ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. Τ Ν ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΥΙΟΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2874/07, 28 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2874/07 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγοντα και Τ & Ν ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Θ. Φιλίππου Για τους Εναγομένους: κα Σ. Χατζηνεοφύτου για κ.κ.Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας στην παρούσα αγωγή είναι για το ποσό των €3.758,92 (Λ.Κ.2.200) πλέον νόμιμο τόκο και τα έξοδα της αγωγής. Όπως εκτίθεται στην έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα η βάση της αγωγής και η αξίωση του είναι η κατ΄ ισχυρισμό παράβαση των όρων συμφωνίας ενοικίασης ενός δενδροφυτευμένου κτήματος με διάφορα εσπεριδοειδή, πορτοκαλιές ποικιλίας «Μέρλυν», που βρίσκεται στην περιοχή του Ανατολικού στην Πάφο, τοποθεσία «Γωνιές» (στο εξής καλουμένου «το κτήμα - φυτεία»). Όπως ισχυρίζεται ο Ενάγων η συμφωνία ενοικίασης μεταξύ του και της Εναγόμενης Εταιρείας υπογράφηκε στις 10.11.1999 και κάλυπτε την περίοδο από την 10/11/1999 μέχρι και την 31.5.2006, με συμφωνηθέν τίμημα ενοικίασης €26.995,90 (Λ.Κ.15,800.00) που ήταν πληρωτέο όπως καθορίζεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης (στο εξής καλουμένης «η αρχική συμφωνία»). Μετά δε τη λήξη της αρχικής περιόδου ενοικίασης δυνάμει της αρχικής συμφωνίας, όπως πάντα ισχυρίζεται ο Ενάγων στην έκθεση απαίτησης του, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Εναγόμενης Εταιρείας και αποδοχής του από τον Ενάγοντα, η περίοδος μίσθωσης του κτήματος - φυτείας, επεκτάθηκε μέχρι και την 22/12/2006 με συμφωνηθέν τίμημα ενοικίασης για την εν λόγω περίοδο το ποσό των €3.758,92 (Λ.Κ.2,200.00). Λόγω της άρνησης της Εναγόμενης Εταιρείας να καταβάλει στον Ενάγοντα, όπως πάντοτε αυτός ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης του, του συμφωνηθέντος τιμήματος για την επεκταθείσα περίοδο μίσθωσης εκ €3.758,92 (Λ.Κ.2,200.00) και της παράβασης ουσιώδους όρου της συμφωνίας επέκτασης, ο Ενάγοντας ήγειρε την παρούσα αγωγή ζητώντας απόφαση εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας όπως πιο πάνω αναφέρεται. Η Εναγόμενη Εταιρεία με την Έκθεση Υπεράσπισης της παραδέχεται τις παραγράφους 1, 2, 3, 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης πλην όμως αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου ενοικίασης αποδέχτηκε την επέκταση αυτής ή την ανανέωση ή υπογραφή νέας συμφωνίας μίσθωσης για την φυτεία πορτοκαλιών «Μέρλυν» εντός του κτήματος - φυτείας. Είναι η θέση περαιτέρω της Εναγόμενης Εταιρείας ότι μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης που προβλέπετο στη αρχική συμφωνία, ήτοι κατά την 31/5/2006 παρέδωσε την κατοχή του κτήματος - φυτείας στον Ενάγοντα ο οποίος την παρέλαβε πλήρως ικανοποιημένος και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Συνακόλουθα η Εναγόμενη Εταιρεία αρνείται ότι οφείλει το ποσό που διεκδικεί ο Ενάγοντας με την αγωγή του και τις αιτούμενες σε αυτή θεραπείες αφού είναι η θέση της ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό σαν ενοίκιο στον Ενάγοντα για τη φυτεία που εβρίσκετο εντός του κτήματος αφού κατέβαλε προς αυτόν όλα τα οφειλόμενα δυνάμει της αρχικής συμφωνίας ενοίκια. Εν κατακλείδι η Εναγόμενη Εταιρεία ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας με την ανάληψη της κατοχής του κτήματος και της εντός αυτής φυτείας πορτοκαλιών «Μέρλυν» κατά τη λήξη της ενοικίασης, ήτοι την 31/5/2006, δεν δικαιούται να διεκδικεί εναντίον της οποιοδήποτε ποσό ή θεραπεία και για αυτό το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την παρούσα αγωγή. Για την υπόθεση του Ενάγοντα κατέθεσε σαν Μ.Ε.1 ο ίδιος ο Ενάγων και σαν μάρτυρας Ενάγοντα 2 ο κ. Μιχάλης Ττοφή. Από πλευράς δε της Εναγόμενης Εταιρείας κατέθεσε ένας μάρτυρας υπεράσπισης, ο κ. Ανδρέας Περικλέους, Μ.Υ.
- Ο Ενάγων, Μ.Ε.1, κατέθεσε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του σαν Τεκμήριο 1 τη αρχική συμφωνία ενοικίασης του κτήματος - φυτείας, σαν Τεκμήριο 2 απόδειξη είσπραξης που εξεδόθη από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, για ποσό €387,51 το οποίο πληρώθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία και σαν Τεκμήριο 3 γραπτή συμφωνία πώλησης στην Εναγόμενη Εταιρεία της εσοδείας μαντόρων 1999/2000, που τελείωνε στις 31.3.
- Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε κατά τη διάρκεια της δικής του μαρτυρίας σαν Τεκμήριο Έγγραφο Α την ενυπόγραφη γραπτή δήλωση του το περιεχόμενο της οποίας απετέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, το Τεκμήριο 4α ήτοι λογαριασμό παροχής νερού με καταναλωτή την Εναγόμενη Εταιρεία για την περίοδο από 1.7.2006 μέχρι 31.8.2006, το Τεκμήριο 4β ήτοι λογαριασμό παροχής νερού με καταναλωτή την Εναγόμενη Εταιρεία για την περίοδο από 1.9.2006 μέχρι 31.10.2006, το Τεκμήριο 4γ, ήτοι λογαριασμό παροχής νερού με καταναλωτή την Εναγόμενη Εταιρεία για την περίοδο από 1.11.2006 μέχρι 31.12.
- Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τεκμήριο Έγγραφο Β τη γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του η οποία απετέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του και σαν Τεκμήριο 5 βεβαίωση που εξεδόθη από τον Επαρχιακό Μηχανικό του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων Πάφου, ημερομηνίας 11.10.
- Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων με αγορεύσεις τους τις οποίες ετοίμασαν γραπτώς, τις οποίες ανέγνωσαν και αντίγραφα τους παρέδωσαν στο Δικαστήριο, επικαλέστηκαν την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και αναφερόμενοι έκαστος στη μαρτυρία της άλλης πλευράς εισηγούνται: Η συνήγορος για τον Ενάγοντα ότι ο Μ.Υ.1 δεν είπε την αλήθεια επικαλούμενη σχετικά σημεία από τη μαρτυρία του και συνακόλουθα αυτός θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος. Η συνήγορος του ενάγοντα περαιτέρω είναι η εισήγηση της ότι έχει αποδειχθεί επί τη βάση των όσων καθορίζονται σε σχέση με το βάρος απόδειξης που έχει ένας Ενάγοντας σε πολιτικές υποθέσεις, ότι ο πελάτης της στην παρούσα υπόθεση το έχει αποσείσει και έχει αποδείξει όσα επιβάλλονται επί τη βάση των όσων περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του για να εκδοθεί απόφαση προς όφελος του ως το αιτητικό μέρος αυτής. Ο συνήγορος για την Εναγόμενη Εταιρεία επίσης επικαλούμενος σημεία της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 εισηγείται ότι δεν ήταν ειλικρινείς, δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και για αυτό πρέπει να κριθούν αναξιόπιστοι. Περαιτέρω εισηγείται ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του αφού δεν έχει αποδείξει πως έγινε άλλη γραπτή ή προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που να αφορά τη φυτεία του επιδίκου κτήματος πλην αυτής ημερομηνίας 10.11.1999, Τεκμήριο 1, η οποία μάλιστα με βάση τους ίδιους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, έχει ολοκληρωθεί και εξοφληθεί και ως εκ τούτου δεν υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο από αυτή. Ακόμα είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα που προέβαλε στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, ότι η Εναγόμενη Εταιρεία συνέχισε αυθαίρετα και χωρίς να υπάρχει και/ή να καταρτιστεί οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, να αφαιρεί τους καρπούς της φυτείας του επιδίκου ακινήτου δεν είναι δικογραφημένος και συνακόλουθα δεν μπορεί να αποτελέσει ο ισχυρισμός αυτός αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξη της απαίτησης του, μια απαίτηση που στηρίζεται επί τη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα, σε συμφωνίες για τις οποίες αποδέχτηκε πως δεν υπάρχουν και δεν συνήφθησαν. Η μόνη συμφωνία εισηγείται ο συνήγορος που αποδείχτηκε ότι συνάφθηκε είναι η ημερομηνίας 10.11.1999, Τεκμήριο
- Εν κατακλείδι, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την υπόθεση του Ενάγοντα. Όλα όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών είναι καταγεγραμμένα, έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ και να αναφέρω αυτολεξεί το περιεχόμενο τους η οτιδήποτε άλλο σε αυτό το στάδιο. Εκεί όπου θα κριθεί αναγκαίο θα γίνεται σχετική αναφορά. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Ενάγοντας στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει την Εναγόμενη Εταιρεία μέσω του αντιπροσώπου της στην Πάφο κ. Ανδρέα, ο οποίος του παρουσίασε μια γραπτή συμφωνία την οποία και υπέγραψαν στις 10.11.1999, ήτοι την αρχική συμφωνία, την οποία κατέθεσε χωρίς ένσταση σαν τεκμήριο
- Περαιτέρω ανέφερε ότι οι όροι της εν λόγω συμφωνίας εκπληρώθηκαν όλοι και αυτή έληξε στις 31.5.2006 οπόταν και ο κ. Οικονόμου, εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας ζήτησε να ανανεωθεί η ενοικίαση με την υπογραφή νέας. Ο ίδιος όμως δεν αποδέχτηκε να υπογραφεί νέα συμφωνία διότι στο έγγραφο που του απέστειλε ο κ. Οικονόμου άφησε σαν τίμημα ενοικίασης το ίδιο με αυτό της συμφωνίας τεκμήριο
- Ο ίδιος ο Ενάγοντας ήθελε να επιβληθεί αύξηση στο καταβαλλόμενο ενοίκιο κάτι το οποίο δεν έγινε αποδεκτό με επακόλουθο την μη υπογραφή και κατάρτιση νέας συμφωνίας. Η προσπάθεια να καταρτιστεί νέα συμφωνία ενοικίασης για το επίδικο κτήμα-φυτεία έγινε, όπως ανέφερε ο Ενάγοντας, είτε αμέσως μετά τη λήξη της ισχύος του τεκμηρίου 1 ή λίγους μήνες αργότερα. Απαντώντας ο Ενάγοντας σε σχετικές ερωτήσεις από την συνήγορο του για το τι απέγινε η σοδειά του κτήματος-φυτείας, μετά που απέτυχαν οι προσπάθειες για να καταρτιστεί νέα συμφωνία, ανέφερε ότι αυτή απεκόπη από την Εναγόμενη Εταιρεία μέσω του κ. Ανδρέα. Όταν δε απεκόπη η σοδειά από την Εναγόμενη Εταιρεία ο Ενάγοντας ζήτησε να πληρωθεί όμως η Εναγόμενη Εταιρεία δεν του κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Στην προσπάθεια του ο Ενάγοντας να μιλήσει με τον κ. Οικονόμου δεν βρήκε ανταπόκριση αφού αυτός έλειπε συνεχώς στην Αγγλία. Η Εναγόμενη Εταιρεία, ανέφερε ο Ενάγοντας, μετά την λήξη της ισχύος του τεκμηρίου 1 συνέχισε να έχει την κατοχή του κτήματος-φυτείας και απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι συνέχιζε να πληρώνει τους λογαριασμούς του νερού στο Τμήμα Υδάτων κάτι που φαίνεται και από την σχετική απόδειξη την οποία ζήτησε και πήρε από το Υπουργείο Γεωργίας και Φυσικών Πόρων την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο εκ συμφώνου σαν τεκμήριο
- Επίσης αυτό, ανέφερε ο Ενάγοντας, αποδεικνύεται και από το ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ενώ η περίοδος που τελειώνει η σεζόν παραγωγής και κόβονται τα πορτοκάλια είναι μέχρι και τον Μάιο κάθε χρόνου, πλήρωνε τον λογαριασμό του νερού για την άρδευση της μέχρι και 5 - 6 μήνες μετά τον Μάιο που είχε εκπνεύσει η ισχύς του τεκμηρίου
- Εν κατακλείδι ο Ενάγοντας ανέφερε ότι η εκκοπή της τελευταίας σοδειάς της φυτείας από την Εναγόμενη Εταιρεία έγινε μετά την εκπνοή της ισχύος του τεκμηρίου 1 και χωρίς να υπάρχει σε ισχύ συμφωνία ενοικίασης διότι αρνήθηκε να υπογράψει ο ίδιος το νέο έγγραφο που του απέστειλε η Εναγόμενη Εταιρεία, οπόταν και εφόσον αρνείτο να τον πληρώσει, αναγκάστηκε να αλλάξει την κλειδαριά της εισόδου του κτήματος - φυτείας και να τους εκδιώξει από αυτό. Έκτοτε δεν του έχει καταβληθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία οποιοδήποτε ποσό. Στην αντεξέταση του o Ενάγοντας ανέφερε ότι η αξίωση του είναι για το ποσό των €3.758,92 (Λ.Κ.2,200.00) ήτοι ποσό που διεκδικεί σαν ενοίκιο για την περίοδο που η Εναγόμενη Εταιρεία συνέχισε να κατέχει το επίδικο κτήμα- φυτεία και πού προχώρησε σε εκκοπή της εσοδείας πορτοκαλιών «Μέρλυν» μετά τη λήξη της συμφωνίας τεκμήριο
- Ζητά δε το ποσό των €3.758,92 (Λ.Κ.2,200.00) διότι ήταν συμφωνηθέν ενοίκιο δυνάμει της συμφωνίας τεκμήριο 1 και τούτο διότι δεν καταρτίστηκε νέα συμφωνία με άλλο ποσό. Συμφώνησε ακόμη ότι τα όσα προνοούνται στο τεκμήριο 1 αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου που ήταν πληρωτέο στο τέλος κάθε χρόνου που αυτή εβρίσκετο σε ισχύ, ως προνοείται στην παράγραφο 3 αυτής, ήταν τα συμφωνηθέντα και ότι πληρώθηκε όλα τα ποσά που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο και στα στοιχεία με αριθμούς 1-8 αυτής. Επίσης συμφώνησε ότι τα συγκεκριμένα ενοίκια κάλυπταν την περίοδο μέχρι και 31.5.2006 και τούτο διότι η παραγωγή του περβολιού καταλαμβάνει τρεις μήνες από τον ένα χρόνο και τρεις περίπου μήνες από τον επόμενο χρόνο, μπορεί δε να μείνει ο καρπός πάνω στα δέντρα και 15 μέρες ή ένα μήνα πέραν των τριών μηνών του επόμενου χρόνου και σε σπάνιες περιπτώσεις με ψεκασμό κάποιων φαρμάκων στα δέντρα, μέχρι και τέλος Μαΐου. Σε σχέση με το κατά πόσον καταρτίστηκε προφορική συμφωνία για την περαιτέρω ενοικίαση του κτήματος - φυτείας, από την Εναγόμενη Εταιρεία για άλλους έξι μήνες μετά την λήξη της ισχύος του τεκμηρίου 1, ανέφερε ότι δεν αποδέχτηκε και δεν καταρτίστηκε νέα συμφωνία είτε προφορική είτε γραπτή, διότι δεν συμφώνησε με το έγγραφο που είχε σαν ενοίκιο το ίδιο ποσό με αυτό του τεκμηρίου
- Τούτο είχε σαν συνέπεια μέχρι να καταρτιστεί νέα συμφωνία να περνά ο καιρός, να συνεχίσει να έχει την κατοχή, να ποτίζει τη φυτεία και να την λιπαίνει η Εναγόμενη Εταιρεία και τέλος να προβεί και σε συγκομιδή των καρπών για τους οποίους δεν πλήρωσε ποτέ οποιοδήποτε ποσό. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι το νέο έγγραφο του το έστειλε ο κ. Οικονόμου μετά που έληξε η ισχύς του τεκμηρίου 1 και για έξι μήνες προσπαθούσε τηλεφωνικώς να επικοινωνήσει με τον κ. Οικονόμου χωρίς όμως να καταφέρει να μιλήσει μαζί του γιατί η ιδιαίτερα του, του έλεγε πως έλειπε στην Αγγλία. Ακόμη ανέφερε ότι στους έξι αυτούς μήνες μίλησε πάρα πολλές φορές με τον επιστάτη της Εναγόμενης Εταιρείας, τον κ. Ανδρέα, χωρίς να υπάρξει κανένα αποτέλεσμα αφού δεν υπογράφηκε το σχετικό έγγραφο και δεν υπήρξε ανανέωση της ενοικίασης. Το ποσό των €3.758,92 (Λ.Κ.2,200.00) που διεκδικεί, ο Ενάγοντας επανέλαβε ότι αφορά το ενοίκιο για την νέα σοδειά της φυτείας που απέκοψε η Εναγόμενη Εταιρεία και που δεν καλυπτόταν από την συμφωνία τεκμήριο
- Σε υποβολή δε ότι το εν λόγω ποσό και η κατ' ισχυρισμό συμφωνία ανανέωσης της ενοικίασης και αφού η παραγωγή της φυτείας ολοκληρώνεται μέχρι και τον Μάιο του επόμενου έτους, δεν κάλυπτε όλη την εν λόγω περίοδο, απάντησε ότι ζητά να πληρωθεί για τη σοδειά που απέκοψε η Εναγόμενη Εταιρεία για την περίοδο πέραν της ημερομηνίας λήξης του τεκμηρίου
- Σε άλλη υποβολή ότι πουθενά στην έκθεση απαίτησης της αγωγής του δεν αναφέρεται σε εσοδεία αλλά ενοίκιο για την περίοδο από 22.12.2005 μέχρι 22.12.2006, απάντησε ότι απαιτεί το ποσό το συγκεκριμένο για τη σοδειά που πήρε η Εναγόμενη Εταιρεία χωρίς να καλύπτεται από οποιαδήποτε συμφωνία και έγγραφο αφού αυτή είχε την κατοχή του κτήματος- φυτείας και παρά τις προσπάθειες του τηλεφωνικώς δεν κατόρθωσε να μιλήσει με τον κ. Οικονόμου. Η ιδιαιτέρα δε του κ. Οικονόμου του έλεγε συνεχώς ότι αυτός ήταν στην Αγγλία και ότι διαχειριστής ήταν ο κ. Ανδρέας Περικλέους ο οποίος μπαινόβγαινε εντός του επιδίκου κτήματος - φυτείας, μέχρι που έκοψε και την επόμενη σοδειά και τούτο παρά την διαφωνία του Ενάγοντα. Απαντώντας σε ερώτηση πότε αντιλήφθηκε ότι έκοβαν τα φρούτα, ανέφερε ότι μόλις αντιλήφθηκε ότι έκοβαν τα φρούτα εκτός της ισχύος του τεκμηρίου 1 και χωρίς τη συγκατάθεση του αντέδρασε και τσακώθηκε με τον εκπρόσωπο της Εναγόμενης Εταιρείας στην Πάφο τον οποίο μάλιστα υπέδειξε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου (ο οποίος επισημαίνω στην συνέχεια κατέθεσε σαν Μ.Υ.1 και ήταν ο κ. Ανδρέας Περικλέους). Ο ίδιος δε είδε τους ανθρώπους της Εναγόμενης Εταιρείας να αποκόπτουν τους καρπούς της φυτείας μια ενέργεια την οποία όμως δεν θα χαρακτήριζε κλοπή. Απαντώντας επίσης σε ερώτηση για το πότε καταρτίστηκε η προφορική συμφωνία που επικαλείται στην έκθεση απαίτησης για καταβολή ποσού €3.758,92 (Λ.Κ.2,200.00) σαν ενοίκιο του κτήματος - φυτείας για την περίοδο 22.12.2005 μέχρι 22.12.2006, απάντησε ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της πενταετούς ισχύος του τεκμηρίου 1 μια μόνο φορά είδε τον κ. Οικονόμου διότι πάντοτε επικοινωνούσε μαζί του μέσω του εκπροσώπου του και ότι καμία γραπτή η προφορική συμφωνία είχε γίνει πέραν εκείνης που υπεγράφη, τεκμήριο
- Σε σχέση με το τεκμήριο 2 ανέφερε ότι το κατέθεσε στο Δικαστήριο για να αποδείξει ότι η Εναγόμενη Εταιρεία συνέχιζε να ποτίζει το κτήμα- φυτεία και μετά τη λήξη της ισχύος του τεκμηρίου 1 αφού επότιζε μέχρι και τον Αύγουστο του
- Αυτό φαίνεται στο τεκμήριο 2 αφού η ημερομηνία που γράφει σε αυτό είναι 11.8.
- Σε υποβολή δε ότι προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο με την αναφορά στην ημερομηνία 11.8.2006 διότι η εν λόγω ημερομηνία είναι ημερομηνία έκδοσης του τεκμηρίου 2, επέμενε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία συνέχισε να πληρώνει το νερό που κατανάλωνε κάτι που προκύπτει επίσης και από το συνολικό ποσό που πλήρωσε στο οποίο περιλαμβάνονται και τόκοι €29.51 σεντ αφού όφειλε και παλαιότερα διάφορα ποσά στο Τμήμα Υδάτων. Σε υποβολή δε ότι η απόδειξη τεκμήριο 2 αφορά την περίοδο κατανάλωσης από 1.5.2003 μέχρι 31.8.2003, απάντησε ότι το Τμήμα Υδάτων επειδή ο κ. Οικονόμου (η Εναγόμενη Εταιρεία) ήταν μεγαλέμπορος, του έκαμναν χατίρι και όταν τα περβόλια είχαν έτοιμους καρπούς δεν του έκοβαν το νερό για να μην καταστραφούν οι καρποί του και ότι ανεξάρτητα από το τι αναφέρεται στα τεκμήρια, η ουσία είναι πώς η Εναγόμενη Εταιρεία του χρωστά το ποσό που διεκδικεί με την αγωγή του για τη σοδειά μιας περιόδου από την φυτεία του κτήματος. Ο Ενάγοντας ανέφερε επίσης ότι η διάρκεια του τεκμηρίου 1 ήταν από την 1.11.1999 μέχρι 31.5.2006, η κάθε σεζόν περικλείει δυο χρονιές, αφού ο μισός καρπός της εσοδείας μπορεί να κοπεί εντός του ενός χρόνου και ο άλλος μισός τον επόμενο όταν δε είχε υπογραφεί το τεκμήριο 1 ο καρπός ήταν έτοιμος. Όσα δε ποσά αναφέρονται στο τεκμήριο 1 είναι πληρωμένα και απλήρωτο είναι το ποσό για την περίοδο μετά τη λήξη του τεκμηρίου
- Σε υποβολή ότι το τεκμήριο 1 κάλυπτε επτά καλλιεργητικές - καρποφόρους, περιόδους της φυτείας εντός του επιδίκου κτήματος απάντησε ότι η καρποφορία της τελευταίας σεζόν, παραμένει απλήρωτη και είναι για αυτή που ζητά το ποσό των €3.758,92 (Λ.Κ.2,200.00) αφού η Εναγόμενη Εταιρεία πήρε τους καρπούς για ακόμα ένα χρόνο χωρίς να πληρώσει. Συμφώνησε ακόμη ότι το συνολικό ποσό που έπρεπε να πληρωθεί με βάσει το τεκμήριο 1 ήταν Λ.Κ.15.800,00 το οποίο ποσό το έχει εισπράξει πλην όμως κάθε φορά που έπρεπε να πληρωθεί «του έψηναν το ψάρι στα χείλη». Σε υποβολή ότι το ποσό του ετήσιου ενοικίου με βάση το τεκμήριο 1 δεν είναι Λ.Κ.2200,00 αλλά Λ.Κ.2.257,00 απάντησε ότι όταν υπογράφτηκε το τεκμήριο 1 είχε και δεύτερο χωράφι με φυτεία μαντόρων και επειδή πήρε και τις μαντόρες η Εναγόμενη Εταιρεία, στο συνολικό τίμημα περιελήφθηκε και το τίμημα για τις μαντόρες. Σε υποβολή ότι η αξία του χωραφιού με τις μαντόρες δεν περιλαμβάνεται στο τίμημα που αναγράφεται στο τεκμήριο 1, ανέφερε ότι όλα τα ποσά που έλαβε από την Εναγόμενη Εταιρεία καταγράφονται στο τεκμήριο 1 και δεν πληρώθηκε αυτό της τελευταίας περιόδου. Σε υποβολή ότι για το χωράφι με τις μαντόρες υπογράφτηκε άλλο έγγραφο, τελικά συμφώνησε ότι στις 10.11.1999, ήτοι την ίδια ημερομηνία που υπογράφτηκε το τεκμήριο 1, υπογράφηκε και συμφωνία για τις μαντόρες την οποία και κατέθεσε σαν τεκμήριο
- Σε ερώτηση τι ποσό ζητούσε για να ανανεώσει την ισχύ του τεκμηρίου 1, απάντησε ότι επειδή ο κ. Οικονόμου δεν συναντήθηκε μαζί του αλλά του έστειλε ένα έγγραφο με τα ίδια ποσά που αναγράφοντο στο τεκμήριο 1 το οποίο και αρνήθηκε να υπογράψει, με επακόλουθο να περνά ο καιρός και να ωριμάσει η νέα εσοδεία την οποία και παρέλαβε η Εναγόμενη Εταιρεία, δεν κατέληξαν σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό. Σε υποβολή δε ότι έλαβε κατοχή του επιδίκου ακινήτου και της φυτείας στις 1.6.2006, απάντησε ότι την κατοχή αυτή την έλαβε όταν άλλαξε την κλειδωνιά. Σε άλλη υποβολή ότι για όσο χρονικό διάστημα το κτήμα - φυτεία, βρισκόταν στην κατοχή της Εναγόμενης είχε μεν καγκέλι αλλά όχι κλειδωνιά και ήταν ανοικτό συνέχεια, απάντησε ότι υπήρχε κλειδωνιά και έδωσε το κλειδί στον κ. Ανδρέα τον αντιπρόσωπο της Εναγόμενης Εταιρείας στην Πάφο και ως εκ τούτου αν κλείδωνε ή όχι ήταν θέμα δικής του ευθύνης. Ανέφερε περαιτέρω ότι όταν πήγε να αλλάξει την κλειδωνιά το καγκέλι ήταν ανοικτό και ξεκλείδωτο αφού η Εναγόμενη Εταιρεία είχε ήδη κόψει την σοδειά της σεζόν και δεν υπήρχε λόγος να το κλειδώσουν. Η αλλαγή δε της κλειδωνιάς έγινε όταν αρνούντο να τον πληρώσουν και μετά το τέλος της επόμενης σεζόν, ήτοι τον επόμενο χρόνο. Σε ερώτηση γιατί δεν πήγε να βάλει κλειδωνιά τον Ιούνιο 2006 εφόσον δεν συμφώνησε να ανανεωθεί η συμφωνία ενοικίασης, απάντησε ότι δεν το έκανε γιατί πίστευε πως θα κατέληγαν σε συμφωνία. Σε υποβολή ότι έλαβε άμεση κατοχή του κτήματος - φυτείας, αμέσως μετά τη λήξη του τεκμηρίου 1 απάντησε ότι διαφωνεί. Σε υποβολή δε ότι έλαβε όλα τα ποσά του τεκμηρίου 1 συμφώνησε διευκρινίζοντας ότι το ποσό που απαιτεί είναι για την επόμενη σεζόν. Σε υποβολή ότι την εσοδεία - παραγωγή της επόμενης σεζόν από την ημερομηνία λήξης του τεκμηρίου 1 δεν την έκοψε η Εναγόμενη Εταιρεία, επανέλαβε ότι έγινε όπως ανέφερε. Σε υποβολή δε ότι το τεκμήριο 2 κατατέθηκε στο Δικαστήριο για να το παραπλανήσει, απάντησε ότι δεν συμφωνεί αφού η Εναγόμενη Εταιρεία μετά τη λήξη του τεκμηρίου 1 συνέχιζε να διαχειρίζεται το κτήμα- φυτεία για ακόμα μια περίοδο και γι' αυτό κατέθεσε και το τεκμήριο
- Τέλος σε υποβολή ότι η περίοδος που αφορά η απόδειξη, τεκμήριο 2, είναι από 1.5.2003 μέχρι 31.8.2003 απάντησε ότι δεν ξέρει τι να πει, αυτό μπορεί να οφείλεται σε λάθος του Τμήματος Υδάτων και γι' αυτό μπορεί να ξαναζητήσει αποδείξεις αν χρειαστεί. Στην επανεξέταση του ο Ενάγοντας, Μ.Ε.1, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από τη συνήγορο του απάντησε ότι το ποσό που αξιώνει με την αγωγή του και την Έκθεση Απαίτησης του αφορά το συμβόλαιο που υπεγράφη για τη φυτεία πορτοκαλιών εντός του κτήματος - φυτεία, Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου για το πότε άλλαξε την κλειδωνιά και πήρε κατοχή του επίδικου κτήματος και φυτείας, ανέφερε ότι αυτό έγινε τον Μάιο του 2007 μετά που έκοψαν τους καρπούς. Επισημαίνω ότι δεν υπήρξε ερώτηση επί της ερώτησης του Δικαστηρίου ούτε από την συνήγορο του Ενάγοντα αλλά ούτε και από τον συνήγορο της Εναγόμενης εταιρείας. Ο Μ.Ε.2 κ. Μιχάλης Ττοφή στην κυρίως εξέταση του κατέθεσε γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του η οποία σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Έγγραφο Α, την οποία διάβασε και υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της ως τη μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του. Το περιεχόμενο της είναι καταγεγραμμένο και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Συνοπτικά ο Μ.Ε.2 αναφέρει σε αυτήν ότι εργάζεται στο Τμήμα Υδάτων Αρδευτικού Πάφου και είναι υπεύθυνος για την περιοχή Ανατολικού, Αρδευτική Περιοχή Κολώνης Πάφου. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι ο έλεγχος και η εποπτεία των υδρομετρητών καθώς και ο υπολογισμός των τόνων κατανάλωσης νερού σε αγροτικά τεμάχια. Στο τεμάχιο 8 δεκαρίων, στην τοποθεσία «Γωνιές», στην περιοχή Ανατολικού, της Επαρχίας Πάφου (το κτήμα-φυτεία»), υπάρχει υδρομετρητής, από τον οποίο μετά από έλεγχο στον Η/Υ της Υπηρεσίας του, φαίνεται ότι κατανάλωνε νερό μέχρι το Δεκέμβρη του 2006 η Εταιρεία Τ. & Μ. Οικονόμου & Υιός Λτδ. Προς τούτο δε είχε στην κατοχή του αντίγραφα τιμολογίων των μηνών Ιουλίου - Αυγούστου, Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου και Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου του 2006 τα οποία μπορεί να καταθέσει. Ο Ενάγοντας όταν ζήτησε από το Τμήμα του απόδειξη τελευταίας πληρωμής νερού δεν γνώριζε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε απλήρωτο οφειλόμενο νερό μέχρι το Δεκέμβριου του
- Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις της συνηγόρου του Ενάγοντα, ο Μ.Ε.2 κατέθεσε τρία τιμολόγια - λογαριασμούς παροχής νερού, σαν τεκμήριο 4α ημερομηνίας έκδοσης 16.10.2006, σαν τεκμήριο 4β ημερομηνίας έκδοσης 23.11.2006 και σαν τεκμήριο 4γ ημερομηνίας έκδοσης 11.4.
- Ακόμη ανέφερε ότι από τη στιγμή που η Εναγόμενη Εταιρεία δεν ενημέρωσε το Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων ότι σταμάτησε να αρδεύει το κτήμα - φυτεία, τότε θεωρείται ότι συνέχιζε την κατανάλωση μέχρις ότου εδίδετο η σχετική ειδοποίηση είτε από αυτή είτε από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου αν τίθεται ζήτημα ενοικίασης. Διευκρίνισε δε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν λήφθηκε ειδοποίηση από κανένα. Τέλος απαντώντας σε σχετική ερώτησε ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης του κτήματος - φυτείας, ανέλαβε ο ίδιος τον υδρομετρητή στις αρχές του 2007 όταν ενημερώθηκε από αυτόν ότι θα χρεώνεται ο ίδιος πλέον. Διευκρίνισε δε ότι δεν ήταν σε θέση γιατί δεν θυμόταν πότε έγινε η πρώτη χρέωση στον ιδιοκτήτη επισημαίνοντας ότι θα αφορούσε τον Απρίλιο - Μάιο και Ιούνιο που γινόταν η σχετική χρέωση. Στην αντεξέταση του ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι η αλλαγή της χρέωσης του λογαριασμού του κτήματος - φυτείας για το νερό από την Εναγόμενη Εταιρεία στο όνομα του Ενάγοντα έγινε αρχές του 2007 όταν αρχίζει η άρδευση και εξ όσων θυμάται ήταν μετά τον Απρίλιο του
- Επίσης ανέφερε ότι από την Εναγόμενη Εταιρεία δεν λήφθηκε ειδοποίηση για να σταματήσει η χρέωση της ίδιας σε σχέση με το συγκεκριμένο μετρητή και γι' αυτό συμφώνησε ότι ο λόγος που σταμάτησε η χρέωση να γίνεται στο όνομα της Εταιρείας ήταν οι οδηγίες που πήρε από τον ιδιοκτήτη του κτήματος - φυτείας, ο οποίος του ανέφερε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είχε πλέον την κατοχή. Περαιτέρω ανέφερε ότι αν δεν τον ενημέρωνε ο Ενάγοντας για να κάνει την αλλαγή σε σχέση με τη χρέωση του λογαριασμού, αν υπήρχε κατανάλωση θα συνέχιζε να χρέωνε την Εναγόμενη Εταιρεία. Αυτό θα γινόταν για όσο χρονικό διάστημα δεν λάμβανε οποιαδήποτε ειδοποίηση από οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα μέρη, όμως από τη στιγμή που ειδοποιήθηκε από τον ιδιοκτήτη έκανε τις ανάλογες αλλαγές. Ακόμη διευκρίνισε ότι έχουν επαφή με τους καταναλωτές του Τμήματος και τηλεφωνικά μπορούν και είναι σε θέση να διαπιστώσουν αν συγκεκριμένο πρόσωπο αρδεύει ή όχι κτήμα. Επειδή όμως η υπό αναφορά περίοδος ήταν από το μέσο της χρονιάς και επειδή η αρδευτική περίοδος ξεκινά από την 1η Ιανουαρίου ενός έτους μέχρι 31η Δεκεμβρίου του ιδίου έτους εξ ού και δίνεται έγκριση των τόνων κατανάλωσης νερού για το έτος, θεωρείται ότι η Εναγόμενη Εταιρεία άρδευε τη χρονιά αυτή, 2006, εφόσον δεν λήφθηκε ειδοποίηση ότι είχε σταματήσει. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσο προέβη σε οποιεσδήποτε επαφές ή τηλεφωνήματα με οποιοδήποτε εκπρόσωπο της Εναγόμενης Εταιρείας για να διαπιστώσει αν πότιζε μέχρι την 31.12.2006 το κτήμα - φυτεία, απάντησε ότι δεν χρειάστηκε να κάνει τέτοιες ενέργειες αφού ήταν στο μέσο της χρονιάς και οι επαφές γίνονταν αρχές της χρονιάς και τούτο διότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε ενοικιάσει το εν λόγω κτήμα για αριθμό ετών, χωρίς όμως να γνωρίζει πόσα και εφόσον δεν ειδοποιήθηκε από οποιοδήποτε συνεχίστηκε η χρέωση να γίνεται στην Εναγόμενη Εταιρεία. Σε υποβολή δε ότι αποκλειστικός λόγος που συνέχισε να χρεώνεται η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν γιατί δεν ειδοποιήθηκε από κανένα για να γίνει αλλαγή, απάντησε ότι είναι βέβαιος ότι συνέχισε να ποτίζει η Εναγόμενη Εταιρεία και αυτό το γνωρίζει γιατί περιοδεύει καθημερινά στην περιοχή του κτήματος - φυτεία και βλέπει τους καταναλωτές και αν αρδεύεται ένα τεμάχιο ή όχι, επειδή δε γνώριζε πως η Εναγόμενη Εταιρεία άρδευε το κτήμα - φυτεία για πολλά χρόνια, κατέληξε και στο συμπέρασμα ότι συνέχισε να το αρδεύει και στο δεύτερο εξάμηνο του
- Σε άλλη ερώτηση αν έβλεπε όταν του δόθηκαν οδηγίες από τον Ενάγοντα να αλλάξει το όνομα που θα χρεώνετο ο λογαριασμός, το κτήμα - φυτεία να ποτίζεται, απάντησε ότι στην εν λόγω περίοδο δεν γινόταν άρδευση λόγω του ότι είναι χειμερινή περίοδος και υπάρχει βροχόπτωση. Σε ερώτηση δε κατά πόσο το 2006 και το 2007 υπήρχε βροχόπτωση, απάντησε ότι το 2008 ήταν έτος ανομβρίας, το 2006 όπως και το 2005 υπήρξε βροχόπτωση, στο δε έτος 2004 είχε υπερχειλίσει και το φράγμα. Σε ερώτηση κατά πόσο σαν επιθεωρητής στο Τμήμα Υδάτων και νεροφόρος γνωρίζει κατά πόσο από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο γίνεται κατανάλωση νερού για δενδροειδείς καλλιέργειες οι οποίες αρδεύονται από το φράγμα, απάντησε ότι αν υπάρχει ανομβρία τότε γίνεται κατανάλωση εκτός από μια φυτεία εσπεριδοειδών των μαντόρων για την οποία γίνεται κατανάλωση. Ακόμα σε άλλη ερώτηση απάντησε ότι αν δεν υπάρχει βροχόπτωση και ένας παραγωγός θέλει να κάνει λίπανση τότε θα πρέπει να αρδεύσει και να πάρει νερό από το Τμήμα Υδάτων. Επίσης ότι αν υπάρχει ανομβρία κατά τη χειμερινή περίοδο οι καλλιέργειες δεν αρδεύονται την καλοκαιρινή περίοδο όπως όταν δεν υπάρχει ανομβρία, αλλά αρδεύονται και παίρνουν νερό μια φορά το μήνα. Σε υποβολή δε ότι από τον Ιανουάριο μέχρι και τέλος Απριλίου κάθε έτους οι καλλιέργειες εσπεριδοειδών χρειάζονται αρκετή κατανάλωση νερού λόγω των λιπάνσεων που γίνονται, απάντησε ότι υπό κανονικές καιρικές συνθήκες το Τμήμα Γεωργίας που είναι ο κύριος υπεύθυνος, με βάση των στατιστικών που τηρεί ανά περιοχή, δεν προτείνει κατανάλωση νερού για άρδευση στους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο. Σε υποβολή ότι ήρθε στο Δικαστήριο διατεταγμένος για να δώσει μαρτυρία η οποία να βοηθήσει τον Ενάγοντα, όπως του το ζήτησε, απάντησε ότι δεν αποδέχεται τη θέση αυτή και ότι μίλησε τηλεφωνικά με τη συνήγορο του Ενάγοντα η οποία τον ρώτησε αν μπορεί να δώσει μαρτυρία για τις συγκεκριμένες χρονικές περιόδους στην οποία ανέφερε πως θα συνεννοηθεί με τους προϊστάμενους του και αν δεν υπάρχει πρόβλημα να καταθέσει. Σε ερώτηση κατά πόσο το τι αναφέρει στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου Έγγραφο Α αντιπροσωπεύει δική του θέση ή αν του είπε κάποιος άλλος να το περιλάβει και να το καταγράψει σε αυτό, απάντησε ότι αυτό καταγράφηκε από τη συνήγορο του Ενάγοντα μετά που μίλησε μαζί της στο τηλέφωνο διότι ήταν ο ίδιος σαν ο νεροφόρος της περιοχής πού έκανε την σχετική χρέωση. Ακόμη σε υποβολή ότι αυτό το έβγαλε σαν συμπέρασμα επειδή η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν το πρόσωπο που βρισκόταν ο λογαριασμός επ ονόματι της, απάντησε ότι την χρέωση την έκανε πολύ πιο πριν ετοιμαστεί η Γραπτή του Δήλωση Τ.Α και συνεπώς απορρίπτει πλήρως και τους ισχυρισμούς ότι το έγραψε αυτό στην τελευταία παράγραφο του εν λόγω τεκμηρίου για να εξυπηρετήσει τον Ενάγοντα. Σε άλλη ερώτηση αν είδε κάποιον εκπρόσωπο της Εναγόμενης Εταιρείας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2006 να βρίσκεται εντός του κτήματος - φυτείας και να την ποτίζει ή αν απλά έβλεπε τη φυτεία να ποτίζεται, απάντησε ότι δεν είδε κανέναν να είναι μέσα στο κτήμα - φυτεία. Σε υποβολή δε ότι η μαρτυρία που δίδει με την τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου Έγγραφο Α την έδωσε καθ' υποβολή της πλευράς του Ενάγοντα, απορρίπτοντας τη θέση αυτή απάντησε ότι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση αφού είναι υπάλληλος του Δημοσίου και σε καμία περίπτωση στα 31 χρόνια της υπηρεσίας του αποδέχθηκε να προβεί σε τέτοιες ενέργειες. Ακόμα απορρίπτοντας σχετική υποβολή απάντησε ότι δεν υπήρχε και περίπτωση να παραπλανήθηκε από τον Ενάγοντα γιατί με τα 31 χρόνια υπηρεσίας που έχει είναι σε θέση να προβαίνει σε σωστή αξιολόγηση και για το πότε παραπλανιέται. Σε ερώτηση κατά πόσο κουβέντιασε με τον Ενάγοντα για την υπόθεση αυτή πρόσφατα και πριν να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, απάντησε ότι όταν του ζήτησε τα οφειλόμενα ποσά για το συγκεκριμένο λογαριασμό και πότε έγινε η τελευταία πληρωμή, μίλησαν και για την υπόθεση αυτή. Αναγνώρισε στην συνέχεια έγγραφο το οποίο του υπέδειξε ο συνήγορος της Εναγόμενης Εταιρείας το οποίο κατέθεσε σαν τεκμήριο 5, ήτοι βεβαίωση του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων ημερομηνίας 11.10.
- Ακολούθως συμφώνησε ότι το τεκμήριο 2 είναι απόδειξη πληρωμής νερού και ότι γι' αυτήν την απόδειξη είναι που γίνεται αναφορά στο τεκμήριο 5 και επίσης ότι η εν λόγω απόδειξη αφορά την περίοδο κατανάλωσης νερού από 1.5.2003 μέχρι 31.8.
- Σε ερώτηση πότε και από πού έμαθε τα όσα αναφέρει στην προτελευταία παράγραφο του τεκμηρίου έγγραφο Α, απάντησε ότι έμαθε πως η Εναγόμενη Εταιρεία είχε απλήρωτο και οφειλόμενο λογαριασμό νερού μέχρι τον Δεκέμβριο 2006, όταν τον επισκέφθηκε ο Ενάγοντας και ζήτησε από το ταμείο στοιχεία για την παροχή νερού εντός του κτήματος - φυτεία. Εκεί του αναφέρθηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε χρέος μέχρι το τέλος του 2006 διότι στο τιμολόγιο το οποίο πήρε ο Ενάγοντας και ήταν επ' ονόματι του δεν αναγραφόταν το χρέος της Εναγόμενης Εταιρείας, ήτοι της παροχής που ανήκε σε άλλον. Σε ερώτηση πως γνώριζε ο Ενάγοντας ότι είχε απλήρωτο λογαριασμό η Εναγόμενη Εταιρεία μέχρι το τέλος του 2006, απάντησε ότι ενημερώθηκε προς τούτο από το γραφείο της υπηρεσίας τους. Η πρώτη δε φορά που εκδόθηκε χρέωση στο όνομα του Ενάγοντα και που αφορούσε την κατανάλωση νερού Ιουλίου - Αυγούστου 2007, ήταν με το τιμολόγιο ημερομηνίας 24.9.
- Σε υποβολή ότι δεν είναι σε θέση να λέει ενόρκως ότι γνωρίζει πώς η Εναγόμενη Εταιρεία συνέχισε να καταναλώνει νερό για άρδευση στο κτήμα - φυτεία μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2006, απάντησε ότι αν δεν ήταν βέβαιος θα αναζητούσε άλλο καταναλωτή για να χρεώσει την κατανάλωση του νερού. Σε υποβολή ότι για το μόνο που μπορεί να είναι βέβαιος είναι ότι χρέωνε την Εναγόμενη Εταιρεία μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2006 και όχι ότι κατανάλωνε και πότιζε το κτήμα - φυτεία η ίδια, απάντησε ότι για το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων από το έτος 2000 και για έξι συνεχή χρόνια καταναλωτής του νερού για το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν η Εναγόμενη Εταιρεία και αυτό τα εξυπακούει όλα. Σε υποβολή ότι κακώς χρέωσε την Εναγόμενη Εταιρεία για το νερό που καταναλώθηκε για άρδευση του κτήματος - φυτείας για την περίοδο από 1.6.2006 μέχρι 31.12.2006 απάντησε ότι με βάση την εμπειρία που έχει στην εργασία του δεν νομίζει ότι έχει κάνει λάθος χρέωση. Τέλος, διαφώνησε σε υποβολή ότι για την εν λόγω περίοδο έπρεπε να χρεώσει τον Ενάγοντα ο οποίος κατανάλωσε την εν λόγω ποσότητα νερού. Επανεξέταση δεν υπήρξε. Ο Μ.Ε.2 απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του έγιναν από το Δικαστήριο απάντησε ότι δεν τηλεφώνησε σε καμία περίπτωση στην Εναγόμενη Εταιρεία για να διαπιστώσει αν αυτή συνέχισε να αρδεύει το κτήμα - φυτεία και ότι κατά τις επισκέψεις του στο κτήμα - φυτεία δεν έβλεπε κάποιον εκπρόσωπο της Εναγόμενης Εταιρείας να αρδεύει το χωράφι. Επισημαίνω ότι δεν υπήρξε ερώτηση επί των ερωτήσεων του Δικαστηρίου ούτε από την συνήγορο του Ενάγοντα αλλά ούτε και από τον συνήγορο της Εναγόμενης εταιρείας. Ο Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ήταν ο επιστάτης της Εναγόμενης Εταιρείας από το έτος 1983 μέχρι και το 2009 και για την παρούσα υπόθεση ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε σαν τεκμήριο Έγγραφο Β την οποία διάβασε και υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της, σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το περιεχόμενο της είναι καταγεγραμμένο και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Συνοπτικά ο M.Y.1 αναφέρει σε αυτήν ότι η Εναγόμενη Εταιρεία μεταξύ άλλων ενοικίαζε κήπους εσπεριδοειδών και ασχολείτο με την εμπορεία εσπεριδοειδών. Για όσο δε χρονικό διάστημα εργαζόταν στην Εναγόμενη Εταιρεία ήταν επιστάτης και υπεύθυνος του αγροκτήματος το οποίο αυτή διατηρεί στην Αναρίτα της Πάφου. Στο εν λόγω αγρόκτημα η Εναγόμενη Εταιρεία διατηρούσε συσκευαστήριο - κέντρο διαλογής και είχε ο ίδιος την ευθύνη να φροντίζει γι αυτό ως επίσης και τους κήπους που ενοικίαζε η Εναγόμενη Εταιρεία με ψεκασμούς, ποτίσματα, λιπάνσεις και εκκοπές του καρπού. Επίσης είχε την ευθύνη ο ίδιος για την συσκευασία των φρούτων και παράδοση τους στους πελάτες της Εναγόμενης Εταιρείας, χονδρέμπορους της Κυπριακής Αγοράς. Για βοηθούς του ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είχε αρκετούς αλλοδαπούς που εργοδοτούντο από την Εναγόμενη Εταιρεία. Τον Νοέμβριο 1999 ο διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας κ.Γιώργος Οικονόμου, του απέστειλε δύο συμβόλαια υπογεγραμμένα από τον ίδιο για λογαριασμό της Εναγόμενης Εταιρείας εις διπλούν, με οδηγίες να βρει τον Ενάγοντα και αφού τα υπόγραφε και αυτός να έδιδε το ένα αντίγραφο στον Ενάγοντα και το άλλο να το επέστρεφε στον κ. Οικονόμου. Τα εν λόγω έγγραφα είναι αυτά που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο σαν τεκμήρια και το πρώτο αφορούσε φυτεία Μαντόρων της παραγωγής του έτους 2000 και το άλλο φυτεία πορτοκαλιών ποικιλίας «Μέρλυν» και αφορούσε την παραγωγή από 10.11.1999 μέχρι 31.5.2006 συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής του 1999, με συνολική συμφωνηθείσα αξία το ποσό των Λ.Κ. 15.800,
- Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία από τον ίδιο με χρήματα που του απέστελλε ο εργοδότης του και παρέδιδε στον Ενάγοντα. Μετά τη λήξη του συμβολαίου για τα πορτοκάλια «Μέρλυν» στις 31.5.2006, ο κ. Οικονόμου του έστειλε νέο συμβόλαιο για να το υπογράψει ο Ενάγοντας, όμως αυτός δεν το υπόγραψε διότι ζητούσε περισσότερα λεφτά με επακόλουθο ο κ. Οικονόμου να του δώσει οδηγίες να σταματήσει να φροντίζει τον κήπο του Ενάγοντα καθότι ήταν ασύμφορο για αυτόν με ψηλότερο τίμημα. Τούτο ανέφερε στον Ενάγοντα και σταμάτησε να φροντίζει τον κήπο του ο οποίος είχε μεν καγκέλι όμως ήταν χωρίς κλειδί και ήταν συνέχεια ανοικτό και γι' αυτό δεν χρειάστηκε να του επιστρέψει κλειδιά αφού ουδέποτε τους είχε δώσει όταν επέστρεψε την κατοχή σε αυτόν. Μετά τις 31.5.2006 ο Μ.Υ. 1 ανέφερε ότι ουδέποτε φρόντισε τον κήπο του Ενάγοντα ούτε και έκοψε την εσοδεία του επόμενου χρόνου όπως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας και προς τούτο είναι απόλυτα σίγουρος αφού αυτός ήταν ο αποκλειστικός υπεύθυνος των εργασιών της Εναγόμενης Εταιρείας στην Πάφο. Ούτε και η Εναγόμενη Εταιρεία έκοψε τα φρούτα του Ενάγοντα για την περίοδο από 1.6.2006 μέχρι 22.12.2006 όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας στην αγωγή του. Επίσης ο Μ.Υ. 1 αναφέρει ότι πότιζε ο ίδιος το περιβόλι του Ενάγοντα από τον υδρομετρητή Η55/1/6 του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, σταμάτησε δε να το ποτίζει από την 31.5.
- Ως εκ τούτου αν υπάρχουν χρεώσεις νερού στο όνομα της Εναγόμενης Εταιρείας πέραν της περιόδου αυτής αυτό πρέπει να έγινε κατά λάθος διότι ο Ενάγοντας άργησε να εγγράψει το νερό επ' ονόματι του ή στον νέο ενοικιαστή αν το ενοικίασε σε άλλον. Επίσης ο Μ.Υ. 1 αναφέρει στο τεκμήριο Έγγραφο Β, ότι δεν αποτάθηκε ο ίδιος στο Τμήμα Υδάτων για να ξεχρεώσει το νερό από την Εναγόμενη Εταιρεία διότι ανέμενε να το κάνει αυτό ο ίδιος ο Ενάγοντας. Όσον αφορά την απόδειξη Τεκμήριο 2 που παρουσίασε ο Ενάγοντας ημερομηνίας 11.8.2006, αφορά απόδειξη πληρωμής για την περίοδο κατανάλωσης νερού από 1.5.2003 μέχρι 31.8.2003, ήτοι περίοδο που καλύπτεται από την συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 10.11.1999 και προς τούτο έχει σχετική βεβαίωση του Τμήματος Υδάτων. Επίσης ανέφερε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία έχει τηρήσει πλήρως τις υποχρεώσεις της και δεν οφείλει τίποτα στον Ενάγοντα κάτι το οποίο γνωρίζει αφού ο ίδιος ήταν ο άνθρωπος της Εναγόμενης Εταιρείας στην Πάφο και αυτός χειριζόταν αποκλειστικά όλα τα θέματα εκκοπών και περιποίησης κήπων. Εν κατακλείδι αναφέρει ότι δεν έγινε καμία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων πέραν των δύο γραπτών συμφωνιών που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και ότι από τον Μάρτιο 2010 ο ίδιος σταμάτησε να εργάζεται στην Εναγόμενη Εταιρεία λόγω πλεονασμού. Ακολούθως απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου της Εναγόμενης Εταιρείας αναγνώρισε την βεβαίωση για την οποία κάνει αναφορά στην προτελευταία παράγραφο της γραπτής του δήλωσης τεκμήριο Έγγραφο Β, την οποία κατέθεσε και έγινε τεκμήριο
- Ο Μ.Υ.1 στην αντεξέταση του απαντώντας σε υποβολές και ερωτήσεις της συνηγόρου του Ενάγοντα ανέφερε ότι τα καθήκοντα του σαν υπάλληλος της Εναγόμενης Εταιρείας ήταν να φροντίζει τους κήπους ήτοι την άρδευση και την εκκοπή των καρπών. Το συγκεκριμένο κτήμα - φυτεία, το πότιζαν με τον μετρητή του Τμήματος Υδάτων με αριθμό Η55/1/
- Η άρδευση του κτήματος - φυτείας γινόταν με σύστημα mini - springler το οποίο σύστημα ήταν τοποθετημένο κατά το χρόνο ενοικίασης του κτήματος - φυτείας. Ότι για να αρχίσουν να ποτίζονται τα δέντρα της επίδικης φυτείας έπρεπε να περάσουν περίπου δέκα λεπτά από την στιγμή που άνοιγε τον μετρητή στον οποίο χρόνο συμπεριλαμβάνετο και το άνοιγμα του μοχλού του μετρητή. Το κτήμα - φυτεία εποτίζετο μία φορά την εβδομάδα και ο ίδιος μετέβαινε σε αυτό όποτε ποτιζόταν, όποτε εγίνετο ψεκασμός στη φυτεία και όταν εγίνοντο οι εκκοπές του καρπού. Το πρόσωπο δε που κατέγραφε την κατανάλωση της ποσότητας ύδατος δεν το είδε κατά τις επισκέψεις του στο κτήμα - φυτεία, σε καμία περίπτωση. Ότι ο κ. Οικονόμου έστειλε για υπογραφή νέο συμβόλαιο στον Ενάγοντα την 31.5.2006 το οποίο όμως ο Ενάγων δεν υπέγραψε γιατί ζητούσε περισσότερα χρήματα για την ενοικίαση του κτήματος - φυτείας. Μετά δε τη λήξη της ισχύος του συμβολαίου ενοικίασης, Τ.1, δεν πήγε ξανά στο κτήμα - φυτεία για να φροντίσει τον κήπο. Όσον δε αφορά το ζήτημα της ακύρωσης της χρέωσης για την κατανάλωση ύδατος μετά τη λήξη του συμβολαίου ενοικίασης, σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν μετέβη στο Τμήμα Υδάτων ο ίδιος για να προβεί στην ακύρωση αυτή διότι τούτο ήταν θέμα του κ. Δημητράκη (Ενάγοντα). Σε υποβολή ότι δεν μετέβη στο Τμήμα Υδάτων για να ακυρώσει τη χρέωση της κατανάλωσης ύδατος στο όνομα της Εναγόμενης Εταιρείας γιατί συνέχιζε να ποτίζει το κτήμα - φυτεία, με σκοπό να περισυλλέξει τη σοδειά και της επόμενης σαιζόν, απάντησε ότι ούτε είχε πάει να ποτίσει μετά τη λήξη της αρχικής συμφωνίας ούτε και έκαμε εκκοπή των φρούτων (καρπού) του κτήματος - φυτείας για τη σαιζόν όπως ισχυρίζεται ο Ενάγων. Σε υποβολή ότι σαν υπεύθυνο πρόσωπο που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη Εταιρεία είχε υποχρέωση για να προστατεύσει τα συμφέροντα της να μεταβεί ο ίδιος στο Τμήμα Υδάτων για να διακοπεί η χρέωση της κατανάλωσης του ύδατος για άρδευση του κτήματος - φυτείας, απάντησε ότι και για τους άλλους κήπους (φυτείες) που ενοικίαζε η Εναγόμενη Εταιρεία το θέμα της χρέωσης του νερού το διευθετούσε ο ιδιοκτήτης των φυτειών, από τους οποίους τις ενοικίαζαν. Τέλος, σε υποβολή ότι συνέχισε να ποτίζει τη φυτεία του κτήματος - φυτείας για να περισυλλέξει τα πορτοκάλια και της επόμενης περιόδου από τη λήξη της αρχικής συμφωνίας, αρνούμενος την εν λόγω υποβολή επανέλαβε ότι μετά τη λήξη της αρχικής συμφωνίας, ήτοι μετά την 31.5.2006 δεν πήγε στο κτήμα - φυτεία για να ποτίσει και να κάμει εκκοπή του καρπού. Επανεξέταση δεν υπήρξε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.1, στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Όμως η μαρτυρία του έρχεται σε πλήρη διάσταση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην έκθεση απαίτησης του. Ενώ στην έκθεση απαίτησης του προβάλλει τον ισχυρισμό, ο οποίος αποτελεί και την νομική βάση της αγωγής, ότι υπήρξε παράβαση όρων συμφωνίας ενοικίασης του κτήματος - φυτείας, στην κυρίως εξέταση του αλλά και στην αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι όχι μόνο δεν υπήρξε ανανέωση της ισχύος του Τ.1 αλλά και ότι δεν καταρτίστηκε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία ενοικίασης, είτε γραπτή είτε προφορική, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα πέραν της περιόδου ισχύος της αρχικής συμφωνίας Τ.
- Επίσης με μία σε πλήρη αντίφαση με την νομική βάση της αξίωσης του μαρτυρία, αιτιολόγησε την αξίωση του για καταβολή του ποσού που αναφέρει ότι του οφείλεται από την Εναγόμενη Εταιρεία, λόγω της μη καταβολής σε αυτόν όχι συμφωνηθέντος ενοικίου αλλά της αξίας της επόμενης από την περίοδο πού ίσχυε το Τ.1 εσοδείας του κτήματος - φυτείας. Παρά την σοβαρή αυτή αντίφαση, έχοντας υπόψη τον αυθόρμητο και φυσικό τρόπο με τον οποίο απαντούσε αλλά και το ότι οι απαντήσεις του ήταν πασιφανές ότι δεν βοηθούσαν την ίδια την υπόθεση του, κρίνω ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ανταποκρίνεται στην αλήθεια και το αποδέχομαι. Δεν αποδέχομαι όπως άλλωστε και ο ίδιος τελικά συμφώνησε, ότι το Τ.2 αφορά απόδειξη πληρωμής λογαριασμού νερού για την περίοδο Αυγούστου
- Ακόμη δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία πλήρωσε για την κατανάλωση νερού για την άρδευση του κτήματος - φυτείας για τις περιόδους που αφορούν τα Τ4(α), Τ4(β) και 4(γ), που είναι καταστάσεις λογαριασμών και όχι αποδείξεις πληρωμών. Βεβαίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας του που αφορά ισχυρισμό για οφειλή εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας υπό μορφή ενοικίου αφού ως άνωθι αναφέρεται ο ίδιος ανέτρεψε τον ισχυρισμό του αυτό. Ο Μ.Ε.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Απαντούσε ευθέως χωρίς δισταγμό και με απόλυτη σαφήνεια για τα όσα ο ίδιος γνώριζε για την παρούσα υπόθεση και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ακόμη δεν έχει καταδειχθεί ότι είχε οποιοδήποτε συμφέρον η λόγο που να επηρέασε την μαρτυρία του προς όφελος του Ενάγοντα. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να υποστηρίζει την υποβολή του συνηγόρου της Εναγόμενης Εταιρείας πως η μαρτυρία που έδωσε ο Μ.Ε.2 ήταν κατασκευασμένη και εντεταλμένη, για να εξυπηρετήσει τον Ενάγοντα. Μετά από μία τέτοια υποβολή αναμενόμενο ήταν να προσκομιστεί από πλευράς της Εναγόμενης Εταιρείας μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση αυτή η τουλάχιστον να επισημανθούν εκείνα τα σημεία από την προσκομισθείσα μαρτυρία που καταδεικνύουν η τουλάχιστον από τα οποία μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Τίποτα όμως από αυτά δεν έγινε με επακόλουθο η υποβολή αυτή και ο ισχυρισμός όπως ετέθη να παραμείνει ατεκμηρίωτος. Επισημαίνω δε ότι δεν έγινε παρόμοια υποβολή προς τον Ενάγοντα έτσι ώστε να δοθεί και η ευκαιρία σε αυτόν να τοποθετηθεί επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Αντιθέτως ο Μ.Ε.2 με τα όσα ανεπιτήδευτα ανέφερε και με τον απόλυτα φυσικό και χωρίς δισταγμούς τρόπο που απαντούσε τον καθιστούν μάρτυρα της αλήθειας και αξιόπιστο. Από την μαρτυρία του επισημαίνω ότι παραδέκτηκε πώς η χρέωση του λογαριασμού για τον μετρητή ύδατος από τον οποίο αρδεύετο το κτήμα - φυτεία για την περίοδο Ιουνίου - Δεκεμβρίου 2006 εγίνετο στο όνομα της Εναγόμενης Εταιρείας επειδή δεν ειδοποιήθηκαν για οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με το πρόσωπο που κατανάλωνε το νερό και ότι ο ίδιος δεν είδε κάποιο πρόσωπο εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας να ποτίζει το επίδικο κτήμα - φυτεία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Αυτό το στοιχείο δείχνει ότι δεν έδωσε μαρτυρία για να εξυπηρετήσει την υπόθεση του Ενάγοντα αφού κάτι που υπαγορεύει η κοινή λογική, αν αυτός ήταν ο σκοπός του θα μπορούσε κάλλιστα στην σχετική ερώτηση να απαντήσει ότι έβλεπε συνεχώς σε όλες του τις επισκέψεις στο επίδικο κτήμα - φυτεία, πρόσωπα εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας να το αρδεύουν. Επίσης το ίδιο θα μπορούσε να αναφέρει και στην διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου για το ίδιο ζήτημα. Από την άλλη βεβαίως η 31 χρόνων εμπειρία του στην συγκεκριμένη υπηρεσία η οποία δεν αμφισβητήθηκε, του δίνει το δικαίωμα το οποίο και του αναγνωρίζω να καταλήγει στα ορθά συμπεράσματα τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τις ποσότητες και περιόδους που αρδεύουν συγκεκριμένα κτήματα εντός της εδαφικής περιοχής πού είναι υπεύθυνος, νοουμένου ότι δίδει προς τούτο τα απαραίτητα στοιχεία και λόγους πού το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει την ορθότητα τους. Επί τη βάσει των όσων έχει θέσει ενώπιον μου και έχω αποδεχθεί ο Μ.Ε.2, κρίνω ότι είπε την αλήθεια και ότι το συμπέρασμα του αναφορικά για το ποίος είχε την κατοχή και κατανάλωση του νερού για το κτήμα- φυτεία ως ορθό. Ο Μ.Υ.1 παρά το ότι δεν έχει περιπέσει σε αντιφάσεις, αφού δεν εντόπισα τέτοιες, εντούτοις και έχοντας κατά νου τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και τη συμπεριφορά του εν λόγω μάρτυρα στο εδώλιο ενώ έδιδε μαρτυρία, αλλά και το γεγονός ότι βρισκόταν συνεχώς εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Ενάγοντα στις 30.9.2010 και στις 14.10.2010, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του σε αμηχανία και προσπαθούσε συνεχώς να απαντά με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην ξεφύγει έστω και κατ' ελάχιστο από το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, μια προσπάθεια που κατέστησε τον τρόπο πού έδιδε μαρτυρία σαν μη φυσικό και καθ' όλα επίπλαστο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι η κατοχή του κτήματος - φυτείας παραδόθηκε στον Ενάγοντα αμέσως μετά τη λήξη της ισχύος της συμφωνίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός σαν ανταποκρινόμενος στην αλήθεια αφού δεν έκαμε καμία αναφορά για την ημερομηνία παράδοσης αλλά ούτε και για τον τρόπο παράδοσης, παρά το ότι ο συνήγορος της Εναγόμενης εταιρείας σε υποβολή προς τον Ενάγοντα καθόρισε σαν ημερομηνία παράδοσης της κατοχής την 1.6.
- Η δικαιολογία δε που έδωσε γιατί δεν μερίμνησε σαν ο αποκλειστικά υπεύθυνος στην Επαρχία Πάφου της Εναγόμενης Εταιρείας, να μεταβεί στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων αμέσως μετά τη λήξη της συμφωνίας για να αλλάξει το όνομα του καταναλωτή για τον υδρομετρητή Η55/1/6, επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τούτο διότι αυτός ο ισχυρισμός έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη κοινή λογική λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του γεγονότος ότι με δική του παραδοχή ο Μ.Υ.1, αναγνώρισε ότι δεν κατέληξαν με τον Ενάγοντα σε οποιαδήποτε συμφωνία για επέκταση της περιόδου ισχύος της αρχικής συμφωνίας ή κατάρτιση νέας. Ακόμη και εφόσον στις 11.8.2006 ήτοι τρεις μήνες μετά τη λήξη της αρχικής συμφωνίας εξόφλησε τον λογαριασμό για προηγούμενες περιόδους, βλ. Τ.2 και Τ.5, εύκολα μπορούσε να διαπιστώσει ο Μ.Υ.1 ότι ο λογαριασμός εξακολουθούσε να ευρίσκεται επ' ονόματι της Εναγόμενης Εταιρείας έτσι ώστε να προέβαινε σε όλες εκείνες τις ενέργειες ή και παραστάσεις προς τον Ενάγοντα και στο Τμήμα Υδάτων, για να γίνει η σχετική αλλαγή. Επισημαίνω επίσης ότι η διαφωνία στην υπογραφή και κατάρτιση νέας συμφωνίας η επέκτασης της αρχικής, προέκυψε άμεσα και αμέσως μετά την λήξη της αρχικής και συνακόλουθα τον Αύγουστο 2006 όταν μετέβη στο Τμήμα Υδάτων γνώριζε περί τούτου αφού αυτός ήταν και το πρόσωπο, όπως ο ίδιος ανέφερε που ερχόταν σε επαφή με τον Ενάγοντα. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.1 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και τούτο με απώτερο στόχο και σκοπό να εξυπηρετήσει την Εναγόμενη Εταιρεία έτσι ώστε αυτή να αποφύγει τις όποιες συνέπειες για την μετά τη λήξη της ισχύος της αρχικής συμφωνίας συμπεριφορά και ενέργειες της εντός του κτήματος- φυτείας. Για την δυνατότητα μου δε να λάβω υπόψη μου μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψω μέρος, οποιουδήποτε μάρτυρα έχω αντλήσει καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 391,395 και 396, στην οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212 και Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257,
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αξίωση του Ενάγοντα ως εκτίθεται στην έκθεση απαίτησης του, εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας βασίζεται στην διεκδίκηση αποζημιώσεων λόγω της κατ' ισχυρισμό παράβασης των όρων συμφωνίας ενοικίασης του κτήματος - φυτείας για την περίοδο 22.12.2005 - 22.12.2006 . Ήτοι η νομική βάση αυτής βασίζεται στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.
- Το βάρος απόδειξης (burden of proof), σε αστικές υποθέσεις είναι πάντα στους ώμους του Ενάγοντα. Ο δε συνήθης βαθμός ή επίπεδο απόδειξης (standard of proof), σε αστικές υποθέσεις είναι αυτός του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ("preponderance of probability", "balance of probabilities"). Όπως αναφέρει ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου κ. Τάκης Ηλιάδης στο σύγγραμμα του «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Έκδοση 1994, στη σελίδα 63: «Το βάρος απόδειξης (onus probandi) είναι μία νομική έκφραση που υποδηλεί την υποχρέωση πού έχει ένας διάδικος να αποδείξει ένα γεγονός η γεγονότα. Η υποχρέωση αυτή περικλείει τη παρουσίαση μαρτυρίας σε μία προσπάθεια απόδειξης ενός γεγονότος για το οποίο προβάλλεται ένας ισχυρισμός. ......................................................... Ένα επακόλουθο της ύπαρξης του κανόνα είναι ότι σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ως προς το ποιά εκδοχή θα αποδεχθεί, το αποτέλεσμα δεν θα είναι "ισοπαλία", αλλά ο διάδικος που είχε το βάρος απόδειξης θα χάσει την υπόθεση του.» Επίσης στην σελίδα 65 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: «Το βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις βασίζεται πάνω στην απλή πιθανολόγηση. Με άλλα λόγια η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα μπορέσει να παρουσιάσει μαρτυρία που θα έχει μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από εκείνη του αντιδίκου του, αν δηλαδή μπορέσει να αποδείξει ότι η δική του εκδοχή σχετικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά εκείνη του αντιδίκου του. Όπως το έχει θέσει ο Γ.Κακογιάννης, "Αν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η μαρτυρία μπορούσε να υλοποιηθεί και να μπει στην ζυγαριά, θα κέρδιζε εκείνος ο διάδικος που η μαρτυρία του θα είχε το μεγαλύτερο βάρος."» Επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 67, στη 2η παράγραφο από την αρχή της σελίδας, αναφέρονται τα εξής: «Αν η αγωγή βασίζεται πάνω σε διάρρηξη συμβολαίου ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει τη σύναψη της συμφωνίας, τη διάρρηξη που παρατηρήθηκε και το ύψος των ζημιών πού έχει υποστεί.» Στην απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη υπόθεση Anastassis Loizou v. Charilaos Soleas
(1983)1 B C.L.R 982, σελίδες 987, 988 και 989 σχετικά με τι ίδιο ζήτημα, αναφέρθηκαν τα εξής: «We have perused carefully the judgment of the trial Court and have examined the way in which the medical evidence adduced before it has been evaluated; and in this respect we have borne duly in mind that in civil cases, such as the present one, the standard of proof is that of the balance of probabilities, as it is to be clearly derived from the case-law which is referred to hereinafter: In Lancaster v. Blackwell Colliery Co. Lim., [1920] 89 L.J.K.B. 609, Lord Chancellor stated the following (at p. 611): "If the facts proved give rise to conflicting inferences of equal degrees of probability, so that the choice between them is a mere matter of conjecture, then, of course, the applicant fails to prove his case, because it is plain that the onus in these matters is upon him. But where the known facts are not equally consistent, but there is ground for comparing and balancing probabilities, as to their respective value, and a reasonable man might hold that the conclusion for which the applicant contends is the more probable, then the arbitrator is justified in drawing an inference in his favour". In Miller v. Minister of Pensions, [1947] 2 All E.R. 372, Denning J, as he then was, said (at pp. 373-374): ""That degree is well settled. It need not reach certainty, but it must carry a high degree of probability. Proof beyond reasonable doubt does not mean proof beyond the shadow of a doubt. The law would fail to protect the community if it admitted fanciful possibilities to deflect the course of justice. If the evidence is so strong against a man as to leave only a remote possibility in his favour which can be dismissed with the sentence 'of course it is possible, but not in the least probable', the case is proved beyond reasonable doubt, but nothing short of that will suffice. 2. In cases falling under art. 4
(2)and art. 4
(4)(which are generally cases where the man was fit on his discharge, but incapacitated later by a disease) there is no compelling presumption in his favour, and the case must be decided according to the preponderance of probability. If at the end of the case the evidence turns the scale definitely one way or the other, the tribunal must decide accordingly, but if the evidence is so evenly balanced that the tribunal is unable to come to a determinate conclusion one way or the other, then the man must be given the benefit of the doubt. This means that the case must be decided in favour of the man unless the evidence against him reaches the same degree of cogency as is required to discharge a burden in a civil case. That degree is well settled. It must carry a reasonable degree of probability, but not so high as is required in a criminal case. If the evidence is such that the tribunal can say: 'We think it more probable than not', the burden is discharged, but, if the probabilities are equal, it is not".» Συνακόλουθα για να επιτύχει ο Ενάγοντας στην έκδοση απόφασης προς όφελος του στην παρούσα αγωγή δυνάμει των δικογραφημένων ισχυρισμών του και βάση αγωγής, θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία: α. Ότι κατά τον ουσιώδη και επίδικο χρόνο εβρίσκετο σε ισχύ σύμβαση με συμβαλλόμενους τους διαδίκους είτε προφορική είτε γραπτή. β. Τους όρους της σύμβασης. γ. Ότι η Εναγόμενη Εταιρεία επέδειξε παραβατική συμπεριφορά και συμπεριφορά που ανάγεται σε μη τήρηση των όρων της συμφωνίας. δ. Την ζημιά και ή απώλεια που υπέστη συνεπεία της παράβασης των όρων της συμφωνίας από την Εναγόμενη Εταιρεία η οποία προέκυψε φυσικά και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνάπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Από την ενώπιον μου μαρτυρία και επί τη βάση της αξιολόγησης μου αναφορικά με τους μάρτυρες του Ενάγοντα και της Εναγόμενης Εταιρείας και την κρίση μου σε σχέση με την αποδοχή και αξιοπιστία αυτής, έχω καταλήξει στα πιο κάτω ευρήματα: Ότι ο Ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν το πρόσωπο που εδικαιούτο στην κατοχή ενός αγροκτήματος 8 δεκαρίων στην περιοχή Ανατολικού στην Πάφο, τοποθεσία «Γωνιές», το οποίο ήταν δεντροφυτεμένο με εσπεριδοειδή, ήτοι πορτοκαλιές ποικιλίας «Μέρλυν» ( «το κτήμα - φυτεία»). Ότι η Εναγόμενη Εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη δεόντως σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία, ασχολούμενη μεταξύ άλλων με την αγορά καρπών από φυτείες σε διάφορες επαρχίες της Κύπρου, με γραφείο στην Λεμεσό. Ότι κατά την 10.11.1999 μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης Εταιρείας υπεγράφη η αρχική συμφωνία Τ.1, με την οποία ο Ενάγοντας ενοικίασε στην Εναγόμενη Εταιρεία το κτήμα - φυτεία για την περίοδο από 10.11.1999 μέχρι και την 31.5.2006 έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των £15.800,00 ήτοι €26.995,90, το οποίο ήταν πληρωτέο σε οκτώ συμφωνηθείσες δόσεις ως προβλέπεται στον όρο 3 αυτής. Το περιεχόμενο της αρχικής συμφωνίας είναι αποδεκτό και αδιαμφισβήτητο και συνακόλουθα αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι αποτελεί και αντικατοπτρίζει πλήρως τα όσα οι συμβαλλόμενοι διάδικοι στην παρούσα, είχαν συμφωνήσει. Η Εναγόμενη Εταιρεία έλαβε κατοχή του κτήματος - φυτείας και η αρχική συμφωνία τέθηκε σε εφαρμογή και αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι εξετέλεσαν πλήρως τις υποχρεώσεις και εφάρμοσαν τα δικαιώματα τους που επήγαζαν εξ αυτής. Το πρόσωπο το οποίο ερχόταν σε επαφή, συνομιλούσε και έβλεπε τον Ενάγοντα ήταν κατά πάντα επίδικο χρόνο ο Μ.Υ1, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο στο οποίο παρέδωσε την κατοχή του κτήματος - φυτείας ο Ενάγοντας. Ακόμη ο Μ.Υ.1 ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν όλα τα ζητήματα που αφορούσαν το κτήμα - φυτεία και αυτός ήταν ο αποκλειστικά υπεύθυνος για την άρδευση, λύπανση, περιποίηση, ψέκασμα και εκκοπή του καρπού της εντός του κτήματος φυτείας πορτοκαλιών «Μέρλυν». Μετά τη λήξη της αρχικής συμφωνίας απεστάλη από την Εναγόμενη Εταιρεία μέσω του Μ.Υ.1, προς τον Ενάγοντα νέο έγγραφο με το οποίο έγινε πρόταση για να καταρτιστεί νέα συμφωνία, πρόταση όμως την οποία ο Ενάγοντας απέρριψε αφού στο έγγραφο που του είχε αποσταλεί από τον κ. Οικονόμου, διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας, αναφερόταν ως ενοίκιο που θα καταβάλλετο, το ίδιο με αυτό της αρχικής συμφωνίας η οποία έληξε στις 31.5.
- Ο Ενάγοντας προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Εναγόμενη Εταιρεία και τον διευθυντή της κ. Οικονόμου για να συζητήσουν και να καταλήξουν σε συμφωνηθέντες όρους για την κατάρτιση της νέας συμφωνίας όμως αυτή η προσπάθεια δεν έφερε αποτέλεσμα με επακόλουθο να μην γίνει και να μην υπογραφεί νέα συμφωνία. Ο Ενάγοντας επίσης μιλούσε τηλεφωνικώς και συζητούσε, επανειλημμένως σε σχέση με το ζήτημα της ανανέωσης της αρχικής συμφωνίας ή υπογραφής νέας συμφωνίας με τον επιστάτη της Εναγόμενης Εταιρείας στην Πάφο, ήτοι με τον Μ.Υ.1, χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε κατάληξη και νέα συμφωνία. Οι συζητήσεις αυτές διήρκησαν για χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών και στο διάστημα αυτό ο Ενάγοντας δεν έλαβε αλλά ούτε και προσπάθησε να λάβει, την κατοχή του κτήματος - φυτείας την οποία εξακολούθησε να έχει η Εναγόμενη Εταιρεία πιστεύοντας ότι θα κατέληγαν σε συμφωνία. Επίσης στο διάστημα αυτό ο Ενάγων διεπίστωσε ότι ο Μ.Υ.1 και οι υπάλληλοι της Εναγόμενης Εταιρείας προέβαιναν σε εκκοπή του ώριμου καρπού της νέας εσοδείας, γεγονός που τον οδήγησε κατ' αρχάς σε διένεξη με τον Μ.Υ.1 και ακολούθως στην απόφαση ότι δεν επρόκειτο να βρεθεί λύση και να καταλήξουν σε συμφωνία και ως εκ τούτου ότι θα έπρεπε να αναλάβει την κατοχή του κτήματος - φυτείας. Την κατοχή του κτήματος - φυτείας ο Ενάγοντας ανέλαβε αρχές Μαΐου του έτους 2007, με επίσκεψη του ιδίου στο κτήμα - φυτεία, όπου χωρίς την παρουσία της Εναγόμενης Εταιρείας ή οποιουδήποτε προσώπου για λογαριασμό της, η οποιουδήποτε άλλου προσώπου, έκλεισε το καγκέλι και έβαλε νέα κλειδωνιά σε αυτό. Επίσης κατά την εν λόγω ημέρα διεπίστωσε ότι ο καρπός της φυτείας είχε εκκοπεί όλος. Συνακόλουθα στο μόνο αναπόδραστο συμπέρασμα - εύρημα που οδηγούμαι από την πιο πάνω κατάληξή μου, είναι ότι ο καρπός της εσοδείας μετά την λήξη της αρχικής συμφωνίας, ήτοι που προήλθε από την καρποφορία των δένδρων μετά την 31.5.2006 περισυνελέγη από την Εναγόμενη Εταιρεία δια των προσώπων που εργάζονταν για αυτήν συμπεριλαμβανομένου και του Μ.Υ.1, που είχε την κατοχή του κτήματος-φυτείας μέχρι και που την ανέλαβε ο Ενάγοντας. Μετά την ανάληψη της κατοχής του κτήματος - φυτείας, ο Ενάγοντας εξασφάλισε από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων απόδειξη είσπραξης πληρωμής λογαριασμού κατανάλωσης ύδατος, Τ.2, το οποίο αφορά περίοδο κατανάλωσης 1.5.2003 μέχρι 30.6.2003 και 1.7.2003 μέχρι 31.8.2003 ως αναφέρεται στο Τ.5, ο οποίος πληρώθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία διά του Μ.Υ.1, στις 11.8.
- Όσον αφορά τα Τ.4(α), 4(β) και 4(γ) είναι εύρημα μου ότι αφορούν λογαριασμούς παροχής νερού το μεν 4(α) για τη περίοδο 1.7.2006 μέχρι 31.8.2006, το Τ. 4(β) για τη περίοδο από 1.9.2006 μέχρι 31.10.2006 και το Τ.4(γ) για τη περίοδο 1.11.2006 μέχρι 31.12.2006, κατανάλωση δε που προκλήθηκε από τον κάτοχο του κτήματος - φυτείας κατά τις εν λόγω περιόδους, ήτοι επι τη βάση του πιο πάνω ευρήματος μου, την Εναγόμενη Εταιρεία. Εύρημα μου επίσης αποτελεί ότι μεταξύ των διαδίκων την ίδια ημέρα που υπογράφηκε η αρχική συμφωνία, Τ.1, υπογράφηκε και η συμφωνία, Τ.3, που αφορούσε φυτεία εσπεριδοειδών ποικιλίας «Μαντόρων» με συγκεκριμένο τίμημα και για συγκεκριμένη χρονική περίοδο που ουδεμία σχέση έχει με τη συμφωνία Τ.
- Ο Ενάγοντας για την περίοδο από την έναρξη μέχρι και τη λήξη της αρχικής συμφωνίας εισέπραξε όλα τα προβλεπόμενα από αυτήν ποσά και ουδέν ποσό του οφείλεται από την Εναγόμενη Εταιρεία δυνάμει αυτής. Σε σχέση με την μετά την λήξη της ισχύος της αρχικής συμφωνίας περίοδο, όπως ανωτέρω αναφέρεται, οι διάδικοι δεν κατέστη δυνατόν να καταλήξουν στην κατάρτιση νέας συμφωνίας αλλά ούτε και στην επέκταση της αρχικής συμφωνίας. Συνακόλουθα για την περίοδο μετά την λήξη της αρχικής συμφωνίας, ήτοι μετά την 31.5.2006, δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε εύρημα που να βασίζεται σε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Επίσης εύρημα μου είναι ότι η αρχική συμφωνία δεν περιείχε οποιοδήποτε όρο περί αυτόματης ανανέωσης και ή επέκτασης της έτσι ώστε με τυχόν αυτόματη ανανέωση να καλύπτετο περαιτέρω χρονικό διάστημα εφαρμογής της. Ο Ενάγοντας εν όψει της ανεπιτυχούς προσπάθειας του για συμφωνηθέν τίμημα για την περίοδο που δεν καλύπτετο από την αρχική η άλλη συμφωνία, καθόρισε από μόνος του ότι το ποσό που αντιστοιχούσε σε αυτήν είναι €3.758,92 (Λ.Κ. 2,200.00). Το ποσό δε αυτό απαίτησε από την Εναγόμενη Εταιρεία αλλά και με την παρούσα αγωγή αφού η Εναγόμενη εταιρεία ουδέν ποσόν του κατέβαλε μη αποδεχόμενη ότι του όφειλε τούτο. Βεβαίως το ποσό αυτό αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγων επί τη βάση της δικής του αποδεκτής μαρτυρίας, δεν το διεκδικεί πλέον σαν ενοίκιο αλλά σαν την αξία της εσοδείας των καρπών της φυτείας που περισυνέλλεξε η εναγόμενη Εταιρεία μετά την λήξη της αρχικής συμφωνίας. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω και με την υπαγωγή των ευρημάτων μου στη νομική πτυχή που διέπει την παρούσα αγωγή όπως αυτή προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε την αξίωση του εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας αφού δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε δυνάμει των πιο πάνω αρχών σε αστικές υποθέσεις, ήτοι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συγκεκριμένα ο Ενάγοντας δεν απέδειξε ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε καταρτιστεί οποιαδήποτε συμφωνία είτε προφορική είτε γραπτή είτε νέα είτε επέκτασης της αρχικής συμφωνίας, όπως επικαλείται στην Έκθεση Απαίτησης του. Το Δικαστήριο όπως και οι διάδικοι, επανειλημμένως έχει αναφερθεί και καθιερωθεί από τις αρχές της νομολογίας, δεσμεύεται από τις έγγραφες προτάσεις οι οποίες και αποτελούν τον οδηγό επί του οποίου το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει και να αποφασίσει το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Ούτε όπως και πιο πάνω αναφέρω, μπορεί το Δικαστήριο έστω και αν από τα ευρήματα του στοιχειοθετείται στο βαθμό που απαιτείται οποιαδήποτε βάση αγωγής άλλη από αυτή στην οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση του, δύναται να εκδώσει προς όφελος του απόφαση στηριζόμενο σε άλλη και εντελώς διαφορετική βάση αγωγής. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην παραβίαση των όσων έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία και ταυτόχρονα θα προκαλούσε αδικία που δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με οποιοδήποτε τρόπο στον αντίδικο, ο οποίος βάσισε την υπόθεση για την υπεράσπιση του σε συγκεκριμένη βάση αγωγής. Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μου αυτή, επισημαίνω ότι ο Ενάγοντας αξιώνει με την Έκθεση Απαίτησης του, ενοίκιο για το κτήμα - φυτεία για την περίοδο από 22.12.2005 μέχρι 22.12.
- Ήτοι κι αν ακόμη η μαρτυρία του Ενάγοντα συνήδε πλήρως με την βάση αγωγής του, αυτός αξιώνει ενοίκιο και για περίοδο που καλύπτεται από το Τ.1 για το οποίο, όπως ο ίδιος ανέφερε δεν έχει καμία αξίωση αφού έχει εξοφληθεί πλήρως. Ήτοι ενώ με την αγωγή του ζητά ποσό €3.758,92 (£2,200.00) σαν συμφωνηθέν τίμημα ενοικίασης για το κτήμα - φυτεία για την περίοδο από 22.12.2005 μέχρι 22.12.2006, από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι για την περίοδο από 22.12.2005 μέχρι και 31.5.2006 ο Ενάγοντας έχει εισπράξει το ενοίκιο. Επισημαίνω επίσης ότι η αρχική συμφωνία Τ.1 δεν προνοεί για ετήσιο ενοίκιο ή ενοίκιο ή αξία έκαστης εσοδείας αλλά συνολικό ποσό για την περίοδο ισχύος της το οποίο ήταν πληρωτέο σε οκτώ δόσεις σε καθορισμένες ημερομηνίες και ποσά. Ήτοι για χρονική διάρκεια 6½ ετών θα πληρώνετο από την Εναγόμενη Εταιρεία το ποσό των €26.995,90 (£15,800.00) κατανεμημένο σε οκτώ πληρωμές σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και με συγκεκριμένο ποσό όπως προνοείται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του Τ.
- Αυτό το στοιχείο και ανεξαρτήτως της πλήρους καταβολής του ενοικίου για την περίοδο από 22.12.2005 μέχρι 31.5.2006, έρχεται σε πλήρη διάσταση και δεν συνάδει με τον ισχυρισμό ότι για περίοδο ενός χρόνου ήτοι από 22.12.2005 μέχρι 22.12.2006 το πληρωτέο ποσό με βάση και κατ΄ αναλογία του τι προνοεί το Τ.1, ακόμη και αν έτσι το υπολόγισε ο Ενάγοντας, είναι το αξιούμενο από αυτόν. Συνακόλουθα και με βάση τους ισχυρισμούς του ίδιου του Ενάγοντα, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το αξιούμενο ποσό σαν ενοίκιο για την συγκεκριμένη περίοδο αφού για ένα έτος το ποσό που αναλογούσε με βάση την αρχική συμφωνία ήταν €4.153,00 (€26.995,90 ÷ 6½ = €4.153,00) . Περαιτέρω και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου ακόμα και στην περίπτωση που στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα εγίνετο επίκληση σαν διαζευκτική βάση αγωγής, είτε το αστικό αδίκημα της παρανόμου επεμβάσεως σε ακίνητη ιδιοκτησία ή της ιδιοποίησης ή της παράνομης επέμβασης σε κινητή ιδιοκτησία, ήτοι της άνευ δικαιώματος διατήρησης της κατοχής του επιδίκου κτήματος - φυτείας εφόσον η συμφωνία εξέπνευσε και δεν ανανεώθηκε και της εκκοπής από τα πορτοκαλεόδενδρα των καρπών της εσοδείας μετά τη λήξη της αρχικής συμφωνίας χωρίς δικαίωμα προς τούτο από την Εναγόμενη Εταιρεία και πάλι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα και να εκδώσει απόφαση υπέρ του Ενάγοντα για το αξιούμενο η άλλο ποσό υπό μορφή αποζημιώσεως, για τους πιο κάτω λόγους: α. Ο ίδιος ο Ενάγοντας ανέφερε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ότι δεν συμφωνήθηκε οποιοδήποτε ποσό για την περίοδο μετά την λήξη της αρχικής συμφωνίας, είτε σαν ενοίκιο είτε σαν αξία της εσοδείας. Επίσης δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία για την ποσότητα της εσοδείας, το βάρος ή την αξία αυτής ή έστω κάποιος τρόπος υπολογισμού για να μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα για το ύψος της ζημιάς που υπέστηκε ο Ενάγων από την ιδιοποίηση αυτής ή την παράνομη επέμβαση σε αυτήν. Ακόμη και αν ο Ενάγοντας διεκδικούσε με την αγωγή του τίμημα για την αξία της εσοδείας της επίδικης φυτείας από 22.12.2005 μέχρι 22.12.2006 και πάλιν δεν θα εδικαιούτο το αξιούμενο ποσό αφού έχει παραδεχτεί ότι πληρώθηκε για την εσοδεία που κάλυπτε την περίοδο μέχρι και τον Μάιο του 2006 αφού έχει πλήρως εξοφληθεί. Ήτοι με την δική του μαρτυρία και αν ακόμη εδικαιούτο οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή αποζημίωσης για την αξία εσοδείας, αυτό καλύπτει μόνο την περίοδο μετά τον Μάιο 2006 μέχρι και το Δεκέμβριο
- Βεβαίως στη μαρτυρία του τίποτα δεν έχει αναφερθεί και ούτως εντοπίζεται ένα σοβαρό και μεγάλο κενό για το τι ποσότητα και σε τι ποσό αντιστοιχεί η εσοδεία για την διεκδικούμενη περίοδο προκαλώντας έτσι παντελή αδυναμία στο Δικαστήριο να προέβαινε σε υπολογισμό για το ύψος της ζημίας που υπέστηκε. β. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το τι είδους ζημιά έχει προκληθεί στην ακίνητη περιουσία του Ενάγοντα και σε τι αξία αντιστοιχεί από την παράνομη επέμβαση της Εναγόμενης Εταιρείας για το χρονικό διάστημα που την κατείχε, ήτοι μετά τη λήξη της αρχικής συμφωνίας μέχρι που η κατοχή της ανελήφθη από τον Ενάγοντα, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω. Συνακόλουθα η αξίωση του Ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό απορρίπτεται η παρούσα αγωγή με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα και υπέρ της Εναγόμενης Εταιρείας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο