← Κύπρος

Ιωάννης Χαραλάμπους πατέρα του αποβιώσαντος Μιχάλη Ιωάννου Γαμαλά από την Πέγεια κ.α. ν. Ανδρέα Παπαέτη, Αρ. Αγωγής: 2356/09, 22 Ιουλίου 2011

Ιωάννης Χαραλάμπους πατέρα του αποβιώσαντος Μιχάλη Ιωάννου Γαμαλά από την Πέγεια κ.α. ν. Ανδρέα Παπαέτη, Αρ. Αγωγής: 2356/09, 22 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A98 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. ΚΑΤΣΙΚΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2356/09 Μεταξύ:

  1. Ιωάννης Χαραλάμπους, πατέρα του αποβιώσαντος Μιχάλη Ιωάννου Γαμαλά, από την Πέγεια
  2. Ελένη Χαραλάμπους, μητέρα του αποβιώσαντος Μιχάλη Ιωάννου Γαμαλά, από την Πέγεια Ενάγοντες -Και - Ανδρέα Παπαέτη Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Ν. Καλλής, για κ. Η. Δημοσθένους Για Εναγόμενο: κα Φ. Στεφάνου για κ. Α. Κακογιάννη για Α. Κακογιάννη & Σια ----------------- Ενδιάμεση απόφαση αναφορικά με την έκδοση οδηγιών - διατάγματος δυνάμει της Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 21.7.2009 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, Δ.2, θ.
  3. Η αξίωση των Εναγόντων 1 και 2 (στο εξής καλούμενοι «οι Ενάγοντες») είναι για το ποσό των €4.784,08 πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο κατ' ισχυρισμό τους οφείλεται από τον Εναγόμενο δυνάμει συμφωνίας εγγύησης και ή υπόσχεσης και ή ανάληψης ευθύνης για τη πληρωμή του εν λόγω ποσού εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας Ανδρέα Παπαέτη Λτδ. Ο Εναγόμενος στις 31.5.2010 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια των νυν δικηγόρων του και στις 3.6.2010 την έκθεση υπεράσπισης του με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι οφείλει ο ίδιος προσωπικά οποιοδήποτε ποσό σε αυτούς, είτε υπό μορφή εγγύησης είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Οι Ενάγοντες την 1.11.2010 καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση του Εναγομένου και στη συνέχεια στις 24.11.2010 παράκληση προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για ορισμό της αγωγής για ακρόαση. Το αίτημα των Εναγόντων τέθηκε από τον Πρωτοκολλητή ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.30, θ.

(1a)ως αυτή τροποποιήθηκε στις 11.7.1996, όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 2.2.2011 και ώρα 8:45 π.μ., έτσι ώστε οι διάδικοι να τοποθετηθούν και να δηλώσουν τη θέση τους σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.30, θ. 2 και για τυχόν υποβολή οποιουδήποτε προφορικού αιτήματος για την έκδοση διατάγματος σε ότι αφορά κυρίως τα πιο κάτω θέματα:
  1. Αποκάλυψη εγγράφων.
  2. Επιθεώρηση εγγράφων.
  3. Τροποποίηση δικογράφων.
  4. Αναζήτηση λεπτομερειών.
  5. Παραδοχή γεγονότων με ένορκη δήλωση.
  6. Καταγραφή συμφωνίας διαδίκων.
  7. Οποιοδήποτε άλλο θέμα με σκοπό τον περιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Στις 2.2.2011 οι συνήγοροι των διαδίκων ζήτησαν από κοινού να οριστεί η υπόθεση για οδηγίες σε μια άλλη ημερομηνία έτσι ώστε να τη συζητήσουν. Το Δικαστήριο επειδή παρατήρησε ότι η αγωγή δεν είχε ετοιμαστεί κατάλληλα για ακρόαση και δεν είχαν αξιοποιηθεί επαρκώς οι πρόνοιες της Δ.30, ενέκρινε το αίτημα των συνηγόρων και όρισε την αγωγή για οδηγίες, την 4.3.2011 και ώρα 8:45 π.μ. Περαιτέρω εξέδωσε οδηγίες δια των οποίων καθόρισε όπως κατά την εν λόγω ημερομηνία και οι δύο πλευρές να είναι έτοιμες να προβούν σε δηλώσεις αναφορικά με τα όσα προνοούνται και προκύπτουν από τη Δ.
  8. Τούτο δε χωρίς καμία ένσταση από τους συνηγόρους των διαδίκων και χωρίς καμία αμφισβήτηση η επιφύλαξη τόσο για την ακολουθήσασα όσο για την ακολουθητέα υπό του Δικαστηρίου διαδικασία. Στις 4.3.2011 και ώρα 10:00 π.μ., για τους Ενάγοντες εμφανίστηκε ο κ. Καλλής για τον κ. Δημοσθένους και για τον Εναγόμενο η κα Δέσποινα Ανδρέου για λογαριασμό των κ. κ. Α. Κακογιάννης & Σία, δικηγόρων του Εναγομένου. Ακολούθως το Δικαστήριο ρώτησε τους συνηγόρους των διαδίκων κατά πόσο ήταν έτοιμοι να τοποθετηθούν επί των όσων προνοούνται στη Δ.30 ως οι οδηγίες ημερομηνίας 2.2.
  9. Ο συνήγορος για τους Ενάγοντες αιτήθηκε διάταγμα με το οποίο να διατάζεται ο Εναγόμενος να αποκαλύψει ενόρκως όλα τα έγγραφα που αυτός έχει και/ή είχε στην κατοχή του που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και περαιτέρω δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την έκδοση περαιτέρω οδηγιών ή διατάγματος δυνάμει της Δ.
  10. Ακόμη δήλωσε ότι οι Ενάγοντες αποδέχονται διάταγμα για να αποκαλύψουν ενόρκως τα έγγραφα που έχουν και /ή είχαν στην κατοχή τους και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Η συνήγορος που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του ενόρκως και επίσης ότι δεν επιθυμούσε την έκδοση διατάγματος για ένορκο αποκάλυψη εγγράφων από πλευράς των Εναγόντων. Περαιτέρω ανέφερε ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εκδοθεί διάταγμα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, τότε αυτό θα πρέπει να εκδοθεί και για τις δύο πλευρές. Εν κατακλείδι και ενόψει των όσων ανέφερε ζήτησε η αγωγή να οριστεί για ακρόαση. Το Δικαστήριο ενόψει των αναφερθέντων και των δηλώσεων των συνηγόρων, αλλά και επειδή έκρινε ότι η αγωγή δεν είχε ετοιμαστεί κατάλληλα για να οριστεί για ακρόαση πληροφόρησε και τις δύο πλευρές ότι θα επιλαμβανόταν του ζητήματος που είχε προκύψει σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα στια 10:15 π.μ. έτσι ώστε να δίδετο η ευκαιρία αν οι συνήγοροι ήθελαν να επιχειρηματολογήσουν προς υποστήριξη των όσων ανέφεραν. Στις 10:30 π.μ. την ίδια ημερομηνία ήτοι στις 4.3.2011, για τους Ενάγοντες εμφανίστηκε και πάλιν ο κ. Καλλής για τον κ. Δημοσθένους όμως για τον Εναγόμενο εμφανίστηκε ο κ. Αγάπιος Κακογιάννης με την κα Δημητρίου και όχι η κα Ανδρέου. Παρών επίσης ήταν ο Ενάγοντας
  11. Επειδή δε η υπηρεσία κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν μπόρεσε να διαθέσει στο Δικαστήριο αίθουσα το γραφείο του Δικαστή κηρύχθηκε αίθουσα Δικαστηρίου για τους σκοπούς της περαιτέρω διαδικασίας. Περαιτέρω και επειδή η υπηρεσία δεν μπόρεσε να διαθέσει στο Δικαστήριο στενογράφο τα πρακτικά του Δικαστηρίου τηρήθηκαν από το ίδιο το Δικαστήριο. Ο συνήγορος των Εναγόντων πρόσθετα των όσων ανέφερε στην προηγούμενη εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου για το ζήτημα γιατί το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη και από τις δύο πλευρές των εγγράφων που οι διάδικοι είχαν και ή έχουν στην κατοχή τους, εισηγήθηκε ότι το συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στη διακριτική αλλά αποκλειστική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ακόμη εισηγήθηκε ο κ. Καλλής ότι οι πρόνοιες της Δ.30 αποσκοπούν στην όσο το δυνατό καλύτερη προετοιμασία της αγωγής και ακόμα για να γνωρίζει η κάθε πλευρά τι έγγραφα θα καταθέσει η άλλη, στοιχείο που θα διευκολύνει τη διαδικασία χωρίς να καταλαμβάνεται εξαπίνης οποιοσδήποτε διάδικος. Περαιτέρω ο κ. Καλλής ανέφερε ότι εφόσον η πλευρά των Εναγόντων αποδέχεται να εκδοθεί διάταγμα για να αποκαλύψουν ενόρκως τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους, στην τοποθέτηση του αυτή δεν έχει δικαίωμα να ενίσταται η πλευρά του Εναγομένου. Ακόμη ο κ. Καλλής επεσήμανε ότι η θέση του κ. Κακογιάννη έρχεται σε αντίφαση με τη θέση της κας Ανδρέου που καταγράφηκε στο πρακτικό του Δικαστηρίου στην προγενέστερη εμφάνιση και ως εκ τούτου ήταν η τελική του εισήγηση πως θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη και από πλευράς του Εναγομένου. Ο κ. Κακογιάννης λαμβάνοντας το λόγο απολογήθηκε κατ' αρχάς αναφορικά για τη μη εμφάνιση του προγενέστερα ενώπιον του Δικαστηρίου και για τη σύγχυση που έχει προκληθεί αναφορικά με τις δηλώσεις της κας Ανδρέου. Αυτό το απέδωσε στο γεγονός ότι επειδή ήταν αδύνατη η παρουσία του σε προγενέστερο στάδιο λόγω εμφάνισης του σε άλλο Δικαστήριο εμφανίστηκε η κα Ανδρέου. Στην έναρξη της επιχειρηματολογίας του ανέφερε ότι η Δ.30, και η εφαρμογή της με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου δεν έχει διασαφηνισθεί πλήρως. Περαιτέρω και αναφερόμενος στο γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν είχε στη διάθεση του στενογράφο για τήρηση των πρακτικών θα προσπαθούσε να εκθέσει τη θέση του συνοπτικά αφού δεν επιθυμούσε να επεκταθεί με λεπτομέρεια και ολοκληρωμένα ελλείψει της στενογράφου. Στο στάδιο εκείνο, το Δικαστήριο εν όψει της τοποθέτησης του κ. Κακογιάννη ότι ελλείψει στενογράφου δεν θα μπορούσε να αναπτύξει πλήρως τις απόψεις του, έκρινε ότι ήταν ορθότερο και δίκαιο γι' αυτόν να οριστεί η αγωγή σε μια άλλη ημερομηνία που θα υπήρχε στη διάθεση του Δικαστηρίου στενογράφος για να μπορέσει ο κ. Κακογιάννης απρόσκοπτα και χωρίς να επηρεάζεται από οποιοδήποτε εξωγενή για τον ίδιο παράγοντα, να παραθέσει πλήρως τις απόψεις του. Συνακόλουθα η περαιτέρω διαδικασία αναβλήθηκε για συνέχιση στις 19.4.2011 και ώρα 11:00 π.μ. έτσι ώστε να ολοκληρώσει την επιχειρηματολογία του ο κ. Κακογιάννης. Στις 19.4.2011 λόγω κωλύματος του κ. Καλλή να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήθηκε αναβολή, αίτημα στο οποίο ο κ. Κακογιάννης δεν έφερε ένσταση, με επακόλουθο η αγωγή και η περαιτέρω διαδικασία να οριστεί στις 9.5.
  12. Στις 9.5.2011 o κ. Κακογιάννης στην μακροσκελή επιχειρηματολογία του στήριξε την θέση του ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να εκδίδει αυτεπάγγελτα οδηγίες και διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων η οποιασδήποτε άλλης οδηγίας δυνάμει της Δ.30, σε τρεις λόγους:
  13. Σαν πρώτο λόγο επικαλέστηκε μέρος των προνοιών του θ.1(Δ) εννοώντας προφανώς το θ.1(d) αφού δεν υπάρχει θ.1(Δ) στο πρωτότυπο κείμενο, επικαλούμενος την εξαίρεση που προβλέπει ο εν λόγω θεσμός στις περιπτώσεις που το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είναι ειδικά οπισθογραφημένο, όπως είναι στην παρούσα αγωγή. Εκ του περισσού δε ανέφερε και το αυτονόητο, παραπέμποντας το Δικαστήριο και στην υπόθεση Μαίρη Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ 945, ότι το μέρος εκείνο ενός θεσμού που δεν τροποποιείται εξακολουθεί να ισχύει και συνεπώς στην παρούσα αγωγή σύμφωνα με τις πρόνοιες του θ.1(d), δεν ισχύουν τα όσα αναφέρονται στο θ.1(a) και κατ' επέκταση και η επιφύλαξη για τον αυτεπάγγελτο υπό του Δικαστηρίου ορισμό της αγωγής για οδηγίες για την έκδοση οδηγιών και διαταγμάτων δυνάμει του θ.2. 2. Σαν δεύτερο λόγο επικαλούμενος τις πρόνοιες της Δ.30. θ
(2),
(3),
(4)και
(5), σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.30 των Αγγλικών Θεσμών, από τους οποίους έλκουν την προέλευση τους οι δικοί μας και συγκεκριμένα των περιεχομένων στο σύγγραμμα The Annual Practice 1959, εισηγείται ότι δεν υπάρχει νομότυπο αίτημα από πλευράς των Εναγόντων για έκδοση οδηγιών και διατάγματος για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, αφού αυτό δεν υποβλήθηκε με σχετική αίτηση ως προνοείται στην Δ.30. θ
(4)εγγράφως και εντός του καθοριζόμενου χρόνου. Αυτό τονίστηκε, πάντοτε κατά την δική του εισήγηση και ερμηνεία και στην υπόθεση Πολιτική Έφεση 180/2006, Σάββας Χατζησάββα ν. Διονύση Π. Διονυσίου,
(2006)1Β, Α.Α.Δ, 1301 και συνακολούθα εφόσον δεν τηρήθηκε η σχετική διαδικασία και εφόσον δεν υπάρχει αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εκδοθεί και σχετική θεραπεία, είτε με την μορφή διατάγματος είτε υπό την μορφή οδηγιών. Aκόμη προς επίρρωση της θέσης του αυτής και επικαλούμενος την ιδιότητα του δικηγόρου συνδικαλιστή, όπως ο ίδιος αυτοχαρακτηρίστηκε, εισηγήθηκε ότι επειδή θα προβεί σε εργασία θα πρέπει για αυτήν να αμειφθεί κάτι που δεν μπορεί να διασφαλισθεί με το να εκδώσει το Δικαστήριο χωρίς αίτηση και αυτεπάγγελτα το υπό συζήτηση διάταγμα. 3. Σαν τρίτο λόγο ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει αυτεπάγγελτα τα υπό εξέταση διατάγματα, ο κος Κακογιάννης επικαλέστηκε τις πρόνοιες της Δ.28, εισηγούμενος ότι επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από την εν λόγω διαταγή το Δικαστήριο δεν πρέπει να εκδώσει διάταγμα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Τούτο διότι δεν υπάρχει ουσιαστικά υλικό προς αποκάλυψη αφού από τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και προς θεμελίωση της βάσης της αγωγής, η οποία είναι η κατ' ισχυρισμό υποχρέωση του διευθυντή μια εταιρείας να πληρώσει ο ίδιος το εξ αποφάσεως χρέος της προσωπικά, αποκαλύπτονται όλα τα έγγραφα. Μετά την ολοκλήρωση της επιχειρηματολογίας του κ. Κακογιάννη η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο συνηγόρων έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους, είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσας να καταγραφούν αυτολεξεί. Εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο θα γίνεται σχετική αναφορά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΔΙΑΤΑΓΗ 30: Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η Δ.30, από το αρμόδιο σώμα στην Αγγλία, ήταν στο στάδιο των οδηγιών, η ευρεία καταγραφή όλων των αμφισβητούμενων θεμάτων σε μια αγωγή και ο τρόπος με τον οποίο θα παρουσιαστεί η μαρτυρία κατά την ακρόαση, με στόχο τη συντόμευση του εύρους της ακρόασης και της εξοικονόμησης εξόδων γενικά. Ακόμα σε σχέση με το ζήτημα της αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων για να εξετάζεται τούτο κατά προτεραιότητα πριν το στάδιο της ακρόασης στα πλαίσια της κλήσης για οδηγίες. Σε περίπτωση δε που κριθεί ότι καμία γενική ή ουσιαστική αποκάλυψη εγγράφων είναι αναγκαία τότε μπορούν να αποφασιστούν τα υπόλοιπα ζητήματα που προκύπτουν από την κλήση για οδηγίες και δύναται να εκδοθούν πλήρεις οδηγίες σε σχέση με την ακρόαση. Σε περίπτωση δε που διατάσσεται αποκάλυψη εγγράφων τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορά η κλήση για οδηγίες, εξετάζονται μετά την ολοκλήρωση της αποκάλυψης και επιθεώρησης των εγγράφων. Όλα τα πιο πάνω αναφέρονται στo σύγγραμμα Ετήσια Δικαστηριακή Πρακτική της Αγγλίας
(1958), τόμος 1, ((The Annual Practice 1958, Volume 1), (από τώρα και στο εξής «The Annual Practice 1958»)), στην εισαγωγική σημείωση για την Δ.30, στη σελ. 661. Επισημαίνω δε ότι η Δ.30, των Κυπριακών περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών έλκει την προέλευση της από τη σχετική Αγγλική όπως αυτή ίσχυε κατά τον αμέσως πριν την ημέρα της Ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας χρόνο (βλέπε σχετική αναφορά - παραπομπή στο πλάγιο περιθώριο του εν λόγω θεσμού). Στην Αγγλία βεβαίως όπως πολύ εύστοχα και ο κ. Κακογιάννης στην αγόρευση του έχει αναφέρει, η εν λόγω Διαταγή έτυχε αρκετών τροποποιήσεων οι οποίες όμως, επισημαίνω, δεν είναι δεσμευτικές για τα Κυπριακά Δικαστήρια. Αντίθετα οι όποιες τροποποιήσεις έχουν λάβει χώρα μετά την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας από το αρμόδιο σώμα στην Κύπρο, ήτοι το Ανώτατο Δικαστήριο που θεσπίζει και τροποποιεί τους διαδικαστικούς κανονισμούς, ακολουθούνται και εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της εξουσίας το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου στις 11.7.1996 τροποποίησε τη Δ.30 με την προσθήκη μετά το τέλος του θ. 1(a) της εξής επιφύλαξης: « Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε κρίνει τούτο αναγκαίο να ορίζει αυτεπάγγελτα υπόθεση για οδηγίες». Τούτο, όπως και ο κ. Κακογιάννης στην επιχειρηματολογία του ανέφερε, διότι παρατηρήθηκε η μη εφαρμογή των προνοιών του θ.1(a) από τον ενάγοντα αλλά και από τα λοιπά μέρη μιας υπόθεσης. Μπροστά σε αυτό το φαινόμενο όπως εκ των πραγμάτων διαφαίνεται και προκύπτει, το Ανώτατο Δικαστήριο θέλοντας προφανώς να διασφαλίσει την εφαρμογή του θ.1(a) και των όσων η Δ.30 θεσπίστηκε για να καλύψει, έδωσε επιπρόσθετα και την αυτεπάγγελτη εξουσία στο ίδιο το Δικαστήριο να ορίζει την υπόθεση για οδηγίες και την κατ' ακολουθία εξέτασης των ζητημάτων και την έκδοση των διαταγμάτων και οδηγιών που προνοούνται στο θ.
(2). Όπως και πιο πάνω αναφέρεται, η δική μας Δ.30 έλκει την προέλευση της από τη Δ.30 των Αγγλικών θεσμών. Συνακόλουθα από τα διάφορα σχόλια και επισημάνσεις που υπάρχουν στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, κρίνω ότι είναι χρήσιμο να παρατεθούν μερικά εξ αυτών τα οποία είναι άκρως βοηθητικά για το ζήτημα που έχει προκύψει και εξετάζεται δια της παρούσης. Στο σχόλιο με τον τίτλο Effect of Rule στη σελίδα 666 αναφέρεται: Effect of Rule. - The Court is to consider at the hearing of the summons as many interlocutory matters as possible and to complete the hearing if possible. If, however, there is good reason to adjourn as to some matters, such as the fact that discovery of documents is ordered and this discovery may affect the decision in the further matters, the Court will make an order on the directions already given (which will be drawn
  1. up)and adjourn as to the remainder. In any event the decision as to the place and mode of trial and the fixing of any date for trial shall be made only when the order is being finally completed. Στο σχόλιο με τον τίτλο "Saving Costs"στη σελίδα 667 αναφέρεται: "Saving Costs".-The Rule makes it clear that the paramount purpose of the new O.30 is to save costs and in furtherance of that purpose the Court is under a duty to act of its own motion, if necessary. Στο σχόλιο με τον τίτλο "With the view to such special order... as to costs" στη σελίδα 669 αναφέρεται: "With the view to such special order... as to costs"-As the order for directions will record any refusal of a party to make admission or agreement that seemed to the Master reasonable to have been made, the Judge at the trial will be in a position to penalize in costs any such refusal. (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) ΔΙΑΤΑΓΗ 28: Η δική μας Δ.28 θ.1, επίσης αντιστοιχεί και έλκει την προέλευση της από τις Αγγλικές και συγκεκριμένα την Δ.31 θ.12 (βλέπε σχετική αναφορά - παραπομπή στο πλάγιο περιθώριο του εν λόγω θεσμού). Ο εν λόγω Αγγλικός θεσμός παραπέμπει αναφορικά με το χρόνο και στάδιο που εκδίδεται διάταγμα αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων ως επίσης και για τους λόγους πώς και πότε ένας διάδικος δύναται να ενστεί στην έκδοση τέτοιου διατάγματος, ή πότε το Δικαστήριο δεν πρέπει να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, στους θεσμούς θ.1 και θ.6 της ίδιας διαταγής. Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής : Στο σχόλιο με τον τίτλο " GROUNDS ON WHICH DISCOVERY CAN BE RESISTED" στη σελίδα 684: GROUNDS ON WHICH DISCOVERY CAN BE RESISTED The rules now provide that discovery is not to be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs: see rr.2, 12 and 18, and see r.6, and the notes thereto, as to oppressive or unnecessary discovery. But in addition to this protection there are four grounds upon which it can be resisted as of right-(
  2. a)as being criminatory or penal, (
  3. b)as being within the doctrine of legal professional privilege, (
  4. c)as disclosing the party´s evidence, (
  5. d)as being injurious to public interests (Bray´s Digest, Art. 42). Στο σχόλιο με τον τίτλο "Not sufficiently material at that stage." στη σελίδα 704 αναφέρεται: "Not sufficiently material at that stage."-The comments of the Judges upon r.20 of this Order are material in this connection: "Now, in deciding whether discovery ought to be given, we must first consider whether it will help the plaintiff at the trial. If it will not, but will only be of use if the plaintiff obtains a decree, then, having regard to the discretion given to the Court by O.31, r.19 (now r.20), we must consider whether it is fair that the defendant should be obliged to give it at this stage of the proceedings, or whether to compel him to give it would be oppressive": Jessel. M.R., in Parker v. Wells, 18 Ch. D. P. 483; and see ibid., pp. 484-487. "The Court is always unwilling before the right to relief is established to make an Order for discovery which may be injurious to the defendant , and will only be useful to the plaintiff, if he succeeds in establishing his title to relief": Cotton, L.J., in Fennessy v. Clark, 37 Ch. D. p. 187; and see Rowcliffe v. Leight, 6 Ch. D. p. 263, Leitch v. Abbott, 31 Ch. D. p. 374, and the cases, infra. Στο σχόλιο με τον τίτλο "Refuse, adjourn.. not necessary.. limited to certain classes of documents."στη σελίδα 713 αναφέρεται: "Refuse, adjourn.. not necessary.. limited to certain classes of documents."-Under the original Rule the Order was almost matter of course or of right: under the Rule after the addition of these words (and still more since the addition of the proviso at the end) there is a real (but judicial, and therefore subject to appeal, Williams v. Bird, 34 S. J. 347) discretion to refuse it. Whether the Court can see that no good is reasonably to be expected from ordering it, or to limit it. The discretion is of the broadest kind, and the Court will not limit the generality of the language of the Rule (Cory v. Cory, [1923] 1 Ch. 90); and in order to see whether there may be material documents, the pleadings, affidavits and any proceedings in the action may be looked at, and the Court ought not to require affidavits in support of the application; see Downing v. Falmouth Board, 37 Ch. D., p. 242, where it was limited to particular documents; and see Lindley, L.J., in Re Wills´ Trade Mark, [1892] 3 Ch. 207. Or leave might be given to interrogate (A.-G. v. North Met. Tram Co., cited supra, p. 511). Or an order for inspection of particular documents may be made, see Pardy´s Mozambique Synd. v. Alexander, infra, r. 14, (
  6. n)"It shall be lawful". (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Προτού εξετάσω την ουσία των λόγων ένστασης και των ζητημάτων τα οποία έχουν προκύψει από τις θέσεις τόσο του κ. Κακογιάννη όσο και του κ. Καλλή, κρίνω ότι το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η συμπεριφορά και δηλώσεις του συνηγόρου του Εναγομένου στις 2.2.2011 αλλά και στις 4.3.2011 ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν θεμελιώσει κώλυμα στην επίκληση των θέσεων και επιχειρημάτων που έχουν εκφραστεί μεταγενέστερα. Σε σχέση με την εμφάνιση των συνηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2.2.2011 επισημαίνω ότι δεν τέθηκε εκ μέρους τους κανένα ζήτημα ή επιφύλαξη σε σχέση με την ορθότητα ή άλλως της ακολουθητέας υπό του Δικαστηρίου διαδικασίας. Σε σχέση δε με την εμφάνιση των συνηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4.3.2011 επισημαίνω ότι η δήλωση που έγινε αρχικά από την κα Ανδρέου, η οποία εμφανίστηκε για τον Εναγόμενο εκ μέρους των κ. κ. Α. Κακογιάννης & Σία, όπως και ο συνήγορος των Εναγόντων ανέφερε στην αγόρευση του, περιείχε στοιχεία αντιφατικά με τις θέσεις και επιχειρήματα που επικαλέστηκε στη συνέχεια ο κ. Κακογιάννης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Εταιρεία Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 94, στην απόφαση του ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής στις σελίδες 97 και 98 αναφέρει τα εξής: «Στην κατάληξη αυτή το Επαρχιακό Δικαστήριο άχθηκε καθοδηγούμενο από την αρχή της επιείκειας, γνωστής ως "promissory estoppel" "εξ υποσχέσεως κώλυμα", η οποία στη σύγχρονη της μορφή στοιχειοθετήθηκε από την απόφαση του Δικαστή Denning (όπως ήταν τότε) στη Central London Property Trust, Ld. v. High Trees House, Ld. [1947] K.B. 130. Η αρχή αυτή έτυχε αναγνώρισης και στην Κύπρο και απηχείται σε σειρά κυπριακών αποφάσεων, δυο από τις οποίες μνημονεύονται στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου - Georghios Hadji Yiannis ν. Attorney - General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392.» Επίσης στη σελίδα 100 της εν λόγω απόφασης του ο κ. Πικής αναφέρει: «Η τύχη της έφεσης εξαρτάται από την ορθότητα του ευρήματος ότι οι δηλώσεις του δικηγόρου των εφεσειόντων και, γενικότερα, ο χειρισμός της υπόθεσης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τους εμποδίζει λόγω δικαιϊκού κωλύματος, να ισχυριστούν ότι είχαν διακανονιστεί με τον τελικό Λογαριασμό όλες οι εκκρεμότητες μεταξύ των διαδίκων. Στη Langdale ν. Danby [1982] 3 All E.R. 129 (HL), αποφασίστηκε ότι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει, μέσω του δικηγόρου του, προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορεί να οδηγήσουν στη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος εφόσον- (α) είναι σαφείς, (β) ο αντίδικος βασίζεται σ' αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε βαθμό και έκταση που (γ) θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο διάδικο να αποστεί από τις παραστάσεις του. Η αδικία προκύπτει από τη ζημία που θα επροκαλείτο στο δεύτερο διάδικο εάν εκαλείτο να επιστρέψει στην κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο πριν να τροποποιήσει τη θέση του. Εξάλλου, στη Η. Clark Ltd. ν. Wilkinson [1965] 1 All E.R. 934, αποφασίστηκε ότι εφόσον οι παραστάσεις στις οποίες είχε προβεί διάδικος μέσω του δικηγόρου του δεν είχαν επιπτώσεις και άφησαν αμετάβλητη τη θέση του αντιδίκου, αυτές μπορεί να αποσυρθούν σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς συνέπειες (χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στη Waugh ν. Η Β Clifford and Sons [1982] 1 All E.R. 1095, αναφορικά με τις εξουσίες του δικηγόρου για το χειρισμό της υπόθεσης του πελάτη του). Τα ίδια αναφέρθηκαν και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τον Δικαστή Νικήτα στην υπόθεση Νίκος Σοφοκλεους ν. Λαϊκή Σπόρτιγκ Κλάπ δια του Γραμματέως αυτής Δημήτριου Εργατούδη και/η οιουδήποτε προσώπου ασκούντως καθήκοντα Γραμματέως και Άλλων,
(1994)1 Α.Α.Δ
  1. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι εφόσον ο κος Κακογιάννης ουσιαστικά ανακάλεσε την δήλωση της κας Ανδρέου και εφόσον δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός και βλάβη από αυτήν στην θέση των Εναγόντων, όπως τελικά εκφράστηκε από τον κ. Καλλή, δεν θεμελιώθηκε εξ υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel) εις βάρος του Εναγομένου. Περαιτέρω, κρίνω ότι είναι και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης η ολοκληρωμένη και επί της ουσίας εξέταση των εγερθέντων ζητημάτων, αφού η όποια κατάληξη του Δικαστηρίου θα επηρεάσει όχι μόνο την περαιτέρω πορεία της παρούσας υπόθεσης αλλά και όλων των υπολοίπων που έχουν τεθεί η θα τεθούν ενώπιον μου. Έχοντας λοιπόν αποφασίσει ως ανωτέρω, επανέρχομαι στην εξέταση της ουσίας των λόγων ένστασης που επικαλέστηκε ο κ. Κακογιάννης για τη μη δυνατότητα έκδοσης οποιασδήποτε οδηγίας ή διατάγματος δυνάμει της Δ.30, αυτεπάγγελτα υπό του Δικαστηρίου και ειδικότερα της μη έκδοσης διατάγματος για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, αλλά και στο κατά πόσο θα εκδοθούν τα υπό του συνηγόρου των Εναγόντων αιτηθέντα διατάγματα. Λαμβάνοντας υπόψη τη νομική πτυχή που διέπει τις Δ.30 και Δ.28, αλλά και το υλικό του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτό παρουσιάζεται μέσα από τις έγγραφες προτάσεις και λοιπά δικόγραφα, έχω καταλήξει στα εξής: Στον πρώτο λόγο που επικαλέστηκε ο κ. Κακογιάννης επισημαίνω κατ' αρχάς ότι αναφέρθηκε σε μέρος μόνο των προνοιών της Δ.30 θ.1(d). Η αναφορά του ήταν επιλεκτική και παρέλειψε να αναγνώσει ολόκληρο το κείμενο και τις πρόνοιες του εν λόγω θεσμού. Από την απλή ανάγνωση του αγγλικού κειμένου που είναι και η γλώσσα του πρωτοτύπου του εν λόγω θεσμού, προκύπτει από τις δυο τελευταίες γραμμές ότι η εξαίρεση σε σχέση με τη μη εφαρμογή του θεσμού, σε αγωγές στις οποίες το κλητήριο ένταλμα είναι αυτό του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου (Δ.2 θ.6), αφορά την υποχρέωση του ενάγοντα να προχωρήσει στην έκδοση κλήσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 θ.1(a). Όπως καθορίζεται στον εν λόγω θεσμό αυτό, στις εν λόγω αγωγές αλλά και σε πρωτογενείς αιτήσεις, η κλήση για οδηγίες δύναται να γίνει όχι μόνο από τον ενάγοντα αλλά και εκ μέρους οποιουδήποτε διαδίκου. Συνακόλουθα κρίνω ότι ο εν λόγω θεσμός δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη διακριτική ευχέρεια που έχει και προσδόθηκε στο ίδιο το Δικαστήριο να ορίζει αυτεπάγγελτα την υπόθεση για οδηγίες. Ούτε και η μη τροποποίηση των λοιπών προνοιών της Δ.30 μπορεί να μειώσει έστω και κατ' ελάχιστο τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση κάτι που με ιδιαίτερη έμφαση τονίζεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σάββας Χατζησάββα ν. Διονύση Π. Διονυσίου (ανωτέρω), που και ο ίδιος ο κ. Κακογιάννης με παρέπεμψε. Στην εν λόγω υπόθεση στην απόφαση του ο Έντιμος πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ηλιάδης, στις σελίδες 1309 και 1310 αναφέρει τα εξής: «Τα διάφορα προβλήματα που έχουν εγερθεί στην παρούσα διαδικασία που έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί στην εκδίκαση της υπόθεσης, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν το Δικαστήριο καθόριζε την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας με γνώμονα τις πρόνοιες της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η πιο πάνω Διαταγή η οποία θα πρέπει να υιοθετείται πρωτοδίκως παρέχει στο πρωτόδικο Δικαστήριο την ευχέρεια να ορίζει αυτεπάγγελτα την υπόθεση για οδηγίες με απώτερο σκοπό τον καλύτερο προγραμματισμό του χειρισμού της αγωγής. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μεταξύ άλλων μπορεί να ζητήσει από τους δικηγόρους των διαδίκων μια δήλωση για αποδεκτά γεγονότα, υπεύθυνη δήλωση ως προς τον αριθμό των μαρτύρων που αναμένεται να κληθούν για να καταθέσουν και την πιθανή χρονική έκταση της μαρτυρίας τους, δήλωση κατά πόσο υπάρχει πρόθεση καταχώρισης αιτήσεων για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, τροποποίησης των εγγράφων προτάσεων, αποκάλυψης εγγράφων, όπως επίσης και εξέταση του ενάγοντος από ιατρό και/ή ιατρούς εκ μέρους του εναγόμενου. Ένας τέτοιος χειρισμός δεν μπορεί παρά να έχει επωφελή αποτελέσματα στον όλο χειρισμό της υπόθεσης με την αποφυγή δημιουργίας προβλημάτων, όπως αυτά που έχουν εγερθεί με τις αλλεπάλληλες ιατρικές εξετάσεις του εφεσείοντος. Στην παρούσα περίπτωση σημειώνουμε ότι αν το πρωτόδικο Δικαστήριο προχωρούσε στην έκδοση οδηγιών ως προς την ιατρική εξέταση του εφεσείοντος στο στάδιο της έκδοσης οδηγιών σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 30, τα διάφορα προβλήματα που έχουν εγερθεί ως προς τις συνεχείς ιατρικές εξετάσεις του εφεσείοντος θα είχαν αποφευχθεί με ευεργετικά αποτελέσματα ως προς την ταχύτερη εκδίκαση της αγωγής και ως προς τα έξοδα που θα πρέπει να καταβληθούν.» Είναι πρόδηλο από το πιο πάνω απόσπασμα ότι το Ανώτατο Δικαστήριο προτρέπει τα πρωτόδικα Δικαστήρια να ορίζουν αυτεπάγγελτα την υπόθεση για οδηγίες έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι σκοποί και οι λόγοι για τους οποίους θεσπίστηκε η Δ.30 αλλά και η τροποποίηση που έγινε σε αυτήν στις 11.7.
  2. Επισημαίνω ακόμα ότι η εξέταση για την έκδοση οποιαδήποτε οδηγίας ή διατάγματος δυνάμει της Δ.30 δεν περιορίζεται μόνο στην έκδοση διατάγματος ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, αλλά επί όλων των ζητημάτων που καλύπτονται από το θ. 2 της εν λόγω διαταγής (βλ. θ.2 .Δ. 30). Η επισήμανση δε αυτή γίνεται διότι ο μεν κ. Κακογιάννης επικέντρωσε την επιχειρηματολογία του κυρίως στο ζήτημα της ενόρκου αποκάλυψης εγγράφων και δεν έκανε ιδιαίτερη αναφορά ή τοποθέτηση για τα υπόλοιπα ζητήματα που καλύπτει η Δ.30 και γιατί δεν θα πρέπει να εκδοθούν αντίστοιχα διατάγματα η οδηγίες, ο δε κ. Καλλής δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την έκδοση οποιασδήποτε άλλης οδηγίας ή διατάγματος χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε επιχειρηματολογία γι' αυτό. Όσον αφορά την παραπομπή του κ. Κακογιάννη στην υπόθεση Μαίρη Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου (ανωτέρω) δεν μπορεί να ενισχύσει τον 1ον λόγο για τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθότι τα εξετασθέντα και υπό κρίση ζητήματα στην εν λόγω υπόθεση δεν είναι παρόμοια με της παρούσας. Τούτο διότι σε εκείνη την υπόθεση αυτό το οποίο εξετάστηκε και αποφασίστηκε ήταν το ζήτημα κατά πόσο αίτηση για τη διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας η οποία καταχωρήθηκε από την ενάγουσα εκπρόθεσμα, μπορούσε να διασωθεί με την υπό του Δικαστηρίου εφαρμογή των προνοιών της Δ.
  3. Όπως αποφασίστηκε η εκπρόθεσμη καταχώρηση της αίτησης πέραν του καθοριζομένου χρόνου από το θ.1(b) της ίδιας διαταγής, δεν μπορούσε να θεραπευτεί αφού ναι μεν επρόκειτο περί παρατυπίας (έτσι κρίθηκε το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της), για την οποία όμως η μεν πλευρά της εναγόμενης έφερε και επέμενε στην ένσταση της και από την άλλη η πλευρά της ενάγουσας δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο πριν την καταχώρηση της για να τη θεραπεύσει. Πρόσθετα επισημαίνω ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στις 21.10.1991 ήτοι πριν την τροποποίηση της Δ.30 στις 11.7.1996 και επίσης πριν την τροποποίηση της Δ.64 στις 24.2.
  4. Η επισήμανση δε αυτή γίνεται για να υπομνήσω ότι η τροποποίηση της Δ.30 με την προσθήκη στο θεσμό 1(a ) της σχετικής επιφύλαξης δίνει στο Δικαστήριο την εξουσία οποτεδήποτε, και επισημαίνω την φράση οποτεδήποτε «κρίνει αναγκαίο και αυτεπάγγελτα», να ορίζει την υπόθεση για οδηγίες, όπως ακριβώς έγινε και στην υπό εξέταση υπόθεση. Συνακόλουθα η απόφαση στην υπόθεση Αθανασιάδη ανωτέρω δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ενισχύσει τις θέσεις του κ. Κακογιάννη. Ακόμη, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Remedica Ltd ν. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1(Γ) 1815 στην απόφαση του Πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδη, σελίδες 1817 και 1818 επισημαίνονται τα εξής: «Στην υπόθεση που συζητούμε οι εφεσείοντες ήγειραν το ζήτημα του εκπρόθεσμου της αίτησης, και οι εφεσίβλητοι δεν υπέβαλαν οποιοδήποτε διορθωτικό αίτημα στο Δικαστήριο. Βέβαια, ο Καν.7 της Δ.30, παρέχει δικαίωμα στον εναγόμενο, στην περίπτωση που ο ενάγων δεν εκδώσει μέσα στην οριζόμενη προθεσμία κλήση για οδηγίες, να υποβάλει αίτηση για διάταγμα απόρριψης της αγωγής. Σ' αυτή δε την περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει αυτή την αίτηση, του εναγομένου, ως κλήση για οδηγίες. Στην υπό συζήτηση όμως υπόθεση, εφόσον η αγωγή είναι σε κλητήριο ένταλμα Δ.2 Κ.6, η κλήση για οδηγίες εκ μέρους των εφεσιβλήτων, ως εναγόντων στην αγωγή, δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά επέλεξαν να την εκδώσουν, όπως προβλέπεται στην παραγρ.(δ) της Δ.30 Κ.1, που λέγει: «Αυτός ο Κανονισμός δεν θα εφαρμόζεται σε αγωγές στις οποίες καταχωρείται, εντός δέκα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θα θεωρούνται συμπληρωμένα (closed), κοινή δήλωση, υπογραμμένη από όλους τους διαδίκους στην αγωγή, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται κλήση για οδηγίες για το λόγο ότι δεν υπάρχει ανάγκη για κανένα από τα διατάγματα που θα μπορούσαν να ζητηθούν σύμφωνα με αυτή, ή σε αγωγές στις οποίες το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία του επίδικου ζητήματος (όπως καθορίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο), δεν υπερβαίνει τις πενήντα λίρες, ή σε αγωγές στις οποίες το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διαταγή 2, Κανονισμός 6, αλλά σε οποιαδήποτε τέτοια αγωγή ή διαδικασία κλήσης για οδηγίες μπορεί να εκδοθεί με πρωτοβουλία οποιουδήποτε διαδίκου σ' αυτή». (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Συνακόλουθα η εισήγηση του κ. Κακογιάννη που αφορά τον πρώτο λόγο, ήτοι περί μη δυνατότητας εφαρμογής των προνοιών του θ.1(a) της Δ.30 αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε αγωγές επί ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου, κρίνεται ως παντελώς ανεδαφική και ανυποστήρικτη και συνακόλουθα απορρίπτεται. Σε σχέση με το δεύτερο λόγο, που ο κ. Κακογιάννης έχει επικαλεστεί και συγκεκριμένα ότι επειδή δεν έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από πλευράς των Εναγόντων με την οποία να ζητούν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, κατά παράβαση των προνοιών του θ.4 της Δ.30, επισημαίνω ότι η αναφορά του κ. Κακογιάννη στις πρόνοιες του εν λόγω θεσμού ήταν και πάλιν επιλεκτική. Η ανάγνωση όλων των προνοιών του θ.4 της Δ.30, υποδηλεί ότι ειδοποίηση και όχι αίτηση, θα πρέπει να καταχωρείται από οποιοδήποτε μέρος προς το οποίο απευθύνεται η κλήση για οδηγίες με τη χρήση του τύπου 26, μόνο αν έχει πρόθεση να ζητήσει διάταγμα ή οδηγίες άλλων από αυτών που αναφέρονται στη κλήση για οδηγίες που του απευθύνθηκε. Η εν λόγω ειδοποίηση, θα πρέπει να καταχωρείται δυο ημέρες πριν την ημερομηνία που ορίστηκε για ακρόαση η κλήση για οδηγίες, η οποία μάλιστα θα πρέπει να συνοδεύεται και από ένορκο δήλωση μόνο στην περίπτωση εκείνη που πρόθεση του διαδίκου είναι να αιτηθεί διάταγμα για το οποίο αν το αιτείτο ανεξάρτητα θα έπρεπε να υποστηριχθεί με ένορκο δήλωση. Επίσης ο θ.4 καθορίζει στις πρώτες τρεις του γραμμές κάτι που προκύπτει πολύ εύκολα από τη γραμματική ερμηνεία του εν λόγω θεσμού, ότι την ημέρα που είναι ορισμένη η κλήση για οδηγίες, οποιοδήποτε πρόσωπο προς το οποίο αυτή απευθύνεται και όσο αυτό είναι πρακτικό θα αιτείται, προφανώς προφορικά αφού δεν υπάρχει γραπτή αίτηση, οποιοδήποτε διάταγμα ή οδηγίες αναφορικά με οποιοδήποτε ενδιάμεσο ζήτημα στην αγωγή για το οποίο επιθυμεί. Είναι λοιπόν πρόδηλο πως η Δ.30 έχει τις δικές τις πρόνοιες και ιδιαιτερότητες και δεν εμπίπτουν τα αιτήματα για τα οποία γίνεται επίκληση τους στις πρόνοιες για ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.48. Αυτό αναφέρθηκε και στην απόφαση του ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ.2)
(1992)1)(Β) Α.Α.Δ 1146, στις σελίδες 1151 και 1152 στις οποίες ο Πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής αναφέρει τα εξής: «Το δεύτερο θέμα που έχει τεθεί, αλλά που πρέπει να επιλυθεί ως πρώτο κατά λογική προτεραιότητα, είναι το παραδεκτό των δύο αιτήσεων οι οποίες, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν συνάδουν με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.2 που επιβάλλουν τον προσδιορισμό σε ενδιάμεσες αιτήσεις των άρθρων του νόμου και των Θεσμών Πολιτικής δικονομίας στις οποίες εδράζονται. Ενδιάμεσες αιτήσεις που εδράζονται στις πρόνοιες της Δ.48 πρέπει απαρέγκλιτα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και Άλλων (Πολιτική Έφεση αρ. 7684, αποφασίστηκε στις 21/ 11/90)). Η υποχρέωση αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στην Δ.48 Θ.2, ισχύει, εκτός όπου γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, στους δικονομικούς θεσμούς. Η Δ.30 προβλέπει την έκδοση κλήσης για οδηγίες μέσα σε καθορισμένο χρόνο με έντυπο διάφορο από εκείνο το οποίο προβλέπεται για ενδιάμεσες αιτήσεις που καταχωρούνται βάσει της Δ.
  1. Η Δ.30 συνιστά ιδιαίτερο δικονομικό μέτρο για την έκδοση όλων των αναγκαίων οδηγιών περιλαμβανομένων και περαιτέρω ή καλύτερων λεπτομερειών για την προλείανση του εδάφους για την εκδίκαση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον σχετικό τύπο γίνεται αναφορά στην δικονομική διάταξη στην οποία βασίζεται το αίτημα (Δ.30) στην επικεφαλίδα της αιτήσεως οπόταν και να τύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις της Δ.48 Θ.2, η υποχρέωση για εξειδίκευση του θεσμού στον οποίο οι αιτήσεις βασίζονται θα ικανοποιείτο. Κρίνουμε όμως ότι η κλήση για οδηγίες συνιστά ειδικό δικονομικό μέτρο το περιεχόμενο του οποίου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.30 και συνεπώς εξαιρείται από την Δ.48 Θ.2.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ακόμη αν στην περίπτωση της Δ.30 ο νομοθέτης ήθελε να καταχωρούνται γραπτές αιτήσεις είτε πριν, είτε κατά είτε μετά την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, κρίνω ότι θα το καθόριζε στο θ.2 της Δ.
  2. Αντιθέτως, οι πρόνοιες του εν λόγω θεσμού υποδηλούν ξεκάθαρα ότι το Δικαστήριο την ημέρα της ακρόασης της κλήσης για οδηγίες δύναται εξασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να εκδώσει τα διατάγματα και τις οδηγίες που απαριθμούνται στις υποπαραγράφους a, b, c, d, e, f και g. Κατά τα ισχύοντα δε στην Αγγλία, την ημέρα που ορίζεται η κλήση για οδηγίες, το Δικαστήριο πρέπει να επιλαμβάνεται όσο το δυνατό περισσοτέρων ενδιαμέσων ζητημάτων και στο πλαίσιο του εφικτού να ολοκληρώνει την ίδια ημέρα την διαδικασία (βλέπε απόσπασμα από το σύγγραμμα The Annual Practice 1958, σελ.666 ανωτέρω). Σε περίπτωση δε άρνησης από οποιοδήποτε διάδικο να προβεί σε οποιαδήποτε παραδοχή ή να αποδεχθεί την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος ή οδηγίας που λογικά το Δικαστήριο θεωρήσει ότι θα έπρεπε να εκδοθεί, το Δικαστήριο στα πλαίσια της δίκης είναι σε θέση να τιμωρήσει με την επιδίκαση εξόδων για μια τέτοια άρνηση (βλ. σχόλιο υπό τον τίτλο "With the view to such special order... as to costs" στη σελίδα 669, στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, ανωτέρω. Ακόμη η θέση του κ. Κακογιάννη ότι το αίτημα του κ. Καλλή δεν υποστηρίζεται δεόντως εννοώντας ίσως ότι θα έπρεπε εκτός από αίτηση να υποστηρίζεται και με ένορκη δήλωση, επίσης δεν ευσταθεί αφού ο θεσμός 3 της Δ.30, καθορίζει ότι ένορκος δήλωσης δεν χρησιμοποιείται την ημέρα της ακρόασης της κλήσεως για οδηγίες εκτός εάν αυτό καθορίσει το Δικαστήριο και τούτο μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που γίνεται μνεία στον εν λόγω θεσμό. Ούτε και η παραπομπή του Δικαστηρίου στην υπόθεση Σάββας Χατζησάββα ν. Διονύση Π. Διονυσίου (ανωτέρω) μπορεί να υποστηρίξει το λόγο αυτό. Τα γεγονότα και τα νομικά σημεία τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ενώπιον του και εξέτασε στην εν λόγω υπόθεση στα πλαίσια των λόγων έφεσης, ήσαν εντελώς διαφορετικά και ουδεμία σχέση έχουν με τα όσα επικαλέστηκε προς υποστήριξη της θέσης του σε σχέση με το δεύτερο λόγο ο κ. Κακογιάννης. Πρόσθετα, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα καυστικό για την παράλειψη του Δικαστηρίου να εφαρμόσει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία της Δ.30, προτού ορίσει την υπόθεση για ακρόαση. Τούτο όμως υπό μορφή σχολίων που γίνονται εκτός των αφορούντων την έφεση λόγων τα οποία συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) και σαν κατευθυντήρια οδηγία προς τα κατώτερα Δικαστήρια. Ο Νομοθέτης αυτό το οποίο καθορίζει είναι ότι την ημέρα που είναι ορισμένη η κλήση για οδηγίες, υποβάλλεται το αίτημα το οποίο εκ των πραγμάτων μπορεί να γίνει μόνο προφορικά, εκτός εάν εμπίπτει το εν λόγω αίτημα στην εξαίρεση που καθορίζει ο ίδιος ο θεσμός και πάλιν όμως χωρίς αίτηση, αλλά με ειδοποίηση δυνάμει του τύπου
  3. Ακόμη πώς είναι δυνατόν να ευσταθεί η εισήγηση του κ. Κακογιάννη αφού επί τη βάσει των όσων αναφέρονται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, στη σελίδα 666, ανωτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να ολοκληρώνει την διαδικασία της κλήσεως για οδηγίες την ημέρα που αυτή ορίζεται. Κάτι που σίγουρα είναι ανέφικτο αν θα ακολουθείται η εισήγηση του κ. Κακογιάννη για την αναγκαιότητα καταχώρησης αιτήσεων. Συνακόλουθα και ο δεύτερος λόγος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο που προέβαλε ο κ. Κακογιάννης επίσης δε βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο με τα όσα επικαλέστηκε προς υποστήριξη του. Επικαλέστηκε ο κ. Κακογιάννης τις πρόνοιες της Δ.28 εισηγούμενος ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά υλικό προς αποκάλυψη, αφού τα έγγραφα αποκαλύπτονται μέσα από τους ισχυρισμούς και τη βάση της αγωγής που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Όπως πιο πάνω αναφέρεται η διαταγή για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων επίσης έχει την προέλευση της από τους Αγγλικούς θεσμούς και συγκεκριμένα από τη Δ.31 θ.
  4. Η έκδοση τέτοιας διαταγής εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία δεν πρέπει να ασκείται στις περιπτώσεις εκείνες που η αποκάλυψη εγγράφων κρίνεται αχρείαστη και όχι δίκαιη στο στάδιο που αυτή ζητείται (βλ. απόσπασμα του συγγράμματος The Annual Practice 1958 σελ. 704 (ανωτέρω). Επίσης στις περιπτώσεις εκείνες που κρίνεται ότι η αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία είτε για τη δίκαιη επίλυση του ζητήματος ή για την εξοικονόμηση χρημάτων είτε την καθιστούν καταπιεστική για τον εναγόμενο. Πρόσθετα σαν θέμα δικαιώματος δύνανται να προβληθούν σαν λόγοι ένστασης στην έκδοση τέτοιου διατάγματος οι πιο κάτω: α. Ότι η αποκάλυψη είναι αυτοενοχοποιητική ή δυνατόν να επισύρει τιμωρία (ποινή). β. Ότι είναι τέτοια η οποία εμπίπτει στον κανόνα του επαγγελματικού απορρήτου. γ. Ότι με αυτή θα αποκαλυφθεί μαρτυρία του διαδίκου που θα προβεί σε αυτή. δ. Ότι είναι επιβλαβής για το δημόσιο συμφέρον. (Βλέπε απόσπασμα από το Σύγγραμμα Τhe Αnnual Practice 1958, σελίδα 684 ανωτέρω ) Θα πρέπει κατ' αρχάς να επισημάνω ότι οι ισχυρισμοί στα δικόγραφα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν υλικό για να εξαχθούν παραδοχές γεγονότων ή εγγράφων ή για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που προβλέπεται στο θ.2 της Δ.30, εκτός βεβαίως αν περιέχονται σε αυτούς ρητές παραδοχές εγγράφων ή γεγονότων. Μέχρι και το στάδιο της κλήσης για οδηγίες, το Δικαστήριο δεν έχει ακούσει μαρτυρία και το μόνο υλικό από το οποίο μπορεί και δύναται να εξάξει συμπεράσματα για την τελική του κρίση είναι τα δικόγραφα (ειδικότερα σε σχέση με την έκδοση διατάγματος για την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων βλέπε σχόλιο με τον τίτλο "Refuse, adjourn.. not necessary.. limited to certain classes of documents."στη σελίδα 713 του συγγράμματος Τhe Αnnual Practice 1958, ανωτέρω). Από το φάκελο της δε της παρούσας υπόθεσης όπως και πιο πάνω αναφέρεται, διαπιστώνω ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο, σε αυτή καταχωρήθηκε εμφάνιση από τον Εναγόμενο, στη συνέχεια Έκθεση Υπεράσπιση, ακολούθως απάντηση στην Υπεράσπιση και το επόμενο διαδικαστικό διάβημα ήταν η καταχώρηση στις 24.11.2010 αίτησης για ορισμό της αγωγής για ακρόαση. Ακολούθως και επειδή δεν είχε προηγηθεί οποιαδήποτε αίτηση η διαδικασία δυνάμει της Δ.30 ορίστηκε η αγωγή στις 2.2.2011 από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα για οδηγίες έτσι ώστε να τοποθετηθούν οι δυο πλευρές επί των όσων προβλέπονται στη Δ.30 και για την υποβολή οποιουδήποτε προφορικού αιτήματος για έκδοση διατάγματος η οδηγίας σε ότι αφορά τα θέματα του θ.2 της εν λόγω διαταγής. Μελετώντας δε το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης από αυτό προκύπτει ότι ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης και μέρος της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης αρνούμενος όλες τις υπόλοιπες παραγράφους και θεραπείες του αιτητικού μέρους του κλητηρίου εντάλματος. Συνακόλουθα και επειδή κρίνω ότι υπάρχουν ζητήματα για τα οποία δικαιολογείται η έκδοση οδηγιών και διαταγμάτων δυνάμει της Δ.30 θ.2 και αυτός ο λόγος απορρίπτεται. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω, το ότι στην ενώπιον μου υπόθεση δεν λήφθηκε οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα μέχρι που η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε σχέση με τη Δ.30, το περιεχόμενο των δικογράφων και τη σχετική επί του θέματος νομολογία κρίνω ότι: Α. Η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και συνακόλουθα το δικαίωμα και υποχρέωση για καταχώρηση κλήσης για οδηγίες δεν προσδίδεται μόνο στους Ενάγοντες αλλά μπορούσε να ασκηθεί και από οποιοδήποτε άλλο διάδικο. Το Δικαστήριο πρόσθετα έχει την αυτεπάγγελτη εξουσία που ρητά του προσδίδει η επιφύλαξη της Δ.30 θ.1(a), να εκδίδει κλήση και να ορίζει αγωγή για οδηγίες δυνάμει της Δ.30, ως έπραξε και στην παρούσα υπόθεση. Β. Δεν συντρέχει κανένας λόγος που να δημιουργεί έστω και υπόνοια πως αν εκδοθούν οποιαδήποτε διατάγματα ή οδηγία δυνάμει της Δ.30 θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν τέθηκε και βεβαίως τα συνδικαλιστικά και οικονομικά κίνητρα του κ. Κακογιάννη δεν μπορούν να ενισχύσουν τη θέση του. Για το συγκεκριμένο δε ισχυρισμό επισημαίνω ότι τα όποια έξοδα έχουν προκληθεί από την διαδικασία που εφήρμοσε το Δικαστήριο, δυνάμει των σχετικών κανονισμών δύνανται να επιδικαστούν όπως νομολογιακά έχει καθιερωθεί και πάντοτε μέσα στα πλαίσια της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Ούτε και μπορούν τα οικονομικά κίνητρα οποιουδήποτε μέρους μιας δικαστικής διαδικασίας να αποτελέσουν τροχοπέδη στην εξυπηρέτηση και εφαρμογή των σκοπών της δικαιοσύνης, των κανονισμών, της νομοθεσίας, της νομολογίας η να περιορίσουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αν αυτή κριθεί ότι πρέπει να ασκηθεί πάντοτε βεβαίως, προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Γ. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε λόγος που εμπίπτει στις ενστάσεις που μπορούν να εγερθούν επί τη βάση δικαιώματος. Δ. Τόσο από την Έκθεση Απαίτησης, όσο και από την Υπεράσπιση και παρά τις εντοπιζόμενες παραδοχές γεγονότων στην Έκθεση Υπεράσπισης, κρίνω ότι υπάρχει εισέτι πεδίο και έδαφος προς εξυπηρέτηση των σκοπών της Δ.30 και των όσων έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία έτσι ώστε να δικαιολογείται η εξάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας και η έκδοση διαταγμάτων και οδηγιών δυνάμει της εν λόγω διαταγής. Τούτο διότι στην παρούσα υπόθεση η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, όχι μόνο δεν θα επιβαρύνει την υπόθεση με έξοδα αλλά αντιθέτως κρίνω ότι θα εξοικονομήσει ταύτα. Πρόσθετα κρίνω ότι θα εξοικονομήσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου αφού με την αποκάλυψη των εγγράφων στα οποία θα στηριχτούν και οι δύο πλευρές και την εν συνεχεία τοποθέτηση τους επί της παραδεκτότητας τούτων αλλά και επί των γεγονότων, θα μειωθεί σε μεγάλο βαθμό ο χρόνος που θα απαιτηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Ακόμη θα δώσει στο Δικαστήριο πιο σαφή ένδειξη για τα εν κατακλείδι αμφισβητούμενα θέματα και την δυνατότητα να προγραμματίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ακρόαση της υπόθεσης. Συνακόλουθα εξασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια εκδίδονται διατάγματα και οδηγίες κατά και εκ των οριζομένων στη Δ.30, ως ακολούθως: (α) Οι Ενάγοντες 1 και 2 διατάσσονται όπως εντός 30 ημερών από σήμερα αποκαλύψουν ενόρκως όλα τα έγγραφα τα οποία έχουν και/ή είχαν στην κατοχή η έλεγχο τους και σχετίζονται με οποιοδήποτε επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής. Η ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί στο Πρωτοκολλητείο και να επιδοθεί στους δικηγόρους του Εναγομένου μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη προθεσμία των 30 ημερών. (β) Ο Εναγόμενος διατάττεται όπως εντός 30 ημερών από σήμερα, αποκαλύψει ενόρκως όλα τα έγγραφα τα οποία έχει και/ή είχε στην κατοχή η έλεγχο του και σχετίζονται με οποιοδήποτε επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής. Η ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί στο Πρωτοκολλητείο και να επιδοθεί στο δικηγόρο των Εναγόντων μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη προθεσμία των 30 ημερών. (γ) Μέσα σε 10 ημέρες από την ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων ως ανωτέρω, η κάθε πλευρά να καταχωρήσει και παραδώσει αντίγραφο στην άλλη πλευρά: (i) δήλωση αναφορικά με την παραδοχή γεγονότων σύμφωνα με τη Δ.24 θ.1 & 5, και (ii) δήλωση αναφορικά με την παραδοχή εγγράφων σύμφωνα με τη Δ.24 Θ.
  5. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες και προγραμματισμό στις 26.10.2011, 8.45 π.μ. Τα έξοδα που έχουν προκληθεί από τον αυτεπάγγελτο υπό του Δικαστηρίου ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 και την επακολουθήσασα διαδικασία, στην πορεία και το αποτέλεσμα της αγωγής. (Υπ.) ............................................... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.