Ελευθέριου Βρυωνίδη ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 320/11, 13.07.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 320/11 Μεταξύ: Ελευθέριου Βρυωνίδη Ενάγοντος - και - Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία : 13.07.2011 Αίτηση ημερομηνίας 07.02.2011 για προσωρινό διάταγμα Εμφανίσεις: Για την Ενάγοντα-Αιτητή: κα Μ. Παπαδημήτρη για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία (κα Τσαπούτζιη κατά την απόφαση) Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κ. Στιβαρού για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ (κα Κ Χριστοφόρου κατά την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 07.02.2011 ο Ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση ζητά την έκδοση (α) διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως παύσουν να επεμβαίνουν επί του κτήματος του, στην τοποθεσία Έδαφος, στο χωριό Στρουμπί, τεμάχιο 499 με αριθμό εγγραφής 10073 (β) διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως άρουν την οχληρία και/ή επέμβαση την οποία προξενούν στο πιο πάνω κτήμα του και/ή να το επαναφέρουν στην προτέρα της επέμβασης κατάσταση, (γ) απόφαση για αποζημιώσεις λόγω παράνομης επέμβασης πλέον τόκους και έξοδα. Αίτηση: Στις 07.02.2011 επίσης ο Ενάγοντας (ο οποίος στο εξής θα καλείται ο Αιτητής) καταχώρησε μονομερή αίτηση (στο εξής επίδικη αίτηση), η οποία επιδόθηκε με οδηγίες του Δικαστηρίου στους Εναγόμενους (στο εξής Καθ΄ ων η Αίτηση), με την οποία ζητά την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα Δικαστηρίου, το οποίο να παρεμποδίζει την Εναγόμενη και/ή οποιουσδήποτε αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής, να επεμβαίνουν παρανόμως και με οποιοδήποτε τρόπο επί του ακινήτου στην τοποθεσία Έδαφος, στο χωριό Στρουμπί της επαρχίας Πάφου, Φ.Σχ. 45/05, τεμάχιο 499, αριθμός εγγραφής 10073 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να παρεμποδίζει Εναγόμενη και/ή οποιουσδήποτε αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής να επεμβαίνουν παράνομα και με οποιοδήποτε τρόπο στην ελεύθερη και ανενόχλητη νομή και/ή κατοχή υπό του Ενάγοντος του αναφερόμενου στην παράγραφο Α ανωτέρω ακινήτου μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να παρεμποδίζει την Εναγόμενη και/ή οποιουσδήποτε αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής να σταματήσουν να επεμβαίνουν παράνομα επί του αναφερόμενου στην παράγραφο Α. ανωτέρω ακινήτου μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να παρεμποδίζει την Εναγόμενη και/ή οποιουσδήποτε αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής να σκάβουν και/ή να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε εργασίες για την εγκατάσταση αγωγών και πυλώνα ηλεκτρισμού υψηλής τάσης επί του αναφερόμενου στην παράγραφο Α. ανωτέρω ακινήτου μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Νομική βάση της επίδικης αίτησης είναι τα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα άρθρα 21, 29, 31 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Κ.1-4, 8 και 9, το άρθρο 23 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση του Αιτητή η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο Αιτητής αναφέρει ότι ως ιδιοκτήτης του ακινήτου - τεμάχιο 499 στο Στρουμπί, συνολικής έκτασης 4.683 τετραγωνικών μέτρων, παρέλαβε στις 13.11.2008 επιστολή των Καθ΄ ων η Αίτηση με την οποία τον ενημέρωναν για την απόφαση τους, να επεκτείνουν το δίκτυο τους με την εγκατάσταση εναέριας γραμμής μεταφοράς 132 KV Στρουμπί - Πόλης, η οποία γραμμή θα διερχόταν μέσω του ακινήτου του και για το σκοπό αυτό θα τοποθετούνταν επτά
(7)αγωγοί και ένας
(1)πυλώνας. Ζητούνταν επίσης με την επιστολή η συγκατάθεση του, διαφορετικά οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα αποτείνονταν στον Έπαρχο Πάφου για τη λήψη της σχετικής συγκατάθεσης δυνάμει του Κεφ. 170. Στην απόφαση των Καθ΄ ων η Αίτηση ο Αιτητής αντέδρασε με επιστολή του δικηγόρου του προβάλλοντας ένσταση, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή. Στη συνέχεια ο Αιτητής προχώρησε στις 21.01.2009 με προσφυγή (αρ. 72/2009) κατά της απόφασης των Καθ΄ ων η Αίτηση και η εν λόγω προσφυγή εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ακολούθως ως αναφέρει ο Αιτητής ενημερώθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, μέσω επιστολής τους ημερομηνίας 09.03.2009, ότι αυτοί έλαβαν σχετική συγκατάθεση από τον Έπαρχο Πάφου δυνάμει του άρθρου 31
(1)του Κεφ.
- Ενόψει των πιο πάνω ο Αιτητής με επιστολή του δικηγόρου του υπέβαλε στις 27.01.2010 αίτημα προς τους Καθ΄ ων η Αίτηση για αποζημίωση ύψους €94.000,00, λόγω ουσιώδους μείωσης της αξίας του ακινήτου του, που επήλθε συνεπεία της απόφασης για εγκατάσταση αγωγών και πυλώνα σ΄ αυτό, ενώ αργότερα στάληκε στους Καθ΄ ων η Αίτηση εκτίμηση για την αξία ολόκληρου του ακινήτου ύψους €187.000,
- Η θέση των Καθ΄ ων η αίτηση ήταν πως τέτοιο αίτημα για αποζημίωση ήταν πρόωρο λόγω της εκκρεμότητας της προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Περί το τέλος Ιανουαρίου 2011 οι Καθ΄ ων η Αίτηση άρχισαν τις εργασίες για την εγκατάσταση της εναέριας γραμμής και παράνομα επενέβηκαν ή προτίθενται να επέμβουν στο ακίνητο του. Η παράνομη επέμβαση συνίσταται στο ότι τοποθετήθηκαν και/ή πρόκειται να τοποθετηθούν επτά
(7)αγωγοί και ένας
(1)πυλώνας ηλεκτρισμού υψηλής τάσης με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η αξία του ακινήτου του, και να παρεμποδίζεται η άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του. Ένσταση: Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στη συνέχεια αυτούσιοι: «(α) Στην έκταση που η Αγωγή αφορά και/ή βασίζεται στη νομιμότητα των ενεργειών της Αρχής δυνάμει του Άρθρου 31 του κεφ. 170, οι οποίες ενέργειες προσβάλλονται ήδη με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας Αγωγής. (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μεταξύ Ενάγοντα και Αρχής και/ή δεν στοιχειοθετείται βάση Αγωγής εναντίον της Αρχής, ούτε και πιθανότητες ο Ενάγων να δικαιούται θεραπεία εναντίον της Αρχής με βάση την Αγωγή που καταχώρησε και/ή Αγωγή είναι πρόωρη. (γ) Στην έκταση που η Αγωγή αφορά σε αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη ζημιά από την εγκατάσταση εναέριας γραμμής, για την οποία εκδόθηκε Πολεοδομική Άδεια και δυνάμει αυτής συνάφθηκε Συμφωνία μεταξύ της Πολεοδομικής Αρχής και της Αρχής, για εφαρμογή του Άρθρου 68 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (Ν.90/72)η οποία Συμφωνία δεσμεύει την Αρχή για καταβολή αποζημιώσεων, η Αγωγή είναι απαράδεκτη και/ή δεν μπορεί να προχωρήσει καθότι ο Ενάγων δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. (δ) Η Αγωγή πάσχει και/ή είναι αντικανονική και/ή παράτυπη, καθότι δεν εκτίθεται στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου, η αξία εκείνου του μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία πράγματι έγινε η ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση. (ε) Δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (στ) Ο Ενάγων δεν έχει στοιχειοθετήσει το δίκαιο και εύλογο της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. (ζ) Η Αρχή, έχει ενεργήσει σύμφωνα με τον περί Ηλεκτρισμού Νόμο, Κεφ. 170 (Άρθρα 28 και 31).» Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ντορίνας Παπαδοπούλου, ως Λειτουργού Νομικών Υπηρεσιών στο Τμήμα Γραμματείας/Νομικών Υπηρεσιών στα κεντρικά γραφεία των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, κατά παράβαση της Δ.39 Κ.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, πέραν από γεγονότα, εκτίθενται και επιχειρήματα και δικανικοί συλλογισμοί, ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα αναφερθεί σ΄ αυτούς στο παρόν στάδιο, αλλά θα τους αξιολογήσει στη συνέχεια κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Ακολουθεί ως εκ τούτου σύντομη αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα που υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης. - Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, η Αρχή (Καθ΄ ών η Αίτηση), εξασφάλισε Πολεοδομική Άδεια με αρ. ΠΑΦ/0407/2004 ημερομηνίας 14.7.2006 και Πολεοδομική Έγκριση με αρ. ΠΑΦ/0407/2004/Α ημερομηνίας 31.01.2008 σε σχέση με την εγκατάσταση γραμμής μεταφοράς 132 KV και αποξήλωση υφιστάμενης γραμμής (Στρουμπί-Πόλης Χρυσοχούς). - Το έργο της εναέριας γραμμής, επηρέαζε αριθμό τεμαχίων, μεταξύ των οποίων και το τεμάχιο αρ. 499, Φ./Σχ. 45/05, στο Στρουμπί, ιδιοκτησίας εξ ολοκλήρου του Ενάγοντα-Αιτητή. - Ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν προσέβαλε τις εν λόγω Άδειες με Προσφυγή οπότε η Αρχή ακολουθώντας τη διαδικασία του άρθρου 28 του Περί Ηλεκτρισμού Νόμου (Κεφ. 170) και έλαβε τις εγκρίσεις όλων των αρμοδίων Τμημάτων και Αρχών για τα σχέδια της εναέριας γραμμής. - Στη συνέχεια η Αρχή ακολούθησε τη διαδικασία του άρθρου 31 του Νόμου (Κεφ. 170) και απέστειλε στον Ενάγοντα-Αιτητή επιστολή ζητώντας τη συγκατάθεση του για την τοποθέτηση της εναέριας γραμμής στην έκταση που θα επηρέαζε το τεμάχιο του. - Λόγω της υποβολής ένστασης από μέρους του Ενάγοντα-Αιτητή και της αλληλογραφίας που ανταλλάγηκε, η Αρχή με επιστολή της ημερομηνίας 23.01.2009, ζήτησε τη συγκατάθεση του Επάρχου Πάφου για την εγκατάσταση της εναέριας γραμμής σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 31 του Νόμου, αποστέλλοντας και τη σχετική αλληλογραφία που είχε με τον Ενάγοντα-Αιτητή. - Ο Έπαρχος Πάφου αφού εξέτασε την υπόθεση στις 04.03.2009 έδωσε τη συγκατάθεση του για εκτέλεση των εργασιών από την Αρχή, και η Αρχή με επιστολή της ημερομηνίας 09.03.2009 ενημέρωσε τον Αιτητή για τη συγκατάθεση που έδωσε ο Έπαρχος. - Στο μεταξύ ο Ενάγοντας-Αιτητής στις 21.01.2009 καταχώρησε εναντίον της Αρχής την Προσφυγή με αρ. 72/09 με την οποία ζητά την ακύρωση της απόφασης της Αρχής ημερομηνίας 04.11.
- - Τέλος η Αρχή κατά/ή περί το τέλος Ιανουαρίου 2011 άρχισε τις εργασίες για την εγκατάσταση της εναέριας γραμμής. Ακόμη η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι, έχοντας πλήρη επίγνωση των υποχρεώσεων της σε διαδικασία όπως η παρούσα, αποκαλύπτοντας στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα, κάνει αναφορά στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή με αρ. 59/09 μεταξύ Μιχάλη Στεφάνου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ημερομηνίας 11.02.2011 η οποία ακύρωσε τις Πολεοδομικές Άδειες που σχετίζονται με την εγκατάσταση γραμμής μεταφοράς και αποξήλωσης υφιστάμενης γραμμής ηλεκτρικού ρεύματος. Επιπρόσθετα η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι όπως πιστεύει και συμβουλεύεται από τις δικηγόρους της Αρχής, ακόμα και να φαίνεται ισχυρή η αξίωση του Ενάγοντα-Αιτητή, αυτή ουσιαστικά περιορίζεται μόνο σε χρηματικές αποζημιώσεις, ως εκ τούτου ο Ενάγοντας-Αιτητής παρέλειψε και/ή απέτυχε να δώσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν τη θέση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι αξιώσεις του Ενάγοντα είναι καθαρά οικονομικής φύσεως και καλύπτονται ή θα καλυφθούν όταν ο ίδιος ακολουθήσει τη νενομισμένη οδό για τη διεκδίκηση τους, σύμφωνα και με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στη συμφωνία ημερομηνίας 31.01.2008 μεταξύ της Πολεοδομικής Αρχής και της Αρχής. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και διά των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Μέσα από την αγόρευση της η πλευρά του αιτητή κάνει αναφορά στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, με παραπομπή σε σχετική νομολογία που ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Αποτελεί εισήγηση ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, διαφορετικά υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του Ενάγοντα, αφού αν ολοκληρωθούν τα έργα των Καθ΄ ων η Αίτηση θα καταστεί αδύνατη, εξ αντικειμένου, η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση. Σε περίπτωση δε που χορηγηθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη και ούτε θα δημιουργηθούν σ΄ αυτούς σημαντικές δυσκολίες, εν πάση περιπτώσει όμως οι όποιες δυσκολίες τυχόν δημιουργηθούν είναι ασύγκριτα λιγότερες από την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα υποστεί ο Ενάγοντας-Αιτητής. Περαιτέρω η πλευρά του Αιτητή απαντά και στους λόγους ένστασης τους οποίους καλεί το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί. Ειδικότερα ως προς τον (α) λόγο εισηγείται πως το Επαρχιακό Δικαστήριο έστω και αν δεν εξετάζει το θέμα της προσφυγής, αυτό είναι αρμόδιο και θα αποφασίσει για το θέμα της παράνομης επέμβασης. Επιπλέον με την ακύρωση των πολεοδομικών αδειών από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην προσφυγή 59/09, πλέον δεν υπάρχει έγκυρη διοικητική πράξη, συνεπώς η όποια συγκατάθεση του Επάρχου Πάφου καθίσταται άκυρη. Το ότι ο Αιτητής δεν προσέβαλε τις πολεοδομικές άδειες δεν σημαίνει ότι η ακυρωτική απόφαση δεν ισχύει έναντι όλων. Ως προς το (β) λόγο ένστασης, επισημαίνεται ότι γίνεται αποδεκτό από τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι εργασίες για την εγκατάσταση της εναέριας γραμμής άρχισαν κατά ή περί το τέλος Ιανουαρίου 2011, συνεπώς λόγω ακύρωσης των πολεοδομικών αδειών υπάρχει επέμβαση. Απορρίπτοντας όλους τους λόγους ένστασης ζητήθηκε η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Από την άλλη πλευρά οι Καθ΄ ων η αίτηση απαντούν πως το επίδικο θέμα της αγωγής, για παράνομη επέμβαση, θα εξαρτηθεί μόνο από ακυρωτική απόφαση της Αρχής που προσβλήθηκε με την προσφυγή του Ενάγοντα, η δε ακύρωση πολεοδομικών αδειών στα πλαίσια άλλης προσφυγής δεν καθιστά αυτόματα άκυρη την απόφαση της Αρχής, αφού πρόκειται για ξεχωριστή διοικητική πράξη. Ακόμη επισημαίνεται ότι ο Αιτητής προσέβαλε με την προσφυγή του τη διαδικασία της συγκατάθεσης με βάση το άρθρο 31 και όχι τη διαδικασία του άρθρου 28 του Κεφ.
- Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζονται οι Καθ΄ ων η Αίτηση, έστω και αν το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει θέμα παρανομίας, διαφαίνεται από τη μαρτυρία πως τα δικαιώματα του Αιτητή είναι πλήρως κατοχωρημένα και δεν τίθεται θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς ή βλάβης, η δε επάρκεια καθορισμού των αποζημιώσεων προβάλλει ως δεδομένη, και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η επιτυχία της επίδικης αίτησης. Νομική πτυχή: Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην αγόρευση τους οι δικηγόροι των Αιτητών δεν έκαναν αναφορά, και ορθά πρέπει να λεχθεί, στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, γι' αυτό το λόγο ούτε το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με το θέμα που αυτό αφορά, εκτός από του να παραπέμψει στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη,
(1994)1 ΑΑΔ 694 από τη σελίδα 701. «... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Το άρθρο 32
(1)έχει ως εξής: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν), ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ΄ αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.». Ως πρόδηλη διαπίστωση προκύπτει ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων και συγκεκριμενοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Οι υποθέσεις Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 CLR 585, ιδιαίτερα η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, είναι μόνο μερικές που ενδεικτικά αναφέρονται. Έχει νομολογιακά αποσαφηνισθεί ότι οι ακόλουθες τρεις βασικές προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν πριν το Δικαστήριο αποφασίσει ν΄ ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων υπέρ της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις έχει εξηγηθεί ότι ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα ή τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estated Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 CLR 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 ALL E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Ενάγοντα για να αποζημιωθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο Εναγόμενος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει εάν είναι δυνατό ποιος από τους δύο διάδικους, θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται πριν την έκδοση του διατάγματος είναι κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο Ενάγοντας, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί προς την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας στο να εκδώσει ή μη ένα προσωρινό διάταγμα, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 CLR 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98 της 8.10.98). Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 11133 ημερομηνίας 29.06.2003, το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν, για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα: Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω νομικών αρχών και κανόνων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφ΄ όσον αυτές αμφισβητούνται και κατά ακολουθία εάν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση: Στηριζόμενο το Δικαστήριο στα όσα προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση του αιτητή όπου αυτός απαιτεί αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στη βάση του ισχυρισμού ότι, το άρθρο 31
(1)του Κεφ. 170 με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια από τον Έπαρχο για επέμβαση στο ακίνητο του, αντιβαίνει στο άρθρο 23 του Συντάγματος, η πλευρά του αιτητή έχει ικανοποιήσει-αποδείξει ότι όντως ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία: Εξετάζοντας τις πιθανότητες να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία και την προοπτική επί αυτού του θέματος, κρίνεται ότι, εφ΄ όσον ως είναι παραδεκτό ο Ενάγοντας προσέβαλε την απόφαση της Αρχής με την οποία λήφθηκε η συγκατάθεση του Επάρχου Πάφου δυνάμει του άρθρου 31 του Κεφ. 170 και ακόμη δεν αποφασίστηκε αυτό το ζήτημα, δεν είναι εύλογο να γίνεται λόγος στο παρόν στάδιο για παράνομη επέμβαση εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση. Βεβαίως δεν παραγνωρίζεται ότι οι πολεοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με την απόφαση (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) ημερομηνίας 11.02.2009 στην υπόθεση 59/2009, η οποία έστω και αν ο αιτητής ήταν άλλο πρόσωπο από τον αιτητή, η κατάργηση ισχύει και αφορά όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων όπου επρόκειτο να επηρεαστούν από την εφαρμογή της πολεοδομικής άδειας, ωστόσο αυτό το γεγονός κρίνεται ότι σχετίζεται με ένα άλλο επιμέρους θέμα για το οποίο έχει υποχρέωση η Αρχή να εκπληρώσει και να εξασφαλίσει άδεια από μια αρμόδια αρχή (Πολεοδομική), πλην όμως δεν επηρεάζεται αυτόματα το κύρος της συγκατάθεσης που έχει δώσει ο Έπαρχος Πάφου με την οποία σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κεφ. 170 η επέμβαση της Αρχής καθίσταται νόμιμη, άλλωστε γι΄ αυτό προβάλλεται ξεχωριστά. Θα μπορούσε περαιτέρω να ειπωθεί ότι η ρύθμιση του άρθρου 31 του Κεφ. 170 προβλέπει για την νομιμοποίηση της επέμβασης, ενώ η υποχρέωση για εξασφάλιση άδειας σχετίζεται με τον τρόπο της επέμβασης και τα τεχνικά θέματα που προκύπτουν από την επέμβαση, πρόκειται δε για ξεχωριστή διαδικασία που δεν άπτεται της συγκατάθεσης του Επάρχου. Επιπλέον, χωρίς το Δικαστήριο να προδιαθέτει ή να προκαταλαμβάνει οποιοδήποτε μεταγενέστερο αποτέλεσμα ή συμπέρασμα, παρατηρεί ότι ως προς την εκδοχή του αιτητή, και δη περί της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 31 του Κεφ. 170, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα νομολογηθέντα (βλέπε υπόθεση Ι. Ιωαννίδης ν. ΑΗΚ κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 233) δεν διαφαίνεται, χωρίς βέβαια να αποκλείεται, ότι θα επιτύχει τέτοιος ισχυρισμός. Επομένως ακόμη και στην πιο αισιόδοξη περίπτωση επιτυχίας της εκδοχής του Αιτητή, αυτή αποτελεί σήμερα απλή πιθανότητα επιτυχίας και όχι σοβαρή προοπτική επιτυχίας. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει πως, τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του, δεν δικαιολογούν συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας σε παράνομη επέμβαση ή οχληρία που είναι οι βάσεις της αγωγής του Αιτητή. (γ) Δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός και αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να επισημανθεί ως προς αυτή την προϋπόθεση ότι από πλευράς αιτητή δεν έγινε συγκεκριμενοποίηση της θέσης του , ότι αν επιτύχει στην αγωγή του τότε θα είναι αδύνατο να επανέλθει το κτήμα του στην προτέρα κατάσταση. Η κοινή λογική υποβάλλει πως, σε περίπτωση που κριθεί παράνομη η επέμβαση της ΑΗΚ με την αφαίρεση των αγωγών και του πυλώνα, που προτίθεται η Αρχή να τοποθετήσει επί του κτήματος του, η κατάσταση του κτήματος του αιτητή θα επανέλθει ή είναι δυνατό να επανέλθει στην προτέρα του κατάσταση. Δεν έχουν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία με μαρτυρία ειδικού, είτε μη ειδικού, γιατί θα είναι αδύνατο να επανέλθει το κτήμα του αιτητή στην προτέρα του κατάσταση. Επιπλέον στην ίδια περίπτωση όπου ήθελε κριθεί ότι υπάρχει παράνομη επέμβαση στο κτήμα του αιτητή, οι θεραπείες σε τέτοια βάση αγωγής θα είναι χρηματικού χαρακτήρα, οι οποίες κάλλιστα μπορούν να υπολογισθούν, ήδη ο Ενάγοντας έχει υπολογίσει τη ζημιά του στην περίπτωση του ισχυρισμού για μείωση της αξίας του κτήματος του, συνακόλουθα η όποια ζημιά στον Ενάγοντα τυχόν προκύψει είναι δυνατό να υπολογιστεί, και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή η εισήγηση του για πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στα δικαιώματα του. Ενόψει όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι δύο εκ των βασικών προϋποθέσεων που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 και η σχετική νομολογία, δεν πληρούνται, συνεπώς η επίδικη αίτηση δεν δύναται να επιτύχει. Παρά το πιο πάνω συμπέρασμα, στην περίπτωση που αυτό ήθελε ανατραπεί κατ΄ έφεση, το Δικαστήριο κρίνει ορθό να αποφανθεί και επί του θέματος του ισοζυγίου της ευχέρειας και των επιπτώσεων, εφ'όσον βέβαια θα πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Στο στάδιο αυτό κρίνεται ορθό να γίνει αναφορά στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd, Πολ. Έφεση 9245 ημερ. 18.07.1997 στην οποία αναφέρθησαν τα εξής σχετικά με το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. "Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω νομολογηθέντων, κρίνεται ότι η μη παροχή και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ενέχει λιγότερους κινδύνους καθ΄ ότι, σε περίπτωση δικαίωσης του ενάγοντα στην αγωγή, η οποιαδήποτε ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Από την άλλη πλευρά οι Καθ΄ ων η αίτηση έχουν ασκήσει ένα ξεκάθαρο δικαίωμα εκ του Νόμου, (άρθρο 31 του Κεφ. 170), ακολουθώντας τη σχετική διαδικασία που αυτό προνοεί, και το μόνο θέμα που τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι η συνταγματικότητα του άρθρου
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την στασιμότητα σ΄ ένα έργο το οποίο αφορά προφανώς το ευρύτερο και γενικότερο συμφέρον της περιοχής όπου θα εξυπηρετηθεί. Έστω και αν ακυρώθηκαν οι πολεοδομικές άδειες για το έργο, η πρόθεση των Καθ΄ ων η Αίτηση για συνέχιση του έργου είναι δεδομένη ενώπιον του Δικαστηρίου, επομένως τυχόν εξασφάλιση νέας άδειας (υπενθυμίζεται ότι η ακύρωση της πολεοδομικής άδειας οφειλόταν στην έκδοση της από αναρμόδιο όργανο) θα είναι άνευ αντικειμένου αφού η εφαρμογή της θα είναι αδύνατη αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Συνακόλουθα το Δικαστήριο με τις πιο πάνω σκέψεις, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του, καθώς και του νομικού πλαισίου που διέπει στο παρόν στάδιο τα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, κρίνει ότι δεν θα ήταν ορθό να προχωρούσε στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πριν ολοκληρωθεί η παρούσα απόφαση το Δικαστήριο επιθυμεί να αποφασίσει επί δύο σημείων τα οποία ήγειρε η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση. Το πρώτο θέμα είναι η εξασφάλιση του Ενάγοντα διά της συμφωνίας ημερομηνίας 31.01.2008 μεταξύ Πολεοδομικής Αρχής και Καθ΄ ων η Αίτηση. Η κύρια επισήμανση του Δικαστηρίου είναι πως αυτή η συμφωνία αφορά την περίπτωση όταν θα επηρεαστεί το ακίνητο του Ενάγοντα από τη διέλευση του ηλεκτρικού ρεύματος ή γενικότερα από τα έργα που θα γίνουν, η βάση όμως για αποζημίωση σύμφωνα με την αγωγή δεν είναι αυτή αλλά η αποζημίωση λόγω παράνομης επέμβασης με αιτήματα για άρση της επέμβασης και τερματισμό της νοουμένου βέβαια ότι θα κριθεί αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 31 του Κεφ.
- Έχει επίσης εγερθεί ως λόγος ένστασης ότι το κλητήριο ένταλμα πάσχει και/ή είναι αντικανονικό, επειδή δεν αναφέρεται σ΄ αυτό η αξία εκείνου του μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα στο οποίο έγινε η ισχυριζόμενη επέμβαση. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη Δ.2 Κ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται η αναφορά στην οπισθογράφηση του κλητηρίου περί της αξίας του μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας επί του οποίου γίνεται η επέμβαση. Ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η όλη διαδικασία, το γεγονός ότι εκδικάζεται η αίτηση για προσωρινό διάταγμα και όχι η αγωγή, ακόμη ότι για τυχόν παρατυπίες ή αντικανονικότητες προνοείται συγκεκριμένη διαδικασία με τη Δ.64 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, κρίνεται ότι το εγειρόμενο ζήτημα δεν θα ήταν ορθό, είτε να αποφασιστεί σ΄ αυτό το στάδιο, είτε να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην ουσία της επίδικης αίτησης. Εν΄ όψει όλων των πιο πάνω η επίδικη αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) ............. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Προσωρινό διάταγμα δέσμευσης ακινήτου που δεν ήταν αντικείμενο της επίδικης διαφοράς - Ακύρωση Διατάγματος Επέμβαση της ΑΗΚ - Ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 31 του Κεφ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο