 την διμηνία δεν είχε όμως οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ή απόδειξη για να παρουσιάσει. · Ότι για νερό πληρώνει €25 κάθε τέσσερις μήνες, δεν έχει χρέη ή δάνεια και ούτε εκκρεμούν εις βάρος του διατάγματα πληρωμής χρεών με μηνιαίες δόσεις. · Ότι τα προσωπικά του έξοδα μηνιαίως ανέρχονται σε €150 - €200 τα οποία ξοδεύει στο καφενείο για καφέδες γύρω στα €70 - €80 το μήνα, επίσης για ρούχα μπορεί να έχει μήνα που να θέλει να πληρώσει γύρω στα €200 - €300, για δε τα τσιγάρα που καπνίζει πληρώνει €3,80 το πακέτο, καπνίζει δε 10 - 12 τσιγάρα ημερησίως. Στην υπεραγορά πληρώνει €20 - €30 την βδομάδα. Για όλα δε αυτά τα έξοδα δεν είχε να παρουσιάσει οποιαδήποτε απόδειξη. · Τέλος αρνήθηκε υποβολή ότι δε λέει την αλήθεια στο Δικαστήριο όπως επίσης αρνήθηκε ότι έχει οποιοδήποτε εισόδημα. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο απάντησε ότι στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πριν καταστεί άνεργος ήταν εγγεγραμμένος σαν εργάτης οικοδομών και τα ζώα για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τα παρέδωσε στον ίδιο το πιστωτή. Η καθ' ης η αίτηση - οφειλέτρια 2 στην κυρίως εξέταση της σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι εξουσιοδότησε τον οφειλέτη 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τους και για λογαριασμό της και ότι υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως ως την κυρίως εξέταση της. Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές της συνηγόρου των Αιτητών ανέφερε μεταξύ άλλων: · Ότι είναι 53 ετών και δεν εργάζεται. · Ότι για λόγους υγείας δεν εργάστηκε ποτέ αφού υποφέρει από βρογχικό άσμα, προβλήματα με το συκώτι της, το στομάχι της και άλλες διαταραχές τα οποία προβλήματα αντιμετωπίζει από την ηλικία των 20 χρόνων. · Ότι είναι μητέρα δύο παιδιών τα οποία η ίδια μεγάλωσε και τα οποία σήμερα είναι ηλικίας 32 - 34 ετών. · Ότι δεν μπορούσε να δουλέψει αφού είχαν την φροντίδα των ζώων στην μάντρα που διατηρούσαν, ουδέποτε δε έψαξε για δουλειά αφού ακόμα και για τη δική τους δουλειά στη μάντρα δεν μπορούσε να εργαστεί λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Η μόνη εργασία που έκαμε ήταν πριν 5 - 6 χρόνια στο χωριό της σε φροντίδα σε ηλικιωμένα άτομα. · Σε ερώτηση δε να διευκρινίσει από πότε αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας με το συκώτι της, το βρογχικό άσθμα και τις στομαχικές διαταραχές, απάντησε ότι με το βρογχικό άσμα υποφέρει από 20 χρόνων, το δε πρόβλημα με το συκώτι της και τις διαταραχές του στομαχιού της άρχισε να το αντιμετωπίζει 2 - 3 χρόνια προηγουμένως. Ένεκα δε αυτών των προβλημάτων υγείας δεν ενδιαφέρθηκε για να βρει δουλειά. · Ότι τα έξοδα για τα φάρμακα της τα πληρώνει το Γραφείο Ευημερίας, η ίδια δε ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού της και επίσης με το ψώνισμα. Για τα έξοδα της για τη διαβίωση της παίρνει επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας, ύψους €600 το μήνα. Με τα λεφτά αυτά δεν καλύπτονται οι βασικές της ανάγκες και δυστυχά όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ζει μόνη της αφού είναι σε διάσταση με το σύζυγο της, για το σπίτι δε που μένει καταβάλλει ενοίκιο ύψους €260 μηνιαίως. · Ότι δεν έχει σταθερό τηλέφωνο στο σπίτι της αλλά χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο για το οποίο πληρώνει λογαριασμό €25 κάθε μήνα. · Ότι για το λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος πληρώνει €80 - €100 το δίμηνο και για το λογαριασμό του νερού €20 έως €30 το μήνα. · Ότι δεν έχει αυτοκίνητο όμως ξέρει να οδηγά. · Ότι δεν έχει κανένα άλλο εισόδημα εκτός από το επίδομα - βοήθημα που λαμβάνει από το Γραφείο Ευημερίας. · Ότι για το ψώνισμα του σπιτιού στην υπεραγορά δαπανά έως τα €40 - €50 το μήνα και αυτό διότι δυσκολεύεται οικονομικά. Τα πράγματα δε που αγοράζει είναι τα απαραίτητα. Λόγω δε της οικονομικής στενότητας που έχει υπάρχουν μέρες που αντί να αγοράζει ψωμί αγοράζει κουλούρι. · Ότι διαθέτει πλυντήριο και γι' αυτό αγοράζει σκόνη πλυσίματος, ότι δεν ξοδεύει λεφτά για να αγοράζει ρούχα, δεν επισκέπτεται κομμωτήριο και τα μαλιά της τα βάφει η ίδια κάθε 1 ½ μήνα και για το λόγο αυτό δαπανά €10 για να αγοράζει τη βαφή αντί να πληρώνει €60 στο κομμωτήριο. Διευκρίνισε δε ότι η μόνη φορά που πηγαίνει κομμωτήριο είναι κάθε Λαμπρή (Πάσχα) που κόβει τα μαλλιά της. · Σε υποβολή ότι ξοδεύει πολύ περισσότερα λεφτά στην υπεραγορά απάντησε ότι δε δέχεται τη θέση αυτή και ότι ακόμα και για τη σκόνη του πλυντηρίου μπορεί να στερηθεί κάτι μια μέρα για να μπορέσει να την αγοράσει. · Τέλος σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι ζει μόνη της στο σπίτι που ενοικιάζει. Στην επανεξέταση της απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση της συνηγόρου της, αν είχε κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει οτι λαμβάνει το δημόσιο βοήθημα που ανέφερε στην αντεξέταση της, απάντησε ότι έχει στην κατοχή της βεβαίωση από το Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού, βεβαίωση την οποία κατέθεσε σαν Τεκμήριο
  12. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο απάντησε ότι με το σύζυγο της σταμάτησε να συζεί πριν από τέσσερα χρόνια και ότι για τον ισχυρισμό περί εξόφλησης του χρέους προς τον πιστωτή η ίδια δεν γνωρίζει οτιδήποτε διότι δεν ανακατευόταν στις δουλειές του οφειλέτη 1 αφού το μόνο που ήξερε ήταν όταν της έλεγε πως θα πάρει κτηνά (ζώα) στον πιστωτή. Επισημαίνω ότι κατά την ακροαματική διαδικασία η ευπαίδευτη δικηγόρος των Αιτητών πιστωτή ουσιαστικά περιόρισε την αίτηση στην έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων ως οι θεραπείες 1(α) και 2(α) της αίτησης, καθώς γύρω από αυτό το ζήτημα περιστράφηκαν όλες οι ερωτήσεις, που υπέβαλε στους οφειλέτες και στην έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων στόχευσε με την επιχειρηματολογία της στην αγόρευσή της. Ούτω σιωπηρά εγκατέλειψε τις λοιπές θεραπείες της αίτησης υπό στοιχεία 1(β) (γ) και 2(β) (γ) αφού όχι μόνο δεν προσκομίσθηκε οιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο αλλά πρόσθετα δεν τις προώθησε ούτε και στην επιχειρηματολογία της. Οι συνήγοροι των Αιτητών και των οφειλετών, μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ετοίμασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους αντίγραφο των οποίων κατέθεσαν στο Δικαστήριο σαν έγγραφο Γ.Α. 1 της συνηγόρου των Αιτητών και Γ.Α. 2 της συνηγόρου των οφειλετών. Συνοπτικά η συνήγορος των Αιτητών εισηγείται ότι τα όσα ανέφερε ο οφειλέτης 1 περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους με βάση διευθέτηση που έγινε μεταξύ του και του πιστωτή, ήτοι με την πώληση - παράδοση αριθμού ζώων (αιγών), στον πιστωτή είναι μεταγενέστερο εφεύρημα του. Προς επίρρωση της θέσης της αυτής επικαλείται την αδυναμία του οφειλέτη 1 να προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη ή έγγραφο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του όπως επίσης και την παντελή έλλειψη οποιουδήποτε άλλου στοιχείου που να ενισχύει αυτό τον ισχυρισμό. Σε σχέση με την ικανότητα του οφειλέτη 1 να καταβάλει μηνιαίως προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του, χρηματικό ποσό, είναι η εισήγηση της ότι με βάση τις αρχές της νομολογίας (προς τούτο με παρέπεμψε και σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου) σε συνάρτηση με τα όσα ο ίδιος ανέφερε αναφορικά με τα μηνιαία του έξοδα, αυτός δύναται να καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως. Σε σχέση δε με την καθ' ης η αίτηση - οφειλέτρια 2 η συνήγορος των Αιτητών συμφώνησε, και τούτο μετά από επισήμανση του Δικαστηρίου, ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για τα εισοδήματα της αφήνοντας έτσι αδιαμφισβήτητον τον ισχυρισμό της ιδίας ότι το μόνο της εισόδημα είναι το δημόσιο βοήθημα που λαμβάνει από το Γραφείο Ευημερίας ύψους €600 το μήνα. Από αυτό δε το εισόδημα με βάση τα όσα η ίδια ανέφερε ότι χρειάζεται για την διαβίωση της δύναται εισηγείται η συνήγορος, να καταβάλλει ένα ποσό της τάξεως των €50, μηνιαίως, περιορίζοντας το αξιούμενο ποσό της δόσης σε αυτό. Η συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση - οφειλετών στη δική της αγόρευση ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα αυτοί ανέφεραν στη μαρτυρία τους τα οποία κατά την εισήγηση της δεν δικαιολογούν την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος για καταβολή μηνιαίως οποιουδήποτε ποσού για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω είναι η εισήγηση της συνηγόρου των οφειλετών ότι για να εκδώσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις θα πρέπει κατ' αρχάς το Δικαστήριο να διαπιστώσει και να αποδεχτεί την ύπαρξη του χρέους και ακολούθως την δυνατότητα πληρωμής του, αφού ληφθούν υπόψη εκείνα τα στοιχεία που έχει καθορίσει η νομολογία. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό περί εξόφλησης του χρέους από τον οφειλέτη 1, με τον τρόπο που ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του, είναι η εισήγηση της ότι από τη στιγμή που τέθηκε ένας τέτοιος ισχυρισμός θα έπρεπε οι αιτητές να παρουσιάσουν μαρτυρία που να καταρρίπτει τον ισχυρισμό αυτό κάτι που δεν έπραξαν με επακόλουθο αυτός να παραμείνει αναντίλεκτος αφήνοντας έτσι την αίτηση έκθετη σε απόρριψη. Σε σχέση με την ικανότητα του οφειλέτη 1, επικαλούμενη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 και την αναντίλεκτη μαρτυρία του, εισηγείται ότι ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί τον ισχυρισμό περί εξόφλησης του χρέους λόγω του ότι αυτός είναι άνεργος δεν είναι σε θέση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό χωρίς να τεθεί η αξιοπρεπής της διαβίωση σε κίνδυνο. Τούτο αποδεικνύει το τεκμήριο 1 αφού από αυτό προκύπτει ότι αυτός δεν εργάζεται καθότι έχει δηλωθεί σαν άνεργος. Σε σχέση δε με την οφειλέτρια 2, επικαλούμενη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 και την επίσης αναντίλεκτη μαρτυρία της, εισηγείται ότι ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί τον ισχυρισμό περί εξόφλησης του χρέους με το ύψος του δημοσίου βοηθήματος που λαμβάνει ήτοι €600, δεν είναι σε θέση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό χωρίς να τεθεί η αξιοπρεπής της διαβίωση σε κίνδυνο. Η αδυναμία του οφειλέτη 1 για να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό επίσης ενισχύεται πάντοτε κατά την εισήγηση της και από το τεκμήριο 1, το οποίο αποδεικνύει ότι αυτός δεν εργάζεται καθότι έχει δηλωθεί σαν άνεργος. Ολόκληρο το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων καθώς επίσης και τα όσα ανέφεραν προφορικά συμπληρωματικά, έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο του από το Δικαστήριο και δεν κρίνω σκόπιμο να το παραθέσω αυτολεξεί στην παρούσα. Προτού παραθέσω τη νομική πτυχή αναφορικά με τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία σε σχέση με τους παράγοντες και τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση εξ αποφάσεως οφειλετών, δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, Μέρος VII άρθρα 82 - 89 και μέρος IX άρθρα 90, 91(Γ) και 91(Στ), για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού μηνιαίως προς τούτο, κρίνω πως πρέπει να εξετάσω και να παραθέσω τη Νομική Πτυχή που αφορά τον λόγο αρ. 1 της ένστασης. Τούτο διότι σε περίπτωση που η κατάληξη μου είναι να αποδεχθώ τον λόγο αυτό και κρίνω ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντινομική διότι δεν τροποποιήθηκε ο τίτλος της αγωγής με την αντικατάσταση του ονόματος του πιστωτή με τους διαχειριστές της περιουσίας του - αιτητές στην παρούσα αίτηση, τότε ο 2ος λόγος ένστασης και η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος της ικανότητας των οφειλετών για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού μηνιαίως θα καταστεί άνευ σημασίας. Όπως προνοείται στη Δ.12, Θ. 1, 2, 3 και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο θάνατος, η πτώχευση οποιουδήποτε μέρους δεν καθιστά οποιαδήποτε αιτία η ζήτημα εγκαταλειφθέν εφόσον αυτό επιζεί η εξακολουθεί να υπάρχει. Επίσης κανένα τέτοιο ζήτημα η αιτία καθίσταται ελαττωματικό με την εκχώρηση, γένεση η μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας η τίτλου. Στην περίπτωση δε του θανάτου η πτώχευσης η μεταβίβασης της περιουσίας λόγω νόμου οποιουδήποτε μέρους σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, το Δικαστήριο εάν κρίνει αυτό αναγκαίο για τους σκοπούς της επίλυσης όλων των επιδίκων θεμάτων, διατάσσει την αντικατάσταση η καθιστά διάδικο το τοιούτο πρόσωπο η επιδίδει σε αυτό ειδοποίηση κατά τέτοιο τρόπο η τύπο που θα θεωρήσει αναγκαίο. Ακόμη στην περίπτωση θανάτου η κήρυξης σε πτώχευση η στην περίπτωση επέλευσης γεγονότος μετά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, που επιφέρει διαφοροποίηση η μεταβίβαση συμφέροντος η ευθύνης η διότι οποιοδήποτε πρόσωπο καθίσταται αναγκαίο η επιθυμητό να καταστεί διάδικος η υφιστάμενος διάδικος να καταστεί διάδικος υπό άλλη ιδιότητα, το Δικαστήριο αν κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται, δύναται κατόπιν μονομερούς αιτήσεως να εκδώσει διάταγμα για την τοιαύτην αντικατάσταση και την συνέχιση της διαδικασίας με τα νέα μέρη ή με τα παλαιά μέρη με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Ακόμη ως προνοείται στη Δ.40 Θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, σε περίπτωση αλλαγής που επισυμβαίνει μετά την έκδοση απόφασης σε αγωγή είτε με το θάνατο ή άλλως πως διαδίκου ή προσώπου δικαιούμενου στην εκτέλεση της απόφασης, τότε το μέρος που ισχυρίζεται ότι έχει το δικαίωμα να προχωρήσει σε εκτέλεση της τοιαύτης απόφασης, δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο άδεια για την εκτέλεση αυτής προς όφελος του. Και το Δικαστήριο αν ικανοποιηθεί ότι το πρόσωπο που αιτείται τοιουτοτρόπως δικαιούται στην εκτέλεση, εκδίδει διάταγμα προς αυτό το σκοπό. Σε σχέση με τα πιο πάνω το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στη υπόθεση Παναγιώτα Ζηντίλη, εμπορευόμενη υπό την Επωνυμία ΖΙΡΑΝ TRADING CO v. 1 Aρχιμήδη Νεοκλέους,
  13. Δέσπως Α. Νεοκλέους, εμπορευόμενοι ως NEDESAR CO

(2005)1 Α, Α.Α.Δ 762 και συγκεκριμένα στις σελίδες 766 και 767, όπου υιοθετήθηκε απόσπασμα από την υπόθεση Σπανού άλλως Καφφά κ.α. ν. Καφφά
(1999)1 Α.Α.Δ 544, αναφέρει τα εξής: «Ερμηνεύοντας τις πιο πάνω πρόνοιες το Εφετείο στην Σπανού άλλως Καφφά κ.ά. ν. Καφφά
(1999)1 Α.Α.Δ. 544 στη σελίδα 548 της απόφασής του αναφέρει τα ακόλουθα: «Είναι πρόδηλο από τη Δ.12, θ.1 ότι, εφόσον επίδικο θέμα (cause or matter) είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επιβιώνει του θανάτου του διαδίκου (δηλαδή, ουσιαστικά, δεν είναι τέτοιας προσωπικής φύσεως ώστε να εξαιρείται του γενικού κανόνα), δεν τερματίζεται (abates) λόγω του θανάτου και δεν επηρεάζεται από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο θέμα, εφόσον δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις των προσωπικής φύσεως απαιτήσεων, επιβιώνει του θανάτου. Η Δ.12, θ.2 ρυθμίζει περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση, ο διαχειριστής αποβιώσαντος μπορεί να γίνει διάδικος ώστε να διεκπεραιωθεί η διαδικασία και να αποφασισθούν τα επίδικα θέματα. Και η Δ.12, θ.4 ρυθμίζει τα του διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και του καθισταμένου αναγκαίου νέου διαδίκου. Ούτε περιορίζεται η Δ.12 στο προ της αποφάσεως στάδιο. Και λογικά. Εφόσον μετά την έκδοση αποφάσεως υπάρχει δικαίωμα εφέσεως, όπως και άλλα ζητήματα, υπάρχει και "cause or matter" το οποίο συνεχίζει και το οποίο καθιστά αναγκαία τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για να αποφασισθούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση της Δ.12.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του το Δικαστήριο παρέπεμψε και στην υπόθεση Salt v. Cooper [1880] 16 Ch.D. 544, C.A., όπου ο Jessel, M.R., στη σελίδα 551 αναφέρει τα ακόλουθα: "A cause is still pending even though there has been final judgment given . . . ". Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθή. Περαιτέρω, παρατηρούμε πως, ασχέτως της εγκυρότητας ή όχι της ένστασης, προέκυπτε σαφώς από την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ότι ο εφεσίβλητος-εναγόμενος 1 είχε ήδη αποβιώσει, γεγονός που επισημαίνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η θέση της εφεσείουσας, ότι έπρεπε να αγνοηθεί η ένσταση και κατά συνέπεια να εγκριθεί χωρίς άλλο η αίτηση, δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού η αντικανονικότητα της αίτησης ήταν προφανής, εν όψει των πιο πάνω. Κατά συνέπεια, κρίνουμε πως ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι χωρίς την τροποποίηση του τίτλου με προσθήκη των διαχειριστών δεν μπορούσε να προχωρήσει η αίτηση και συνακόλουθα η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί.» Επίσης στο σύγγραμμα Ετήσια Δικαστηριακή Πρακτική των Δικαστηρίων της Αγγλίας, Έκδοσης 1958 (The Annual Practice 1958), στα σχόλια για την Διαταγή 17 Θεσμοί 1-10 από την οποία έλκει την προέλευση της η δική μας Διαταγή 12, Θεσμοί 1, 2, 3 και 4, αναφέρονται στη σελίδα 411 στην παράγραφο με τον τίτλο Abatement, when it occurs και στη σελίδα 415 στην παράγραφο με τον τίτλο After Judgment τα εξής: «Abatement, when it Occurs. There is no abatement or defect when the cause of action survives or continues in some person who is before the Court (per Fry, J., Eldridge v. Burgess, 7 Ch. D. 411; Re Shephard, 43 Ch. D p. 136, C. A.). So where a co-plaintiff, who has a separate cause of action, or a co-defendant severally liable, dies, the action is not abated as between the surviving parties and may proceed as between them; but the deceased parties and their representatives are not affected (Arnison v. Smith, 40 Ch. D. 567; Lloyd v. Dimmack, 7 Ch. D. 398). But where a sole plaintiff or a sole defendant dies, etc., the action becomes abated or defective (Eldridge v. Burgess, supra; Jackson v. N. E. Ry., 5 Ch. D. 844), until steps are taken to continue proceedings under the subsequent Rules of this Order. And so in the case of the assignment or devolution of the estate of a sole plaintiff or defendant. Σε ελληνική δε μετάφραση «Εγκατάλειψη πότε επισυμβαίνει. Δεν υπάρχει εγκατάλειψη ή ελάττωμα όταν η βάση της αγωγής επιζεί ή εξακολουθεί να υφίσταται σε κάποιο πρόσωπο που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου (Σύμφωνα με τον Fry, J., Eldridge v. Burgess, 7 Ch. D. 411; Re Shephard, 43 Ch. D p. 136, C. A.). Ούτως ένας συνενάγοντας ο οποίος έχει ξεχωριστεί αιτία αγωγής ή ένας συνεναγόμενος κεχωρισμένα υπεύθυνος, πεθαίνει, η αγωγή δεν εγκαταλείπεται μεταξύ των επιζώντων μερών και μπορεί να προχωρήσει μεταξύ αυτών: Όμως τα αποθανόντα μέρη και ή αντιπρόσωποι τους δεν επηρεάζονται. (Arnison v. Smith, 40 Ch. D. 567; Lloyd v. Dimmack, 7 Ch. D. 398). Όμως όπου ο μόνος Ενάγοντας ή ο μόνος Εναγόμενος αποβιώσει κ.τ.λ., η αγωγή εγκαταλείπεται ή καθίσταται ελλατωμματική (Eldridge v. Burgess, supra; Jackson v. N. E. Ry., 5 Ch. D. 844), μέχρις ότου ληφθούν διαβήματα για την συνέχιση της διαδικασίας δυνάμει των ακολουθούντων θεσμών της παρούσας Διαταγής. Και το ίδιο στην περίπτωση της εκχώρησης ή μεταβίβασης της περιουσίας του μόνου Ενάγοντα ή Εναγόμενου. «After judgment. Where, as in Salt v. Cooper, 16 Ch. D. 551, it can properly be said that even after judgment there is a cause or matter pending, an order to continue proceedings might prossibly be made, but not in such cases as Arnison v. Smith, 40 Ch. D. 567, where two of several plaintiffs with separate causes of action having died before trial, the action was dismissed in ignorance of their deaths, and an order by the executors of the deceased to carry on proceedings was refused on the ground that a fresh action might be brought. Except under special circumstances, such as fraud, an order to carry on should not be made merely for the purpose of enabling appeal to be made from a final decree worked out after lapse of time limited for appeal (Fussell v. Dowding, 27 Ch. D. 237; cf. Ballard v. Milner,
(1895)W. N. 14),» Σε ελληνική δε μετάφραση: «Μετά την απόφαση. Όπου όπως εις την Salt v. Cooper, 16 Ch. D. 551, ορθά μπορεί να λεχθεί ότι ακόμη και μετά την απόφαση υπάρχει αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί και διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας δύναται πιθανό να γίνει, όχι όμως στις περιπτώσεις όπως η Arnison v. Smith, 40 Ch. D. 567 όπου δύο από πολλούς Ενάγοντες με διαφορετική αιτία αγωγής απεβίωσαν πριν τη δίκη, η αγωγή απερρίφθει εν αγνοία των θανάτων τους και ένα διάταγμα από τους εκτελεστές των αποβιωσάντων για να συνεχίσουν τη διαδικασία απερρίφθει με το αιτιολογικό ότι νέα αγωγή μπορούσε να εγερθεί. Εκτός κάτω από ειδικές περιστάσεις όπως ο δόλος, ένα διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας δεν θα πρέπει να εκδίδεται απλά προς το σκοπό να υποβοηθήσει να καταχωρηθεί έφεση επί ενός τελικού διατάγματος που ευρίσκεται σε ισχύ, μετά την πάροδο του χρόνου για καταχώρηση της έφεσης (Fussell v. Dowding, 27 Ch. D. 237; cf. Ballard v. Milner,
(1895)W. N. 14),» Στο ίδιο σύγγραμμα στα σχόλια για τη Διαταγή Διαταγή 42, Θεσμός 23, από την οποία έλκει την προέλευση της η δική μας Διαταγή 40, Θεσμός 8, αναφέρονται στη σελίδα 1020 στην παραγράφο με τον τίτλο Change of Parties και στην σελίδα 1021 με τον τίτλο Death of Judgment Creditor τα εξής: «Change of Parties.
(1)Where the judgment creditor has died the application should be ex parte (see Mercer v. Lowrence
(1878), 26 W. R. 506, for form of order). In an Irish case (Meehan v Tynan
(1915)2 Ir. R. 52), where notice was given to the debtor, no costs were allowed.
(2)Where the judgment debtor has died, notιce of the application must be served on the personal representative (see Re Shephard
(1890), 43 Ch. D. P. 137; commented on in Thompson v. Gull,
(1903)1 K. B. 760, C. A.).
(3)Where there has been an assignment of the judgment debt it appears the application may be properly made ex parte, as was the case in Re Bagley,
(1911)1 K. B. 317, C.A.: the Irish practice is otherwise (see Meehan v. Tynan (supra); Donohoe v. Flavelle,
(1916)2 Ir. R. 192).
(4)Where a surety is seeking to enforce a judgment of which he has obtained an assignment under section 5 of the Mercantile Law Amendment Act, 1856, leave to issue execution must be obtained under this Rule. Kayley v. Hothersall,
(1925)1 K. B. 607. The Master will often direct a summons to be issued.» Σε ελληνική δε μετάφραση: «Αλλαγή διαδίκων.
(1)Όπου ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει αποβιώσει η αίτηση είναι μονομερής (βλ. Mercer v. Lowrence
(1878), 26 W. R. 506 για τον τύπο του διατάγματος). Σε μια Ιρλανδική υπόθεση (Meehan v Tynan
(1915)2 Ir. R. 52), όπου δόθηκε ειδοποίηση στον οφειλέτη δεν επιδικάστηκαν έξοδα.
(2)Σε περίπτωση που ο εξ αποφάσεως οφειλέτης αποβιώσει, ειδοποίηση - γνωστοποίηση της αίτησης πρέπει να επιδοθεί στους προσωπικούς αντιπρόσωπους του (βλ. Re Shephard
(1890), 43 Ch. D. P. 137: η οποία σχολιάστηκε στην Thompson v. Gull,
(1903)1 K. B. 760, C. A.).
(3)Όπου έχει γίνει εκχώρηση του εξ αποφάσεως χρέους θεωρείται ότι η αίτηση μπορεί ορθά να γίνει μονομερώς, όπως στην υπόθεση Re Bagley,
(1911)1 K. B. 317, C.A: η Ιρλανδική πρακτική είναι διαφορετική (βλ. Meehan v. Tynan (supra); Donohoe v. Flavelle,
(1916)2 Ir. R. 192).
(4)Όπου ένας εγγυητής προτίθεται να εφαρμόσει μία απόφαση για την οποία έχει εξασφαλίσει μία εκχώρηση δυνάμει του άρθου 5 του τροποποιούντος των Περί Εμπόρων Νόμο του 1856, άδεια για να προχωρήσει σε εκτέλεση πρέπει να εξασφαλιστεί δυνάμει του παρόντος θεσμού. Kayley v. Hothersall,
(1925)1 K. B. 607. Ο Δικαστής συχνά θα δώσει οδηγίες ότι πρέπει να γίνει αίτηση.» «Death of Judgment Creditor. For practise see (n) "Change of Parties" supra. Until the executors have obtained leave under this Rule, they cannot issue a bankruptcy notice against the judgment debtor (Ex p. Woodall
(1884), 13 Q. B. D. 479): they can obtain leave and issue the notice without being added as parties under O. 17, r. 4 (Re Bagley
(1911)1 K. B. 317).» Σε ελληνική δε μετάφραση: «Θάνατος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Για την πρακτική βλέπει (σχόλιο) «αλλαγή των διαδίκων» ανωτέρω. Μέχρι οι εκτελεστές να εξασφαλίσουν άδεια δυνάμει του παρόντος θεσμού, δεν μπορούν να εκδώσουν μία ειδοποίηση πτώχευσης έναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη (Ex p. Woodall
(1884), 13 Q. B. D. 479): μπορούν να εξασφαλίσουν άδεια και να εκδώσουν την ειδοποίηση χωρίς να προστεθούν ως διάδικοι δυνάμει της Δ.17, Θ. 4 (Re Bagley
(1911)1 K. B. 317).» Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω είναι διαπίστωση μου ότι οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση δεν εφάρμοσαν τα όσα καθορίζουν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί αλλά και η νομολογία. Συνακόλουθα η αίτηση τους πάσχει από παρατυπία ως η θέση και ο λόγος ένστασης 1. Αυτό το οποίο καλούμαι τώρα να εξετάσω είναι αν η παρατυπία και η παράλειψη συμμόρφωσης των Αιτητών είναι τέτοιας φύσης που δύναται να θεραπευθεί με την εφαρμογή των προνοιών της Δ.64 και τούτο ανεξαρτήτως της μη επίκλησης των προνοιών της εν λόγω διαταγής από την συνήγορο των Αιτητών. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Άριστος Αρέστη ν. Μαρία Ερμογένους (Κοκόνα), Πολιτική Έφεση Αρ.41/2008, ημερομηνίας 25.11.2010, στις σελίδες 2 και 3 αναφέρονται τα εξής: «Όσον αφορά τη Δ.64 και την εισήγηση του εφεσείοντα ότι την οποιαδήποτε παρατυπία θα έπρεπε, το πρωτόδικο δικαστήριο, να την είχε θεραπεύσει εφαρμόζοντας τη Δ.64 και πάλι διαφωνούμε με τον εφεσείοντα. Είναι ορθό ότι η Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί. Όμως, σύμφωνα με τη Δ.64, η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται, εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία (Δέστε: Εταιρεία Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου, Πολ. Εφ. 157/07, ημερ. 10.4.2009). Με τη Δ.64 δόθηκε στο δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να θεραπεύει παρατυπίες, οι οποίες πριν την τροποποίηση θα οδηγούσαν σε ακύρωση του σχετικού δικονομικού μέτρου (Δέστε: Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Earlsfield Steel Limited v. Joint Stock Company, Πολ. Εφ. 115/07, ημερ. 11.11.2009). Στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ΄΄ Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, τονίστηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για τη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων, ο οποίος ευθυνόταν για την παρατυπία, δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να την θεραπεύσει και κατά συνέπεια, αυτή παρέμεινε αθεράπευτη. Το πρωτόδικο δικαστήριο, παρόλο που δεν αναφέρθηκε ρητά στη Δ.64, θεώρησε την παρατυπία ως μη θεραπευθείσα και γι΄ αυτό απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα. Δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε εσφαλμένα και ως εκ τούτου η έφεση δεν μπορεί να επιτύχει και γι΄ αυτό το λόγο.» Επίσης στην υπόθεση 1.Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Εθύβουλου Παναγιώτου,
(1999)1Α, Α.Α.Δ 366, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στις σελίδες 376 και επόμενες, αναφέρει τα εξής: «Ποιες είναι τώρα οι συνέπειες της σχετικής παράλειψης; Με βάση την νομολογία μας (βλ. Μαχλουζαρίδης, πιο πάνω) η παράλειψη καθιστά άκυρη την αίτηση. Ωστόσο έχει προταθεί πως η αίτηση μπορεί να διασωθεί κατ' εφαρμογή των προνοιών της νέας Δ.64 (βλ. τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995). Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 323). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών"). .............................................. Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*. * "The way in which the court exercises its powers under Ord. 2, r. 1
(2)is likely to depend upon whether it appears that the opposite party has suffered prejudice as a direct consequence of the particular irregularity, that is to say, the particular failure to comply with the rules. But I would construe Ord. 2, r. 1
(2)as being so framed as to give the court the widest possible power in order to do justice." 5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: "Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.". Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη... Διαζευκτικά μπορεί *να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον*. Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64. Τυγχάνει, επομένως, εξεταστέο κατά πόσο ο εφεσίβλητος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας. Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας (Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249 C.A., Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 C.A.) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η έκταση της παραίτησης από το δικαίωμα εξαρτάται και από τη φύση της παρατυπίας (Rendell ν. Grurdy [1895] 1 Q.B. 16 C.A. - Βλ. και Supreme Court Practice 1999, σελ. 12). ........................................................... Σύμφωνα με το Supreme Court Practice 1999, σελ. 10* από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει πως η Δ.2 θ.1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. * "The authorities, taken as a whole, show that O.2, r.l should be applied liberally in order, so far as is reasonable and proper, to prevent injustice being caused to one party by mindless adherence to technicalities in the rules of procedure," Πρόκειται για περίπτωση άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αναθεωρείται από το Εφετείο, (α) όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενής παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο. (Βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984,989 - απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε. Βλ. και Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 Α.Α.Δ. 710). Στην περίπτωση που μας ενδιαφέροι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι: Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079), η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal ν. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881), και το μέγεθος της παρατυπίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η άλλη πλευρά δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έχει λάβει μέρος στη διαδικασία και έχει υποστηρίξει τις θέσεις της χωρίς να είχε εγείρει θέμα παρατυπίας. Από την άλλη το θέμα δεν έχει εγερθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας και έχει αφεθεί να εξεταστεί στο στάδιο της απόφασης με αποτέλεσμα η αίτηση να ακολουθήσει την πορεία που προδιαγράφεται πιο πάνω (βλ. σελ. 10) με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων. Περαιτέρω το μέγεθος της παρατυπίας δεν ήταν μεγάλο δεδομένου ότι έχει γίνει επίκληση της Δ.42Α η οποία ρυθμίζει την δικονομική πτυχή της διαδικασίας και κάμνει αναφορά στο ενδεχόμενο τιμωρίας της άλλης πλευράς. Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα λόγω της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς και της πορείας που έχει ακολουθήσει η υπόθεση θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έχει ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια με τρόπο που προκαλεί αδικία στους εφεσείοντες. Ακολουθεί πως η απόρριψη της αίτησης λόγω της πιο πάνω παράλειψης ήταν εσφαλμένη. Το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία (βλ. Leal, πιο πάνω).» Επισημαίνω ότι στην ενώπιον μου υπό εξέταση αίτηση: (α) Έχει εγερθεί το παράτυπο της αίτησης έγκαιρα. (β) Δεν έχει εγκαταλειφθεί η επίκληση του παράτυπου της αίτησης, αφού ακόμη και στο στάδιο της επιχειρημοτολογίας επαναλήφθηκε. (γ) Δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο θεραπείας της παρατυπίας από τους αιτητές. (δ) Δεν έγινε επίκληση της Δ.64 από την συνήγορο των αιτητών αλλά ούτε και οποιοδήποτε σχόλιο στην αγόρευση της επί του συγκεκρμένου ζητήματος. Επί τη βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω κρίνω ότι η παρατυπία και η μη ορθή εφαρμογή των προνοιών των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.
  1. Θ.1,2,3 και 4 και Δ.40.Θ.8, από τους αιτητές στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να θεραπευθεί με την αυτεπάγγελτη υπό του Δικαστηρίου εφαρμογή της Δ.
  2. Η παράλειψη των Αιτητών να εφαρμόσουν τις πρόνοιες της Δ.12 αλλά και της Δ.40.Θ.8, κρίνω ότι δεν εμπίπτει στις απλές παρατυπίες αλλά είναι ουσιώδης και θεμελιώδης παράλειψη η οποία επηρεάζει τόσο τους παλαιούς διάδικους και τους αιτητές αλλά και τα δικαιωματα, την ιδιότητα, ευθύνη και υποχρεώσεις τους και ως εκ τούτου μη θεραπεύσιμη. Συνακόλουθα, η αίτηση αποφασίζω ότι είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και έτσι αυτή απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου και για να τεθεί ολοκληρωμένα και πλήρης η κρίση του Δικαστηρίου επί όλων των εγερθέντων ζητημάτων, προχωρώ να εξετάσω και τον 2ον λόγο ένστασης αλλά και την ουσία της αίτησης, ήτοι κατά πόσο το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί ως ο ισχυρισμός του οφειλέτη 1 και αν όχι, κατά πόσο δικαιολογείται επί τη βάση των αρχών που έχουν τεθεί από την νομολογία η έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση. Όπου προβάλλεται ισχυρισμός εξόφλησης χρέους και νοουμένου ότι είναι αποδεκτή η ύπαρξη του σε κάποια χρονική στιγμή, τότε το βάρος απόδειξης της εξόφλησης του πίπτει σε αυτόν που προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό. Ήτοι με την παρουσίαση αξιόπιστης και επαρκούς μαρτυρίας για την ύπαρξη της οφειλής χρέους το ειδικό βάρος απόδειξης, ήτοι το βάρος παρουσίασης ικανοποιητικής και αξιόπιστης μαρτυρίας για την εξόφληση της οφειλής, εφόσον προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός, μετατοπίζεται σε αυτόν που την επικαλείται (βλ. Phipson on Evidence 11th edn σελ.. 41, Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 63-68 και Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1 Α.Α.Δ. 652 στην οποία γίνεται αναφορά στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1963] 3 All E.R. 756). Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστηρίο στην απόφαση του εντίμου Δικαστή Χρυσοστομίδη, στις σελίδες 657 και 658 αναφέρει τα εξής: «Το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε. Η αρχή αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, όπου στις σελ. 766 ο Λόρδος Δικαστής Pearson, ανέφερε τα ακόλουθα: ............................................... Το πιο πάνω απόσπασμα από την Henderson αναφέρθηκε στην Procopiou v. Panayi (ανωτέρω), στις σελ. 660 και 661, πλην όμως η αρχή που διατυπώθηκε δεν ήταν εφαρμόσιμη στην υπόθεση εκείνη. Επομένως στην υπό κρίση υπόθεση το γενικό βάρος απόδειξης της αξίωσης του το έφερε ο Εφεσίβλητος και το βάρος αυτό δεν μετατοπίστηκε ποτέ και δεν μπορούσε να μετατοπισθεί στους ώμους του εφεσείοντα. Πέραν τούτου δεν υπήρξε από μέρους του εφεσείοντα παραδοχή του χρέους και ισχυρισμός εξόφλησης του. Τουναντίον η θέση του από την αρχή ήταν η γενική άρνηση του χρέους και η εξόφληση κάθε συναλλαγής χωρίς να μένουν υπόλοιπα. Επομένως, δεν δημιουργήθηκε ειδικό βάρος απόδειξης της εξόφλησης του χρέους και η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δημιουργήθηκε είναι λανθασμένη. Επίσης είναι λανθασμένη η θέση, ότι ο εφεσείων επειδή δεν απέδειξε την εξόφληση, ο εφεσίβλητος θεωρείται ότι απέδειξε την απαίτησή του, ανεξάρτητα με τη μαρτυρία του εφεσίβλητου. Μια τέτοια αντιμετώπιση αντιβαίνει με τον κανόνα του γενικού βάρους απόδειξης σε αστικές υποθέσεις.» Συνακόλουθα και εξ αντιδιαστολής, επί τη βάση των πιό πάνω αρχών στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι ο οφειλέτης 1 εφόσον το εξ αποφάσεως χρέος είναι παραδεκτό ότι υπήρχε, που έχει το βάρος να αποδείξει την εξόφληση του. Αυτό βεβαίως χωρίς να επηρεάζει το γενικό ή άλλως το νομικό βάρος απόδειξης του χρέους, από τους αιτητές το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μετατοπίζεται. Όσον αφορά τις βασικές αρχές που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις παραθέτω κατωτέρω. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισόδημα και τις εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διάταγμα εάν αυτό θα επηρεάσει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του (βλ. Christoforou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 696 και Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλάμπους
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 556). Τα κριτήρια πάνω στα οποία το Δικαστήριο μπορεί να βασίσει την απόφασή του, για προσδιορισμό της μηνιαίας δόσης για αποπληρωμή του δικαστικού χρέους, έχουν παρατεθεί στην υπόθεση Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 686 και υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034 και είναι τα ακόλουθα: «Ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, Μέρος ΙΧ-Η διαδικασία έρευνας σχετικά με τα μέσα του εξ αποφάσεως οφειλέτη είναι ανακριτικού χαρακτήρα- Η οικονομική ευχέρεια του οφειλέτη συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του για αξιοπρεπή διαβίωση, (στέγαση, διατροφή, ιατρική περίθαλψη, μόρφωση παιδιών, και ευχέρεια για οικονομική διακίνηση του οφειλέτη) - Μετά τη διαπίστωση της οικονομικής ευχέρειας ο επακριβής καθορισμός του ποσού της δόσεως επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Gesico Photographic v. J.K. Video
(1991)1 Α.Α.Δ. 134 στη σελίδα 141, το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη του τα εισοδήματα του χρεώστη και τις οικογενειακές του ανάγκες, μπορεί να διατάξει την καταβολή ποσού που είναι περίσσευμα από τις απολαβές, μετά από την αφαίρεση εύλογου ποσού που είναι αναγκαίο για τη συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτωμένων του. Στην δε Μιχαήλ κ.α. v. Α/φοί Πούλλου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1759, τονίζονται τα ακόλουθα: «Η έρευνα η οποία διεξάγεται από το δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας στοχεύει στη διαπίστωση του κατά πόσο ο συγκεκριμένος χρεώστης έχει την ικανότητα να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις ανάλογα με τα οικονομικά μέσα που διαθέτει. Η έρευνα δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση του χρεώστη. Το δικαστήριο μπορεί να ακούσει μάρτυρες, των οποίων η μαρτυρία κρίνεται ως αναγκαία για τους σκοπούς της έρευνας. Το δικαστήριο με βάση την ολότητα της ενώπιόν του μαρτυρίας μπορεί να διατάξει τον εξ' αποφάσεως χρεώστη να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι το εισόδημα του χρεώστη και οι εύλογες προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίζει βασικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του». Ένας χρεώστης δεν πρέπει ν΄ αφεθεί να δημιουργεί υποχρεώσεις άλλες από τις ουσιαστικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του και να τις χρησιμοποιεί για να αποφύγει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του (βλ. ΣΠΕ Αραδίππου ν. Έλλη Ιακώβου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2032). Σχετική με το τι η νομολογία θεωρεί ως άμεσες ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειάς του, είναι η απόφαση Ρολάνδης κ.ά ν. Κούτσιου
(1970)1 C.L.R. 25, όπου λέχθηκε ότι τα έξοδα για κατανάλωση τσιγάρων ή αλκοόλ δεν αποτελούν ουσιαστικές ανάγκες. Σύμφωνα με τη νομολογία, όπως έχει επαναδιατυπωθεί στη Γιαννάκης Κλεοβούλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 207, στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν. Κωνσταντίνου (ανωτέρω): «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητά της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε ότι τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. ......................................................................................................... Η δικηγόρος της εφεσίβλητης αναγνώρισε - και έτσι είναι - ότι μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις δεν έχουν προτεραιότητα. Ιδίως όταν δεν υπάρχει καν δικαστική απόφαση εναντίον του χρεώστη γι΄ αυτές. Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγησή της ότι παρά τον κανόνα αυτό, η υστερογενής σύναψη χρέους έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό. Θα εξουδετέρωνε πλήρως την υποχρέωση αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Και θα μπορούσε να προβληθεί σε κάθε περίπτωση ως δικαιολογία για αδυναμία πληρωμής.» Έχει νομολογηθεί, περαιτέρω, πως άλλα χρέη για τα οποία δεν υπάρχει διαταγή μηνιαίων πληρωμών ή μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις, δεν έχουν προτεραιότητα στο εξ αποφάσεως χρέος (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου, (ανωτέρω) και Κλεοβούλου v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, (ανωτέρω). Το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία, η οποία είναι ανακριτικής φύσης, έχει και το ίδιο υποχρέωση να ερευνήσει τις οικονομικές συνθήκες του χρεώστη και αν προκύψει από την ανάκριση αυτή, ότι υπάρχει περίπτωση να μην πληγεί η αξιοπρεπής διαβίωσή του, τότε θα πρέπει να εκδίδεται το κατάλληλο διάταγμα. Η δυνατότητα εργοδότησης είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Το γεγονός ότι κάποιος δεν εργάζεται, δεν επαρκεί από μόνο του για να οδηγήσει στη μη έκδοση διατάγματος, αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο χρεώστης έχει τη δυνατότητα να εργαστεί, αλλά ότι αυτό που ελλείπει στην περίπτωση είναι η βούλησή του να εξεύρει εργασία (βλ. Παναγιώτου v. Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 422). Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του οφειλέτη 1, της οφειλέτριας 2 αλλά και της κας Έλλης Ιωάννου, επί τη βάση βεβαίως των όσων οι ίδιοι ανέφεραν στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τους. Ο οφειλέτης 1 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν σε αρκετές στιγμές φανερή η αμηχανία και η σύγχυση του. Παρουσιάστηκε σαν πρόσωπο που ενώ είχε πλήρη αίσθηση των δικαστικών διαδικασιών δεν ενδιαφέρτηκε να εξασφαλίσει απόδειξη εξόφλησης η έστω να παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία προς τούτο. Ούτε και η οφειλέτρια 2 μπόρεσε να ενισχύσει τον ισχυρισμό περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους αφού όπως η ίδια ανέφερε, αυτή δεν αναμειγνείετο στις συναλλαγές και δουλειές του οφειλέτη
  1. Ακόμη ο οφειλέτης 1 στην προσπάθεια του να πείσει για την εξόφληση του χρέους καθόρισε την αξία έκαστου ζώου που έδωσε - πώλησε, στον πιστωτή στο ίδιο ποσό για όλα τα ζώα. Τούτο βεβαίως σε αντίθεση με την κοινή λογική και αρχές που διέπουν τα συναλλακτικά ήθη που καθορίζει ότι η αξία έκαστου ζώου εξάγεται σε συνάρτιση με το βάρος του. Επίσης κατά παράβαση των υπο των σχετικών κανονισμών και νομοθεσίας προβλεπομένων όπως ο ίδιος παραδέκτηκε, δεν εξασφάλισε για την τοιαύτην πώληση όλα τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και βεβαιώσεις και γι αυτό δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οτιδήποτε που να αποδεικνύει ταύτην. Επίσης με βάση τους δικούς του ισχυρισμούς περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους με τον τρόπο και την μέθοδο που ανέφερε αυτοδιαψέυδεται. Τούτο διότι το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ήταν για £27.800,00, κι όχι £26,000,00 όπως ο ίδιος ανέφερε, πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 21.2.2001 επι του εν λόγω ποσού, πλέον £529,50 έξοδα αγωγής και απόφασης πλέον τόκους προς 8% ετησίως επί του ποσού των εξόδων από 14.10.2005 πλέον £18,00 έξοδα επίδοσης. Με ένα πρόχειρο μαθηματικό υπολογισμό το ετησίως προκαλούμενο ποσό τόκων επί του ποσού των £27.800,00 ανέρχεται σε £2.502,00, ήτοι μέχρι και τον Σεπτεμβριο 2006 που κατ' ισχυρισμό εξόφλησε ο οφειλέτης 1 το χρέος, οι τοκοι ανήρχοντο σε £13.761,00 (£2.502,00 Χ 5½ χρόνια). Πρόσθετα εκρεμούσαν τα έξοδα της αγωγής και απόφασης πλέον τόκοι επί τούτων. Η απάντηση δε που έδωσε για τι έγινε με το υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε μετά την αφαίρεση της αξίας των 317 ζώων, ήτοι 317 Χ £87=£25.579,00, ήταν ότι ο πιστωτής του είπε επειδή είχαν μακρόχρονη συνεργασία και το υπόλοιπο είναι κάτι μικροπράγματα δεν θα το απαιτούσε. Όμως οι πιο πάνω μαθηματικές πράξεις δείχνουν ακριβώς το αντίθετο, κάτι που σε συνάρτηση με τα λοιπά που εκθέτω ανωτέρω οδηγούν στο να μην αποδεκτώ την μαρτυρία του οφειλέτη 1 σαν ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και στο να τον κρίνω σε σχέση με τον τοιούτον ισχυρισμό του σαν παντελώς αναξιόπιστο. Η προσπάθεια του επίσης πέφτει στο κενό και από το γεγονός πού και ο ίδιος παραδέκτηκε αλλά και πού προκύπτει και από την αναντίλεκτη μαρυρία της κας Ιωάννου, της επιστροφής του εντάλματος κινητών από τον αρμόδιο δικαστικό επιδότη λόγω έλλειψης κινητής περιουσίας προς κατάσχεση. Πώς είναι δυνατόν τον Ιούνιο 2006 να στερείται κινητής περιουσίας τόσο ο ίδιος όσο και οφειλέτρια 2 και αρχές Σεπτεμβρίου να διαθέτει 317 ζώα αξίας £25.579,
  2. Δεν μπορεί να αντέξει στην κοινή λογική ένας τέτοιος ισχυρισμός όταν μάλιστα τα εν λόγω ζώα, όπως και πάλιν ό ίδιος ανέφερε ήταν μεγάλα για παραγωγή. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο οφειλέτης 1 εκμεταλλευόμενος το γεγονός του θανάτου του πιστωτή κατασκεύασε τον ισχυρισμό περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους του με το πιο πάνω τρόπο, με μοναδικό στόχο και σκοπό να αποφύγει την πληρωμή του. Ένας ισχυρισμός όμως ο οποίος δεν γίνεται αποδεκτός και τον απορρίπτω σαν μεταγενέστερο εφεύρημα και μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια. Η οφειλέτρια 2 αντίθετα μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με απλό και χωρίς ενδοιασμούς τρόπο και συνακόλουθα αποδέχομαι τα όσα είπε τόσο σε σχέση με τα γεγονότα που η ίδια γνώριζε όσο και για τα εισοδήματα και τις συνθήκες, οικονομικές, οικογενειακές και άλλες, της ζωής της. Η κα Έλλη Ιωάννου η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Με απλό και κατηγορηματικό τρόπο απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που τις υποβάλλοντο από την συνήγορο των οφειλετών και δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δεν γνωρίζει το επάγγελμα πού ασκούν οι οφειλέτες και τα εισοδήματα πού αυτοί έχουν. Επίσης παραδέκτηκε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τα όσα επακολούθησαν την έκδοση της απόφασης αφού ή ίδια είναι δικηγορική υπάλληλος στους δικιγόρους του πιστωτή και η πηγή των γνώσεων της προέρχεται από ένα εκ των αιτητών, ήτοι ούτε κάν από τον ίδιο τον πιστωτή ο οποίος απεβίωσε από το
  3. Από την μαρτυρία της όμως, δεν προκύπτει οτιδήποτε το οποίο μπορεί να στοιχειοθετήσει την δυνατότητα των οφειλετών για καταβολή οποιουδήποτε ποσού μηνιαίως προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους. Από την άλλη η μαρτυρία των οφειλετών σε σχέση με τα εισοδήματα τους και τις λοιπές προσωπικές και οικογενειακές τους συνθήκες παρέμεινε αναντίλεκτη, κάτι που σε συνάρτηση με την εξ ολοκλήρου εξ ακοής μαρτυρία της κας Έλλης Ιωάννου σε σχέση με τα ζητήματα αυτά, καθιστά την μαρτυρία αυτή των οφειλετών ως την μόνη επί της οποίας το Δικαστήριο θα βασίσει την απόφαση του για την εξαγωγή των τελικών του συμπερασμάτων και ευρημάτων αναφορικά με την ικανότητα τους για καταβολή μηνιαίως οποιουδήποτε ποσού προς εξόφληση του χρέους τους. Έχοντας λοιπόν απορρίψει τον ισχυρισμό του οφειλέτη περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και σε περίπτωση πού δεν θα απέρριπτα την αίτηση για την θεμελιώδη παρατυπία που την συνόδευε από την καταχώρηση της, προχωρώ να εξετάσω στο κατά πόσο με την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία σε συνάρτηση με τις αρχές της νομολογίας δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων εναντίον των οφειλετών για καταβολή μηνιαίως οποιουδήποτε ποσού προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους, αλλά και το ύψος του τοιούτοτυ ποσού.. Από την μαρυρτυρία του ίδιου συνάγεται ότι ο οφειλέτης 1 επί του παρόντος δεν εργάζεται όμως δαπανούσε για την διαβίωση του πέριξ των €1500.00 μηνιαίως. Το ποσό δε αυτό κατανέμεται ως ακολούθως: · Για ενοίκιο, το οποίο καταβάλλει στην θυγατέρα του αφού το σπίτι στο οποίο διαμένει της ανήκει, €300,00 τον μήνα. · Για το καφενείο για καφέδες €70,00 - €80,00 τον μήνα. · Για το ηλεκτρικό ρεύμα €270,00 το δίμηνο, ήτοι €135,00 τον μήνα. · Για τον λογαριασμό του κινητού του τηλεφώνου €20,00 τον μήνα. · Για τον λογαριασμό του νερού €25,00 την τετραμηνία, ήτοι €6,5 τον μήνα. · Για τσιγάρα που καπνίζει, 10-12 την ημέρα, ήτοι ένα πακέτο ανά δύο μέρες, κόστους €3,80 το πακέτο, €57,00 (15Χ€3,80) τον μήνα. · Για την υπεραγορά €20-€30 εβδομαδιαίως, ήτοι €120,00 τον μήνα. · Για ρουχισμό έχει μήνα που χρειάζεται €200,00 - €300,00, επισημαίνω όχι κάθε μήνα. Από το άρθροισμα των πιο πάνω ποσών εξάγεται ότι το συνολικό ποσό που χρειάζεται μηνιαίως ο οφειλέτης 1 ανέρχεται στα €1018,50 και όχι στα €1.500,
  4. Από την άλλη αυτός δεν εργάζεται όμως δεν ανέφερε ότι έχει οποιοδήποτε πρόβλημα που να τον καθιστά εντελώς η μερικώς ανίκανο για εργασία, όταν δε εργαζόταν είχε εισόδημα €350,00 εβδομαδιαίως, ήτοι €1.400,00 μηνιαίως. Αυτό το ποσό αποτελεί εύρημα μου ότι αντικατοπτρίζει και το ύψος της ελάχιστης εισοδηματικής ικανότητας του οφειλέτη
  5. Επίσης όπως ο ίδιος ανέφερε δεν έχει άλλα χρέη, εξαρτώμενους, σύζυγο και ούτε καταβάλλει άλλο ποσό για μηνιαία δόση δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Το κάπνισμα βεβαίως, το κινητό τηλέφωνο και οι καφέδες στο καφενείο, δεν μπορούν να καταταγούν στις άμεσες ανάγκες ενός προσώπου για την αξιοπρεπή διαβίωση του. Ούτε και η δαπάνη €200,00 - €300,00 μηνιαίως για ρουχισμό είναι στοιχείο που αν αποστερηθεί μερικώς ο οφειλέτης 1, θα επηρεάσει την αξιοπρεπή διαβίωση του, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη της δικής του θέσης ότι αυτό το ποσό ποικίλει κατά μήνα. Ακόμη δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε που να δυκνύει ότι η ενδυμασία του οφειλέτη 1 αποτελεί μέσο η των εργαλείο για την εξάσκηση του επαγγέλματος του η το επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο. Όσο αφορά τον ισχυρισμό του οφειλέτη 1, για καταβολή ενοικίου στην θυγατέρα του εν όψει της μη παρουσίασης οποιασδήποτε συμφωνίας η απόδειξης καταβολής του αλλά και την αξιολόγηση του σε σχέση με την αξιπιστία του, δεν τον κάνω αποδεκτό. Στην υπόθεση Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση του εξ αποφάσεως οφειλέτη ανέφερε μεταξύ άλλων στις σελ.688 και 689 τα εξής: «Η κατάθεση του χρεώστη ήταν ουσιαστικά η μόνη μαρτυρία η οποία έτεινε να ρίψει φως στα μέσα που διαθέτει τις ανάγκες και υποχρεώσεις του ιδίου και της συζύγου του με την οποία διαμένουν στο Κοιλάνι. Η μόνη άλλη μαρτυρία που δόθηκε από υπάλληλο των εφεσίβλητων, βασιζόταν όπως αποκαλύφθηκε στην αντεξέταση της μάρτυρος, σε εξ ακοής μαρτυρία, η οποία έπρεπε να αγνοηθεί και όπως φαίνεται πράγματι αγνοήθηκε γιατί δεν γίνεται καμιά αναφορά σ' αυτή στην απόφαση. Ο εφεσείων είναι άτομο προχωρημένης ηλικίας, 76 χρόνων και αποζεί από τη σύνταξή του που κατά τον χρόνο της εξέτάσης του ανερχόταν σε £98 τον μήνα. Όπως κατέθεσε, το ποσό αυτό μετά δυσκολίας αρκεί για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του ηλικιωμένου ζεύγους. Η σημαντικότερη δαπάνη που πρέπει να αντιμετωπισθεί είναι το ενοίκιο για την εξασφάλιση κατοικίας για τη διαμονή τους ανερχόμενη σε £60 μηνιαίως. Η κατοικία την οποία τώρα ενοικιάζει ανήκε σε προγενέστερο χρόνο στον εφεσείοντα. Τη δώρισε στη θυγατέρα του η οποία είναι η σημερινή ιδιοκτήτριά της. Αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του ότι πληρώνει οποιοδήποτε ενοίκιο στη θυγατέρα του. Όπως είπε στο δικαστήριο δεν εκδίδονται αποδείξεις για την πληρωμή του ενοικίου ούτε ο εφεσείων ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να υποστηρίζει τη θέση του ότι πράγματι πληρώνει το ενοίκιο που καθόρισε ή οποιοδήποτε ενοίκιο στην κόρη του. ............................................... Η έφεση στρέφεται κυρίως εναντίον του ευρήματος του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με το οποίο απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για την καταβολή ενοικίου ως αναληθής. Οι άλλες ανάγκες του εφεσείοντα εκτός από την πληρωμή ενοικίου αποτιμούνται σύμφωνα με την κατάθεση του σε £58 περίπου τον μήνα. Ο δικηγόρος του εφεσείοντα εισηγήθηκε ότι το εύρημα του Δικαστηρίου με το οποίο απορρίφθηκε η εκδοχή του για την πληρωμή ενοικίου είναι αυθαίρετο ενόψει της απουσίας οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας η οποία να αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό. ................................................ Δεν έχει τεθεί κανένα στοιχείο ενώπιόν μας που να δικαιολογεί επέμβαση στο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τη μη πληρωμή ενοικίου. Όχι μόνο το εύρημα αυτό ήταν εύλογο αλλά μπορεί να λεχθεί υπό το φως των σχέσεων ενοικιαστή και ιδιοκτήτη και της έλλειψης οποιωνδήποτε άλλων στοιχείων που να καταμαρτυρούν την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ τους ότι ήταν αναπόφευκτο. Οι άλλες βασικές ανάγκες του ζεύγους καθορίστηκαν από τον ίδιο τον εφεσείοντα σε £
  6. Όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να αφεθεί και κάποιο περιθώριο στον εφεσείοντα για την αντιμετώπιση έκτακτων δαπανών τις οποίες ζεύγος της ηλικίας του εφεσείοντα και της συζύγου του μπορεί να παραστεί ανάγκη να αντιμετωπίσουν. ............................................... Στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου με την πρωτόδικη απόφαση.» Συνακόλουθα και επί τη βάση των καθιερωθέντων από την νομολογία αρχών, αν δεν απέρριπτα την αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, θα εξέδιδα διάταγμα με το οποίο θα διέτασσα τον οφειλέτη 1 να καταβάλλει προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του το ποσό των €600,00 μηνιαίως, αφού κρίνω ότι το ποσό αυτό θα ήταν μέσα στα πλαίσια των οικονομικών του δυνατοτήτων χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπρεπής διαβίωση του. Σε σχέση με την οφειλέτρια 2 και έχοντας υπόψη την κατάσταση της υγείας της η οποία την εμποδίζει να εργαστεί, το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους, το ύψος του δημοσίου βοηθήματος που λαμβάνει από το Γραφείο Ευημερίας και τις ανάγκες για μία αξιοπρεπή διαβίωση της, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος εναντίον της και γι αυτό κι αν ακόμη δεν απέρριπτα την αίτηση ως ανωτέρω, αυτή θα απερρίπτετο και για τον λόγο αυτό. Άλλωστε και αν ακόμη εξέδιδα διάταγμα για ένα ποσό, αυτό θα ήταν τόσο μικρό που σε συνάρτηση με το ύψους του χρέους και τους τόκους που αυτό φέρει ετησίως, θα ήταν χωρίς οποιοδήποτε αντίκρυσμα σε σχέση με τη εξόφληση αφού δεν θα καλύπτετο το ποσό των τόκων κάθε χρόνου. Τέλος σε σχέση με τις θεραπείες υπό στοιχεία 1(β) (γ) και 2 (β) (γ) της υπό εξέταση αίτησης λόγω της μη προώθησης τους αλλά και της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας που να τις δικαιολογούν, αυτές θα απερρίπτοντο ούτως η άλλως. Τα έξοδα της αίτησης και ακολουθώντας τον κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης ελλείψει οποιουδήποτε λόγου που να δικαιολογεί απόκλιση από τον κανόνα αυτό, επιδικάζονται υπέρ των οφειλετών καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Τ. Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.