Νικηφόρου Νικηφόρου ν. Σόλωνα Χαραλάμπους κ.α., Αρ.Aγωγής: 788/2008, 14.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Αρ.Aγωγής: 788/2008 Μεταξύ: Νικηφόρου Νικηφόρου Ενάγοντα - και - Σόλωνα Χαραλάμπους Χριστόφορο Χριστοφόρου Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενων ----------------------- Ημερομηνία: 14.6.2011 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Δημητριάδης Για τους Εναγόμενους: κα Ε. Κόκκινου για να ακούσει απόφαση κ. Α. Χ¨Κύρου ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η O ενάγοντας αξιώνει εναντίον όλων των εναγομένων γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για επίθεση που δέχτηκε από τους εναγόμενους 1 και 2, το βράδυ της 26ης προς 27ης Μαΐου
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι αστυνομικοί και κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν σε υπηρεσία και εργάζονταν για λογαριασμό και προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας, εναγόμενης
- Στις 18.11.2010 δηλώθηκε από την κα Κόκκινου, δικηγόρο των εναγομένων, ότι ολόκληρο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα, όχι όμως το μέρος που αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, οι οποίες συμφωνήθηκαν και δηλώθηκαν στο ποσό των €4047,84.-, γίνεται παραδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου της. Εκ συμφώνου επίσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο (Τεκμήριο Α) ιατρικό πιστοποιητικό του ενάγοντα. Μετά τις πιο πάνω δηλώσεις, ως επίδικα θέματα παρέμειναν οι γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις που ο ενάγοντας δικαιούται. Κατά την ημερομηνία που δηλώθηκαν τα πιο πάνω, έγινε εισήγηση από τον συνήγορο του ενάγοντα, για σκοπούς συμβιβασμού της υπόθεσης, η καταβολή από τους εναγόμενους του συνολικού ποσού των €15,000.- συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αποζημιώσεων πλέον τα έξοδα, πρόταση η οποία στην συνέχεια δεν έγινε αποδεκτή από την πλευρά των εναγομένων. Συνεπώς η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε, αναφορικά με τα εναπομείναντα προς εκδίκαση ζητήματα και οι συνήγοροι των διαδίκων είχαν την ευγενική καλοσύνη να παρουσιάσουν γραπτώς τις αγόρευσης τους. Το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με προσοχή και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω, σχετική αναφορά στις αγορεύσεις του θα γίνει στην συνέχεια και όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Σύμφωνα με τα όσα δηλώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας δέχτηκε επίθεση από τους εναγόμενους 1 και 2 στις το βράδυ της 26ης προς 27ης Μαΐου 2007, κατά την κράτηση του στον αστυνομικό σταθμό Πάφου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν δέσει τα χέρια του Ενάγοντα πίσω και τον κτυπούσαν σε διάφορα μέρη του σώματος του. Σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, επίθεση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, χωρίς την συναίνεσή του. Στην υπό κρίση περίπτωση οι εναγόμενοι 1 και 2 χτυπώντας τον ενάγοντα με τον τρόπο που πιο πάνω περιγράφεται άσκησαν βία κατά του προσώπου του χωρίς βέβαια την συναίνεση του. Η όλη συμπεριφορά των εναγόμενων 1 και 2 δεν μπορεί παρά να συνιστά επίθεση. Επρόκειτο περί ενεργειών που οδήγησαν στον τραυματισμό του ενάγοντα. Με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης οι εναγόμενοι 1 και 2 διέπραξαν την πράξη τους, η οποία συνίσταται σε επίθεση κατά του προσώπου του ενάγοντα με πρόθεση. Συνεπακόλουθα είναι ένοχοι του αδικήματος της επίθεσης. Σύμφωνα με την εισήγηση της συνηγόρου των εναγομένων, ο ενάγοντας δεν αποκαλύπτει στην Έκθεση Απαίτησης του αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Δημοκρατίας, ειδικότερα ενώ αναφέρεται σε πράξεις ή ενέργειες των εναγομένων 1 και 2, δεν αποκαλύπτεται η ισχυριζόμενη ευθύνη της για αυτές τις πράξεις ή ενέργειες τους. Περαιτέρω, δεν αποκαλύπτεται ότι η εναγόμενη 3 παραβήκε οποιοδήποτε θεσμοθετημένο νομικό της καθήκον, που να την καθιστά υπεύθυνη για οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, αντιπαραβάλλοντας ότι με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα η ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του ενάγοντα, διακόπηκε. Αναφέρει επίσης, πως είναι φανερό ότι η Δημοκρατία δεν ενήργησε κατά τρόπο που να χρήζει τιμωρίας αφού είναι πασιφανές ότι δεν ενθάρρυνε τις πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγομένων 1 και 2, στη βάση των οποίων ο ενάγοντας διεκδικεί την καταβολή παραδειγματικών αποζημιώσεων, παρέπεμψε αναφορικά με το θέμα αυτό στην απόφαση Symeon Georgiou v A.G.
(1982)1 CLR 938. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αρκετό κατά την άποψη μου ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, όπως είναι παραδεκτό, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν αστυνομικοί της Κυπριακής Αστυνομίας και βρίσκοντο σε υπηρεσία. Επικαλούμενοι οι εναγόμενοι 1 και 2, και κάτω από την ιδιότητα τους αυτή, συνέλαβαν τον ενάγοντα το βράδυ της 26ης προς 27η Μαΐου 2007, τον οποίο ξυλοκόπησαν, κατά την διάρκεια της κράτησης του αφού πρώτα αυτός μεταφέρθηκε στην αστυνομικό σταθμό Πάφου. Το άρθρο 172 του Συντάγματος διαγράφει την ευθύνη που η Δημοκρατία υπέχει έναντι τρίτων για ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ΄ επίκληση άσκησης τους. Εδώ συνεπώς υπάρχουν, κατά την άποψη μου, όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία διαγράφουν την ευθύνη της Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένης και της παραδοχής των παραγράφων 1, 6 και 9 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα. Σύμφωνα με την εισήγηση της κα Κόκκινου στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει την επιδίκαση στον ενάγοντα ποσού σαν παραδειγματικές αποζημιώσεις το ποσό αυτό δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των €1000.- Αναφορικά με το ποσό των γενικών αποζημιώσεων, εισηγήθηκε με αναφορά σε νομολογία αλλά και στις σωματικές βλάβες του ενάγοντα ότι αυτό δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των € 3000.- Με αντίστοιχη αναφορά ο συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας δικαιούται ποσό € 8000.- ως γενικές αποζημιώσεις και ποσό € 10.000.- ως παραδειγματικές. Όπως σε κάθε αστικό αδίκημα έτσι και στο αδίκημα της επίθεσης, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα (compensatory) και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του θύματος. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες αποζημιώσεις, οι οποίες μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων αποζημιώσεων αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης του θύματος στη θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αδικήματος. Με την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων παρέχεται η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων όχι σαν μέτρο τιμωρίας του εναγόμενου, αλλά σε τέτοιο μέγεθος που να αντικατοπτρίζεται το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ενάγοντα λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου. Είναι αποζημιώσεις αποκατάστασης, εφόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της πληγείσας αξιοπρέπειας και περηφάνιας του θύματος και για τον λόγο αυτό διακρίνονται από τις τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην τιμωρία του παραβάτη και την αποτροπή (Βλ. Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 CLR 254). Μέχρι την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Rookes v. Barnard
(1964)1 All E R 367 η άποψη που επικρατούσε ήταν ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων ήταν επιτρεπτή οποτεδήποτε η συμπεριφορά ενός εναγόμενου ήταν τέτοια που να αξίζει τιμωρίας ως μέτρο παραδειγματισμού. Με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, ουσιαστικά, επιδικάζονταν αποζημιώσεις δυσανάλογες με τη ζημιά την οποία υπέστη ένας ενάγοντας, ώστε να τιμωρηθεί ο εναγόμενος για τη συμπεριφορά του και να αποκατασταθεί η δραστικότητα του νόμου. Στην πιο πάνω υπόθεση ο Λόρδος Diplock, ο οποίος έδωσε την απόφαση της Βουλής των Λόρδων, μείωσε δραστικά το πεδίο εφαρμογής τους, αφού, όπως ενδεικτικά ανέφερε, αποτελούν εξαίρεση στον πιο πάνω κανόνα, και όπως κάθε εξαίρεση, έτσι και αυτή, θα πρέπει να περιοριστεί. Αποφάσισε δε, ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις θα πρέπει να επιδικάζονται σε τρεις μόνο περιπτώσεις, τις οποίες και προσδιόρισε. Αυτές οι περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: η περίπτωση αστικών αδικημάτων, τα οποία προκύπτουν από τη χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του δημοσίου, δεύτερο, η περίπτωση αστικών αδικημάτων, τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα και, τρίτο, όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Η ορθότητα της απόφασης στην Rookes επιβεβαιώθηκε στην Αγγλία και στην μεταγενέστερη υπόθεση Cassell & Co v. Broome
(1972)1 All E R 801 με την επισήμανση ότι οι τρεις κατηγορίες που τέθηκαν από τον Λόρδο Diplock θα πρέπει να τύχουν ευρείας εφαρμογής. Όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και σε άλλες χώρες, όπου εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο, η προσέγγιση των Δικαστηρίων υπήρξε διαφορετική και ήταν κατά του περιορισμού που εκφράστηκε στην Rookes. Στην σημαντική για το υπό συζήτηση θέμα υπόθεση Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έκανε εκτενή αναφορά τόσο σε Κυπριακή όσο και Αγγλική, αλλά και Κοινοπολιτειακή νομολογία, εξέφρασε ρητά την προτίμησή του για μια πιο ευρεία προσέγγιση του θέματος κατά τρόπο που να επιτρέπει στα Κυπριακή Δικαστήρια να επιδικάζουν παραδειγματικές αποζημιώσεις για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, οποτεδήποτε αυτή η συμπεριφορά είναι τόσο αξιοκατάκριτη ή στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα, έτσι που να του αξίζει η τιμωρία από πολιτικό Δικαστήριο. Αναφορικά με την ακριβή αντιμετώπιση που έτυχε το θέμα αυτό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου: «. Τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν κατά το κοινοδίκαιο. Ο καθορισμός της πολιτικής των δικαστηρίων στην κάθε χώρα ποικίλει ανάλογα με τις ηθικές αρχές και την ανάγκη που πηγάζει για προκήρυξη της δραστικότητας του νόμου έξω από τα όρια του ποινικού δικαίου. Στην Κύπρο δεν υπάρχει αυθεντία που να αποφασίζει για την εφαρμογή των αρχών που διακηρύχθηκαν στην Rookes. Όμως, στην Savva Paraskevas v. Despina Mouzoura
(1973)1 CLR 78 γίνεται εισήγηση, ότι δεν είναι απαραίτητο οι τιμωρητικές αποζημιώσεις να περιορίζονται στα όρια που έθεσε η Rookes. Η υπόθεση London v. Ryder
(1953)1 All E R 741 ακολουθήθηκε σε δύο περιπτώσεις από Επαρχιακό Δικαστήριο ως αυθεντία για την αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν σε κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος είναι ένοχος συμπεριφοράς η οποία αξίζει τιμωρίας (Βλ. I.C.P. Cyprus Ltd v. Times Newspapers Ltd and Others
(1972)4 JSC 455 και Toumba v. Loutsios
(1975)1 JSC 115). Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Λόρδος Devlin δεν έκρινε, ότι η υπόθεση London v. Ryder έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές στην Rookes ή ότι είναι ασυμβίβαστη με αυτές. Μάλιστα, στην Rookes έγινε ειδική αναφορά στην πιο πάνω απόφαση ως αυθεντία για την αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν οποτεδήποτε ένα αστικό αδίκημα πηγάζει από αθέμιτο κίνητρο ή κακή πρόθεση (malice), θρασύτητα (insolence) ή αλαζονεία (arrogance), συμπεριφορά, η οποία συνήθως συναντάται σε υποθέσεις επίθεσης ............................... Είναι γεγονός, ότι συμπεριφορά, η οποία συνοδεύεται από το στοιχείο της αλαζονείας, της θρασύτητας ή του αθέμιτου κίνητρου δυνατόν να δικαιολογεί επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, ειδικά αν τείνει να εξευτελίσει το θύμα. Κατ΄ επέκταση, δεν υπάρχει καμία σύγκρουση μεταξύ των αποφάσεων, από την μια, του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Gregoriades v. Kyriakides
(1971)1 CLR 120 και Eliades v. Lyssarides
(1979)1 CLR 254 και την απόφαση στην Rookes, από την άλλη. ............................ Δεν είναι απαραίτητο να εκφράσουμε τελική άποψη αναφορικά με τα ακριβή όρια των τιμωρητικών αποζημιώσεων σε αυτήν την διαδικασία, ούτε και να πάρομε τελική θέση ως προς την εφαρμογή στην Κύπρο των αρχών που διακηρύχτηκαν στην Rookes, καθότι από όποια άποψη δει κανείς το δίκαιο ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αν ήμασταν υποχρεωμένοι να επιλέξομε μεταξύ των δύο αυθεντιών κλείνομε να ακολουθήσομε την ευρεία προσέγγιση, η οποία επιτρέπει την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, οποτεδήποτε αυτή η συμπεριφορά είναι πραγματικά τόσο αξιοκατάκριτη ώστε να αξίζει τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό το αστικό δίκαιο αποκτά ένα αποτελεσματικό όπλο για την καταστολή συμπεριφοράς, που είναι προσβλητική». Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836 επιβεβαιώθηκε η προσέγγιση που ακολουθήθηκε από την αρχή από τα Κυπριακά Δικαστήρια, ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη, ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Κρίνω ότι η υπό κρίση περίπτωση είναι κατάλληλη για επιδίκαση τιμωριτικών αποζημιώσεων οι οποίες ρητά αξιώνονται με την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα. Η όλη συμπεριφορά των εναγόμενων 1 και 2 είναι κατακριτέα και αξιόμεμπτη. Η σωματική ακεραιότητα του προσώπου προστατεύεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αθέτησαν κάθε υποχρέωση σεβασμού προς το πρόσωπο του ενάγοντα αφού του επιτέθηκαν βάναυσα προκαλώντας τον τραυματισμό του. Η όλη συμπεριφορά τους θα πρέπει να ανάλογα να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 προκάλεσαν στον ενάγοντα, όχι μόνο τραύματα, πόνο και ταλαιπωρία, αλλά έθιξαν την ίδια την προσωπικότητα του. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 428 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων: «Το ύψος μιας επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων μπορεί πράγματι να επηρεαστεί από το ύψος της συνήθους αποζημίωσης. Έτσι, ο Lord Devlin στην Rookes v. Barnard
(1964)A.C. 1129 υπέδειξε, ότι σε μια υπόθεση όπου οι παραδειγματικές αποζημιώσεις αποτελούν το ορθό μέτρο ¨οι ένορκοι πρέπει να καθοδηγούνται, ότι, αν και μόνο αν, το ποσό το οποίο έχουν υπόψην τους να επιδικάσουν ως αποζημίωση (το οποίο, βεβαίως, μπορεί να είναι ένα ποσό επαυξημένο λόγω του τρόπου με τον οποίο ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί στον ενάγοντα) είναι ανεπαρκές για να τον τιμωρήσει για την αποτρόπαιά του συμπεριφορά του και να τον αποτρέψουν από του να το επαναλάβει και τότε μπορεί να επιδικάσουν κάποιο μεγαλύτερο ποσό¨ και δεν υπάρχει λόγος γιατί η ίδια αρχή να μην εφαρμόζεται από Δικαστές που συνεδριάζουν χωρίς ενόρκους. Αυτή η αρχή έχει τύχει της πλήρους επιδοκιμασίας και των επτά Δικαστών την Cassell & Co v. Broome
(1972)A.C. 1027, 1089 και η εφαρμογή της επεξηγείται καλώς στην Drane v. Evangelou
(1978)1 WLR 455). Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin και ειδικά η φράση «αν και μόνο αν» επεξηγήθηκε από τον Λόρδο Reid στην Broome στην σελίδα 1089: «. η διαφορά μεταξύ των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων οι ένορκοι ή το άλλο δικαστήριο πρέπει να εξετάσουν πόσα θα πρέπει να λάβει ο ενάγων ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων πόσα θα πρέπει να πληρώσει ο εναγόμενος. . Ο μόνος πρακτικός τρόπος είναι πρώτα να εξετάσουν την υπόθεση από την άποψη της αποζημίωσης του ενάγοντα. Δεν πρέπει μόνο να αποζημιωθεί για την αποδειχθείσα πραγματική απώλεια, αλλά, επίσης, για οποιαδήποτε βλάβη στα αισθήματά του και επειδή έχει υποστεί ύβρεις, ταπεινώσεις και άλλα παρόμοια. Και όπου ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί με τρόπο αποτρόπαιο μια πλήρης αποζημίωση θα είναι το ορθό μέτρο. Έτσι, το Δικαστήριο θα καθορίσει στο μυαλό του το ποσό που θα ήταν το ορθό ως συνήθης αποζημίωση. Τότε, αν έχει αποφασίσει ότι η υπόθεση είναι η πρέπουσα για τιμωρητικές αποζημιώσεις, το Δικαστήριο πρέπει να στρέψει την προσοχή του στον εναγόμενο και να διερωτηθεί κατά πόσο το ποσό το οποίο έχει ήδη ορίσει ως συνήθεις αποζημιώσεις είναι ή δεν είναι επαρκές για να εξυπηρετήσει το δεύτερο σκοπό, της τιμωρίας ή αποτροπής. Αν το ποσό αυτό είναι επαρκές για το δεύτερο σκοπό καθώς και για τον πρώτο δεν πρέπει να προσθέσουν οτιδήποτε σε αυτό. Είναι αρκετό τόσο ως συνήθεις όσο και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις. Πλην, όμως, αν νομίζουν ότι το ποσό είναι ανεπαρκές ως τιμωρία τότε πρέπει να προσθέσουν σε αυτό αρκετά για να το καταστήσουν ως ποσό επαρκές για τιμωρία. Ένα πράγμα που δεν πρέπει να κάμουν είναι να καθορίσουν ένα ποσό ως συνήθεις και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις και να τα προσθέσουν. Πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι οι συνήθεις αποζημιώσεις είναι πάντοτε μέρος της συνολικής τιμωρίας». Αναφορικά με το τελευταίο έχει υποδειχθεί στην Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther, πιο πάνω, ότι όταν επιδικάζονται τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι λάθος να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ των αποζημιώσεων αυτών από τις συνήθεις αποζημιώσεις ή καλύτερα τις αποζημιώσεις αποκατάστασης. Το Δικαστήριο οφείλει, αν επιδικάσει τιμωρητικές αποζημιώσεις, να επιδικάσει αποζημιώσεις μια φορά και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων πρέπει να βασίζεται σε μια σφαιρική άποψη των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπόθεση Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther
(1982)1 CLR 65 αναφέρθηκε, ότι η αρχή που διέπει τον υπολογισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα είναι ότι οι αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν θα πρέπει να είναι εκείνο το ποσό, το οποίο θα θέσει τον ενάγοντα στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν διαπραττόταν το αδίκημα. Το ποσό που θα επιδικαστεί θα πρέπει να είναι δίκαιο και εύλογο και τα Δικαστήρια θα πρέπει να αποφεύγουν να επιδικάζουν την τέλεια αποζημίωση σε χρήμα (Βλ. Michalakis Paraskevopoulos v. Georghios Georghiou
(1970)1 CLR 116). Έχοντας λάβει υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των χρηματικών αποζημιώσεων, το είδος και την φύση των κακώσεων που υπέστη ο ενάγων, τον πόνο και την ταλαιπωρία η οποία προκλήθηκε σε αυτόν, τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπισε λόγω των τραυμάτων του, επίσης το γεγονός ότι δεν παρέμενε οποιοδήποτε κατάλοιπο στην υγεία του, τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων, την σχετική νομολογία για παρόμοιους τραυματισμούς κρίνω υπό τις περιστάσεις πως το ποσό των €5000.- είναι ορθό και δίκαιο για σκοπούς αποκατάστασης. Επιπρόσθετα, δηλώνοντας την έντονη απαρέσκεια για την συμπεριφορά των εναγόμενων, καταλήγω πως το πιο πάνω ποσό δεν είναι επαρκές και δεν εξυπηρετεί και τον δεύτερο σκοπό της τιμωρίας ή αποτροπής και είμαι της άποψης πως θα πρέπει να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό ώστε να ικανοποιηθεί και ο πιο πάνω σκοπός. Έχοντας κατά νου τον τρόπο που οι εναγόμενοι συμπεριφέρθηκαν στον ενάγοντα κρίνω πως το δίκαιο ποσό που θα πρέπει να επιδικάσω εναντίον τους είναι το ποσό των €12.000.- Συνεπώς εκδίδω απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €16.047.84 πλέον νόμιμους τόκους από 27.5.2007 πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο