Ανδρούλλας Νίκου Χριστοφή ν. Αναστασίας Ζηνοβίου Δημήτρη κ.α., Aρ. Αιτ. Έφεσης: 218/2007, 24 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αιτ. Έφεσης: 218/2007 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, άρθρα 58,61 και 80 του Κεφ.
- Μεταξύ: Ανδρούλλας Νίκου Χριστοφή από την Πάφο Αιτήτρια/Εφεσείουσα - και -
- Αναστασίας Ζηνοβίου Δημήτρη, από το Ψάθι
- Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, από την Λευκωσία Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσίβλητων ---------------------------------- Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα. Α. Κορακίδη Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κ. Τ. Γεωργιάδης (για να ακούσει απόφαση κα Πατσαλίδου) ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εφεσείουσα/αιτήτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1547 του Φ/Σχ 45/7 τεμάχιο 422 στο χωρίο Ψάθι στην Πάφο, το οποίο απέκτησε δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της και η εφεσίβλητη/καθ΄ης η αίτηση 1 η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του όμορου με το πιο πάνω τεμάχιο, τεμαχίου 299 με αριθμό εγγραφής
- Τα πιο πάνω τεμάχια προήλθαν από το διαχωρισμό του τεμαχίου 247 του Φ/σχ 45/07 που έγινε με τον φάκελο Α1055/
- Η συνοριακή διαφορά των ιδιοκτητών των τεμαχίων 422 και 299, διευθετήθηκε με φιλική συμφωνία σύμφωνα με τον Φάκελο Κτηματολογίου Α1106/85 Η καθ΄ης η αίτηση 1 με την αίτηση Α1346/96 ζήτησε να της υποδειχθεί η συνοριακή γραμμή του κτήματος της σύμφωνα με τον φάκελο του Κτηματολογίου Α1106/
- Κατόπιν επιτόπιας έρευνας που έγινε στις 30.3.2000 (έγινε ακόμη μια στις 16.11.1998 αλλά δεν κατέστη δυνατό να εξεταστεί η αίτηση λόγω βροχερού καιρού) υποδείχθηκε το κοινό σύνορο των τεμαχίων 422 και 299 και τοποθετήθηκαν ορόσημα σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου Α1106/
- Η εφεσείουσα με επιστολές της ημερ. 1.4.2000 και 26.6.2000 ζήτησε όπως η πιο πάνω αίτηση επανεξεταστεί γιατί όπως υποστήριξε τα ορόσημα που τοποθετήθηκαν δεν συμφωνούν με προηγούμενες τοποθετήσεις. Πραγματοποιήθηκαν δύο νέες επιτόπιες έρευνες, στις 6.7.2000 και στις 4.7.2001, αλλά δεν έγινε κατορθωτό να τοποθετηθούν τα ορόσημα σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου Α1106/85 λόγω της μορφολογίας τους εδάφους και λόγω της κατασκευής δρόμου, εκχερσώσεων και ισοπεδώσεων του εδάφους στην περιοχή. Ο φάκελος Α1106/85 στις 24/52002 διαπιστώθηκε ότι απωλέσθηκε και δεν ανευρέθηκε μέχρι σήμερα. Ενόψει των πιο πάνω, δόθηκαν οδηγίες από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου να εξεταστεί η αίτηση από χωρομέτρη αφού στο μεταξύ η Εφεσίβλητη 1 δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ζήτησε να μετατραπεί και εξεταστεί η αίτηση της για συνοριακή διαφορά με την ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 422 την Εφεσείουσα. Στις 11.8.2003 στάληκαν στα ενδιαφερόμενα μέρη, με ασφαλισμένο ταχυδρομείο, σχετικές ειδοποιήσεις με τις οποίες ορίστηκε η ημερομηνία της επιτόπιας εξέτασης. Στις 28.8.2003 διεξήχθη επιτόπια εξέταση από την χωρομέτρη κ. Ζαχαρούλλα Κωνσταντίνου σε συνεργασία με την Κτηματολογική γραφέα κ. Στέλλα Σεργίου στην παρουσία της αιτήτριας και της καθ΄ης η αίτηση 1, οι οποίες τους υπέδειξαν το διαφιλονικούμενο μέρος. Αφού η χωρομέτρης προέβη σε χωρομετρική εργασία, τοποθέτησε δύο ορόσημα και εξηγήθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη ότι τα ορόσημα αυτά είναι προσωρινά και υπόκεινται στην έγκριση του Διευθυντή. Στη συνέχεια και ενώ η αίτηση παραπέμφθηκε στον Λειτουργό Χαρτογραφήσεων για έλεγχο της χωρομετρικής εργασίας, η εφεσείουσα με επιστολής της ημερομηνίας 22.3.2004 στον Ανώτερο Κτηματολογικό Λειτουργό Χωρομετρίας αναφέρει ότι αμφισβητεί το αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας επικαλούμενη τον παράγοντα λάθους και ζητά να επανεξεταστεί η χωρομετρική εργασία. Σύμφωνα με την «αιτιολογημένη» απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου η χωρομέτρης Ζαχαρούλα Κωνσταντίνου με οδηγίες του Ανώτερου Κτηματολογικού Λειτουργού Χωρομετρίας προέβη σε επιπρόσθετη χωρομετρική εργασία. Λαμβάνοντας υπόψη επιπρόσθετα βοηθητικά στοιχεία καλύπτοντας με πλήρη χωρομετρία τόσο το κτήμα της Εφεσείουσας τεμάχιο 422 όσο και τα γειτονικά 425 και
- Η εφεσείουσα με νέες επιστολές της ημερ. 12.10.2004 και 18.10.2004 προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου ζήτησε να διερευνηθούν όλα τα στοιχεία και γεγονότα (αρχικός φάκελος χωρομέτρησης τεμαχίων κατά το 1920 - 1924, φάκελος φιλικής διευθέτησης συνοριακής διαφοράς, πιστοποίηση κοινοτάρχη, αεροφωτογραφίες, υποδείξεις οροσήμων ιδιώτη χωρομέτρη κτλ.) για να εκδοθεί δίκαιη απόφαση. Επίσης η δικηγόρος της με επιστολής της ημερομηνίας 22.6.2005 ζήτησε να προχωρήσει η αίτηση και να εκδοθεί απόφαση από το Διευθυντή όπως έχουν υποδειχθεί τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων επί τόπου. Στις 7.7.2005 πραγματοποιήθηκε νέα επιτόπια εξέταση και έγινε νέα χωρομετρική εργασία από την χωρομέτρη Ζαχαρούλλα Κωνσταντίνου, με την χρήση προγράμματος LISCAD, η οποία στην συνέχεια ελέχθηκε από τον Λειτουργό Χαρτογραφήσεων, χωρίς όμως να ληφθεί υπόψη ο ελλείπων φάκελος Α1106/85 και θεωρήθηκε απόλυτα ορθή. Ενόψει των πιο πάνω ο Διευθυντής αποφάσισε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στην Εφεσίβλητη 1 και εξέδωσε την απόφαση του ημερομηνίας 25.9.2007, που σύμφωνα με την οποία η έκταση γης, όπως αυτή σημειώνεται στο σχέδιο που επισυνάπτει με την απόφαση του ανήκει στο Τεμάχιο 299 και όπως στην αιτιολογημένη απόφαση του αναφέρει δεν μειώνεται ούτε αυξάνεται το εμβαδό κανενός από τα επηρεαζόμενα ακίνητα. Η αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ως νομική βάση έχει τα άρθρα 58, 61 και 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 και στους Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και 2006 διαμαρτύρεται και ζητά τον παραμερισμό ή την αντικατάσταση της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Προβάλλει τους ακόλουθους λόγους για τον παραμερισμό ή την αντικατάσταση της πιο πάνω απόφασης.
- Η απόφαση του Διευθυντή είναι αποτέλεσμα λανθασμένων μετρήσεων της έκτασης που κατέχουν οι διάδικοι σήμερα και κατείχαν κατά την επιτόπια εξέταση που έγινε στα πλαίσια της αίτησης συνοριακής διαφοράς.
- Η απόφαση του Διευθυντή είναι αποτέλεσμα πλάνης όσο αφορά την έκταση των τεμαχίων 299 και 422 μετά την συμφωνία των ιδιοκτητών των επίδικων τεμαχίων στην αίτηση 1106/
- Η απόφαση του Διευθυντή είναι αντίθετη με την συμφωνία των ενδιαφερομένων μερών - ιδιοκτητών και των αντιπροσώπων αυτών στην αίτηση Α 1106/85 ως αυτή φαίνεται στο σχετικό βιβλίο του Κτηματολογίου η οποία έλυσε τελεσίδικα τη συνοριακή διαφορά των ιδιοκτητών των επίδικων τεμαχίων.
- Η απόφαση είναι αποτέλεσμα λανθασμένων μετρήσεων των τεμαχίων 299 και 422 ως καθόρισε αυτά η συμφωνία των ιδιοκτητών την αίτηση Α 1106/
- Είναι αποτέλεσμα λανθασμένης αποτύπωσης στο τοπογραφικό σχέδιο όπως αυτό αποτυπώνει την έκταση των επίδικων τεμαχίων μετά τη συμφωνία των ιδιοκτητών στην αίτηση Α 1106/85 - Αν εγίνετο σωστή χωρομετρική εργασία θα αποδείκνυε ότι το αμφισβητούμενο μέρος ανήκει στο τεμάχιο
- Είναι αποτέλεσμα λανθασμένης χωρομετρικής εργασίας των τεμαχίων των διαδίκων ως αυτά κατέχονται σήμερα και κατέχοντο 100 χρόνια πριν και ως αυτά συμφωνήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους.
- Είναι αποτέλεσμα λανθασμένης εγγραφής αναφορικά με την έκταση που καλύπτουν τα τεμάχια 299 και 422 100 χρόνια τώρα σε σχέση με τη συμφωνία των ιδιοκτητών στην αίτηση Α 1106/
- Η χωρομέτρηση των τεμαχίων δεν έγινε από παραδεκτά σταθερά σημεία. Λόγω της ανώμαλης μορφολογίας του εδάφους και της αλλαγής της μορφολογίας αυτού αλλοιώθηκαν (εκχερσώσεις και ισοπεδώσεις) τα παραδεκτά σημεία (βρύση του χωριού) από τα οποία μπορούσε να γίνει η χωρομετρική εργασία και λήφθησαν λανθασμένα και μη αποδεκτά σταθερά σημεία κατά την χωρομέτρηση.
- Η απόφαση είναι αντίθετη με τη αεροφωτογραφία του Κτηματολογίου αναφορικά με τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων και την πιστοποίηση των κοινοταρχών του χωριού και των προσώπων που εγνώριζαν τα σύνορα αυτών για 3 γενεές. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας στην οποία αναφέρει τα εξής:
- Είμαι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δυνάμει κατοχής και τίτλου του ακινήτου υπ. Αρ. εγγραφής 1547 του φ/σχ 45/7 τεμάχιο 422 στο χωριό Ψάθι στην Πάφο δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα μου Νίκο Χριστοφή. Επισυνάπτεται ο τίτλος εγγραφής και σημειώνεται τεκμήριο
- Εξ όσων με πληροφορεί ο πατέρας μου Νίκος Χριστοφή η αδελφή μου Χριστίνα Χριστοφή και η μητέρα μου Μαρούρα Κυπριανού, σύμφωνα με την αίτηση Α 1106/85 η συνοριακή διαφορά των ιδιοκτητών των τεμαχίων 422 και 299 διευθετήθηκε και εκ μέρους της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 299 Αναστασίας Ζηνοβίου υπέγραψε ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Παναγιώτης Σαββίδης αδελφός του συζύγου της και η γιαγιά μου Θεοδοσία Χριστοφή ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 422 στην παρουσία του πατέρα μου Νίκου Χριστοφή και του κτηματολογικού υπαλλήλου Ανδρέα Ιωάννου, της αδελφής μου Χριστίνας και της μητέρας μου Μαρούλλας ότι συμφωνούσαν όπως η αίτηση συνοριακής διαφοράς διευθετηθεί ως η επιτόπου κατοχή των επίδικων τεμαχίων από τους ιδιοκτήτες του 100 χρόνια πριν. Ο ειρημένος φάκελος του Κτηματολογίου από πληροφορίες που έχω απωλέσθη εσκεμμένα για να μη αποκαλυφθεί η αλήθεια και η συμφωνία των ιδιοκτητών. Σε συνάντηση που είχαμε στο γραφείο του Επαρχιακού Λειτουργού Ανδρέα Συμεού ο Κτηματολόγος Γεώργιος Παχίτης ανάφερε στην παρουσία μας στον κ. Συμεού πως γνωρίζει ποιος έχασε το φάκελο υπονοώντας ότι κάποιος θέλει να μην ανευρεθεί η αλήθεια και κάπου έκρυψε τον φάκελο. Υπάρχει όμως καταχωρημένη η συμφωνία σε σχετικό βιβλίο του Κτηματολογίου.
- Η γιαγιά μου μητέρα του πατέρα μου κατείχε το τεμάχιο 422 περιτοιχισμένο όπως αυτό αγοράστηκε πριν από 100 χρόνια. Το εκμεταλλευόταν με τον υφιστάμενο τότε περιτοιχισμένο τοίχο για γεωργικούς σκοπούς και φύτεψε εντός αυτού αμυγδαλιές. Εξ όσων γνωρίζω κατά ή περί το 1987 ο πατέρας μου εκρίζωσε τις αμυγδαλιές και φύτεψε αμπέλι και επειδή χρειαζόταν αγροτικός δρόμος για εξυπηρέτηση των γεωργικών ασχολιών του τρυγητού ο πατέρας μου κατεδάφισε τον τοίχο με τη συναίνεση του κοινοτάρχη και του ιερέα που ήταν αντιπρόσωπος της Αναστασίας Ζηνοβίου, του αδελφού της Παπαιωάννη Ζηνοβίου. Από το τεμάχιο 422 ο πατέρας μου παραχώρησε 500 χ 3 μέτρα αμπέλι και η Αναστασία μέσω του ιερέα αδελφού της 10 Χ 3 μέτρα ακαλλιέργητη γη χωρίς να επηρεαστεί καθόλου του αμπέλι της. Ο ειρημένος δρόμος χρησιμοποιείτο μέχρι το
- Το 1995 τότε η καθ΄ης η αίτηση 1 απέστρεψε από την Αυστραλία έφραξε τον αγροτικό δρόμο και ο κοινοτάρχης τον άνοιξε γιατί πλέον ήταν δημόσιος αγροτικός δρόμος. Όταν ήλθε η καθ΄ης τον επόμενο χρόνο και πάλι έκλεισε στον δρόμο. Επισυνάπτονται φωτοτυπίες πιστοποιητικών της χωρητικής αρχής που μαρτυρούν τα γεγονότα και σημειώνονται τεκμήριο
- Έγιναν αργότερα νέες αιτήσεις και ήρθαν επιτόπου ο Σωτήρης Ζίγκας και ο κ. Γεώργιος Παχίτης εκ μέρους του Κτηματολογίου Πάφου και αποφάσισαν ότι δεν υπήρχε συνοριακή διαφορά και ότι τα σύνορα ήταν ως είχαν επιτόπου. Και πάλι οι φάκελοι απωλέσθηκαν.
- Το 1996 προς μεγάλη μου έκπληξη καταχώρησε η εναγόμενη την αίτηση με αρ. Α1346/96 για συνοριακή διαφορά και επιτόπου ήλθε ο Κτηματολόγος Ανδρέας Ιωάννου ο οποίος ήλθε και στην επιτόπια εξέταση της αίτηση Α 1106/85 και ο εγγονός της καθ΄ης η αίτηση τον ευχαρίστησε επιτόπου γιατί τους βοήθησε ως και είπε και την 25/9/07 εκδόθηκε η απόφαση του Διευθυντή του κτηματολογίου σύμφωνα με την οποία το διαφιλονικούμενο μέρος αποτελεί μέρος του τεμαχίου
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη γιατί κατά τη χωρομέτρηση επιτόπου δεν λήφθηκαν παραδεκτά σταθερά σημεία ως η βρύση του χωρίου λόγω υψομετρικής διαφοράς στη μορφολογία του εδάφους και γιατί τα σταθερά σημεία απωλέσθηκαν από ισοπεδώσεις και επιχωματώσεις. Αποφάσισαν να λάβουν την απόφαση τους σύμφωνα με την εγγραφή του τίτλου. Η παλαιά αεροφωτογραφία που έχει το Κτηματολόγιο για την επιτόπου κατάσταση των συνόρων είναι αντίθετη με την προσβαλλομένη απόφαση και συνηγορεί υπέρ της επιτόπου κατάστασης των συνόρων ως κατέχονται αυτά από 100 πριν μέχρι σήμερα.
- Το Κτηματολόγιο δεσμεύετε από την απόφαση και συμφωνία των ιδιοκτητών στην αίτηση Α 1106/85 και ουδέν δικαίωμα είχε να αποφασίσει διαφορετικά και να εκδόσει την προσβαλλόμενη απόφαση του. Περαιτέρω τα σύνορα υπήρχαν ξεχωριστά με πετρόκτιστο τοίχο 100 χρόνια πριν. Ένσταση στην αίτηση καταχώρησε μόνο η καθ΄ης η αίτηση 1 ενώ η αίτηση εναντίον του καθ΄ου 2 σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε. Η ένσταση της καθ΄η ης η αίτηση 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Κυριάκου Κωνσταντίνου από την Αυστραλία και του Ιεζεκιήλ Α. Ιεζεκιήλ ενώ στο σώμα της αίτησης δεν περιλαμβάνονται λόγοι ένστασης, με βάση τις ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν αυτό που υποστηρίζεται είναι ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή. Ο Κυριάκος Κωνσταντίνου ορκίζεται τα ακόλουθα:
- Είμαι σύζυγος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της καθ΄ ης η αίτηση/Εφεσίβλητης αρ. 1 η οποία είναι μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας και είμαι εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρακάτω Ε/Ο.
- Υιοθετώ ως ορθό το περιεχόμενο της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 31/10/2007 και της απόφασης του ιδίου ημερ. 25/9/2007 καθώς και της Ε/Ο του Ιεζεκιήλ Α. Ιεζεκιήλ ημερομηνίας 12/2/
- Απορρίπτω ως εσφαλμένα, τους λόγους έφεσης αρ. 1-9 και τα επιχειρήματα, γνώμες και γεγονότα των παρ. 2-11 της Ε/Ο της Ανδρούλλας Νίκου Χριστοφή στο μέτρο που συγκρούονται ή είναι ασυμβίβαστα με αυτά των αποφάσεων του Διευθυντή της προηγούμενης παραγράφου της Ε/Ο και του Ιεζεκιήλ Α. Ιεζεκιήλ.
- Η Χριστοφή στερείται οποιωνδήποτε γνώσεων που να ήταν δυνατόν να την καταστήσουν εμπειρογνώμονα αναφορικά με θέματα κτηματολογίου, χωρομετρίας και τοπογραφίας και επομένως τα επιχειρήματα και γνώμες που εκφράζει στην ένορκη ομολογίας της δεν συνιστούν αποδεκτή μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει στερούνται οποιασδήποτε βαρύτητας.
- Η Χριστοφή δεν αποκαλύπτει πλήρως τις πηγές από τις οποίες άντλησε τις περισσότερες από πληροφορίες, γνώμες και επιχειρήματα που παραθέτει στην Ε/Ο της.
- Τα πρόσωπα που υπογράφουν τα πιστοποιητικά του τεκμηρίου 2 της Ε/Ο της Χριστοφή στερούνται οποιωνδήποτε γνώσεων που να ήταν δυνατόν να τα καταστήσουν εμπειρογνώμονα αναφορικά με θέματα κτηματολογίου, χωρομετρίας και τοπογραφίας και επομένως οι γνώμες και τα συμπεράσματα που περιέχονται στα εν λόγω πιστοποιητικά δεν συνιστούν αποδεκτή μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει στερούνται οποιασδήποτε βαρύτητας.
- Δεν συνήφθη συμφωνία όπως η περιγραφόμενη στην παρ. 5 της Ε/Ο. της Χριστοφή.
- Ο Παπαιωάννης Ζηνοβίου δεν υπήρξε ποτέ αντιπρόσωπος της καθ΄ης η αίτηση/εφεσίβλητης αρ. 1 και εν πάσει περιπτώσει ουδέποτε η τελευταία έδωσε εξουσία στον πρώτο να προβεί στην ισχυριζόμενη στην παρ. 6 της Ε/Ο της Χριστοφή παραχώρηση.
- Τα σύνορα των επίδικων κτημάτων πάντοτε ήσαν επιτόπου όπως και με την επίδικη απόφαση τα υποδεικνύει ο καθ΄ ης η αίτηση/εφεσίβλητος
- Ο Ιεζεκιήλ Α. Ιεζεκιήλ ορκίζεται τα ακόλουθα:
- Είμαι Αγρονόμος και Τοπογράφος Μηχανικός απόφοιτος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εγγεγραμμένος στο Ε.Τ.Ε.Κ, με αρ, Μητρώου Αο
- Είμαι διευθυντής της Εταιρίας IEZEKIEL TRADE & SERVICES CO LTD η οποία ασχολείται με κτηματολογικά θέματα, χωρομετρήσεις, χαρτογραφήσεις και πάσης φύσεως τοπογραφικές εργασίες.
- Έχω παρουσιαστεί αρκετές φορές στα δικαστήρια ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας για διάφορες υποθέσεις που αφορούν κυρίως υποθέσεις Συνοριακών Διαφορών.
- Στις 6/02/08 διεξήγαγα έρευνα στο χωρίο Ψάθι αναφορικά με τα Κτήματα 299 και 422 του φ/σχεδίου 45/
- Κατά την επιτόπια έρευνα είχα στα χεριά μου την αιτιολογημένη έκθεση του Διευθυντή του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για την υπόθεση Α1346/
- Αφού έκανα μετρήσεις με τα πλέον σύγχρονα τοπογραφικά μηχανήματα (GPS) και στην συνέχεια σχεδίασα αυτά που έχω μετρήσει, κατέληξα στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α σχεδιάγραμμα κλίμακα 1/1000 το οποίο δείχνει τα τεμάχια 299 και 422 και ότι το διαφιλονικούμενο μερίδιο που φαίνεται με το γράμμα Α και κίτρινο χρώμα ανήκει στο τεμάχιο
- Επίσης επισυνάπτω το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β σχεδιάγραμμα κλίμακας 1/5000 σε διαφανή χαρτί ώστε να μπορεί να συγκριθεί με το εν χρήσει σχέδιο. Στην ουσία συμφωνώ με τις μετρήσεις και τα αποτελέσματα του διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης και κατ΄ εφαρμογή του Καν. 10
(3)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποιητικού) (Αρ.2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2006, τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο έκδωσε στις 10.11.2006, η αιτήτρια κάλεσε και αντεξέτασε τους ενόρκως δηλούντες στην ένσταση της καθ΄ης η αίτηση/Εφεσίβλητης 1, Κυριάκο Κωνσταντίνου και Ιεζεκιήλ Α. Ιεζεκιήλ. Η εφεσείουσα/αιτήτρια δεν αντεξετάστηκε. Αυτά που οι μάρτυρες έχουν αναφέρει στο δικαστήριο κατά την αντεξέταση τους, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου, οτιδήποτε αναφέρεται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με προσοχή και σχετική αναφορά στις αγορεύσεις τους θα γίνει στην συνέχεια και όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Στην υπό κρίση περίπτωση η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου εκδόθηκε με αναφορά στο άρθρο 58 του Κεφ. 224 το οποίο προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «
(1)Όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιαδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει την διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο.....» Στην υπόθεση Sherife Ibrahim v. Mehmed Souleyman 1953 C.L.R., στην σελίδα 239, λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με την θέμα της συνοριακής διαφοράς και σε απάντηση του ερωτήματος πότε έχουμε συνοριακή διαφορά. «Συνοριακή διαφορά έχουμε στην περίπτωση που το σύνορο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή απεικονίζεται σε σχέδιο και η φιλονικία είναι ως προς το που το φυσικό σύνορο πράγματι ευρίσκεται επί της γης έτσι ώστε να συμμορφώνεται με τον τίτλο ή το σχέδιο. Δεν αποτελεί συνοριακή διαφορά η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος. Η συνοριακή διαφορά επιλύεται ορθά με την ορθή μεταφορά της γραμμής του συνόρου επί του σχεδίου στο έδαφος. Επομένως η συνοριακή διαφορά με την έννοια του άρθρου 58 θεωρείται αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο (βλ. επίσης Chrysantou and Others v. Antoniades
(1969)1 C.L.R. 622, Παναγιώτου ν. Χ΄΄Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362 και Χ΄΄Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου
(1993)1 Α.Α.Δ. 844)». Οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το άρθρο 80 του Κεφ. 224, προσφέρει τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων και διαταγών του Διευθυντή του Κτηματολογίου όπου παρέχει το δικαίωμα σε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224, σε χρόνο που καθορίζεται από τον νόμο, να προσφύγει στο Δικαστήριο υποβάλλοντας έφεση. Το δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του Νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με την δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τρύφωνα Πατσαλίδη ν. Μαρικκούς Κωστή Δαμασκηνού κ.α., Πολ. Εφεση 11455 ημερ. 5.7.2004, ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στο έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητα της καθώς και τις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kofteros ν. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619, Peyiotis n. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, Αθανάση κ.α ω. Χατζημάμα κ.α
(1990)1 Α.Α.Δ. και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση Έλλη Μιχαήλ Κτωρίδη ν. Έπαρχου Λεμεσού, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κα. Πολιτική Έφεση 11590 ημερ. 8.5.2005, επαναλήφθηκε η αρχή ότι το βάρος είναι στον Εφεσείοντα/Αιτητή να καταδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή, ως του κατ΄ εξοχήν αρμοδίου στο πράγμα είναι λανθασμένη, εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να πετύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν. Κρίνω ότι στην υπό κρίση περίπτωση θα πρέπει αρχικά να εξεταστούν 2 ζητήματα. Το πρώτο θέμα σχετίζεται με την εξουσία του Διευθυντή να επιλυθεί της αίτησης της καθ΄ης η αίτηση 1 για συνοριακή διαφορά με δεδομένο ότι η διαφορά αυτή είχε επιλυθεί σε προηγούμενο χρονικό σημείο φιλικά μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία (βλ. αιτιολογημένη έκθεση του Διευθυντή παρ. 4), με την αίτηση Α1106/85, η συνοριακή διαφορά των ιδιοκτητών των τεμαχίων 422 και 299, διευθετήθηκε με φιλική συμφωνία κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τον προβαλλόμενο, στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του Κυριάκου Κωνσταντίνου, ισχυρισμό περί ανυπαρξίας τέτοιας συμφωνίας. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η αίτηση Α1346/96 της καθ΄ης η αίτηση 1 μετατράπηκε και εξετάστηκε ως αίτηση για συνοριακή διαφορά με την ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 422 την Εφεσείουσα. Ο φάκελος Α1106/85, που αφορούσε την φιλική διευθέτηση που έγινε μεταξύ των μερών χάθηκε, δεν ανευρέθηκε και για αυτό δεν λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια της εξέτασης της Α1346/
- Το γεγονός ότι δεν λήφθηκε υπόψη η πιο πάνω διευθέτηση και αν αυτό επηρέασε την απόφαση του Διευθυντή πρόκειται για ανεξάρτητο ζήτημα από το αν εμποδίζετο υπό τις περιστάσεις να λάβει απόφαση, δηλαδή ενόψει της ύπαρξης της πιο πάνω διευθέτησης. Στην υπόθεση Λευκής Μάρκου ν. Όθωνος Μιχαήλ Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829, την οποία επικαλέστηκε η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση 1, αποφασίστηκε πως η αναπροσαρμογή της συμπεριφοράς ενός από τα μέρη της συμφωνίας δεν είναι θέμα που αφορά την νομιμότητα ή την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και ούτε είναι θέμα που θα εμπόδιζε τον διευθυντή από του να ασκήσει την επιτακτική υποχρέωση του που υπαγορεύεται από το άρθρο 58 του Κεφ. 224 Συνεπώς η ύπαρξη προγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των μερών δεν αποτελούσε και δεν δημιουργούσε στην υπό κρίση περίπτωση κώλυμα στην εξέταση της αίτησης από τον Διευθυντή. Το δεύτερο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί αφορά το αναιτιολόγητο της απόφασης του Διευθυντή. Ζήτημα το οποίο η κα Κορακίδου ζήτησε να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει σχετικός λόγος στην αίτηση/έφεση (βλ. σελ. 5 μέχρι και 7 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της αιτήτριας). Παρά το ότι δεν περιλαμβάνεται στους λόγους της αίτησης/έφεσης εφόσον η αιτιολόγηση της απόφασης απαιτείται από τον Νόμο αλλά και τον Νομολογία (βλ. Βασιλείου ν. Μανούλλου
(1996)1 ΑΑΔ (Β) 1359) κρίνω πως μπορεί να εξεταστεί έστω και κάτω από αυτές τις περιστάσεις. Στην πιο πάνω υπόθεση, παρά το ότι δεν αποτελούσε λόγο έφεσης και αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η συμμόρφωση με τον Κανονισμό 6, έστω και συνοπτικά έγινε μνεία στο θέμα της αιτιολόγησης της απόφασης και λέχθηκε ότι στην αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή, παρέχονται οι λόγοι στους οποίους αυτή βασίζεται, αλλά και ότι αυτοί κρίθηκαν έγκυρη από το Δικαστήριο. Η υποχρέωση του Διευθυντή να αιτιολογεί τις αποφάσεις του με τον ίδιο τρόπο που δικαιολογούνται και οι αποφάσεις των Δικαστηρίων προκύπτει από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και την ίδια την Νομολογία. Σχετικοί επί του θέματος είναι οι Κανονισμοί 5 και 6 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956. Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Χ΄΄Φεσά
(1970)1 Α.Α.Δ. 58, ο υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα. Επομένως σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Ιωαννίδου ν. Δίκαιος
(1969)1 C.L.R. 235, Πέτσας ν. Δημοκρατίας
(1973)2 Α.Α.Δ. 84, Παπαγεωργίου ν. Χ΄΄Πιέρα
(1981)1 Α.Α.Δ. 540, Pioneer Candy Ltd v. Stelios Tryfon and Sons Ltd
(1981)1 A.A.Δ. 540, Σ. & Γ. Κολοκασίδης ν. Κιμωνή
(1989)1 Α.Α.Δ. 132 κα.) οι αποφάσεις του Διευθυντή πρέπει να είναι αιτιολογημένες με τον τρόπο που είναι αιτιολογημένες και οι αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων στις ποινικές και αστικές υποθέσεις. Η αναγκαιότητα ύπαρξης δέουσας αιτιολογίας υφίσταται και αν η προσβαλλόμενη απόφαση προσεγγίζετο κάτω από το πρίσμα αρχών του Διοικητικού Δικαίου. Με βάση τα κριτήρια που εφαρμόζει το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση αποφάσεων διοικητικών οργάνων υπάρχουν περιπτώσεις που μερικοί λόγοι από μόνοι τους ή και σε συνδυασμό μεταξύ τους μπορούν να οδηγήσουν στην ακύρωση της απόφασης ένεκα έλλειψης αιτιολογίας ή εσφαλμένης αιτιολογίας (βλ. Πίσσας ν. Δημοκρατίας
(1974)3 Α.Α.Δ. 476, Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας
(1976)3 Α.Α.Δ. 363 και Γερασίμου ν. Δημοκρατίας
(1978)3 Α.Α.Δ. 367) ή ανεπαρκούς έρευνας (βλ. Φυσεντζίδης ν. Δημοκρατίας
(1971)3 Α.Α.Δ. 80, Ιωαννίδης ν. Δημοκρατίας
(1972)3 Α.Α.Δ. 318, Άνθιμου ν. Δημοκρατίας
(1978)3 Α.Α.Δ. 308, Χ΄΄Πασχάλη ν. Δημοκρατίας
(1980)3 Α.Α.Δ. 101 κ.ά). Στην υπόθεση Γ. Παύλου ν. Ελένης Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση - έφεση των εφεσειόντων γιατί θεωρήθηκε ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν δικαιολογημένη και γιατί οι εφεσείοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να αποδείξουν την υπόθεση τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε λανθασμένη αυτή τη θεώρηση γιατί από τη στιγμή που η απόφαση ήταν αναιτιολόγητη κανένα βάρος δεν έφεραν οι αιτητές για μαρτυρία. Περαιτέρω από την υπόθεση Oristaco v. Δημοκρατίας
(1985)3 C.L.R. 1327 συνάγεται πως η αιτιολογία της επίδικης απόφασης όπως κάθε διοικητικής πράξης μπορεί να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο του φακέλου, αναλογικά σε τέτοιες περιπτώσεις, από το φάκελο του Κτηματολογίου. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία έρχομαι να εξετάσω την εισήγηση του αναιτιολόγητου στην κρινόμενη περίπτωση. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Διευθυντής, κατέθεσε τους λόγους που στοιχειοθετούν την απόφαση του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 6. Όπως πιο πάνω αναφέρω η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη σύμφωνα με τον Καν. 10
(3)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποιητικού) (Αρ.2) Διαδικαστικού Κανονισμού του
- Η ένσταση της καθ΄ης η αίτηση 1 δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση οποιοδήποτε προσώπου αρμοδίου εκ μέρους του Κτηματολογίου, συνήθως του χωρομέτρη που διενήργησε την χωρομετρική εργασία και έλαβε μετρήσεις, και συνεπώς δεν θα μπορούσε σύμφωνα με τον πιο πάνω Κανονισμό να κληθεί σε αντεξέταση από μέρους της αιτήτριας και έτσι να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και ο σχετικός με την συνοριακή διαφορά φάκελος ή φάκελοι οι οποίοι πιθανόν να περιείχαν στοιχεία, γεγονότα και μετρήσεις που λήφθηκαν υπόψη για την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή. Συνεπώς, τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον μου για σκοπούς ελέγχου της νομιμότητας αλλά και της ορθότητας της απόφασης του Κτηματολογίου είναι το ίδιο το περιεχόμενο της αιτιολογημένης έκθεσης που έχει κατατεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 αλλά και η μαρτυρία που η καθ΄ης η αίτηση έχει παρουσιάσει. Από το περιεχόμενο της αιτιολογημένης απόφασης του Κτηματολογίου σύμφωνα με τα όσα Νομολογιακά έχουν αποφασιστεί, η ορθότητα της απόφασης, είναι η άποψη μου, ότι δεν μπορεί να ελεγχθεί για τους λόγους που παραθέτω στην συνέχεια, αφού πρώτα κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο της. Η εν λόγω απόφαση αποτελείται από 16 παραγράφους. Στις παραγράφους 1 και 2, γίνεται αναφορά στα μέρη και στα ακίνητα τους, στην παρ. 3 αναφέρεται ότι τα τεμάχια των μερών προέκυψαν από τον διαχωρισμό του Τεμαχίου 422, στην παρ. 4 ότι με την αίτηση Α 1346/96 η εφεσίβλητη ζήτησε αρχικά να της υποδειχτεί η συνοριακή γραμμή του κτήματος της, που σύμφωνα με τον φάκελο Α1106/85 διευθετήθηκε φιλικά, στην ίδια παράγραφο γίνεται αναφορά επίσης στην επιτόπια εξέταση που έγινε για τον πιο πάνω σκοπό και ότι τοποθετήθηκαν ορόσημα σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου Α1106/85, στην συνέχεια και πάλι στην ίδια παράγραφο, γίνεται αναφορά στις αντιδράσεις της αιτήτριας σε σχέση με το πιο πάνω αποτέλεσμα και για τις νέες επιτόπιες έρευνες που έγιναν χωρίς όμως να γίνει κατορθωτό να τοποθετηθούν ορόσημα σύμφωνα με τον φάκελο Α1106/85, ο οποίος εντωμεταξύ διαπιστώθηκε ότι απωλέσθει και ενόψει των πιο πάνω ζητήθηκε να εξετασθεί η αίτηση από χωρομέτρη, αφού η καθ΄ης η αίτηση 1 ζήτησε να μετατραπεί και να εξεταστεί η αίτηση για συνοριακή διαφορά σε σχέση με το ακίνητο της αιτήτριας. Η παρ. 5 σχετίζεται με τις ειδοποιήσεις που στάληκαν σύμφωνα με τον Νόμο, η παρ. 6, με την επιτόπια εξέταση που έγινε από χωρομέτρη στις 28.8.2003 όπου οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων υπέδειξαν το διαφιλονικούμενο μέρος. Στην παρ, 7 αναφέρεται ότι έγινε χωρομετρική εργασία κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ότι τοποθετήθηκαν 2 ορόσημα. Στην παρ. 8 αναφέρεται ότι ενώ η αίτηση παραπέμφθηκε στο Λειτουργό Χαρτογραφήσεων για έλεγχο της χωρομετρικής εργασίας ενώ η εφεσείουσα με επιστολή της ημερομηνίας 22.3.2004 στον Α.Κ.Λ.Χ αμφισβητεί το αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας. Σύμφωνα με τις παρ. 9 και 10 η χωρομέτρης Ζαχαρούλα Κωνσταντίνου με οδηγίες του Ανώτερου Κτηματολογικού Λειτουργού Χωρομετρίας προέβη σε επιπρόσθετη χωρομετρική εργασία λαμβάνοντας υπόψη επιπρόσθετα βοηθητικά στοιχεία καλύπτοντας με πλήρη χωρομετρία τόσο το κτήμα της Εφεσείουσας όσο και τα γειτονικά τεμάχια 425 και
- Η εφεσείουσα με νέες επιστολές της ημερ. 12.10.2004 και 18.10.2004 προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου ζήτησε να διερευνηθούν όλα τα στοιχεία και γεγονότα για να εκδοθεί δίκαιη απόφαση. Επίσης η δικηγόρος της με επιστολής της ημερομηνίας 22.6.2005 ζήτησε να προχωρήσει η αίτηση και να εκδοθεί απόφαση από το Διευθυντή όπως έχουν υποδειχθεί τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων επί τόπου. Κρίνω δε σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο των παραγράφων 11 μέχρι και 15:
- Εν όψει των πιο πάνω στις 7.7.2005 πραγματοποιήθηκε νέα επιτόπια εξέταση και νέα χωρομετρική εργασία με την χρήση του προγράμματος LISCAD, από την Χωρομέτρη κ. Ζαχαρούλλα Κωνσταντίνου σε συνεργασία με την Κτηματολόγιο κ. Στέλλα Σεργίου στην παρουσία των ενδιαφερόμενων μερών και του Α.Κ.Λ Χωρομετρίας κ. Ανδρέα Σωκράτους και του Υπ. Κλάδου Επιτόπιων Ερευνών κ. Παναγιώτη Χριστοδουλίδη.
- Η νέα χωρομετρική εργασία ελέγχθηκε από το Λειτουργό Χαρτογραφήσεων, χωρίς να ληφθεί υπόψη ο ελλείπων φάκελος Α1106/85 και θεωρήθηκε απόλυτα ορθή. Εν όψει τούτου αποφάσισα ότι ο διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στην Εφεσίβλητη αρ. 1 και εξέδωσα την απόφαση μου ημερομηνίας 25.9.2007, που αποτελεί το αντικείμενο της Αίτησης/Έφεσης αρ. 218/
- Με την πιο πάνω απόφαση μου ούτε μειώνεται ούτε αυξάνεται το εμβαδό κανενός από τα επηρεαζόμενα ακίνητα.
- Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Εφεσείουσα στην Αίτηση/Έφεση αναφέρω τα πιο κάτω: (α) Για την διεκπεραίωση της χωρομετρικής εργασίας χρησιμοποιήθηκαν αδιάσειστα σταθερά σημεία που η σταθερότητα τους δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση αφού αυτά καθορίσθηκαν με τα όργανα και τα μέσα που διαθέτει ο κλάδος Χωρομετρίας του Τμήματος και τα οποία χρησιμοποιούνται σ΄ όλες τις περιπτώσεις Χωρομετρικής εργασίας και (β) Το θέμα της απώλειας της αίτησης με αρ. Φακέλου Α1106/85 με βάση την οποία διευθετήθηκε φιλικά η συνοριακή διαφορά μεταξύ των ιδιοκτητών με τεμ. 299 και 422 Φ/Σχ. 45/7 και η μη ανεύρεση της παρά τις συνεχείς και ενδελεχείς έρευνες που έγιναν, αν και είναι αρνητικό και ανεπίτρεπτο γεγονός, εντούτοις δεν αποτελεί αποτρεπτική εξέλιξη, η οποία να εμποδίζει την εξέταση και συμπλήρωση της αίτησης με αρ. Φακ. Α1346/95, όπως και έγινε. Η φιλική διευθέτηση της συνοριακής διαφοράς δεν είναι κώλυμα για το Διευθυντή για εξουδετέρωση των προνοιών του Νόμου. Ο Διευθυντής εφόσον η υποχρέωση του πηγάζει από το Νόμο (Άρθρο 58 του Κεφ. 224) έχει επιτακτική υποχρέωση να εκδώσει απόφαση επίλυσης της συνοριακής διαφοράς, έστω και αν αυτή έχει διευθετηθεί με φιλικό διακανονισμό από τα εμπλεκόμενα μέση (Απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.6.2001 στην Πολιτική Έφεση αρ. 10787)
- Με βάση τα πιο πάνω η απόφαση που εκδόθηκε είναι καθόλα νόμιμη και βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και στις σχετικές διατάξεις του άρθρου 58 του Νόμου Κεφ.
- Εξετάζοντας, με προσοχή το περιεχόμενο της απόφασης, κρίνω ότι αυτή δεν είναι καθόλου διαφωτιστική, αλλά το κυριότερο, ελλείπει από αυτή παντελώς η αιτιολογία, σχετική με τις συνθήκες και γεγονότα που λήφθηκαν υπόψη ώστε να παρθεί η επίδικη απόφαση. Από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτουν τα εξής ερωτήματα τα οποία παρέμειναν αναπάντητα μέχρι τέλους: Τι περιλάμβανε η χωρομετρική εργασία που έγινε επιτόπου στις 28.8.2003 και ποιες μετρήσεις; Γιατί χρειάστηκε να γίνει δεύτερη χωρομετρική εργασία και να ληφθούν επιπρόσθετα βοηθητικά στοιχεία; ποια ήταν αυτά τα στοιχεία; αφού ήταν επιπρόσθετα ποια ήταν τα αρχικά στοιχεία; Γιατί χρειάστηκε να γίνει νέα επιτόπια εξέταση στις 7.7.2005 και νέα χωρομετρική εργασία με την χρήση του προγράμματος LISCAD. Τι κατέδειξε η εργασία αυτή; τι μετρήσεις έγιναν; ποια στοιχεία λήφθηκαν υπόψη; Με ποιο τρόπο και μέσο ελέχθηκε η εργασία αυτή; Ποια είναι τα αδιάσειστα σταθερά σημεία που λήφθηκαν υπόψη των οποίων η σταθερότητα τους δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση; Ποια είναι τα όργανα και τα μέσα που διαθέτει ο κλάδος Χωρομετρίας και με τα οποία καθορίστηκαν τα σταθερά σημεία; Αφού χαρακτηρίζεται η απώλεια του φακέλου της αίτησης Α1106/85 ως αρνητικό γεγονός δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο επηρεάζει αρνητικά την κρίση ως προς την λήψη της απόφασης πέραν του ότι η φιλική διευθέτηση που έγινε με την τον πιο πάνω φάκελο δεν αποτελεί κώλυμα. Ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα που λήφθηκαν υπόψη; Ποιο είναι το εμβαδό των τεμαχίων το οποίο δηλώνει ο Διευθυντής ότι δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται με την απόφαση του; Συνεπώς κρίνω πως η απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί για αυτό τον λόγο. Κρίνω όμως σκόπιμο και πρέπον όπως η αίτηση εξεταστεί στο σύνολο της για σκοπούς πληρότητας αλλά και σε περίπτωση που ήθελε φανεί η ύπαρξη σφάλματος σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξη μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, Κυριάκος Κωνσταντίνου, ο οποίος αντεξέταστηκε από την συνήγορο της εφεσείουσας, δεν ήταν καθόλου διαφωτιστικός. Η όποια σύγχυση παρουσιάστηκε κατά την μαρτυρία του, την αποδίδω στο προχωρημένο της ηλικίας του αλλά και στο γεγονός, όπως και ο ίδιος ανάφερε, ότι δεν ήταν μορφωμένος, όχι όμως σε προσπάθεια του να πει ψέματα και να αποκρύψει την αλήθεια. Χωρίς όμως από αυτά που ανέφερε να προκύπτει οτιδήποτε σημαντικό για την υπόθεση και τα γεγονότα που την περικλείουν. Αυτό που σίγουρα προέκυψε, συνεπεία και τον πιο πάνω, ήταν ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε ούτε τις τεχνικές γνώσεις ούτε την αναγκαία κατάρτιση ώστε να επιβεβαιώσει την ορθότητα, όπως ο ίδιος υποστήριξε, της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου και του πορίσματος του Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον και δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση. Ο Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ, ο οποίος, ορκίζεται στην ένσταση της καθ΄ης η αίτηση 1 και αντεξετάστηκε από την συνήγορο των αιτητών, ως ειδικός εμπειρογνώμονας από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση 1 επιβεβαιώνει, όπως ο ίδιος αναφέρει, μετά από δική του μελέτη και εργασία την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Εξετάζοντας αρχικά τα προσόντα του μάρτυρα την πείρα και την εκπαίδευση του όπως ο ίδιος τα παραθέτει στην ένορκη του δήλωση, για τα οποία να σημειωθεί δεν αντεξετάστηκε ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά της αιτήτριας, βρίσκω και αποδέχομαι ότι ο μάρτυρας αυτός μπορεί να γίνει και γίνεται αποδεκτός ως εμπειρογνώμονας από το Δικαστήριο. Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων, η υποχρέωση, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη (Βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1) Σε ότι αφορά τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από την νομολογία για την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων σχετικές είναι οι αποφάσεις Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1. Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Στα Δικαστήρια συνήθως, καλούνται από τους διάδικους προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών τους, εμπειρογνώμονες μάρτυρες για να καταθέσουν πάνω σε τεχνικά ζητήματα. Το καθήκον τους είναι να εφοδιάσουν τον δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να καταστεί ικανός ο Δικαστής να σχηματιστεί τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία (Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ 361). «Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Επίσης έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους ν. Αβράαμ
(1999).1 (Β) Α.Α.Δ. 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ΄ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπατη Φαρμ ν. Δημοκρατία
(1990)1 Α.Α.Δ. 984 και Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 528. Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1020. Η ανάγκη για την παράθεση τεκμηριωμένων στοιχειών από τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες, τίθεται και στην υπόθεση SΥΝCON LTD v. Ανδρέα Χρίστου
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ.
- Με γνώμονα τις αρχές που έχουν μέσα στο χρόνο διατυπωθεί από τη νομολογία θα εξετάσω τη μαρτυρία του Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ. Αρχίζοντας από την γενική εικόνα που μου δημιούργησε ως μάρτυρας, λέγω ότι αυτή ήταν φτωχή. Δεν πέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν για το Δικαστήριο να αποτελέσουν εργαλείο για την ορθότητα των ισχυρισμών του. Δεν ήταν απόλυτα σταθερός στις θέσεις του και δεν υποστήριξε την ορθότητα της κατάληξης του με πειστικό τρόπο ενώ απαντούσε με γενικότητες, μετατρέποντας τις απαντήσεις του σε συγκεκριμένα ερωτήματα, σε ένα είδος γενικής θεώρησης των πραγμάτων, εκφράζοντας ακόμα, τις θέσεις και απόψεις του, με τρόπο και ύψος υπεροπτικό πράγμα που έδειχνε ότι προερχόταν από την πεποίθηση που ο ίδιος είχε για τον εαυτό του αφού όπως αναφέρει και στην ένορκη του δήλωση έδωσε μαρτυρία σε πολλές υποθέσεις και ο ίδιος έδειχνε με τον τρόπο του ότι συνεπεία του γεγονότος αυτού δεν μπορούσε να τύχει αμφισβήτησης. Ενδεικτικά και σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξη μου παραθέτω τα ακόλουθα: Στην ένορκη του δήλωση υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρει ότι στις 6.2.2008 διεξήγαγε επιτόπια έρευνα ενώ στην αντεξέταση του αναφέρθηκε και σε άλλες περιπτώσεις ότι πήγε επιτόπου, όπως όταν έκανε εργασία για οριοθέτηση του ακινήτου της καθ΄ης η αίτηση για τον διαχωρισμό του σε δίσκαλα τεμάχια και ότι ήταν τότε που διαπίστωσε ότι μέρος του Τεμαχίου 299 κατείχε ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 422, επίσης ανέφερε ότι ήταν παρών κατά την επιτόπια έρευνα που έγινε από το Κτηματολόγιο από τον κ. Παχίτη και κάποιο άλλο. Στην αντεξέταση του είπε, σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ότι στις 6/2/2008 ετοίμασε το Τεκμήριο Α που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση και ότι τις μετρήσεις τις έκανε πολύ πιο πριν σε κάποιο άλλο στάδιο στην συνέχεια δε είπε ξανά ότι τις μετρήσεις τις έκανε στις 6/2/
- Ο μάρτυρας είχε δημιουργήσει με την μαρτυρία του μια σύγχυση, την οποία θεωρώ εσκεμμένη για το πότε επισκέφθηκε το ακίνητο της εφεσίβλητης, ώστε να μην φανεί ότι δεν είχε πάει κατά ή πλησίον του ουσιώδη χρόνου. Μεταξύ άλλων ο ίδιος ανάφερε ότι έλαβε υπόψη του και σταθερά σημεία, σε ερώτηση να πει ποια ήταν τα σταθερά σημεία που έλαβε υπόψη του είπε ότι θα πρέπει να παρουσιάσει ολόκληρο το Φ/Σχ 45/7 για να μπορέσει να τα υποδείξει και αυτό γιατί δεν τα έχει συμπεριλάβει πάνω στο σχέδιο του. Σε ερώτηση αν θυμάται ποια ήταν αυτά τα σταθερά σημεία ο μάρτυρας απάντησε «αλοίμονο να θυμάμαι όλα τα σταθερά σημεία» και δεσμεύτηκε έτσι, στην επόμενη δικάσιμο να τα παρουσιάσει αφού προηγουμένως απάντησε θετικά στο ερώτημα της συνηγόρου της εφεσείουσας αν για την εργασία που έκανε για να καταλήξει στο ΤΑ διατηρεί φάκελο που έχει μέσα την εργασία του. Τις 4.5.2010, ημερομηνία που συνεχίστηκε η αντεξέταση του πιο πάνω μάρτυρα, ανάφερε ότι ετοίμασε συμπληρωματική εργασία σε σχέση με αυτά που του ζητήθηκαν. Ποτέ όμως από τον μάρτυρα δεν ζητήθηκε να παρουσιάσει οποιαδήποτε συμπληρωματική εργασία, αλλά την εργασία που ήδη έκανε, που προηγήθηκε αλλά και στηρίχθηκε για την ετοιμασία των Τεκμηρίων Α και Β. Με την πιο πάνω δήλωση του, ο ίδιος μάρτυρας, έθεσε υπό αμφισβήτηση το αποτέλεσμα της αρχικής του εργασίας αφού χρειάστηκε να το «επαναεπιβεβαιώσει» κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Αυτό το οποίο προκύπτει από πιο συμπεριφορά και τα λεγόμενα του είναι ότι δεν έχει προβεί σε μετρήσεις προηγουμένως, εφόσον λογικό και αναμενόμενο, αφού του δόθηκε και χρόνος να τις προσκομίσει, θα ήταν να παρουσιάσει αυτά που του ζητήθηκαν και έτσι να υποστηρίζει με στοιχεία το αποτέλεσμα της μελέτης του, όταν μάλιστα ο ίδιος απάντησε θετικά ότι υπάρχουν στον φάκελο του πελάτη δηλαδή της εφεσίβλητης
- Ο μάρτυρας όπως διαφάνηκε, δεν έχει προβεί σε καμία τοπογραφική εργασία κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά έλαβε υπόψη του, στοιχεία από προηγούμενη εργασία χωρίς όμως να λάβει υπόψη του την επιτόπου κατάσταση και την αλλαγή που επήλθε σε αυτή λόγω της κατασκευής δρόμου εκχερσώσεων και ισοπεδώσεων, όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Προκύπτει επίσης ότι ο μάρτυρας δεν γνώριζε την επιτόπου κατάσταση αφού όταν ερωτήθηκε από την συνήγορο της Εφεσείουσας αν την συγκεκριμένη ημέρα που πήγε επιτόπου υπήρχε δρόμος στο διαφιλονικούμενος μέρος και απάντησε «όχι», «μπορεί» ενώ την επόμενη δικάσιμο ερωτηθείς εκ νέου απάντησε θετικά ότι υπάρχει δρόμος και αμπέλι φυτεμένο και υπέδειξε το σημείο που βρίσκεται στο ΤΑ. Απέφευγε να απαντήσει ευθέως, όπως την περίπτωση που ερωτήθηκε αν γνωρίζει τις μετρήσεις που έκανε το Κτηματολόγιο όπου στην συνέχεια αναγκάστηκε σε δεύτερη ερώτηση με το ίδιο περιεχόμενο να πει πως όχι. Υποστήριξε ότι οι δικές του μετρήσεις έγιναν ανεξάρτητα από αυτές του κτηματολογίου αλλά συμφωνούν με αυτές του Κτηματολογίου χωρίς όμως να γνωρίζει ποιες ήταν αυτές αφού όπως ανέφερε ότι δεν τις γνωρίζει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία που δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο και συνεπώς δεν επιβεβαιώνει με οποιοδήποτε τρόπο το αποτέλεσμα της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Από την άλλη και αν ακόμα η μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο, εγείρεται το ερώτημα αν θα μπορούσε το Δικαστήριο με βάση αυτή την μαρτυρία και με μόνο το γεγονός ότι καταλήγει ο μάρτυρας στο ίδιο αποτέλεσμα και συμπέρασμα με αυτό το Διευθυντή να κρίνει την ίδια την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, που αυτό είναι το ζητούμενο; Θεωρώ πως όχι, αφού οι επιτόπου μετρήσεις που έγιναν, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ελένη Νεοκλή Κυριάκου ν. Χαράλαμπου Νεοκλή Παπαστεφάνου Πολιτική Έφεση 301/2006 ημερομηνίας 20.4.2010, ουσιώδεις στοιχείο για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, παρέμειναν άγνωστες. Ο έλεγχός της ορθότητας της επίδικης απόφασης του Διευθυντή προϋποθέτει, την παράθεση των στοιχείων, των γεγονότων και των μετρήσεων που λήφθηκαν υπόψη από τον ίδιο τον Διευθυντή και όχι εργασίας που έγινε από κάποιο άλλο, ο οποίος να σημειωθεί δήλωσε ότι δεν είχε υπόψη του τις μετρήσεις του Κτηματολογίου. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία ειδικού με την οποία, στην βάση εμπειρογνωμοσύνης, να θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και συνεπώς τίθεται το εξής ερώτημα, θα πρέπει η αίτηση να αποτύχει δεδομένου τούτου. Στην υπόθεση Ελένη Νεοκλή Κυριάκου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής: «Το γεγονός ότι η μαρτυρία του εφεσίβλητου απορρίφθηκε , δεν οδηγεί άνευ ετέρου, στην αποδοχή της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή. Το δικαστήριο όπως τονίστηκε στην Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.α
(2004)1 Α.Α.Δ. 1248, από την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο καθοδηγήθηκε, έχει υποχρέωση να εξετάσει: (σελ 1254) Κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά και στην ορθότητα της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο» Συνεπώς στην ανυπαρξία μαρτυρίας, και συγκεκριμένα μαρτυρίας σε σχέση με τις μετρήσεις που έγιναν από το ίδιο το Κτηματολόγιο το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή που αυτό έχει ως αποτέλεσμα, την επιτυχία της αίτησης. Συνεπακόλουθα η επίδικη απόφαση του Διευθυντή ακυρώνεται για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει. Εν σχέσει με τα έξοδα, κρίνεται ότι δεν υπάρχει λόγος γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και έτσι επιδικάζονται υπέρ της εφεσείουσας/αιτήτριας η αίτηση και εναντίον της εφεσίβλητης/καθ΄ης η αίτηση 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο