Κατερίνας Σπύρου Οικονόμου κ.α. ν. Ελένης Γεωργίου Νικολάου, Αρ. Έφεσης/Αίτησης: 100/05, 25.07.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Έφεσης/Αίτησης: 100/05 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, άρθρα 58 και 80, Κεφ. 224 Μεταξύ:
- Κατερίνας Σπύρου Οικονόμου από την Λευκωσία
- Ελπίδας Χαραλάμπους Κάουρου από τη Λευκωσία Αιτητριών/Εφεσειουσών - και - Ελένης Γεωργίου Νικολάου από τον Κάτω Πύργο Καθ΄ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης ------------------------ Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 07.01.2008 Μεταξύ:
- Κατερίνας Σπύρου Οικονόμου από την Λευκωσία
- Ανδριανής Πολυκάρπου από την Λευκωσία Αιτητριών/Εφεσειουσών και Ελένης Γεωργίου Νικολάου από τον Κάτω Πύργο Καθ΄ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης -------------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 07.10.2010 Μεταξύ:
- Κατερίνας Σπύρου Οικονόμου από την Λευκωσία
- Ανδριανής Πολυκάρπου από την Λευκωσία Αιτητριών/Εφεσειουσών Και Φίλιππου Αθανάση Φιλίππου από την Λευκωσία Καθ΄ ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου ------------------- Ημερομηνία : 25.07.2011 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες-Αιτήτριες: κα Ε. Πουλλά Για Εφεσίβλητο-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Ε. Κορακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας έφεσης-αίτησης (στο εξής η επίδικη αίτηση), όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 07.10.2010, είναι το αίτημα των Εφεσειουσών για ακύρωση και/ή τροποποίηση απόφασης ημερομηνίας 16.04.2003 του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής ο Διευθυντής) με την οποία αποφασίστηκε η αίτηση τους (ΑΧ315/02) για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Νομική βάση της επίδικης αίτησης είναι τα άρθρα 58 και 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και Νόμοι αρ. 3 του 1960 έως 144(Ι) του 1999, οι περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμοί της 05.07.1956, ως τροποποιήθηκαν, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.θ.1-4 και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ακύρωση της προαναφερθείσας απόφασης του Διευθυντή παρατίθενται αυτούσιοι ως τους επικαλούνται οι Εφεσείουσες: «
- Ο Διευθυντής του Τμήματος κτηματολογίου και Χωρομετρίας, εσφαλμένα καθόρισε το κοινό σύνορο μεταξύ του ακινήτου των Αιτητών και του ακινήτου της Καθ΄ ης η Αίτηση, ως φαίνεται στο σχέδιο το επισυνημμένο στην ειδοποίηση του ημερομηνίας 13.06.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, εσφαλμένα και/ή παράνομα δεν έλαβε υπόψη τις εισηγήσεις των Αιτητών βάσει των οποίων ήταν δυνατό να επιλύσει ορθά τη συνοριακή διαφορά.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αποφάσισε επί της συνοριακής διαφοράς, χωρίς να προβεί στις ενδεδειγμένες καταμετρήσεις επί τόπου και/ή χωρίς να κάμει οποιαδήποτε χωρομετρική εργασία για τον καθορισμό του κοινού συνόρου μεταξύ του ακινήτου των Αιτητών και του ακινήτου και της Καθ΄ ης η Αίτηση.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας άσκησε την εξουσία που του παρέχει ο Νόμος για την επίλυση συνοριακών διαφορών σε πρώτο στάδιο, κατά τρόπο εσφαλμένα και/ή παραπλανήθηκε κατά την άσκηση αυτή της εξουσίας του, διότι αγνόησε ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία και/ή δεν έδωσε την δέουσα βαρύτητα σε γεγονότα που έλαβε υπόψη.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν είναι επαρκώς ή καθόλου αιτιολογημένη.» Η μαρτυρία που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση προέρχεται από ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας αρ. 1 καθώς και από συμπληρωματική ένορκη της δήλωση, ως επίσης από ένορκη δήλωση του τοπογράφου Κυριάκου Παναγιώτου. Μέσα από το περιεχόμενο των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων της Εφεσείουσας αρ. 1 γίνεται μεταξύ άλλων, ιστορική αναφορά στην πορεία της εξέλιξης των επίδικων κτημάτων μέχρι σήμερα στα οποία αφορά η επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Επίσης στην ένορκη δήλωση του τοπογράφου Κυριάκου Παναγιώτου, γίνεται εκτενής και λεπτομερειακή αναφορά στο ιστορικό των επίδικων ακινήτων, όπως προέκυψε από έρευνα του στους φακέλους του Κτηματολογίου. Ακολούθως μέσα από την μελέτη όλων των στοιχείων, ο εν λόγω μάρτυρας προβαίνει σε συμπεράσματα τα οποία παρατίθενται αυτούσια και έχουν ως ακολούθως: - Στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου αναφέρεται ότι η διεξαχθείσα Χωρομετρική εργασία έχει ελεχθεί από το Λειτουργό Χαρτογραφήσεων και διαπιστώθηκε ότι είναι «απόλυτα ορθή». Είναι γεγονός ότι στην προσπάθεια του Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρία για λύση της διαφοράς έχει διεξαχθεί κάποια εργασία από το Κτηματολόγιο και Χωρομετρία, αλλά αυτό δεν εξυπακούει και ότι η όλη εργασία είναι ορθή. Διαχρονικά από την εποχή που έγιναν τα αρχικά Σχέδια (χωρομετρία) του 1920-1926 μέχρι σήμερα έχουν διαπραχθεί μια σειρά από σοβαρά χωρομετρικά και άλλα Κτηματολογικά λάθη από το Κτηματολόγιο όπως π.χ. κατά το διαχωρισμό του αρχικού τεμ. 408 Κλίμακα 1:5000, σε τρία Τεμ. 408/1, 408/1 και 408/3 τα οποία σήμερα φέρουν τους αριθμούς Τεμ. 721, Τεμ. 722, Τεμ. 723 (πρώην 408/1), Τεμ. 724 (πρώην 408/2) και Τεμ. 725 (πρώην 408/3) έγιναν σοβαρές παρατυπίες. Με το φάκελο Α 1488/46 ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1Α, 1Β και 1Γ το αρχικό τεμάχιο 408 δεν είχε διαχωριστεί σε τρία ίσα σε εμβαδόν μερίδια αλλά σε τρία άνισα σε εμβαδόν τεμάχια όπως τα εμβαδά αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Γ. - Από τις μελέτες των πιο πάνω Φακέλλων αλλά και με τις επί τόπου μετρήσεις και ευρήματα μου φαίνεται ολοκάθαρα ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σφάλλει στην απόφαση του και πρέπει (α) η απόφαση του να ακυρωθεί και (β) το επίδικον σύνορον μεταξύ των Τεμ. 724 και Τεμ. 725 Φ/Σχ 36+37 πρέπει να επανέλθει εις την πραγματική του θέση όπου ευρίσκετο πριν από την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. - Όταν εγένετο ο διαχωρισμός του τεμαχίου 408, αν γινόταν σε τρία ίσα μέρη, το Τεμάχιο 408/03 (τώρα τεμάχιο 725) της Ελένης γεωργίου Νικολάου (και τώρα ιδιοκτησίας του Εφεσίβλητου), θα παρέμενε χωρίς πρόσβαση στο Δημόσιο Δρόμο, γι΄ αυτό και η μητέρα της Ελένης Γεωργίου Νικολάου, Μαρούλλα Χαράλαμπου Κάβουρου, προέβη σε διαβήματα προς την αδελφή της Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου, τότε ιδιοκτήτρια του Τεμαχίου 408/02 (νυν τεμάχιο 724) και την κόρη της Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου, για να της δοθεί πρόσβαση στο δημόσιο δρόμο, και της εδόθη από την Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου, μια πρόσβαση στο δρόμο 4 ποδιών και 2 πόδια στο στενό σημείο της οικίας της Κατερίνας Σπύρου οικονόμου αλλά στην πλευρά του Τεμαχίου 284, μακριά από τον τοίχο της σημερινής οικίας της Κατερίνας Σπύρου οικονόμου. Επίσης ως αντιλαμβάνομαι προφορικές ή/και γραπτές προσπάθειες για εξασφάλιση ικανοποιητικής πρόσβασης ή/και γραπτές προσπάθειες για εξασφάλιση ικανοποιητικής πρόσβασης στο δημόσιο δρόμο έγιναν από την Ελένη Γεωργίου Νικολάου προς την ιδιοκτήτρια των Τεμαχίων 284 και
- Επειδή στο σύνορο από το σημείο J μέχρι τον ποταμό σημείο Μ ΤΕΚΜΗΡΙΑ 16Α, 16Β, 17 & 18 και όπως φαίνεται στα προαναφερόμενα Τεκμήρια το Τεμάχιο 725 δεν θα είχε πρόσβαση στο δημόσιο δρόμο εάν έπαιρνε το 1/3 του ακριβούς εμβαδού που αναλογούσε στον καθένα από τα τρία αδέλφια δηλαδή 2220.2 τ.μ. ουσιαστικά μας καθοδηγεί ότι υπήρχε πρόβλημα πρόσβασης στον δημόσιο δρόμο για το τεμάχιο 725 (πρώην 408/3). - Στο Σχεδιάγραμμα του Φακέλου Α1488/46 Τεκμήρια 1Α, 1Β, 1Γ, υπάρχουν μια σειρά από σοβαρές ανακρίβειες: Το σύνορο του Τεμαχίου 284 εφάπτεται της κατοικίας της Μαρίας Λαζάρου Χριστοφή, ενώ στο Τεκμήριο 1Γ του ιδίου Φακέλου Α1488/46, το ίδιο σύνορο δείχνεται διαφορετικό και ότι το κοινό σύνορο μετά του Τεμαχίου 408 (τώρα τεμάχιο 408/3) είναι πιο έξω από την κατοικίαν της Μαρίας Λαζάρου Χριστοφή. Το ότι το σύνορο του Τεμαχίου 408 έφθανε μέχρι την οικίαν της ιδιοκτήτριας του Τεμαχίου 284 και 285 φαίνεται καθαρά και στο Αρχικό Σχέδιο "Original" του 1920-1925 Τεκμήριο
- - Στο Τεκμήριο 1Γ τόσον τα σχεδιαγράμματα όσον και η μαύρη γραφή είναι ξεθωριασμένα, ενώ το κόκκινο μέρος (σκίτσο και εμβαδόν) είναι ζωηρό και έντονο χρώμα που αφήνει υποψίες ότι μάλλον υπήρχαν επεμβάσεις και αλλοιώσεις του σκίτσου του σχεδίου σε κατοπινό στάδιο. - Το σύνορο μεταξύ των Τεμαχίων 408/2 και 408/3 δεν ήτο δυνατόν να εφάπτεται του τοίχου της οικίας της Ελπίδας Χαραλάμπους Κάβουρου, (μητέρα της Κατερίνας Σπύρου οικονόμου και Ανδριανής Πολυκάρπου - Ενάγουσες/Εφεσείουσες), διότι: (α) στο Τεκμήριο 1Α η κατοικία αυτή εκτίσθη το 1937 και δεν ήτο δυνατό να αποδεχόταν η Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου τέτοιο διαχωρισμό, διότι αν γινόταν αποδεχτός ουσιαστικά της αποστερούσε το δικαίωμα πρόσβασης προς το υπόλοιπο μέρος του κτήματος της. (β) Αν γίνει αποδεκτός αυτός ο διαχωρισμός με το σύνορο να εφάπτεται του τοίχου της οικίας της Κατερίνας Σπύρου οικονόμου (προηγούμενα Ελπίδας Χαραλάμπους Κάβουρου) τα εμβαδά θα είχαν ως ακολούθως, το μεν τεμάχιο 408/2 εμβαδόν 2062 τ.μ. το δε Τεμάχιο 408/3 εμβαδόν 2527,15 τ.μ.. (γ) Αν το κοινό σύνορο μεταξύ των Τεμαχίων 724 και 725 εφάπτετο της οικίας της Ελπίδας Χαραλάμπους Κάβουρου, ως το Τεκμήριο 1Γ πώς το 1961 η Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου εξασφάλισε Άδεια Οικοδομής για την κατοικία της κόρης της Ανδριανής πολυκάρπου, σ΄ ένα «περίπλειστο» τεμάχιο χωρίς πρόσβαση στην κατοικία της θυγατέρας της Ανδριανής και χωρίς πρόσβαση στην αυλή της κατοικίας της ίδιας της Ελπίδας. ΤΕΚΜΗΡΙΑ 3 και 3Α κατατίθενται η Άδεια Οικοδομής ημερομηνίας 20.03.1961 και τελική έγκριση ημερομηνίας 09.02.1983 αντιστοίχως. (δ) Δια να έχουν ίσα εμβαδά τα Τεμάχια 724 και 725, δηλαδή 2.290 τ.μ. και 2.300 τ.μ. αντίστοιχα, τα σύνορα πρέπει να είναι η γραμμή D, H, M με κίτρινο χρώμα στο Τεκμήριο 17 το οποίο έχω ετοιμάσει βάσει της εργασίας του Κτηματολόγου Ιωσήφ Αντωνίου στο Φάκελο Α986/86, Τεκμήριο
- Στο σχεδιάγραμμα του Ιωσήφ Αντωνίου με μετρήσεις , το κοινό σύνορο των Τεμαχίων 724 και 725 είναι 2,45 μέτρα βόρεια του τοίχου της οικίας της Κατερίνας Σπύρου Οικονόμου, κατοικία κτισμένη από το 1937 δυνάμει προικοσυμφώνου (την οποία έλαβε από την μητέρα της Ελπίδα Χαραλάμπου Κάβουρου). Στον ίδιο φάκελο Α986/86 υπάρχει επιστολή από το Κτηματολόγιο ημερομηνίας 25.02.1987 που αναφέρει ότι το κοινόν σύνορο μεταξύ του τεμ. 724 και τεμ. 725 δεν εφάπτεται του τοίχου της οικίας της Κατερίνας Σπύρου Οικονόμου. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- - Με τον Φακ. ΑΔΛ 1235/99 ο Κτηματολόγος Μιχάλης Καλαθάς στις 05.07.2000 εξέτασε επί τόπου θέμα διόρθωσης Σχεδιαστικού λάθους μεταξύ του τεμαχίου 724 και τεμαχίου
- Ο εν λόγω Μιχάλης Καλαθάς ζήτησε και υπέγραψαν εν λευκώ μια ένορκη Δήλωση τόσον η Ελένη Γεωργίου Νικολάου προηγούμενη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου/αρχική Εφεσίβλητη, όσον και η Εφεσείουσα Κατερίνα Σ. Οικονόμου καθώς και η μητέρα της Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου στις 05.07.2000, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6, και προβεί σε διόρθωση των Κτηματικών Σχεδίων δηλαδή αλλοίωση της θέσης του κοινού συνόρου μεταξύ των τεμ. 724 και
- Η εργασία του φαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 και το Κτηματικό Σχέδιο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- - Ο Μιχάλης Καλαθάς χωρίς να ενημερώσει την Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου και την Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου για τις επιπτώσεις των πράξεων του είχε προβεί σε μια διόρθωση των Κτηματικών Σχεδίων ουσιαστικά καταστροφική για τις Εφεσείουσες ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Ουσιαστικά απε΄κλεισε τις Εφεσείουσες να έχουν πρόσβαση την μεν Ανδριανή Πολυκάρπου μηδέν πρόσβαση στην Οικία της, την δε Κατερίνα Σ. Οικονόμου μηδέν πρόσβαση στην πίσω αυλή της Οικίας της. Και αυτά έπραξε ο Κτηματολόγος Μιχάλης Καλαθάς χωρίς καθόλου να ενημερώσει την Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου και την μητέρα της Ελπίδα Χαράλαμπου Κάβουρου για τη πράξη του. - Η Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου και η μητέρα της Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου αφού υποψιάστηκαν ότι κάτι δεν πάει σωστά, έστειλαν επιστολή στο Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσία και ζήτησαν να αποσύρουν τις υπογραφές τους ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Ο Επαρχιακό Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας απέρριψε την απαίτηση τους με την επιστολή του ημερομηνίας 18.07.2000 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 και προχώρησε στη διόρθωση λάθους, αγνοώντας τα συμφέροντα και δικαιώματα των Εφεσειουσών επί της λωρίδας γης που σήμερα προέκυψε η συνοριακή αυτή διαφορά. - Προ της επέμβασης του Κτηματολόγου Μιχάλη Καλαθά τα τεμάχια 724 και 725 συγκοινωνούσαν με κλείδες («cleff») ως φαίνεται στο επίσημο κτηματικό Σχέδιο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 εκδοθέν στις 15.02.2000, δηλαδή οι Εφεσείουσες είχαν απόλυτο και έννομο συμφέρον επί της φιλονικούμενης γης, τα οποία παράνομα τους τα αφαίρεσε και στέρησε το Κτηματολόγιο. - Μελετώντας τον Φακ. ΑΧ 736/99 με Αιτήτρια την Μαρία Λαζάρου Χριστοφή, Ιδιοκτήτρια του γειτονικού τεμ. 284 του ιδίου Φύλλου/Σχεδίου για συνοριακή διαφορά μετά του Τεμ. 725, με την τότε ιδιοκτήτρια Ελένη Γεωργίου Νικολάου βρίσκω ότι: (α) Εκτός από την Ειδοποίηση προς την Ελένη Γεωργίου Νικολάου είχαν σταλεί και επιστολές προς την Ελπίδα Χαραλάμπου Κάβουρου ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 και Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 αποδεικτικό ότι το σύνορο του τεμ. 724 συνόρευε και με το τεμ. 284 ή/και ότι οι ιδιοκτήτριες του τεμαχίου 724 είχαν έννομο συμφέρον και δικαιώματα πάνω στη λωρίδα γης μεταξύ του τοίχου της κατοικίας της Κατερίνας Σπύρου οικονόμου και του συνόρου του τεμ.
- Την υπόθεση εξέτασε ο Κτηματολόγος Κώστας Λειβαδιώτης, ο οποίος απέκλεισε τις εμπλεκόμενες στη συνοριακή διαφορά δηλαδή Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου και Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου και προχώρησε στην εξέταση της συνοριακής διαφοράς μόνο μεταξύ των ιδιοκτητών των τεμ. 284 και τεμ. 725 αντιστοίχως. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14 το πρόχειρο Σχεδιάγραμμα με μετρήσεις και το Τελικό Σχεδιάγραμμα ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 με μετρήσεις τα οποία έχουν διαφορές στις διαστάσεις εις βάρος των τεμ. 725 και
- (β) Είναι σημειωτέον ότι στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 ο Κτηματολόγος Κ. Λειβαδιώτης στις 02.08.1999 προέβη σε διόρθωση του συνόρου (ουσιαστικά αλλοίωσε το Σχέδιο) και απέκλεισε τις Εφεσείουσες από τα έννομα δικαιώματα τους επί της λωρίδας γης μεταξύ του τοίχου της οικίας της Κατερίνας Σπύρου Οικονόμου και του συνόρου του Τεμαχίου 284 βόρεια του τεμαχίου
- Και αυτό έγινε στις 02.08.1999 χωρίς της συγκατάθεση των Εφεσειουσών και πολύ πριν το Κτηματολόγιο επιληφθεί της διόρθωσης λάθους με το Φάκελο ΑΔΛ 1235/99 στις 05.07.2000 από τον Κτηματολόγο Μιχάλη Καλαθά ΤΕΚΜΗΡΙΑ 7 και
- Στην Συνοριακή διαφορά μεταξύ των Τεμαχίων 284 και 725 υπογράφουν μόνο οι ιδιοκτήτριες Μαρία Λαζάρου Χριστοφή και Ελένη Γεωργίου Νικολάου και καμία εκ των Εφεσειουσών ΤΕΚΜΗΡΙΟ. - Μετά από τα πιο πάνω ανοίχθηκε από τις Εφεσείουσες στο Κτηματολόγιο ο Φάκελος ΑΧ 315/02 για Συνοριακή διαφορά μεταξύ των Τεμαχίων 724 και της Εφεσίβλητης της Ελένης Γεωργίου Νικολάου, ιδιοκτήτριας του Τεμαχίου 725, την οποία εξέτασε ο Χωρομέτρης Ροβέρτος Διόλας και ο Κτηματολόγος Αιμίλιος Τσίγκης στις 16.04.
- Υπέδειξαν στις Ελπίδα Χαραλάμπου Κάβουρου, Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου και Ελένη Γεωργίου Νικολάου, ότι το κοινόν σύνορον είναι αυτό που εγώ υποδεικνύω με κόκκινο χρώμα και γράμματα E, G, M στο TEKMHΡΙΟ 16Α, 16Β και Τεκμήριο 17, τα οποία έχω ετοιμάσει από μετρήσεις στους Φακέλους: (α) ΑΧ 315/02 (β) ΑΧ 786/86 Έλαβα υπόψη μου τους Φακέλους: (α) ΑΔΛ 1235/99 (β) ΑΧ 736/99 (γ) Α 1488/46 - Η θέση του κοινού συνόρου σύμφωνα με τις μετρήσεις του Ιωσήφ Αντωνίου, Φάκελος Α 786/86, είναι C. H. M. Και δεικνύεται με κίτρινο χρώμα, είναι πολύ πλησιέστερον το σύνορο αυτό ώστε τα εμβαδά των δύο πλέον περίπου να είναι ίσα, δηλαδή τεμάχιο 724 εμβαδόν 2289.60 τ.μ. και τεμάχιο 725 εμβαδόν 2299.78 τ.μ. όπως προκύπτουν από την εργασία μου. - Έχω επίσης σχεδιάσει το κοινόν σύνορο μεταξύ των Τεμαχίων 724 και 725 δυνάμει του Φακέλου Α 1488/49 με γράμματα Ε, F, V, M με πράσινο χρώμα και τα ευρήματα μου δεικνύουν ότι οι εργασίες του Κτηματολογίου είναι τελείως απαράδεκτες ως προαναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση μου. - Αποκλείει τις Εφεσείουσες από του να έχουν πρόσβαση στην οικία της Ανδριανής Πολυκάρπου όσον και στην πίσω αυλή της Κατερίνας Σπύρου Οικονόμου και καθιστά τα κτήματα αυτά περίκλειστα. - Τις αποστερεί από τα πλείστα αλλά έννομα συμφέροντα και δικαιώματα που είχαν επί της λωρίδας γης μεταξύ του τοίχου της οικίας της Κατερίνας Σπύρου οικονόμου και του συνόρου του γειτονικού Τεμαχίου
- - Στην εξέταση της Υπόθεση ΑΧ 315/02 και στην απόφαση του ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν έλαβε δεόντως υπόψη του τα προηγούμενα λάθη και η απόφαση του δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και πρέπει να απορριφθεί.» (Οι υπογραμμίσεις και τα έντονα γράμματα οφείλονται στην παρέθεση από το Δικαστήριο αυτούσιων των συμπερασμάτων του μάρτυρα όπως αυτά παρατίθενται στην ένορκη του δήλωση). Από την πλευρά του Εφεσίβλητου - Καθ΄ ου η Αίτηση έχει καταχωρηθεί ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του. Σ΄ αυτήν αποδέχεται το γεγονός ότι οι Εφεσείουσες είναι ιδιοκτήτριες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2873, τεμάχιο 724 στην Κοινότητα Κ. Πύργου, και επιπλέον, αναφέρει ότι αυτός είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2874, τεμάχιο 725 στην ίδια κοινότητα. Επίσης αναφέρει ότι μετά από αίτηση των Εφεσειουσών για εξέταση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των πιο πάνω τεμαχίων, και αφού ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από το Νόμο και Κανονισμούς διαδικασία ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αποφάσισε ότι το αμφισβητούμενο τμήμα γης αποτελεί μέρος του πιο πάνω ακινήτου του. Σύμφωνα δε με συμβουλή των δικηγόρων του δεν συντρέχει λόγος για ακύρωση ή τροποποίηση της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και δεν υπήρξε αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα δικά τους επιχειρήματα υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν εισηγήσεις τους. Από την πλευρά των Εφεσειουσών παρατηρήθηκε κατ΄ αρχήν, ότι, εφόσον εκ μέρους του Εφεσίβλητου δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Χωρομέτρη που προέβηκε στη χωρομετρική εργασία ή τον Κτηματολογικό Λειτουργό, τότε η απόφαση του Διευθυντή παραμένει αναιτιολόγητη, αφού ως τέτοια προβάλλει ούτως ή άλλως και μέσα από το κείμενο της, αφού δεν γίνεται σ΄ αυτήν αναφορά σε στοιχεία που να δικαιολογούν την απόφαση του Διευθυντή. Δεν γίνεται επίσης αναφορά σε ποια στοιχεία βασίστηκε ή ποιες μετρήσεις έγιναν που να υποστηρίζουν το αποτέλεσμα της απόφασης του. Περαιτέρω στην αγόρευση της πλευράς των Εφεσειουσών γίνεται λόγος για αλλοίωση Κτηματολογικών Σχεδίων εκ μέρους του Διευθυντή, επομένως είναι η θέση των Εφεσειουσών ότι ο Διευθυντής ενήργησε παράνομα και αυθαίρετα, αποστερώντας τους από τα νόμιμα δικαιώματα τους επί λωρίδας γης. Ακόμη, ότι ξεγελάστηκαν οι Εφεσείουσες από τον Αιμίλιο Τσίγκη υπάλληλο του Κτηματολογίου, κατά την υπογραφή εγγράφου στις 16.04.2003 όταν έγινε η επιτόπια έρευνα. Επιπλέον των πιο πάνω γίνεται λόγος για πρόκληση «χαώδους» κατάστασης εκ μέρους των υπαλλήλων του Kτηματολογίου, και ακόμη ότι διαφαίνεται πως επί των χωρομετρικών σχεδίων των ετών 1935, 1952, 1961, 1969 και 1983 έγιναν επεμβάσεις ως και στα πιστά αντίγραφα από τους φακέλους του Κτηματολογίου. Τέλος γίνεται λόγος για έκδοση λανθασμένων τίτλων ιδιοκτησίας και κατ΄ επέκταση για διαφορετικά εμβαδά επί τόπου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητήθηκε η ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή ως εσφαλμένης. Από την άλλη πλευρά ο Εφεσίβλητος εισηγείται ότι με τα όσα περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την έφεση, προκύπτουν ισχυρισμοί για στοιχεία δόλου και λαθών τα οποία δεν ήταν δυνατό να εξεταστούν από τον Διευθυντή στα πλαίσια της αίτησης για συνοριακή διαφορά, αλλά ούτε και τώρα από το Δικαστήριο, καθ΄ ότι μόνο με αγωγή αποφασίζονται τέτοια θέματα ή με αίτηση για διόρθωση λάθους δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ.
- Διαφάνηκε, ως είναι η εισήγηση, πως ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του και θεώρησε ως δεδομένα τα όσα είχαν προηγηθεί της αίτησης για συνοριακή διαφορά, μεταξύ αυτών και της προηγούμενης απόφασης διόρθωσης λάθους, αφού αυτή δεν προσβλήθηκε. Όσον αφορά στις μετρήσεις που έγιναν από το Κτηματολόγιο όφειλαν οι Εφεσείουσες να ζητήσουν να αντεξετάσουν το Χωρομέτρη Ροβέρτο Διόλα και τον Κτηματολόγο Αιμίλιο Τσίγκη, ούτως ώστε να αμφισβητηθεί η ορθότητα των μετρήσεων τους. Συνακόλουθα ζητήθηκε η απόρριψη της έφεσης με έξοδα εναντίον των Εφεσειουσών. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, κρίνεται ορθό να επισημανθεί σ' αυτό το στάδιο πως το βάρος απόδειξης, ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν είναι ορθή, βαρύνει τις εφεσείουσες-αιτήτριες (βλέπε υπόθεση Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619). Περαιτέρω είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι στα πλαίσια της εκδίκασης έφεσης-αίτησης, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του Διευθυντή, αλλά η εξουσία του επεκτείνεται και στο θέμα της ορθότητας τους (βλέπε υπόθεση Αθανασάκη και άλλοι ν. Χ"Μάμα και άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 208). Στην υπόθεση Νικολάου κ. ά. v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Πολιτικές Εφέσεις 11384 και 11385)
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1676 το Εφετείο υιοθετώντας την παλαιότερη υπόθεση X"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844 έκρινε ότι η εξουσία του Διευθυντή ως αυτή προνοείται στο άρθρο 61 του Κεφ. 224, δεν περιλαμβάνει επίλυση διαφορών οι οποίες αφορούν σε ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Στην υπόθεση Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ. ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 308 επαναλήφθηκε η θέση ότι κατά την επίλυση συνοριακών διαφορών τα εν χρήσει σχέδια αποτελούν αυθεντικό οδηγό ανεξαρτήτως του βαθμού ακρίβειας που μπορεί να έχουν. Έχει ωστόσο ξεκαθαριστεί, με πρόσφατη απόφαση, στην υπόθεση Ελένης Ν. Κυριάκου ν. Ν. Παπαστεφάνου, Πολιτική Έφεση 301/2006, ημερομηνίας 10.04.2010, πως οι επί τόπου μετρήσεις αποτελούν προϋπόθεση για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, καθώς επίσης τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας όπως αυτή διεξάγεται μετά την θέσπιση του νέου Διαδικαστικού Κανονισμού, ο οποίος τροποποίησε τους βασικούς Κανονισμούς του 1956, κρίνεται ορθό ενόψει και των όσων θα ακολουθήσουν στη συνέχεια κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων, όπως, αναφορικά με τα ευρήματα το Δικαστήριο να περιοριστεί στα απολύτως αναγκαία, ούτως ώστε να μην υπεισέλθει σε λεπτομερή γεγονότα τα οποία ούτως ή άλλως δεν είναι σημαντικά για την παρούσα δίκη. Κατ΄ αρχήν σημειώνεται και δεν παραγνωρίζεται η μη αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και συνεπώς η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη. Παραμένει όμως το ερώτημα αν αυτή η μαρτυρία είναι ικανή για την απόδοση των αιτούμενων θεραπειών. Παρατηρείται ακόμη πως μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκ μέρους των Εφεσειουσών, γίνονται αναφορές σε πραγματικά γεγονότα τα οποία όμως δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, το οποίο δεν είναι άλλο από τον έλεγχο της απόφασης του Διευθυντή, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που αυτός έλαβε ή όφειλε να λάβει υπόψη, καθώς και των μετρήσεων που έγιναν ή όφειλαν να γίνουν. Διαφαίνεται ακόμη πως σε τέτοιου είδους υποθέσεις καθοριστικό ρόλο έχει η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων με σκοπό την αξιολόγηση της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω κρίνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Οι Εφεσείουσες 1 και 2 είναι ιδιοκτήτριες, κατά 1/3 μερίδιο και 2/3 μερίδια αντίστοιχα, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2873, τεμάχιο 724 το οποίο βρίσκεται στο χωριό Κάτω Πύργος. Ο Εφεσίβλητος είναι ιδιοκτήτης συνορεύοντος ακινήτου με αριθμό τεμαχίου
- Κατόπιν αίτησης που υποβλήθηκε από τις Εφεσείουσες-Αιτήτριες στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των δύο πιο πάνω ακινήτων, σχετικά με το εγγεγραμμένο κοινό σύνορο τους και αφού έγινε επιτόπια έρευνα από αρμόδιο Κτηματολογικό Λειτουργό και Χωρομέτρη στις 16.04.2003, και αφού περαιτέρω υπογράφηκε δήλωση από τους ιδιοκτήτες των δύο πιο πάνω ακινήων με την οποία αποδέκτηκαν τα σύνορα που τους υποδείχθηκαν αλλά και ότι υπήρξε φιλική διευθέτηση μεταξύ τους, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στη συνέχεια εξέδωσε απόφαση με την οποία αποφάσισε ότι η έκταση γης την οποία σημείωσε με κόκκινο χρώμα, σε επισυνημμένο σχέδιο επί της απόφασης του, αποτελεί μέρος του ακινήτου της Ελένης Γεωργίου Νικολάου, τότε ιδιοκτήτριας το οποίο σήμερα είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του Εφεσίβλητου. Αποτελεί επίσης εύρημα ότι σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Κ. Παναγιώτου ότι, στα πλαίσια προγενέστερων διαδικασιών ενώπιον Δικαστηρίου αλλά και του Κτηματολογίου είχαν ανοιχθεί ο φάκελος του Κτηματολογίου 1488/1946 και το Κτηματολόγιο προέβηκε σε διαχωρισμό του τεμαχίου 408 σε τρία νέα τεμάχια, το τεμάχιο 408/1, 408/2 και 408/3, οπότε αργότερα προέκυψαν τρεις νέοι τίτλοι δηλαδή το παλαιό τεμάχιο 408/01 έγινε τεμάχιο 721, το τεμάχιο 408/02 έγινε τεμάχιο 724 και το τεμάχιο 408/3 έγινε τεμάχιο
- Το έτος 1984 η Ελπίδα Χαραλάμπους Κάβουρου ως ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 408/2 αποτάθηκε στον Έπαρχο Λευκωσίας για διαχωρισμό του σε δύο νέα τεμάχια. Ανοίχθηκε τότε για τον ίδιο σκοπό στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας ο Φάκελος Α 986/
- Η άδεια διαχωρισμού εκδόθηκε στο όνομα της Ελπίδας Χ. Κάβουρου στις 27.01.1986 πλην όμως επί της άδειας τέθηκαν όροι από τον Έπαρχο Λευκωσίας όπως ο δρόμος που θα υπήρχε να είναι πλάτους 12 ποδών και επειδή ο όρος δεν πληρώθηκε η αίτηση δεν προχώρησε. Το 1999 υπήρξε φιλονικία μεταξύ της ιδιοκτήτριας γειτονικού των Εφεσειουσών τεμαχίου, με αριθμό τεμαχίου 284 και του τεμαχίου 725 (νυν ιδιοκτήτης ο Εφεσίβλητος) και ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΧ 736/99 στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Στη φιλονικία αυτή κλήθηκαν να παρευρεθούν και η Κατερίνα Σπύρου και η Ελπίδα Χ. Κάβουρου τότε ιδιοκτήτρια κατά 2/3 του τεμαχίου
- Αργότερα στάληκε επιστολή προς την Κατερίνα Σπύρου και Ελπίδα Χ. Κάβουρου ότι κατά λάθος τους στάληκε ειδοποίηση και ότι η διαφορά δεν τις αφορούσε, οπότε εκδόθηκε απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 15.05.2002 αναφορικά με τα δύο εν λόγω ακίνητα (284 και 725). Με βάση τους Φακέλους ΑΧ 736/99 και ΑΔΛ 1235/99 ξεκίνησε από το Κτηματολόγιο διαδικασία διόρθωσης λάθους, οπότε ζητήθηκε η υπογραφή της Εφεσείουσας 1 και της μητέρας της (πρώην Εφεσείουσας αρ. 2) οπότε δόθηκαν οι υπογραφές, ωστόσο αργότερα ζητήθηκε από αυτές η απόσυρση των υπογραφών στη διόρθωση λάθους, και επειδή δεν έγιναν αποδεκτές προχώρησε η διόρθωση λάθους από το Κτηματολόγιο. Στη συνέχεια οι Εφεσείουσες υπέβαλαν αίτηση για συνοριακή διαφορά και ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΧ 315/02 μεταξύ των τεμαχίων 724 και 725, οπότε κατόπιν επιτόπιας επίσκεψης στις 16.04.2003 των Ροβέρτου Διόλα και Αιμίλιου Τσίγκη, Χωρομέτρη και Κτηματολόγου αντίστοιχα, ακολούθως ο Διευθυντής με βάση το ότι η χωρομετρική εργασία που διεξάχθηκε ελέχθηκε ως ορθή, και εφόσον περαιτέρω τα υποδειχθέντα σύνορα έγιναν αποδεκτά, ως επίσης επειδή υπογράφτηκε δήλωση φιλικής διευθέτησης με σχετικό σχεδιάγραμμα, αποφάσισε ότι το μέρος το οποίο φαίνεται με κόκκινο χρώμα επί του σχεδίου το οποίο επισυνάπτεται στην απόφαση του ανήκει στο ακίνητο 725 του οποίου ιδιοκτήτης είναι σήμερα ο Εφεσίβλητος. Συμπεράσματα Δικαστηρίου: Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι: (α) Οι Εφεσείουσες μετά που ο Διευθυντής του Κτηματολογίου προχώρησε στη διόρθωση λάθους συνόρου με το φάκελο ΑΔΛ 1235/00 στις 05.07.2000, αυτές δεν προχώρησαν σε έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή, αλλά ακολούθησε η αίτηση τους για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Η επιλογή τους αυτή δεν ήταν η ορθή καθ΄ ότι θα έπρεπε να υποβληθεί έφεση σε εκείνη την απόφαση για να ελεχθεί η απόφαση του Διευθυντή για τη διόρθωση λάθους, και η οποία δεν είναι δυνατό να ελεχθεί στα πλαίσια της παρούσας έφεσης. Διαπιστώνεται περαιτέρω πως μέρος της επιχειρηματολογίας αλλά και των βασικών θέσεων των Εφεσειουσών, ως προς το λανθασμένο της απόφασης του Διευθυντή, σχετίζεται με στοιχεία τα οποία έχουν ως υπόβαθρο την απόφαση για τη διόρθωση λάθους, στοιχεία όμως τα οποία ο Διευθυντής δεν μπορούσε να λάβει υπόψη του εφόσον δεν εφεσιβλήθηκε η απόφαση του. (β) Το ιστορικό στο οποίο στηρίζεται η μαρτυρία του Κυριάκου Παναγιώτου, προκειμένου για την απόδειξη του λανθασμένου της απόφασης του Διευθυντή, δημιουργεί από τη μια ισχυρισμούς για αμέλεια - δόλο ή και απάτη σε βάρος των Εφεσειουσών εκ μέρους του Κτηματολογίου, από την άλλη αφορά σε διεκδίκηση εμβαδού ή και λωρίδας γης με βάση διαχωρισμό που έγινε αρχικά για το τεμάχιο 408 και προέκυψαν μέχρι σήμερα τα επίδικα τεμάχια 724 και
- Τα θέματα όμως αυτά, όπως ξεκαθαρίστηκε κατ΄ επανάληψη από τη νομολογία [υπόθεση Χ"Ιωάννου, (ανωτέρω)] δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επίλυσης συνοριακής διαφοράς, αλλά μόνο με αγωγή στα Επαρχιακά Δικαστήρια. Συνεπώς, πέραν του ότι ο Διευθυντής δεν μπορούσε να εξετάσει τις ανάλογες θέσεις των Εφεσειουσών, ούτε και το Δικαστήριο δύναται να τις εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας παρά μόνο εάν καταχωρηθεί αγωγή. Περαιτέρω και ειδικότερα ως προς τα συμπεράσματα του μάρτυρα, (τοπογράφου) για τις Εφεσείουσες παρατηρούνται τα πιο κάτω: (α) Ομιλεί περί ανακριβειών στο σχεδιάγραμμα του φακέλου Α 1488/46 σε σχέση με το αυθεντικό (original) σχέδιο του 1920-1923, τέτοιος όμως ισχυρισμός μόνο με αίτηση για διόρθωση λάθους είναι δυνατό να εξεταστεί. (β) Όσον αφορά στη θέση με την οποία αποδίδονται πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλων του Κτηματολογίου με τις οποίες προκλήθηκε μείωση στο εμβαδό του ακινήτου των Αιτητριών, επίσης τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια απόφασης για επίλυση συνοριακής διαφοράς αλλά μόνο αγωγή. (β) Γίνεται λόγος για υποψίες ότι υπήρξαν επεμβάσεις και αλλοιώσεις σε σκίτσο συγκεκριμένου σχεδίου σε μεταγενέστερο στάδιο της ετοιμασίας του, πρόκειται όμως για άμεση επίρρηψη παράνομων πράξεων εκ μέρους του Κτηματολογίου και τέτοια θέματα δεν θα ήταν ορθό να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Απομένει στο παρόν στάδιο να εξετασθεί αν οι Εφεσείουσες έχουν αποδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι αιτιολογημένη ως ισχυρίζονται. Θα πρέπει ωστόσο πριν αποφασίσει το Δικαστήριο το εν λόγω θέμα να ανατρέξει στις αρχές που καθιερώθηκαν από τη νομολογία ως προς το πότε θεωρείται ότι μια απόφαση είναι αιτιολογημένη ή όχι. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τις Αιτήτριες παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίας Παύλου κ.α. ν. Ελένης Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973. Η αρχή η οποία τέθηκε είναι δεδομένη. Η πρώτη επισήμανση του Δικαστηρίου είναι πως η εν λόγω υπόθεση αφορούσε σε απόφαση του Διευθυντή για καθορισμό δικαιώματος διάβασης και επομένως κρίθηκε ως αναιτιολόγητη η απόφαση του λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απόφασης του και ειδικότερα το γεγονός ότι με την απόφαση του ο Διευθυντής αποφάσιζε επί ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει πως ο Διευθυντής τόσο στην απόφαση του όσο και στην αιτιολογημένη απόφαση που καταχώρησε μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης-έφεσης, κάνει αναφορά πως η απόφαση στηρίχθηκε στη χωρομετρική εργασία που έγινε από τον αρμόδιο χωρομέτρη, και η οποία αφού ελέγχθηκε από το Λειτουργό Χαρτογραφήσεων κρίθηκε ως απόλυτα ορθή. Επιπλέον γίνεται αναφορά πως λήφθηκε υπόψη το εν χρήσει κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο το οποίο καλύπτει τις εγγραφές των επίδικων τεμαχίων. Νομολογία η οποία να αποφασίζει κατά πόσο αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία αποτελούν ικανοποιητική αιτιολογία δεν έχει εντοπισθεί. Το Δικαστήριο έχει όμως κατά νου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Georgiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58 όπου αποφασίστηκε πως ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα και οι αποφάσεις του θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες όπως οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Με βάση αυτή την αρχή και με βάση το πιο πάνω λεκτικό που δόθηκε από τον Διευθυντή η απόφαση του θα πρόβαλλε ως αναιτιολόγητη ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη ότι, οι δύο υπάλληλοι του Κτηματολογίου που εξέτασαν την υπόθεση δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να συμπληρωθεί και να συγκεκριμενοποιηθεί η αιτιολογία. Παρά τα πιο πάνω όμως, στα πλαίσια της ίδιας αρχής που τέθηκε στην υπόθεση Georgiou (ανωτέρω) κρίνεται από το Δικαστήριο πως, εφόσον υπήρξε ενώπιον του Διευθυντή το στοιχείο της αποδοχής των υποδειχθέντων συνόρων, και περαιτέρω εφόσον υπογράφτηκε φιλική διευθέτηση για την οποία γίνεται μνεία στην απόφαση του τότε κρίνεται πως για το Δικαστήριο δεν τίθεται θέμα περαιτέρω αιτιολόγησης, καθότι το περιεχόμενο του συμβιβασμού(Σχεδιάγραμμα το οποίο υπογράφτηκε από τις εφεσείουσες,ως αναφέρεται στο έγγραφο της διευθέτησης) μεταφέρθηκε στην απόφαση του Διευθυντή όπως το αποδέκτηκαν γραπτώς οι Εφεσείουσες. Κρίνεται περαιτέρω ότι το παράπονο πλέον των Εφεσειουσών θα μπορούσε να γίνει μόνο στα πλαίσια άλλης διαδικασίας, και υπό τις προϋποθέσεις ακύρωσης συμβιβασμού, αν αυτό είναι εφικτό, αφού αυτό επιδιώκεται στην ουσία (σχετική η υπόθεση Τ. Μαρκίδης ν. Αιμίλιος Ηλιάδης Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 729). Επιπλέον η θέση των Εφεσειουσών ότι ξεγελάστηκαν από το Κτηματολόγιο και έδωσαν την υπογραφή τους για φιλική διευθέτηση, πάλι κρίνεται ότι είναι ένας ισχυρισμός ο οποίος θα έπρεπε να προωθηθεί με άλλη διαδικασία για ακύρωση του εν λόγω εγγράφου (Τεκμήριο 23 επί της ένορκης δήλωσης της Εφεσείουσας 1)και κήρυξης του ως άκυρου, και όχι στα πλαίσια της παρούσας έφεσης. Συνακόλουθα των πιο πάνω κατά αναλογία με το τι θα ίσχυε αν ζητείτο η ακύρωση μιας απόφασης προϊόντος συμβιβασμού ενώπιον Δικαστηρίου, δεν είναι αποδεκτό να ζητείται η ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή η οποία δόθηκε κατόπιν γραπτού συμβιβασμού των ενδιαφερομένων μερών ως αναιτιολόγητης. Ενόψει όλων των πιο πάνω η επίδικη αίτηση-έφεση δεν δύναται να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος του Εφεσίβλητου-Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των Αιτητριών-Εφεσειουσών, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Petition/Final Αναφορά: Έφεση σε απόφαση Διευθυντή Κτηματολογίου για συνοριακή διαφορά (θέματα διόρθωσης λάθους και εμβαδού με άλλη διαδικασία -η απόφαση ήταν προϊόν συμβιβασμού) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο